Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015








 




 


True Grit 





Μία από τις πιο τραγικές ηρωίδες της Λογοτεχνίας, η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ, βρίσκεται στις σελίδες του "Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη - Πόλις, 2014). Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της Αμερικανίδας Melanie Wallace η οποία συνθέτει μια ιστορία απόλυτης παράδοσης στην μνήμη, την θλίψη και τον πόνο και παρουσιάζει την πραγματική αγριότητα της αμερικανικής Δύσης σε όλες τις προεκτάσεις της - από την αποσάθρωση ενός οχυρού στην ανθρώπινη κι από εκεί, στις θεμελιώδεις δομές της πολιτισμένης αμερικανικής κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα.

Έχοντας ανταλλάξει τρεις πολεμιστές με τις δύο λευκές γυναίκες που η ινδιάνικη φυλή των πρώτων είχε απαγάγει και κρατούσε αιχμάλωτες, δύο Αμερικανοί έποικοι μαζί με μια ομάδα έφιππων στρατιωτών επιστρέφουν στο οχυρό 2881, κάπου στην αμερικανική Δύση. Η Κόνστανς Σμιθ, έχοντας υποστεί κακουχίες στον καταυλισμό των Ινδιάνων, είναι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένη που επέστρεψε - ενδύεται αμέσως τα ρούχα και την πολιτισμένη συμπεριφορά της κατηγορώντας την άλλη γυναίκα για ανηθικότητα και προδοσία. Η Άμπιγκεϊλ Μπιούελ είνα κάτι παραπάνω από τρομοκρατημένη - την έχουν αποσπάσει βίαια από τον Ινδιάνο σύζυγό της και τον γιο τους ενώ βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Επιπλέον, ένας από τους ελευθερωτές της είναι ο Τζωρτζ Μπιούελ, πρώην κουνιάδος της που στο παρελθόν τής είχε επιτεθεί  και τώρα απαιτεί να την πάρει μαζί του γιατί, όπως δηλώνει θρασύτατα, μετά τον θάνατο του αδερφού του από τους Ινδιάνους η γυναίκα τού ανήκει. Σοκαρισμένη από την παρουσία του και συνειδητοποιώντας ότι δεν θα υπάρξει ποτέ επιστροφή στην οικογένειά της, η Άμπιγκεϊλ καταφεύγει στην απόλυτη σιωπή, στις μνήμες και στον τρομερό πόνο που επιβάλλει στον εαυτό της ώστε να εκριζώσει από το μυαλό και το σώμα οτιδήποτε την συνδέει με τον κόσμο των λευκών. Αρνείται ακόμη και να ζήσει το μωρό που θα γεννηθεί. "...τεντώνει το χέρι κι ακουμπά την κουβέρτα για μια ακόμα φορά. Αυτή τη φορά δεν το τραβάει μακριά, μα αισθάνεται την τραχύτητα του υφάσματος, πολεμώντας να ηρεμήσει, να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, φυσάει μέσα στα τυφλά μάτια του μωρού της και περνάει το χέρι της από πάνω τους, γητεύοντας τον θάνατο να έρθει. Δεν είναι κόσμος αυτός, ψιθυρίζει στο ακίνητο βρέφος, για να γεννηθεί κανείς. Δεν είναι κόσμος αυτός."

