Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014






Η Ναντίν

και οι άλλοι



"Ως συγγραφέας που ήθελε να καταγράψει την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της πατρίδας μου, με ενδιέφερε από την αρχή το θέμα των οικογενειών όσων πάλευαν για μια ελεύθερη Νότια Αφρική. Διότι αν είσαι αληθινός επαναστάτης, παρά την αγάπη που νιώθεις για την οικογένειά σου, τη βάζεις τελικά σε δεύτερη μοίρα. Και εντάξει, είσαι ο πατέρας, παίρνεις τα ρίσκα σου, μπαίνεις στη φυλακή, αφήνεις πίσω σου τη μητέρα των παιδιών σου. Τι γίνεται όμως αν είναι και η μητέρα ακτιβίστρια, και μπαίνει κι αυτή στη φυλακή; Τότε τα παιδιά είτε διασκορπίζονται, είτε επαφίενται στη φροντίδα του μεγαλύτερου παιδιού. 
      Έβλεπα αυτή την κατάσταση συνεχώς γύρω μου, σε οικογένειες που γνώριζα, και περίμενα ότι κάποιος αγωνιστής συγγραφέας θα έγραφε για όλα αυτά. Κανείς δεν το έκανε. Τότε σκέφτηκα: 'Μπορεί να μη βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή, μπορεί να μην πήγα φυλακή ή εξορία, όμως θα το ρισκάρω και θα γράψω γι' αυτά εγώ η ίδια.' Και το έκανα.
      Πάντα έγραφα αυτό που ήθελα. Γι' αυτό και από το 1976 είχα συνεχώς προβλήματα  με την λογοκρισία που απαγόρευε για μεγάλο ή μικρότερο χρονικό διάστημα ορισμένα βιβλία μου. Αυτό όμως δεν με σταματούσε. Ήξερα, για παράδειγμα, ότι θα απαγόρευαν την κυκλοφορία του βιβλίου μου Η κόρη του Μπέρτζερ, αφού είχα εντάξει στην ιστορία ορισμένα απαγορευμένα  από το καθεστώς έγγραφα, όπως κάποιες προκηρύξεις που είχα βρει στον δρόμο. Όμως δεν δέχτηκα να αλλάξω ούτε αράδα από αυτό που είχα στο νου μου."


Το απόσπασμα είναι από την αφήγηση της Νοτιοαφρικανής συγγραφέως Nadine Gordimer και βρίσκεται στον πρώτο τόμο του "Οι Κεραίες της εποχής μου" (Καστανιώτης, 2012) όπου ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, με την ιδιότητα του συγγραφέα πλέον, καταγράφει σκέψεις και λεπτές αποχρώσεις της καθημερινότητας και της ανθρώπινης υπόστασης των καλεσμένων της ομότιτλης τηλεοπτικής εκπομπής που δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να καταγράψει μια κάμερα. Μία σκηνή, ωστόσο, που κατέγραψε ήταν όταν ο δημοσιογράφος Χρυσοστομίδης εκθέτει στην εξαιρετικά καίρια συγγραφέα την άποψή του για ένα από τα βιβλία της.  Όταν την είχα δει στην οθόνη, θυμάμαι, πως είχα σοκαριστεί ελαφρώς με το πόσο γρήγορα κι αυταρχικά είχε απαντήσει η Γκόρντιμερ. Δεν θα την μεταφέρω εδώ μιας και είναι μέρος της μακράς κουβέντας που είχε η νομπελίστα συγγραφέας με τον Χρυσοστομίδη και αν την αποκόψω από το υπόλοιπο κείμενο θα χάσει την δύναμή της. Η σκέψη όμως του συγγραφέα δεν αλλάζει:

"Όσο γινόταν το μοντάζ της ταινίας, ο Απόστολος Καρακάσης, ο σκηνοθέτης, ήταν προβληματισμένος: μήπως έπρεπε να βγάλει τη σκηνή; Όχι, του είπα, να μείνει η σκηνή. Διότι τελικά αυτή είναι η Γκόρντιμερ: μαχητική, απόλυτη, πεισματάρα. Πως αλλιώς θα πήγαινε στα δικαστήρια να παλεύει για τον Μαντέλα και τους άλλους, πώς αλλιώς θα τα έβγαζε πέρα με τους γραφειοκράτες της λογοκρισίας, πώς αλλιώς θα συνέχιζε σήμερα να μαζεύει χρήματα  για τα θύματα του AIDS, και πώς θα θα εξακολουθούσε να μένει μόνη με μια συνομίληκή της υπηρέτρια;"




Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014







The best way out
is always through



Το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και η διάψευση της ωριμότητας - αυτό είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιεί ο Νικόλας Α. Σεβαστάκης για το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο, το "Γυναίκα με ποδήλατο" (Πόλις, 2014). Πρόκειται για μια συλλογή τριάντα δύο γλαφυρών διηγημάτων που διανύουν την απόσταση από  τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως το σήμερα και η οποία διεκδικεί  την προσοχή του αναγνώστη με την ένταση των χαρακτήρων  και το ύφος τους - ενδιαφέροντες αλλά αδύναμοι, συγκαταβατικοί και τρομερά μοναχικοί.  

Το ταξίδι του συγγραφέα στον χωροχρόνο ξεκινά από το νησί της παιδικής του ηλικίας όπου ο αφηγητής μεγαλώνει ονειροπολώντας, παρατηρώντας και οσμίζοντας τον παράξενο κόσμο των ενηλίκων. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι των αντίστοιχων διηγημάτων: "Fuga Diurna", "Σάρκινα Ειδώλια", "Το ίδιο, ξανά και ξανά", "Οι τελευταίοι άσχημοι άνθρωποι", "Το ψυχεδελικό κολιέ", "Τα άρβυλα ή φονέας γονέων", "Ο Στηβ της παραλίας", "Η παγίδα", "Οι ζωγραφιές", "Ο ποδηλάτης και τα κήτη", "Ο πόνος του Μάντη". Αδιάφορο για τους πολλούς, για τον αφηγητή ωστόσο όλες τούτες οι στιγμές, τα απόκληρα πλάσματα και τα ανούσια αντικείμενα είναι σημαντικά καθώς σηματοδοτούν το ασφυκτικά αργό πέρασμα του χρόνου. Αργότερα, στη Θεσσαλονίκη,  το ενήλικο πλέον βλέμμα του αφηγητή στέκεται σε ανθρώπους-σύμβολα εκείνης της περιόδου στην ζωή του: στον Γκρίγκορ, έναν ακατανόητο άνθρωπο-φάντασμα στην οδό Φράγκων που με παράξενο τρόπο ο αφηγητής τον συνδέει με τον θάνατο της μητέρας του, και την δεσποινίδα Πετροπούλου και την αγχώδη αναζήτηση εργασίας. Στον Παύλο, τον Σίμο και τον "Κανάρη" - το επιβατικό πλοίο που μετέφερε την παρέα από τα ανελέητα μποφόρ του Ικάριου πελάγους στο ημίφως του μπαρ που βρίσκεται ο αφηγητής σ' ένα από τα διηγήματα αναζητώντας την επαλήθευση της μνήμης του στο παρόν κι ένα κομμάτι από εκείνη τη νόστιμη πορτοκαλόπιτα.