Ο διοικητής του οχυρού είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, με εξίσου τραγική πορεία. Ο  ταγματάρχης Ρόμπερτ Κάτερ έχει σοβαρά προβλήματα να επιλύσει - ο Εμφύλιος  έχει λήξει αφήνοντάς τον ξεχασμένο σε ένα απομακρυσμένο οχυρό να περιμένει εντολές και να ηγείται ενός μεγάλου αριθμού στρατιωτών που βρίσκονται σε επιφυλακή για εχθρούς που ποτέ δεν εμφανίζονται. Η εξουσία του φθίνει με την ίδια ταχύτητα που το οχυρό αποσυντίθεται. Οι προμήθειες του οχυρού έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα και κάθε ίχνος σκοπού ή αίσθηση καθήκοντος εκλείπει. "Δεν υπάρχουν πια καθήκοντα, πέραν του άρρητου καθήκοντος της επιβίωσης". Κι ενώ οι στρατιώτες του λιμοκτονούν,  βρομεροί κι απελπισμένοι, εκείνος αποσύρεται στο διαμέρισμά του γράφοντας επιστολές στην γυναίκα του και παρατηρώντας το φάντασμα ενός αγοριού να περιφέρεται τριγύρω. Όπως και το φάντασμα του εαυτού του στον καθρέφτη - αξύριστος, άπλυτος, μισοντυμένος με το βρώμικο φανελάκι του να εξέχει από το παντελόνι, τις γκέτες του ξεκούμπωτες κι εκείνη την μπόχα απ' τα σωθικά του, τον πόνο που τον δαγκώνει στο γόνατο και το γάντζωμα στον ώμο που του κόβει την ανάσα. Η ψυχική του κατάσταση είναι η αντίστοιχη. Ωστόσο, στη θέα της εξίσου τρωτής Άμπιγκεϊλ κάτι μέσα του τον παρακινεί  και την προστατεύει. Συγκρούεται με τον Τζωρτζ Μπιούελ και τον διώχνει από το οχυρό με συνοπτικές υπηρεσιακές διαδικασίες. Ξέρει ότι η γυναίκα μιλά ακόμη την γλώσσα του αλλά δεν την "προδίδει" στον Ριντ, ούτε αργότερα στον δικαστή. Η Άμπιγκεϊλ αναγνωρίζει την καλή προαίρεση του ταγματάρχη και τον εμπιστεύεται. Κάθεται με τις ώρες στο δωμάτιό του σιωπηλή και τον ακούει να της μιλά. Τον αφήνει να καθαρίσει το αποκρουστικά λερωμένο πρόσωπό της. Και ο Κάτερ, στον δρόμο της επιστροφής καθώς διαισθάνεται την δυσοίωνη εξέλιξη των πραγμάτων, καταρρέει στα πόδια της. Τούτη η ιδιαίτερη και δυνατή μορφή εμπιστοσύνης θα έχει συνέχεια (δίχως, όμως, να κάνει την Άμπιγκεϊλ να σπάσει τον όρκο σιωπής της) και θα λήξει μόνο με τον θάνατο του ενός από τους δύο.


Στο μυθιστόρημα υπάρχουν και δευτερεύοντες χαρακτήρες με πολύ σημαντικό, ωστόσο, αποτύπωμα στη μνήμη του αναγνώστη. Ο υπολοχαγός Χέιστινγκ και ο γιατρός Μάθιους είναι δύο από αυτούς - προστατεύουν το κύρος και την σωματική ακεραιότητα του ταγματάρχη ενώ ο γιατρός φροντίζει επιπλέον, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, την Άμπιγκεϊλ που ζει απομονωμένη σε μια γωνιά του στάβλου. Ο Ριντ Γκάμπριελ, επίσης - νέος δημοσιογράφος που φτάνει στο οχυρό για να ερευνήσει την ιστορία των δύο γυναικών που απελευθερώθηκαν μετά από τέσσερα χρόνια αιχμαλωσίας. Η Σμιθ θα αποδειχθεί ιδιαίτερα συνεργάσιμη σε αντίθεση με την Άμπιγκεϊλ που μένει απόλυτα σιωπηλή. Ο Ριντ την ερωτεύεται και θα προσπαθήσει με πολλή υπομονή κι ευγένια να την κάνει να του μιλήσει χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Το ένα και μοναδικό πράγμα που εκείνη θα του πει είναι "Εύχομαι μόνο να μη με είχαν βρει" κι αυτό, πολλά πολλά χρόνια αργότερα, λίγο πριν πεθάνει.  Ο Κόουλ, ο μαύρος σιδεράς του οχυρού είναι, θα έλεγα, ο φύλακας άγγελος και του ταγματάρχη και της Άμπιγκεϊλ - ως παρίας και ο ίδιος λόγω του χρώματός του, αναγνωρίζει τις ανάγκες τους και τους φροντίζει διακριτικά: δίνοντας τροφή και σκεπάσματα στην Άμπιγκεϊλ και το μωρό της, και θάβοντάς το αργότερα μυστικά σώζοντας έτσι τον Κάτερ από βέβαιη ανταρσία καθώς ο ινδιάνικος τρόπος που η Άμπιγκεϊλ πενθεί το νεκρό μωρό της εξαγριώνει τους στρατιώτες. Ο Κόουλ είναι το μόνο άτομο που μπορεί να πλησιάσει το γαλάζιο άλογο του τίτλου - το υπέροχο κυανόστικτο ζώο που πήρε μαζί της από την φυλή η Άμπιγκεϊλ και το οποίο την φρουρεί με τρυφερότητα αποτρέποντας οποιονδήποτε κινείται απειλητικά προς αυτήν· και υπάρχουν πολλοί μέσα στο οχυρό που το προσπαθούν - η ασυνήθιστη, εξαθλιωμένη και ρυπαρή μορφή της γυναίκας την καθιστούν ιδανική προσωποποίση του δαίμονα που κατατρέχει τους στρατιώτες. Υπάρχουν αρκετές σελίδες στο βιβλίο που εξηγούν την απίστευτη κατανόηση και προστασία που δείχνει το άλογο στην πληγωμένη γυναίκα και εκπλήσσουν με την δύναμη των περιγραφών. (Μικρό spoiler: το όνομα που έχουν δώσει οι Ινδιάνοι στην Άμπιγκεϊλ είναι Εκείνη-που-την-ονειρεύτηκε-το γαλάγιο-άλογο).



Tο βιβλίο διαθέτει εκείνο που ο Terry Eagleton θεωρεί ένα από τα βασικά στοιχεία της καλής λογοτεχνίας: είναι κατά βάση μυστηριώδες ακόμη κι όταν όλα τα δομικά στοιχεία του, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρωτόλεια λάθη, είναι σε κοινή θέα - ενώ πιστεύεις ότι τίποτα καινούργιο, διαφορετικό ή χειρότερο δεν μπορεί να συμβεί στο ερεβώδες οχυρό, η συγγραφέας δίνει τη συνέχεια με μικρές ανατροπές και μεγάλα πετάγματα του χρόνου μπρος και πίσω. Με flashbacks μαθαίνουμε  το παρελθόν της Άμπιγκεϊλ -  μεγαλωμένη σε πορνείο δίνεται από την μητέρα της, έναντι αμοιβής, σε ένα άκληρο ζευγάρι που την έχουν ως υπηρέτρια. Όταν η μοχθηρή σύζυγος του άντρα με τα μαύρα πεθάνει, αυτός θα την πουλήσει σε ένα  γυρολόγο της εποχής που πουλάει γιατρικά. Ξέρετε, σαν κι εκείνους τους αλητήριους στις ταινίες - με κάρο γεμάτο με  διάφορα φίλτρα, βότανα και αλοιφές, και διαφορετική κάθε φορά σκηνοθεσία της παράστασης ώστε να τραβήξει την προσοχή και τα χρήματα των εύπιστων χωρικών. Για να είναι πιο πειστικός, ο Χίραμ Γουώρθ επιδεικνύει τα πόδια της Άμπιγκέϊλ τα οποία σημάδεψε φριχτά γι' αυτό το σκοπό. Όταν δεν θα μπορεί πλέον να ελέγχξει την σιωπηρή εξέγερσή της θα την πουλήσει για σύζυγο σε έναν συνεσταλμένο έποικο με τον οποίο συνταξιδεύουν σε ένα καραβάνι. Ο Γιουτζίν Μπιούελ της φέρεται με σεβασμό και θα μπορούσαν να έχουν μαζί μια οικογένεια εάν δεν τον σκότωναν οι Ινδιάνοι σε μια επιδρομή τους. Εκείνη την ημέρα ήταν που αιχμαλώτισαν την Άμπιγκεϊλ - ακούγοντας τις φωνές του Γιουτζίν από το λιβάδι όπου είχε πάει να οργώσει, έτρεξε να τον βοηθήσει.  

Με flashbacks μαθαίνουμε επίσης και το παρελθόν του ταγματάρχη με τη διαφορά όμως ότι δίνονται με την μορφή επιστολής - ο Κάτερ γράφει συχνά στη Λαβίνια, τη γυναίκα του, για το πως νοσταλγεί την κοινή ζωή τους και πως αντιμάχεται τις ενοχές για τον θάνατο των παιδιών τους. Για
την επιδείνωση των συνθηκών στο οχυρό και το πως καταβυθίζεται σταδιακά στη θλίψη, την παραίτηση και τις παραισθήσεις. Οι επιστολές δεν θα επιδοθούν ποτέ στην παραλήπτριά τους - ελλείψει ταχυδρομείου, ο Κάτερ κρατά τις επιστολές, δεμένες σε πακέτο με μια κορδέλα, στο γραφείο του. Πολύ αργότερα το επιστολικό ετούτο ημερολόγιο  θα χρησιμοποιηθεί στο στρατοδικείο, μαζί με το επίσημο βιβλίο καταγραφής συμβάντων του οχυρού, ως αποδεικτικό στοιχείο για την ακατάλληλη ψυχική κατάσταση του ταγματάρχη και την παράβαση καθήκοντος - αυτό το μαθαίνουμε αρκετά νωρίς στην εξέλιξη της πλοκής καθώς η συγγραφέας ενσωματώνει πολύ ομαλά στην αφήγηση flashforwards με το μέλλον των πρωταγωνιστών της. 