Και το ταξίδι συνεχίζεται. Από την Θεσσαλονίκη, στη Λυών και πάλι πίσω, στην Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβρη 2013 - ημερομηνία, υποθέτω, συγγραφής της τελευταίας σελίδας. Είναι πραγματικά δύσκολο να χαρτογραφήσεις την ανθρωπογεωγραφία των διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη - οι χαρακτήρες είναι πολλοί και καθένας από αυτούς, πρωταγωνιστής, δευτερεύων ή ήσσων, είναι ιδιαίτερος. Ιδιαίτερος είναι και ο τρόπος αφήγησης του συγγραφέα - πότε χαλαρός και προφορικός κι άλλοτε στακάτος και ρέων, σε φέρνει σε αμηχανία καθώς δεν σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έκβαση της κάθε ιστορίας. Τούτη η αβεβαιότητα για το τέλος του κάθε διηγήματος μού θύμησε τον Michael Haneke. Μόνο που εδώ δεν έχουμε το αινιγματικό ύφος του Αυστριακού που του αρέσει να παίζει με τις υποθέσεις και τον φόβο του κοινού για την πραγματικότητα. Έχουμε συγκεκριμένους επιλόγους και το παραπληρωματικό, θα έλεγα, του φόβου - την άνευ όρων αποδοχή της πραγματικότητας. Η θλίψη είναι έκδηλη σε όλα τα αφηγηματικά στιγμιότητα του βιβλίου και η υγρασία το ίδιο - πότε ως καιρικό φαινόμενο, πότε ως ο ατμοποιημένος, ανεκπλήρωτος πόθος για την Δώρα, την ηρωίδα του ομότιτλου διηγήματος, και πότε ως  ατμόσφαιρα του μεσήλικου παρόντος στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει, επίσης, και μια νοσταλγία που υφέρπει, σαν ξόρκι λες για τα λάθη του παρελθόντος και τις ενοχές τους.



Επιστήμονας που διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία στο ΑΠΘ, ο Νικόλας Σεβαστάκης έχει ήδη δημοσιεύσει βιβλία με αντίστοιχο περιεχόμενο  ενώ παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες με πολιτικές θέσεις. Θα μπορούσε γι' αυτό η συλλογή να έχει σημάδια πολιτικού/δοκιμιακού λόγου. Τούτο, όμως, είναι ένα στοιχείο που ο συγγραφέας φαίνεται να ελέγχει καθώς στα συγκεκριμένα διηγήματα δεν πολιτικολογεί, με εξαίρεση ίσως το "Ο εξόριστος και η γιαγιά" όπου η απέχθεια του ήρωα για την πρώην ΕΣΣΔ είναι συνυφασμένη με την πλοκή. Εκτός κι αν θεωρήσουμε ως Πολιτική την ερμηνεία που συνηθίζω να δίνω στην λέξη - ο τρόπος που ζεις την ζωή σου καθημερινά και οι επιλογές σου. Με αυτή την έννοια, η Πολιτική είναι απαξιωμένη μιας και οι ήρωες του βιβλίου δεν αντιτάσσονται στην πραγματικότητα παρ' όλο που το θέλουν - ο αφηγητής αφήνει τον έρωτα της ζωής του, Ναϊλά  -στο ομότιτλο διήγημα- να φύγει δίχως να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, ενώ η Χρύσα, ενός άλλου διηγήματος, στα 38 της υπομένει τους μητρικούς νόμους που την απορρίτπουν. Ακόμη κι αν τα πράγματα είναι θετικά για τους ήρωες, όπως στην "Νεκρή ζώνη" υπάρχει πάντα κάτι, έστω και ελάχιστο, ανικανοποίητο που σκιάζει την περίσταση. Αυτή η αίσθηση του ανεκπλήρωτου και  η αστάθεια  του θέλω-μα-δεν-μπορώ-αλλά είναι το κύριο γνώρισμα των χαρακτήρων του βιβλίου.

Εκείνο που πιστεύω πως βαραίνει τις ιστορίες είναι  η λυρικότητά τους  καθώς η αφήγηση  διαθέτει την δυναμική, την πυκνότητα και τον πλούτο λέξεων ενός ποιητή -η δεύτερη ιδιότητα του Νικόλα Σεβαστάκη με την οποία έχει εκδώσει τρεις συλλογές- κάτι που απορρυθμίζει τον ρυθμό και την ένταση των λέξεων σ' ένα πεζογράφημα και τούτο γίνεται φανερό στα πρώτα διηγήματα της συλλογής. Από την άλλη, ο συνδυασμός του διεισδητικού κιαροσκούρο των συναισθημάτων, η ιμπρεσσιονιστική έκφραση και η σχεδόν απτή εικονοπλαστική διάθεση του αφηγητή σού δίνουν την αίσθηση του πρωτότυπου, κάτι που θεωρώ εξίσου σημαντικό με την γραμματική αλληλουχία και την λεξικολογική υφή ενός κειμένου.

Υπάρχουν φορές που  διαβάζω τα διηγήματα ενός τόμου άτακτα, δλδ χωρίς συγκεκριμένη σειρά, όταν βέβαια είναι αυτόνομα και δεν επηρρεάζουν ή επεμβαίνουν με κάποιο τρόπο το ένα την πλοκή του αλλού. Οι ιστορίες των ανθρώπων στο "Γυναίκα με ποδήλατο" τέμνονται περιοδικά μεταξύ τους, όπως είναι φυσικό, τα διηγήματα όμως διατηρούνται αυτόνομα. Θα  μπορούσα, λοιπόν, κάλλιστα να επιδοθώ σε μια άτακτη ανάγνωση.  θα ταίριαζε και με τον αυτοπροσδιορισμό του συγγραφέα ως αναγνώστη. "Στο βασίλειο των φανατικών της ανάγνωσης κινούνται, ως γνωστό, δυο κατηγορίες ανθρώπων: οι ψυχαναγκαστικοί και οι αδηφάγοι. Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς απο την αγωνία μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα σε πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας το μυαλό τους με διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, (...) Οι δεύτεροι ζουν με τη σπατάλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή. 

      Αν με ρωτούσατε σε ποιον τύπο τοποθετώ τον εαυτό μου, θα απαντούσα χωρίς καμιά αμφιβολία στον δεύτερο."


Ωστόσο, ακολούθησα την δεδομένη σειρά του πίνακα των περιεχομένων καθώς μόνον έτσι μπορεί να διαπιστώσει κανείς την ενδιαφέρουσα πορεία που διαγράφει ο συγγραφέας μέσα από τα τριάντα δύο διηγήματα της αξιανάγνωστης τούτης συλλογής - από το αβέβαιο πετάλι και την μετέωρη γραφή των πρώτων αφηγήσεων να βρίσκει μια όμορφη, εντέλει, ισορροπία  ανάμεσα στην πρόζα και τον ποιητικό λόγο, στην ένταση και την έκταση των λέξεων, στον χρόνο της μνήμης και τον ρυθμό της λογοτεχνικής αφήγησης.





Σημείωση: Το εικαστικό ανήκει στον Paul Klee κι έχει τίτλο "Στην κόψη" (1930). Η τελευταία φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου και ανήκει στον Τούρκο φωτογράφο Erdal Kinaci

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014









Να βλέπεις,
όχι απλώς να κοιτάς



Σε καιρούς όπου η επιτυχία είναι η μόνη επιδίωξη, ένα βιβλίο για τρύπες και αποτυχημένες προσπάθειες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το “Μία τρύπα στο νερό” (Μεταίχμιο, 2011) του Σάκη Σερέφα είναι μια τρυφερή ιστορία όπου ενσωματώνεται η απτή και πολυεστιακή πραγματικότητα καθώς και η συνήθως κρυφή κι επίμονη αγωνία των παιδιών να την καταλάβουν και να καταφέρουν να πετύχουν αυτό που θέλουν με τις δικές τους δυνάμεις.