Η Μέλανι Ουάλλας ανατρέπει την μέχρι σήμερα western αφήγηση αποφεύγοντας κάθε εξωτικό πλαίσιο που συνήθως αφορά στο θέμα - δεν παρουσιάζει το γνωστό δίπολο "καλοί Λευκοί V κακοί Ινδιάνοι" και δεν καταφεύγει στον περιπετειώδη ρομαντισμό του James Fenimore Cooper ή στο ύφος των ευγενών αγρίων του Michael Blake. Συνδυάζει φρίκη και λυρισμό με δωρικό τρόπο και γράφει ένα εφιαλτικό μυθιστόρημα για  ανθρώπους που αναμετριούνται με τον Άνθρωπο και τη Φύση - τα τοπία είναι αχανή και ανελέητα ενώ οι ακραίες συνθήκες που επικρατούν στο οχυρό ωθούν τους στρατιώτες σε αποτρόπαιες πράξεις. Οι δυσειδαιμονίες και η βία γεννιούνται το ίδιο αυτόματα με την νωθρότητα και την ανυπακοή. Και οι αξιωματικοί εγκαταλείπουν την υπηρεσία - ο γιατρός Μάθιους θα συνοδεύσει την άρρωστη γυναίκα του στην πλησιέστερη πόλη με τον υπολοχαγό Χέιστινγκς, τον επικεφαλής του αποσπάσματος που ο Κάτερ στέλνει για βοήθεια. Κι έτσι, μένουν μόνο ο ταγματάρχης Κάτερ, η Άμπιγκεϊλ και ο Κόουλ να αντιστέκονται στην αποκτήνωση - στρέφονται στο μόνο πράγμα που τους έχει απομείνει: την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη. Και είναι τουλάχιστον απογοητευτικό να διαβάζεις ότι, τελικά, δεν τους αποδίδεται κάποιου είδους επιείκια όταν ο συνταγματάρχης Τσάπμαν τους μεταφέρει πίσω στον πολιτισμό - o ταγματάρχης Κάτερ θα περάσει στρατοδικείο όπου δεν θα του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, παρ' όλες τις καταθέσεις υπέρ του, και θα καταδικαστεί με ατιμωτικό τρόπο: στρατιωτική καθαίρεση και φυλάκιση. Όταν εκτίσει την ποινή του και αποφυλακιστεί θα αποτραβηχτεί σε ένα μικρό αγρόκτημα, μόνος με δύο άλογα (το δικό του και της Άμπιγκεϊλ), περιμένοντας την τελειωτική φθορά του χρόνου. Η Άμπιγκεϊλ θα δωθεί, επίσης, στα χέρια της δικαιοσύνης η οποία της κυρώνει "ανίατη ηθική παραφροσύνη" και αποφασίζει τον εγκλεισμό της στο άσυλο Κλίαργουότερ. Εκεί, θα της επιτρέψουν να ζήσει ως γραφική τρελή, θεωρώντας ασυναρτησίες τους τρόπους και τα έθιμα των Ινδιάνων που επιμένει να τηρεί.

"Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" εντυπωσιάζει όχι μόνο με την σκληρή ζοφερότητα του θέματος αλλά κυρίως με την γλώσσα του· μια γλώσσα με όλο τον πολύσημο πλουραλισμό  που της καταλογίζει -και πάλι- ο Terry Eagleton - εύρωστο λεξιλόγιο με πολλές αποχρώσεις συναισθημάτων και  έντονη δυναμική. Μακροπερίοδος λόγος, έλλειψη εισαγωγικών στους διαλόγους, συχνή κι απότομη εναλλαγή αφηγηματικού προσώπου και ύφους ίσως παραξενεύσουν, η ομορφιά της γραφής ωστόσο κρατά τον αναγνώστη προσηλωμένο σε ένα κείμενο του οποίου το δηκτικό σχόλιο της συγγραφέως για το τι πραγματικά είναι πολιτισμός και τι πρωτόγονη ζωή  το καθιστούν  κλασικό. 


Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος για τούτο: η Μέλανι Ουάλλας πετυχαίνει να συνδέσει εκείνη την εποχή με την δική μας μ' έναν αρκετά στενάχωρο τρόπο: υπενθυμίζοντάς μας ότι η μοναχικότητα και η απομόνωση, η απώλεια της γλώσσας και της ταυτότητας, η έννοια της τρέλας και της επιβίωσης είναι ζητήματα που μας αφορούν πολύ, ακόμη. Όπως και το ποιά, εντέλει, είναι η στάση μας απέναντι στο διαφορετικό, κάτι που αποδεικνύεται σήμερα πολύ τραγικά επίκαιρο.






 




Σημειώσεις: Η αρχική φωτογραφία είναι από την παράσταση "We Were Horses" του Bartabas το 2011 ενώ η επόμενη είναι από το σκηνικό της παράστασης "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Samuel Beckett που ανέβηκε  στο Haymarket Theatre το 2009. O πίνακας του γαλάζιου αλόγου φιλοτεχνήθηκε από την Trish Stevenson. Μετά από την φωτογραφία της συγγραφέως, η τελευταία φωτογραφία, του Καναδού φωτογράφου Richard Throssel, απεικονίζει "Το εσωτερικό της Καλύτερης Ινδιάνικης Κουζίνας στον Καταυλισμό της φυλής των Κρόου" (1910). Η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε σε έκθεση  με θέμα την αντιπαράθεση μεταξύ υγιεινού και ανθυγιεινού τρόπου ζωής. Αντλήθηκε από την σελίδα του  Metropolitan Museum of Art  όπου αυτή τη στιγμή (τι σύμπτωση!) λειτουργεί  η έκθεση "The Plain Indians: Artists of Earth and Sky".

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015









Ξεφυλλίζοντας



...διάφορες σελίδες διαπιστώνω πως η έμπνευση και η δημιουργικότητα  είναι κάπως παρεξηγημένες  έννοιες στις μέρες μας. Ιδίως στον χώρο του παιδικού βιβλίου όπου η εικονογράφηση πολύ εύκολα τραβά την προσοχή και παρασύρει, αναρωτιέμαι αν μια δόση εντονότερου χρώματος ή λίγο γκλίττερ και γκλος παραπάνω είναι αρκετά για την αγορά ενός βιβλίου. Και το κείμενο; Είναι άραγε αρκετό ένα ανέμπνευστο κοπιάρισμα ιδεών ή ένα συμπίλημα παλιών παραμυθιών για να θεωρηθεί μία αφήγηση αξιανάγνωστη; Η στυλιστική εικονογράφηση μιας απλοϊκής σκέψης, ή έστω η βιαστική αναπαλαίωση μιας παλιάς αφήγησης προσφέρουν κάτι στα παιδιά σήμερα;   

Αυτά και άλλα σκεφτόμουν έχοντας στα χέρια το πρόσφατο παιδικό βιβλίο του Αντώνη Παπαθεοδούλου, ενός συγγραφέα που με το έργο του διευκρινίζει με σαφήνεια τον όρο "δημιουργικότητα" - η επινοητικότητά του στην περίπτωση του "Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω..." (Ίκαρος, 2014) δεν περιορίζεται στην ευρυματική, χιουμοριστική και κάθε φορά διαφορετική πλοκή των ιστοριών του αλλά εκτείνεται και στον σχεδιασμό και την κατασκευή του ίδιου του βιβλίου - δανείζεται, αρχικά, μια ιδέα από το παρελθόν και την μεταποιεί σε κάτι εντελώς καινούργιο που ελάχιστα θυμίζει εκείνα τα παλιά βιβλία που έμοιαζαν με τετράδια σπιράλ και είχαν τις σελίδες τους χωρισμένες συνήθως σε δύο ή τρία μέρη έτσι ώστε γυρίζοντας το κάθε μέρος της οποιαδήποτε σελίδας, ο μικρός αναγνώστης μπορούσε να σχηματίσει διάφορες παράδοξες κι αστείες εικόνες ανθρώπων. Για παράδειγμα, έναν άνθρωπο με το κεφάλι ενός πυροσβέστη που φορά το ειδικό κράνος, το σώμα μίας καλοβαλμένης κυρίας με ταγιέρ και τα πόδια ενός ποδοσφαιριστή.