Ο Γιάννης είναι ένας μικρούλης μαθητής Δημοτικού. Μια μέρα ξυπνά κι αρχίζει να ανακαλύπτει τρύπες παντού πάνω του και γύρω του μέσα στο σπίτι - στο μανίκι της πιτζάμας, στο παντελόνι, στην μύτη και στο στόμα του, στον καθρέφτη του μπάνιου και στην εξώπορτα. Στο δρόμο προς το σχολείο θα ανακαλύψει κι άλλες - στα σύννεφα και τον ήλιο, στα θεμέλια μιας νέας πολυκατοικίας και στο φλάουτο ενός πλανόδιου μουσικού... Οι τρύπες δεν έχουν τελειωμό! Περπατώντας όμως ο Γιάννης θα αρχίσει να αναρωτιέται για τους άλλους ανθρώπους και τα πράγματα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Καθώς περιμένει στα φανάρια, και συνεχίζει να ανακαλύπτει τρύπες παντού, ακούει κάτι που τον ξαφνιάζει. "Η μπλούζα δεν καθάρισε! Κουράστηκα τόσο πολύ και τελικά το μόνο που έκανα ήταν μια τρύπα στο νερό".  Αυτό τον εντυπωσιάζει τόσο πολύ που μόλις γυρνά το μεσημέρι στο σπίτι, αρχίζει αμέσως τις προσπάθειες να κάνει μία τρύπα στο νερό. Στην αρχή, βουτά με δύναμη το δάχτυλό του μέσα στο γεμάτο ποτήρι του. Κατόπιν, μετά το -καταβρεγμένο- μεσημεριανό, πλένει μόνος του τα πιάτα μα το νερό του νεροχύτη είναι πολύ ξεροκέφαλο και δεν αφήνει καμμία τρύπα να ανοιχτεί μέσα του. Και μετά απ' αυτό,  έχει την ιδέα να κάνει μπάνιο, πάλι μόνος του. Αλλά κι εκεί τίποτα σπουδαίο - η μπανιέρα επιτρέπει μια μεγάλη τρύπα να εμφανιστεί γύρω από το άνοιγμα του σιφονιού καθώς αδειάζει αλλά αυτό διαρκεί μόνο ελάχιστες στιγμές. Όταν η μαμά του μπαίνει στο μπάνιο για να τη δει, η τρύπα έχει ήδη εξαφανιστεί. Δηλαδή, τελικό αποτέλεσμα μηδέν.




Είναι παραδεκτό, πλέον, πως κάθε κείμενο για παιδιά πρέπει να έχει κενά ώστε να μπορέσει αργότερα ο μικρός αναγνώστης να τα συμπληρώσει μόνος του - η βοήθεια του ενήλικα συν-αναγνώστη/γονιού “περιορίζεται” στο να του υποδείξει (κι όχι επιβάλλει) τους τρόπους για να το καταφέρει. Το βιβλίο ακολουθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά τον κανόνα - είναι γεμάτο τρύπες,  περιέργειες, απορίες κι ένα, επιπλέον, επικίνδυνο αίσθημα αποτυχίας. "Δεν τα κατάφερα, μαμά, δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να ανοίξω μια τρύπα στο νερό και τελικά δεν τα κατάφερα" παραδέχεται θλιμμένα ο μικρός λίγο πριν κοιμηθεί, στο τέλος της μέρας.

Δεν είναι το πρώτο παιδικό βιβλίο που γράφει ο Σάκης Σερέφας, μία από τις πιο πολυσχιδείς πένες της γενιάς του. Όπως και τα υπόλοιπα παιδικά βιβλία του έτσι και η εξαιρετική τούτη ιστορία χαρακτηρίζεται από μια ανεπιτήδευτη γλώσσα που οξύνει και τροφοδοτεί την παιδική αντίληψη για τον κόσμο με μια παιγνιώδη οπτική. Η ελκυστική εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου -ένα υπέροχο πάτσγουορκ διαφορετικών ντεσέν- υποστηρίζει την πολυχρωματική και πολυ-κυκλική όψη της ζωής και ζωντανεύει το κείμενο. Εκείνο, ωστόσο, που πιστεύω πως εμπλέκει συναισθηματικά περισσότερο τον μικρό αναγνώστη με το κείμενο είναι ο χαρακτήρας της μαμάς που ο συγγραφέας επιλέγει για να βοηθήσει τον Γιάννη να ερμηνεύσει αυτό που ο μικρός θεωρεί αποτυχία του κι έτσι, να ενδυναμώσει την πίστη στον εαυτό του. Κι εκείνη το κάνει, μαθαίνοντάς του να βλέπει κι όχι απλώς να κοιτά.

Με λόγια απλά, λογικά και ψύχραιμα, σε αντίθεση με κάποιες γλυκερές "μαμαδίστικες" φωνές που ακούγονται αρκετά τώρα τελευταία, η μητέρα αποδεικνύει στον Γιάννη ότι δεν είναι τόσο αποτυχημένος όσο αισθάνεται γιατί προσπαθώντας να ανοίξει μια τρύπα στο νερό, κατάφερε να κάνει πολλά άλλα πράγματα για πρώτη φορά στη ζωή του, και μάλιστα πολύ επιτυχημένα - ανακάλυψε καινούργιες γνώσεις, εικόνες και συναισθήματα που δεν του είπε και δεν του έδειξε κανείς, έκανε πολλές σκέψεις και πράξεις, και απόκτησε νέες δεξιότητες δίχως, επίσης, να τον βοηθήσει κανείς. 

 
 

“Χμμ, καθόλου άσχημα δηλαδή”, υποθέτω πως σκέφτηκε ο Γιάννης και μετά "αποκοιμήθηκε χαμογελαστός και ευχαριστημένος". Τίποτα  δεν πάει χαμένο, θα συμπλήρωνε τραγουδιστά  ο Μάνος Λοΐζος. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον καλοκαιρινό και πάντα εξαιρετικό Αναγνώστη, στις 7 Ιουλίου.




Σημειώσεις: Το πρώτο άτιτλο εικαστικό όπως και το τρίτο, επίσης άτιτλο, ανήκουν στον Victor Vasarely, ηγετική φυσιογνωμία της Op Art. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014




 




 For whom 
the bell tolls





Το μυστήριο έχει ως εξής: 

"Ήταν τότε που παντρεύτηκε ο νεαρός κύριος Χένρυ - ο σημερινός σερ Χένρυ. Τη χρονιά του πολέμου, τότε ήταν, την άνοιξη -Απρίλης του 1914-, το θυμάμαι πολύ καλά. Ήμουν παιδί τότε, και πρώτη φορά πήρα μέρος σε μεγάλη κωδωνοκρουσία στο γάμο τους. (...)ένα σωρό εκλεκτοί επισκέπτες ήρθαν για το γάμο. Η νεαρή κυρία ήταν ορφανή, βλέπετε, αλλά είχε κάποια σχέση με την οικογένεια, και εφόσον ο κύριος Χένρυ ήταν ο κληρονόμος, παντρεύτηκαν εδώ. Ήρθε λοιπόν στο σπίτι μουσαφίρισσα μία γυναίκα που είχε ένα ωραιότατο σμαραγδένιο περιδέραιο -άξιζε πολλές χιλιάδες λίρες- και την ίδια νύχτα του γάμου, όταν ο κύριος Χένρυ και η κυρία του είχαν μόλις αναχωρήσει για το μήνα του μέλιτος, το περιδέραιο έκανε φτερά."

"Όπως αποδείχθηκε, η καμαριέρα της κυρίας Ουίλμπραχαμ, είχε πει, από χαζομάρα, κάτι στη Μαίρυ Ράσσελ, που ήταν παντρεμένη με τον Ντήκον, κι αυτή το' πε στον άντρα της, μη βάζοντας κακό με το νου της. Φυσικά, συνέλαβαν και τις δύο γυναίκες. Όλο το χωριό είχε αναστατωθεί  τρομερά, γιατί η Μαίρυ ήταν ένα πολύ σεμνό αξιοπρεπές κορίτσι, και ο πατέρας της  ήταν ένας από τους βοηθούς του επιτρόπου της εκκλησίας μας. Δεν υπάρχει στα Φένστσερτς πιο τίμια, πιο καλή φαμελιά από τους Ράσσελ. Αυτός ο Ντήκον δεν ήταν από τούτα τα μέρη, είχε γεννηθεί στο Κεντ. Ο σερ Τσαρλς τον έφερε από το Λονδίνο. Όμως δεν υπήρχε τρόπος να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες, γιατί ο λωποδύτης απ' τη Λόντρα -έλεγε πως ονομαζόταν Κράντον, μα είχε κι άλλα ονόματα- τα έβγαλε όλα στη φόρα και πρόδωσε τον Ντήκον."

Συνέβη στο Φένστσερτς Σαιντ Πωλ  και αποδόθηκε αμέσως δικαιοσύνη αν και ο Ντήκον, κατόπιν, το έσκασε - το 1918.  Πολλά χρόνια αργότερα ο λόρδος Πήτερ Ουίμσυ έχει ένα ατύχημα λίγο έξω από το συγκεκριμένο χωριό και, για καλή του τύχη, φιλοξενείται στο σπίτι του εφημέριου της ενορίας. Στην διάρκεια της παραμονής του εκεί, μαθαίνει την ιστορία του χωριού και ξεναγείται στην θαυμάσια γοτθικού ρυθμού εκκλησία του χωριού. Θα συμμετάσχει επίσης στην εννιάωρη κωδωνοκρουσία για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς. Μόλις επισκευαστεί το αυτοκίνητό του, ο λόρδος Ουίμσυ θα συνεχίσει το ταξίδι του και οι χωρικοί την συνηθισμένη ζωή τους. Μήνες μετά, ένα άσχημα κακοποιημένο πτώμα θα βρεθεί θαμμένο στο κοιμητήριο, σ' έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο, μέσα στον περίβολο της εκκλησίας. Ο εφημέριος, εκτός από την αστυνομία, ζητά και την βοήθεια του λόρδου για να ανακαλύψει ποιος είναι ο νεκρός και πως βρέθηκε εκεί.


Το αστυνομικό μυθιστόρημα της Dorothy L. Sayers - το κλασικό πλέον "Τα εννέα πένθιμα χτυπήματα" (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου - Άγρα, 2012) θεωρείται -όχι άδικα- ένα από τα κορυφαία αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους και το καλύτερο της συγγραφέως ενώ ο πρωταγωνιστής του -που έχει την ίδια ηλικία με την συγγραφέα και εξελίσσεται μαζί της σε πραγματικό χρόνο- είναι ένα από τα αρχετυπικά μοντέλα Βρετανού ντετέκτιβ και πολύ τέλειος για να είναι πιστευτός, όπως αναφέρουν οι κριτικές της εποχής. Η ίδια βέβαια δεν εκτιμούσε τα έργα της στην αστυνομική λογοτεχνία, την ποίηση και το δοκίμιο όσο οι αναγνώστες της. Η πρώτη γυναίκα απόφοιτος της Οξφόρδης με σπουδές στην Μεσαιωνική Λογοτεχνία και τις Σύγχρονες Γλώσσες, η Sayers, θεωρούσε ως αρτιότερο επίτευγμά της την μετάφραση της "Θείας Κωμωδίας" του Δάντη την οποία ωστόσο δεν ολοκλήρωσε λόγω του ξαφνικού θανάτου της.

Σύγχρονη της Άγκαθα Κρίστυ, η Dorothy L. Sayers γράφει με ένα λιγότερο ακαδημαϊκό ύφος διατηρώντας ωστόσο μια γλώσσα λαγαρή, πλούσια και συνεκτική, εν μέρει παιγνιώδη, ειρωνική και ιδιαίτερα ευέλικτη - ταυτόχρονα με το λόγιο και εκλεπτυσμένο ύφος του ήρωά της ενσωματώνει ομαλά και το αντίστοιχο ύφος των χωρικών του Φέντσερτς Σαιντ Πωλ. Κι όχι μόνον αυτό - ως κόρη εφημέριου μεγαλωμένη σε ένα μικρό χωριό, η Sayers αναβιώνει με γλαφυρότητα την αγγλική επαρχία αναδεικνύοντας με ακρίβεια στοιχεία των χαρακτήρων και των ισχυρών κοινωνικών δεσμών που δημιουργούνται μεταξύ τους, όσο και της αρχιτεκτονικής και της εκκλησίας. Οι θρησκευτικές ανησυχίες της δεν είναι σε υπερβολικό βαθμό εμφανείς, ούτε παρεμβαίνουν στην πλοκή ή στην εξαγωγή νοήματος και γι' αυτό μπορεί άνετα να τις παραβλέψει κανείς.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι τόσο βρετανικό και τούτο το οφείλω στην πρόταση του αγαπητού Γ.Μ. Είχε δίκιο - είναι ένα βιβλίο που πραγματικά απολαμβάνεις. Υπάρχει, βέβαια, μία δυσκολία στην κατανόηση των τύπων της εναλλασσόμενης κωδωνοκρουσίας το οποίο αναλύει η συγγραφέας εκτενώς -και τα οποία διαβάζω πλαγίως- κι ένα πιθανόν τυπογραφικό λάθος στον χάρτη της περιοχής των Φενς που με ανάγκασε να στριφογυρίσω αρκετές φορές το βιβλίο ώστε να μπορέσω να προσανατολιστώ με την γεωγραφία και τις διαδρομές της περιοχής. Όλα τούτα είναι, υποθέτω, λεπτομέρειες μπροστά στην σκέψη και τις κινήσεις του ευφυούς λόρδου Ουίμσυ -έναν συνδυασμός Φρεντ Ασταίρ και Μπέρτι Γούστερ, όπως η ίδια η συγγραφέας τον χαρακτήρισε- που θα λύσει τελικά το μυστήριο.

Έχω  αρκετές σελίδες ακόμη μέχρι την ανακάλυψη της ταυτότητας του θύματος και την εξιχνίαση του μυστυρίου so, enough with the talking. I'm off to read.




Σημείωση: Στην δεύτερη φωτογραφία εμφανίζεται η συγγραφέας ενώ στην πρώτη βλέπετε μια μοντέρνα εκδοχή καμπάνας - για την ακρίβεια, είναι μία από τις έξι ιδιότυπες κατασκευές που αποτελούν το ηχητικό γλυπτό του εικαστικού Peter Shenai και του συνθέτη Laurence Osborn οι οποίοι αναβιώνουν (η πρεμιέρα τους ήταν μόλις την προηγούμενη εβδομάδα) εικαστικά και σε μικρή κλίμακα  την βρετανική παράδοση της εναλλασσόμενης κωδωνοκρουσίας.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014












Dysfictional 
Circumstances




Oι περίοδοι πολέμου είναι ιδιαίτερα ελκυστικές για τους συγγραφείς καθώς προσφέρουν πλήθος θεμάτων για μυθιστορηματική εξερεύνιση - διαπροσωπικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά, πολιτικά. Ορισμένα θέματα, ωστόσο, παραμένουν απρόσιτα. Ο δωσιλογισμός και οι μυστικές καταδόσεις είναι ίσως το κυριότερο. Ο Γάλλος Romain Slocombe εκθέτει την ακανθώδη τούτη πλευρά του πολέμου στο πρόσφατο "Κύριε Διοικητά" (μτφρ. Έφη Κορομηλά - Πόλις, 2014) κάνοντάς την ακόμη πιο τραγική και αποκρουστική επιλέγοντας για ήρωά του, όχι ένα απλοϊκό κι απαίδευτο άτομο αλλά μία εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής που καταδίδει εγγράφως κι επωνύμως την νύφη του. Το βιβλίο είναι αυτή η επιστολή. 

Παρασημοφορημένος βετεράνος του Μεγάλου Πολέμου (ΠΠ1) όπου έχασε το αριστερό του χέρι, μεγαλοαστός και μέλος της περίφημης Γαλλικής Ακαδημίας με την ιδιότητα του συγγραφέα, ο Πωλ-Ζαν Υσσόν είναι ένθερμος υποστηρικτής του στρατηγού Πεταίν και της ιδεολογίας του - ανακωχή και στην συνέχεια συνεργασία με τις δυνάμεις Κατοχής για το καλό και την ευημερία μιας ισχυρής Γαλλίας. Βαθιά συντηρητικός και βαθύτερα αντισημίτης, ο γηραιός Υσσόν ζει μια άνετη ζωή στο Παρίσι όπου με τους ομοϊδεάτες του -διάσημοι διανοητές και ο κύκλος τους- "...δεν διστάζαμε να βροντοφωνάζουμε, στα καθημερινά και εβδομαδιαία έντυπα στα οποία εκφράζαμε τη δίκαιη αγανάκτησή μας, αυτό που η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα: οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα, εξαπέλυαν μια 'εβραϊκή επανάσταση' με την συνενοχή του Λεόν Μπλουμ." Είμαστε στο 1937 και τούτο συνέβαινε από τις αρχές της δεκαετίας μέχρι τουλάχιστον το 1942, όταν ο Υσσόν θα γράψει την επιστολή κατάδοσης της νύφης του, την οποία νύφη τού είχε συστήσει ο γιός του αρκετά νωρίτερα. 


Ο Ολιβιέ Υσσόν ακολουθεί σταδιοδρομία βιολιστή στην Συμφωνική Ορχήστρα του Παρισιού. Σε μια περιοδία της Συμφωνικής στην Γερμανία, την άνοιξη του 1932, γνωρίζει την Γερμανίδα ηθοποιό με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Έλσι Μπέργκερ, μια πολύ νέα κοπέλα με εντυπωσιακή, άρια εμφάνιση και με εξαιρετική μόρφωση την οποία θα αρραβωνιαστεί. Ο Ολιβιέ την συστήνει στους γονείς του το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς και η Ίλσε  Βόλφφσον -όπως ήταν το πραγματικό της όνομα- θα κερδίσει τις εντυπώσεις της επιφυλακτικής Μαργκερίτ, της μητέρας του Ολιβιέ ενώ η Ζαν, η αδερφή του "...που ήρθε να μας βρει στο τέλος της εβδομάδας, υιοθέτησε αμέσως τη νεαρή Γερμανίδα σαν μικρή της αδερφή." Το ίδιο περίπου θα συμβεί και με τον Πωλ-Ζαν Υσσό. "Αυτή η νεαρή Γερμανίδα είχε -και εξακολουθεί να έχει, τότε όμως ακόμη περισσότερο- έναν εντελώς δικό της τρόπο να σε κάνει να  νιώθεις αμέσως άνετα, μια εγκάρδια ομιλητικότητα, ένα αφοπλιστικό ενθουσιασμό και μια παιδικότητα που ερχόταν να μετριάσει την οξυδέρκεια και την ευαισθησία της, αξιοπρόσεκτες και η μεν και η δε. Η καλεσμένη μας  κάθισε στο πιάνο από το πρώτο κιόλας βράδυ της άφιξής της, ερμήνευσε για μας Lieder του Σούμπερτ και κάποια κομμάτια του Μπαχ. Εγώ δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από τους ώμους που άφηνε ακάλυπτους το αιθέριο φόρεμά της, κάτω από το χρυσάφι των μαλλιών που χάιδευαν τον σβέρκο της."   

Τούτη η μικρή λεπτομέρεια θα εξάψει το ερωτικό ενδιαφέρον του Πωλ-Ζαν Υσσό αλλά όχι μόνο προς στιγμήν. Τέτοιου είδους αφορμές θα αρχίσουν να συσσωρεύονται με κάθε τυπική οικογενειακή συγκέντρωση ώσπου, με την επέλαση των Ναζί στο Παρίσι και τον Ολιβιέ ήδη καταταγμένο στον γαλλικό στρατό (και αργότερα στο Λονδίνο ακολουθώντας την εξόριστη κυβέρνηση του στρατηγού de Gaulle), θα μετατραπούν σε δαμόκλειο σπάθη - η Ίλσε μόνη με τα δύο παιδιά της θα ζητήσει την προστασία του ισχυρού πεθερού της. Ο Πωλ-Ζαν Υσσόν δέχεται με την φυσικότητα που του επιτρέπει η συγγένειά τους και προσπαθεί να την προστατεύσει από τις καταδιώξεις που έχει εξαπολύσει η Γαλλική Αστυνομία κατά των Εβραίων καθώς του είναι ήδη γνωστή η εβραϊκή της καταγωγή - στην αρχή παρατηρώντας τα σκουρόχρωμα μαλλιά της εγγονής του και το χαρακτηριστικό σχήμα της μύτης που υποτίθεται πως φέρουν οι Εβραίοι κι αργότερα αναθέτοντας την υπόθεση σε ειδικό γραφείο ερευνών που θα επιβεβαιώσει τις υποψίες του.  Υποδόρια, ωστόσο, η εμμονή τον έχει κυριεύσει  - ούτε η ρήξη με τον γιο του, ούτε τα δύο εγγόνια του, ούτε η θλίψη από τον πνιγμό της αγαπημένης του κόρης Ζαν, ούτε καν η κατάρρευση και ο θάνατος της γυναίκας του Μαργκερίτ μπορούν να του αποσπάσουν την σκέψη. Το ίδιο ισχυρά αποδεικνύονται ο συντηρητισμός και ο αντισημιτισμός του - τα άρθρα του γίνονται ιδιαιτέρως αυστηρά και καταγγελτικά κι αυτό έχει ανεξέλεγκτες κι απάνθρωπες συνέπειες στην μικρή κοινωνία του Αντινύ όπου ζει. 


Σκηνοθέτης, μεταφραστής, εικονογράφος, σκιτσογράφος και φωτογράφος, ο Ρομαίν Σλοκόμπ έγινε συγγραφέας χωρίς να το επιδιώξει - ένα γκράφικ νόβελ, πολλές εικονογραφήσεις και μερικές ιστορίες για εφήβους τον οδήγησαν κάποια στιγμή να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για την σειρά Noire των εκδόσεων Gallimard. Το βιβλίο είχε επιτυχία κι αυτό τον ώθησε να γράψει με σύστημα - κάτι περισσότερο από ένα μυθιστόρημα το χρόνο. Το "Κύριε Διοικητά" βασίστηκε στην κρυφή ιστορία της μητέρας του που είχε κρύψει την εβραϊκή της καταγωγή από τα πεθερικά της φοβούμενη τον αντισημιτισμό τους. Ο ίδιος ανακάλυψε την καταγωγή της και την Εβραία Ρωσίδα γιαγιά του στα 20. Ανακάλυψε επίσης και κάποια γράμματα των γονιών του πατέρα του όπου άφηναν να εννοηθούν τα αντι-εβραϊκά τους αισθήματα κι αυτό ήταν που τον ενέπνευσε να γράψει το συγκεκριμένο μυθιστόρημα - το κατά πόσο γνώριζαν ότι η νύφη τους ήταν Εβραία και παρόλα αυτά δεν είπαν ποτέ τίποτα γι' αυτό.

Στην δική του επιστολή ο Πωλ-Ζαν Υσσόν είναι ευθύς και απόλυτα σαφής σε μια προσπάθεια να αποδείξει την αδιαμφισβήτητη ειλικρίνεια των λόγων του.  Ουσιαστικά πρόκειται για μια απολογία όπου ο Υσσόν εξομολογείται με κάθε λεπτομέρεια την σύγχυση και την ενοχή του. Και αναποφάσιστος καθώς είναι για το τι πρέπει να πράξει στην συνέχεια, αφήνει την ευθύνη αυτή στον Χερ Στούρμπαννφυρερ Χ. Σέλλενχαμμερ, διοικητή της Κομμαντατούρ στο Αντινύ και παραλήπτη της επιστολής - εξοργιστικό κι εφιαλτικό αν σκεφτεί κανείς τί συνέβη στο Ολοκαύτωμα. Σε όλη την έκταση της επιστολής ο Υσσόν φροντίζει να δηλώνει με στοιχεία την στήριξή του στο έθνος και τους πολίτες του και ο Ρομαίν Σλοκόμπ -που έχει κάνει μια εξαιρετική πραγματολογική έρευνα-  έχει τοποθετήσει το υλικό του σε καίρια σημεία για να αποδεικνύουν στην πράξη τον πατριωτισμό του Υσσόν - εκτός από γραμμές του Πωλ Κλωντέλ και σχόλια για τον κινηματογράφο, την κλασσική μουσική και τα άρθρα εθνικοσοσιαλιστικών εφημερίδων, υπάρχει ένα πλήθος ιστορικών λεπτομερειών -με ημερομηνίες και χρονολογικές αναφορές- που τοποθετούν τις πεποιθήσεις του Υσσόν σε ένα πλαίσιο που τις κάνει να φαίνονται τόσο "δίκαιες"  και λογικές όσο και ειρωνικές και φρικιαστικές. Τα τεκμήρια 1, 2 και 3 που βρίσκονται μετά το τέλος του μυθιστορήματος όπως και οι πρόσθετες πληροφορίες που ακολουθούν εντείνουν την αίσθηση
αυτή και συγκινούν περισσότερο από κάθε τι άλλο - αποκαλύπτουν τις πραγματικές διαστάσεις της πράξης του μυθιστορηματικού Υσσόν καθώς έχουν αντληθεί από το ντοκιμαντέρ του Πέτερ Κλεμ Elsie Bergers Franzosische Familie που προβλήθηκε στην γερμανική τηλεόραση το 2008. Στο μυθιστόρημα βρίσκονται ενσωματωμένα και ορισμένα αυθεντικά άρθρα αντισημιτικού χαρακτήρα όπως και μία δήλωση προσχωρήσεως από τα οποία ο συγγραφέας άλλαξε μόνο ορισμένα ονόματα.

 

Να ζεις σημαίνει να λειαίνεις με λεπτότητα τις διαδικασίες στις οποίες είσαι υποταγμένος, έλεγε ο Μπρεχτ κι αυτό φαίνεται να εφαρμόζει ο Σλοκόμπ στην γραφή του - ψυχογραφεί εξαιρετικά τους πρωταγωνιστές του και αποκαλύπτει με ελεγχόμενο ρυθμό κι ένα ιδιαίτερα φροντισμένο, αν και σκληρό, ύφος  την φύση και την έκταση του φόβου, την ένταση του αιμομεικτικού έρωτα του Υσσόν για την Ίλσε καθώς και τις υπόλοιπες, οξείες, διακυμάνσεις  του ανθρώπινου ψυχισμού - οικογενειακή ευτυχία, λύπη κι απελπισία, μίσος, οργή, αντιπαλότητα, παραίτηση και μισαλλοδοξία, ανανδρία κι εγωισμός έως την απόλυτη βία για γερά στομάχια -  είναι η στιγμή που ο Υσσόν θα έρθει αντιμέτωπος με τον αντίκτυπο των αυστηρών εθνικιστικών άρθρων του. Παράλληλα ο συγγραφέας διατηρεί την αγωνιώδη εσώτερη σύγκρουση που βιώνει ο πρωταγωνιστής του - ποιό είναι, τελικά, πιο σημαντικό; Το ερωτικό πάθος ή το μέλλον της Γαλλίας;  

Είναι η πρώτη φορά στα πεντέμισι χρόνια που γράφω σε τούτο εδώ το μπλογκ που δεν θα αποκαλύψω το τέλος ενός βιβλίου. Tο προσπάθησα αλλά τελικά  έσβησα εκείνο το κείμενο - oι ανατροπές στην πλοκή είναι πολλές και φορές, σοκαριστικές και κάθε πλάγια αναφορά ήταν λίγη. Μπορώ ωστόσο να σας βεβαιώσω πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θλίβει, φοβίζει, εντυπωσιάζει - ο καφκικός πέλεκυς που σπα τον πάγο της αδιαφορίας μέσα σου. Και μεταξύ άλλων, σε κάνει ν' αναρωτιέσαι για τα όρια της πολιτικής ορθότητας και της ιδεολογικής συνέπειας.









Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από πορτραίτο του Νορβηγού Vidkur Quisling το όνομα του οποίου (quisling) είναι συνώνυμο του δωσίλογου/προδότη του έθνους στα αγγλικά. Στην δεύτερη φωτογραφία εικονίζεται ο στρατηγός Πεταίν με τον συνεργάτη του Πιερ Λαβάλ, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης του Βισύ. Η τρίτη είναι μία σκηνή από το θαυμάσιο φιλμ νουάρ "Ministry of Fear" που σκηνοθέτησε ο Fritz Lang ενώ στην τελευταία εμφανίζεται ο συγγραφέας σε πρόσφατο -νομίζω- στιγμιότυπο που αντλήθηκε από εδώ.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014











Inside Time



Συνηθίζουμε να αποκαλούμε μελλοντολογικά τα μυθιστορήματα που οι πρωταγωνιστές τους ζουν βαθιά στο μέλλον και χρησιμοποιούν  προηγμένα επιτεύγματα της τεχνολογίας τα οποία οδηγούν σε δυστοπίες με τερατώδη συστήματα κοινωνικού προσδριορισμού. Πως χαρακτηρίζουν, όμως, μία νουβέλα που όταν εκδόθηκε πριν λίγα χρόνια θεωρήθηκε μελλοντολογική ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας και συμβαδίζει με την πραγματικότητα;

Στην "Παραβολή" (Καστανιώτης, 2006), το τέταρτο βιβλίο του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, ο πρωταγωνιστής Χ. Α. Ρόντας αναλαμβάνει εκ μέρους της εταιρείας που εργάζεται, την τρισδιάστατη απεικόνιση προσώπων. Ως ειδικός παραλήπτης, επισκέπτεται τους ενδιαφερόμενους πελάτες και μιλά μαζί τους προσπαθώντας να αντλήσει όσες περισσότερες προσωπικές πληροφορίες μπορεί καθώς και να συλλέξει τα κατάλληλα αντικείμενα που θα προσδώσουν αληθοφάνεια στο ολόγραμμα που θα δημιουργήσει  στην συνέχεια το οποίο πρέπει να είναι πιστό ομοίωμα του ανθρώπινου πρωτοτύπου. Η Ισμήνη Καπάτου, μία μεγάλης ηλικίας χήρα, θα του αναθέσει την φασματική ανασύσταση του νεκρού συζύγου της. Το αποτέλεσμα θα την ικανοποιήσει τόσο που θα αναθέσει στον Χ. Α. Ρόντα ακόμη μία, πιο απαιτητική εργασία - την ανασύσταση και της υπόλοιπης οικογένειάς της σε μία γιορτινή συγκέντρωση, κάτι που τελικά θα αποβεί μοιραίο για κείνη. Μια άλλη ανάθεση θα γίνει από έναν αρκετά ευκατάστατο πατέρα που, γνωρίζοντας τον επικείμενο θάνατό του, δεν θέλει να αναστατώσει την πολύ άρρωστη κόρη του και προτιμά να διατηρήσει, έστω με αυτόν τον ψεύτικο τρόπο, την συνήθειά του να της διαβάζει κάποιες ώρες κάθε βράδυ. Τα πράγματα θα αποβούν κι εδώ το ίδιο μοιραία και για τον πατέρα αλλά και για τον Χ. Α. Ρόντα που θα ερωτευτεί την άρρωστη κοπέλα. 


Με σπουδές στον κινηματογράφο, εμπειρίες από τον διαφημιστικό χώρο και την τηλεόραση καθώς και τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου, ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης είναι μία ξεχωριστική περίπτωση στον χώρο της πεζογραφίας. Η ιδιότυπη και αναγνωρίσιμη γραφή του σε υποβάλλει με την ισορροπία της μεταξύ ενός έντονα δοκιμιακού λόγου και μιας λογοτεχνικής voice-over αφήγησης. Ο απαιτητικός αυτός λόγος του συγγραφέα μού θύμισε τον W.G.Sebald αν και κατά έναν περίεργο τρόπο, η αφήγηση του Τζαμιώτη ρέει πιο εύκολα - οι δυνατές σκηνές που περιγράφει, όπως πχ εκείνες μεταξύ του Ρόντα και της άρρωστης κοπέλας που βρίσκεται απομονωμένη σ' ένα γυάλινο κουβούκλιο,  ή απλώς η άνεσή του στον χειρισμό της γλώσσας σε παρασύρουν, δεν σ' αφήνουν να εφησυχάσεις. Είναι σαν να διαβάζεις τον τριτοπρόσωπο, μακροπερίοδο λόγο του αγαπημένου Σαραμάγκου με μία πιο σφιχτή, όμως, υφή.

Εκτός από την γλώσσα, εκείνο που διαφοροποιεί την "Παραβολή" από τα άλλα μελλοντολογικά πεζογραφήματα είναι ο χρόνος της. Ρευστός κι άδηλος μπορεί να αναφέρεται σε εκατό χρόνια από τώρα ή ακριβώς στο τώρα - καθόλου μα καθόλου, απίθανο τη στιγμή που τα ολογράμματα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για την διασκέδασή μας. Εξού και η απορία μου πιο πάνω. "Ο χρόνος κάποτε γίνεται χώρος, μικραίνει όταν οι άνθρωποι μεγεθύνονται" γράφει ο συγγραφέας μεταθέτοντας την
σημασία του χρόνου στον ιδιωτικό χώρο και στο ίδιο το άτομο κι αυτό είναι ένα δεύτερο στοιχείο της νουβέλας που την κάνει κάπως "ανησυχητική" - η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι καταφεύγουν στην high-tech επιστήμη για να αντλήσουν την ελπίδα, τον έρωτα, την φροντίδα που αδυνατούν να παράξουν οι ίδιοι αλλά και να εισπράξουν από έναν άλλο άνθρωπο μεταβάλλουν την αίσθηση του πραγματικού και του σύνηθες που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις.
 

Αν δεν ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας που διαρρέει από την πυκνότητα της γραφής και τις λογοτεχνικές-υπαρξιακές αναζητήσεις του συγγραφέα, η νουβέλα θα ήταν ένα πανέξυπνο διανοητικό παιχνίδι. Δεν είναι. Ή μάλλον, δεν είναι μόνο αυτό. Ο ανθρώπινος παράγοντας, που φαίνεται να καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος στην θεματογραφία του Κ.Δ.Τζαμιώτη, εμφανίζεται ιδιαίτερα δηκτικός και καταλυτικός στην "Παραβολή" - το ολόγραμμα του νεκρού συζύγου δεν θα μπορέσει να σώσει την κα Καπάτου που τελικά θα πνιγεί από ένα κομματάκι κόρας ψωμιού που σκαλώνει στο λαιμό ενώ η εικονική οικογένειά της συνεχίζει να διασκεδάζει στο γιορτινό τραπέζι που είχε στήσει η ίδια. Στην δεύτερη περίπτωση η κόρη ανακαλύπτει την πλάνη και ο πατέρας αποδεικνύεται ολοζώντανος ενώ ο Χ. Α. Ρόντας, έχοντας παραβεί όλους τους όρους της ανάθεσης, σκοτώνει τον πατέρα και κατακτά το αντικείμενο του πόθου του έστω και εικονικά.

Η πρωτότυπη νουβέλα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη θέτει αρκετά ζητήματα για την ίδια τη ζωή και τον θάνατο αλλά και το διάστημα μεταξύ των δύο που τις περισσότερες φορές αφορά στην επίμονη επιδίωξη της ευτυχίας, την εξουσία, την αποστασιοποίηση, την απόρριψη, την έλλειψη. Και βεβαίως τον έρωτα. Η απάντηση που φαίνεται να αναδύεται μέσα από τις γραμμές είναι ο Άνθρωπος και η θέλησή του και, είτε επιστημονικής ή ρεαλιστικής φαντασίας, τούτη η λογοτεχνική παραβολή σε βοηθά να το αντιληφθείς αυτό πιο εύκολα και πιο απολαυστικά. 





 
Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι του D. T. Halloway. Στη δεύτερη, σχετικά πρόσφατη, φωτογραφία εμφανίζεται ο συγγραφέας.

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014











Η πρόκληση
της λογοτεχνίας



Ο χώρος του παιδικού και νεανικού βιβλίου έχει αποδειχθεί αρκετά παραγωγικός  τελευταία μιας και οι καιροί της κρίσης προσφέρουν πολλά ερεθίσματα για δημιουργικές γραφές και θεματικές προσεγγίσεις που αποκωδικοποιούν το παρόν των νεαρών αναγνωστών με νέο αέρα. Το "Μια καινούργια μέρα αρχίζει" (Κοντύλι, 2013) της  εκπαιδευτικού Σταυρίνας Λαμπαδάρη είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση που ωστόσο προβληματίζει με το περιεχόμενό του αλλά και την κατηγοριοποίησή του ως λογοτεχνία.

Πρόκειται, κατ' αρχάς, για μία πολύ προσεγμένη έκδοση. Το εξώφυλλο είναι εικαστικά πολύ όμορφο και οι ζωγραφιές στις μέσα σελίδες του που έγιναν από την ομάδα μαθητών της συγγραφέως-εκπαιδευτικού είναι επίσης ωραίες και μίνιμαλ. Το ίδιο και  τα τυπογραφικά στοιχεία και το όλο στήσιμο του βιβλίου που προέκυψε όπως αναφέρει  η ίδια η συγγραφέας στο οπισθόφυλλο, ως "αντίδωρο προς τους μαθητές μου της ΣΤ΄ τάξης της χρονιάς 2001-2002 στο Δημοτικό Σχολείο Κρυονερίου Ανατολικής Αττικής". Οι 181 σελίδες του χωρίζονται σε ενότητες με τίτλους όπως "Φροντίζω την υγεία μου", "Οι αισθήσεις μου", "Υγιείς συμπεριφορά", "Σχέσεις χτισμένες με σεβασμό", "Η γλώσσα μου", "Η τεχνολογία στη ζωή μου", "Σε κάθε μου βήμα δίνω χώρο στο καλό" καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς της καθημερινότητας ενός παιδιού του σήμερα. Στη συνέχεια, δίνονται με πρωτοπρόσωπη προστακτική οι αντίστοιχες συμβουλές για  κάθε ενότητα, δλδ για τα πάντα - από το τί θα φάει και τι θα πιει το παιδί, πως θα πρέπει να περπατά, να μιλά και να επικοινωνεί, πως να παίζει και πως να συμπεριφέρεται στην οικογένειά του, στους φίλους του και στους ξένους μέχρι τον τρόπο που πρέπει να κρατά σημειώσεις για τα μαθήματά του και να διαβάζει ποίηση ή λογοτεχνία.

Το βιβλίο πρακτικά εισάγει τους νέους στο πεδίο της γενικής ψυχολογίας με όρους  εκλαΐκευσης και είναι προσαρμοσμένο στο επίπεδο αντίληψης ενός προεφήβου. Αυτό  δεν είναι κακό μιας και η αυτοβελτίωση στην οποία στοχεύει η Στ. Λαμπαδάρη είναι ένα ζητούμενο για όλους μας και ξεκινά -κι αυτό - από την μικρή ηλικία. Στο παρελθόν είχαμε τα βιβλία Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής και Οικιακής Οικονομίας που εξυπηρετούσαν εν μέρει αυτόν το σκοπό και το "Μια καινούρια μέρα αρχίζει" μπορεί να θεωρηθεί ένας σύγχρονος συνδυασμός τους με μια σημαντική, όμως, διαφορά. Εκείνα τα βιβλία ήταν γεμάτα επιστημονικές πληροφορίες, φωτογραφίες και παραδείγματα που υποδείκνυαν ένα σκεπτικό και αποδείκνυαν του λόγου το αληθές, ασκήσεις κι όλα τα υπόλοιπα που συναρτούν ένα εκπαιδευτικό εργαλείο και που σκοπό έχουν να ενεργοποιήσουν και να εξελίξουν την αντίληψη των παιδιών. Εδώ, ο λόγος του συγκεκριμένου βιβλίου είναι μονοδιάστατος κι επιτακτικός, με αρκετές λογοτεχνίζουσες και μεροληπτικές έως αφελείς εκφράσεις που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες εάν παγιωθούν στην αντίληψη ενός  παιδιού. Για παράδειγμα:

  • 361. Θέλω να αγαπώ και να με αγαπούν χωρίς διαπραγματεύσεις και όρους (σελ.176)
  • "Ευχαριστώ τον Θεό..." (σελ.69)
  • 257. Αγαπώ την εξυπνάδα και τη σοφία μου αγαπώ το μεγαλείο της ψυχής μου, (...) και, πάνω απ' όλα, αγαπώ την αγνότητα και την ομορφιά της συνεχούς μου προσπάθειας. (σελ 130)

Το γενικό ύφος του βιβλίου δίνει, σε μένα τουλάχιστον, την εντύπωση ότι απευθύνεται σε ψυχικώς ασταθή άτομα με προβληματική νοημοσύνη ή και αδύναμες κοινωνικές δεξιότητες, που χρειάζονται έναν οδηγό ζωής για να πορευτούν.  Ή στην καλύτερη περίπτωση να μην μπορούν να οριοθετήσουν μόνα τους τις  συναισθηματικές τους αντιδράσεις, πράγμα σχετικά αδύνατο για παιδιά της έκτης τάξης του δημοτικού. Η επιβολή των ορίων και η κατανόηση και η χρήση των καλών τρόπων πρέπει να έχουν γίνει ήδη μέχρι την ηλικία περίπου των τεσσάρων χρόνων ώστε η κοινωνικοποίηση του παιδιού να γίνει με ευκολία όταν πάει στο σχολείο. Όχι ότι μετά  είναι αργά να τα μάθει κανείς αλλά η νηπιακή ηλικία είναι η πιο δεκτική κι εύπλαστη  περίοδος για αυτό το σκοπό. Έτσι, τα βιβλία εθιμοτυπίας που απευθύνονται στα μικρά παιδιά είναι πολύ ελκυστικά – οι ιστορίες τους είναι ρεαλιστικές και η υπόδειξη της  καλής συμπεριφοράς γίνεται με λογοτεχνικό αφηγηματικό ύφος ενώ συνοδεύεται από παιγνιώδη και ζωηρή εικονογράφηση. Ενδεικτικά αναφέρω το “Εγώ και οι καλοί τρόποι” του Μάριο Κόρτε και τη σειρά του Μισέλ Πικμάλ “Ο μικρός φιλόσοφος”. Υπάρχει επίσης και το ανατρεπτικό χιούμορ και η αμεσότητα της Σοφίας Ζαραμπούκα η οποία στο “Καλοί τρόποι ή γουρουνιές” δεν αρκείται στην χαριτωμένη καταγραφή οδηγιών αλλά εμπλέκει στην πράξη μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.

Η ηλικία στην οποία απευθύνεται το "Μια καινούρια μέρα αρχίζει", το ενδιάμεσο μεταξύ παιδικότητας και εφηβείας, είναι μια ιδιαιτέρως αντιδραστική περίοδος κι οποιαδήποτε συμβουλή γίνεται δεκτή με πολύ αμφισβήτηση. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο πεζογράφημα για τα παιδιά τούτης της ηλικίας που να είναι αμιγής οδηγός καλής αγωγής - κάθε εφηβικό μυθιστόρημα υποδεικνύει τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς για συγκεκριμένα θέματα τη φορά. Εκτός αυτού όμως, σε τούτη την περίοδο οι νέοι έχουν επιτακτική ανάγκη από συζητήσεις που θα τους επιτρέψουν να εκφραστούν, να αλληλεπιδράσουν με τους μεγαλύτερούς τους, να μοιραστούν εμπειρίες με τους συνομηλίκους τους και να ασκήσουν την κρίση και την παρατηρητικότητά τους μαθαίνοντας συγχρόνως να εστιάζουν στη σωστή και χωρίς προκαταλήψεις εξέταση της σπουδαιότητας της κάθε σκέψης, ιδέας ή γεγονότος που προκύπτει κάθε στιγμή, σε κάθε  πτυχή της ζωής τους.

Είμαι σίγουρη πως προηγήθηκαν τέτοιες συζητήσεις με τα παιδιά της τάξης της πριν η συγγραφέας καταλήξει στην καταγραφή των συμπερασμάτων τους και την μετατροπή τους σε βιβλίο. Ωστόσο, το "Μια καινούρια μέρα..." δεν περιέχει ούτε μία από αυτές τις συζητήσεις καταγεγραμμένη ως παράδειγμα σκεπτικού, ούτε κάποιο άλλο υλικό που θα έδινε τροφή για σκέψη, ψυχαγωγία έστω. Κι έτσι, ο νεαρός αναγνώστης που θα θελήσει να το διαβάσει, θα στερηθεί ουσιώδεις νοητικές διεργασίες που οδηγούν στην εκβάθυνση του κάθε θέματος και συνεπώς στην εκγύμναση συγκεκριμένων πνευματικών, κυρίως, ικανοτήτων,  απαραίτητων για την ισορροπημένη ανάπτυξη του ατόμου. Κι αυτό που τελικά θα διαβάσει είναι οδηγίες καλής συμπεριφοράς και διαχείρισης των πάντων - μα, αυτό δεν κάνουν και οι γονείς στο σπίτι; 




Επανέρχομαι, όμως, στο λογοτεχνικό πεδίο διότι αυτό είναι η αφορμή του άρθρου.  Το "Μια καινούρια μέρα αρχίζει" έχει χαρακτηριστεί ως λογοτεχνία και βρίσκεται  στις προθήκες του τομέα της εφηβικής λογοτεχνίας ενώ δεν τηρεί την βασικότερη  προϋπόθεση γι' αυτό - την ύπαρξη μιας ιστορίας ή ενός μύθου που να συμβάλλει ταυτόχρονα και στην παιδεία και στην αυτογνωσία του νεαρού αναγνώστη. Η πραγματική λογοτεχνία, σε όποια ηλικιακή ομάδα κι αν απευθύνεται -παιδιά, εφήβους ή ενήλικες- το κάνει αυτό με τρόπο απείρως πιο διασκεδαστικό και αποδοτικό από το ξεφύλλισμα ενός εγχειριδίου ορθής διαβίωσης. Ας μην τα συγχέουμε.



Το κείμενο γράφτηκε για τον πάντα εξαιρετικό Αναγνώστη όπου και δημοσιεύτηκε την Δευτέρα 2 Ιουνίου.




Σημείωση: Οι δύο εικόνες συνιστούν έναν πίνακα της Μεξικανής εικονογράφου Erika Kuhn.