Tο βιβλίο του Παπαθεοδούλου διαθέτει και σπιράλ και η κάθε σελίδα του είναι χωρισμένη σε τρία μέρη, δεν είναι όμως τόσο αφηρημένο ως ανάγνωση. Είναι δομημένο γύρω από έναν άξονα τριών ερωτήσεων που πρέπει να έχουν κατά νου τα παιδιά σε κάθε γύρισμα σελίδας και οι οποίες τα καθοδηγούν όχι μόνο για να κατανοήσουν το βιβλίο αλλά και να το χαρούν πραγματικά διότι έχουν στα χέρια τους όχι μόνο δέκα, ούτε εκατό, ούτε καν χίλια αλλά 15.625 διαφορετικούς, αστείους αλλά και σοβαρούς, παράξενους και πρωτότυπους συνδυασμούς επαγγελμάτων για να παίξουν και να επιλέξουν.  Λοιπόν, τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Τί είδους; Και πού;

Μερικές επιλογές: 
  • καθαριστής ειδήσεων στην τηλεόραση (και στο ραδιόφωνο), 
  • μεταφορέας αρκούδων σε δημοτικό σχολείο
  • δημιουργός μουστακιών στο Παρίσι
  • διακοσμητής μπουλντόζας σε συναυλίες
  • φρουρός παγωτών σε παραλία
  • ξεναγός καμήλας σε θέατρο
  • γιατρός έργων τέχνης σε άλλο πλανήτη
  • μαέστρος ορχήστρας σε τράπεζα
  • διακοσμητής δεντρόσπιτων σε ουρανοξύστες 
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να βρω τη νταλίκα που ήθελε να γίνει κάποτε ο μικρούλης Θ. - λίγο δύσκολο να πραγματοποιηθεί ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα της τεχνολογιας γι'αυτό ίσως δεν συμπεριλαμβάνεται στις επιλογές του βιβλίου. Υπάρχουν, όμως, λευκές σελίδες για να γράψουν τα παιδιά τους δικούς τους συνδυασμούς που μπορεί να είναι κι εντελώς διαφορετικοί από αυτούς του βιβλίου - καθόλου περίεργο για την ευελιξία του παιδικού νου. Και στις τελευταίες σελίδες υπάρχουν μικρές ξεκαρδιστικές ιστορίες που εντείνουν την απλή μα τόσο σημαντική χαρά του παιχνιδιού και της ανάγνωσης. Ωστόσο, το βιβλίο τούτο επιτελεί και κάτι άλλο, εξίσου βασικό για την ανάπτυξη των παιδιών - τα εξοικιώνει με την εξερεύνηση και τον πειραματισμό, την απόρριψη (μιας ιδέας) και φυσικά το σκεπτικό μιας επιλογής. Η ελευθερία που δίνεται στο κάθε παιδί να παρακάμψει καθιερωμένα πρότυπα και να εμπλακεί σε συζητήσεις σχετικά με το "μπορώ"  αντί του απόλυτου "θέλω"  είναι θεμελιώδης. 



Το βιβλίο απευθύνεται ενδεικτικά σε παιδιά από πέντε ετών και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά ανταποκρίνεται στην προσχολική διάθεση για διασκέδαση και σκανταλιές με μια θαυμάσια γκάμα χρωμάτων και ζωηρά ανθρωπάκια. Από τούτη την παιγνιώδη ανάγνωση δεν αποκλείονται, ωστόσο, και οι υπόλοιποι  - όπως είπε ο C.S. Lewis  μια πραγματικά καλή παιδική ιστορία την απολαμβάνουν όλες οι ηλικίες.




 



Σημειώσεις: Το ηλεκτρονικό περιοδικό Ο Αναγνώστης διοργανώνει σήμερα, 25.02, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μία πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση - το "Πως γράφεται ένα κακό παιδικό βιβλίο" αφορά όχι μόνο όσους σχετίζονται με τον χώρο του παιδικού βιβλίου αλλά κυρίως όλους εκείνους που βρέθηκαν ή θα βρεθούν κάποια στιγμή στο μέλλον μπροστά στα ράφια των παιδικών βιβλίων προσπαθώντας να επιλέξουν. Η εκδήλωση ξεκινά  στις 7:00μμ. //  Η εικαστική εγκατάσταση είναι του Βρετανού YBA Liam Gillick.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015








                                     Masquerade 

                                     
  

'All the world's a stage,
And all the men and women merely players:
They have their exits and their entrances;
And one man in his time plays many parts,

      

                                                               William Shakespeare








Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από μονόλογο του Ζακ στο  θεατρικό "Όπως σας αρέσει". Το εικαστικό ανήκει στον Αμερικανό θεατρικό συγγραφέα  Tennessee Williams στην πατρίδα του οποίου, το Tennessee, το Καρναβάλι έχει ισχυρή παράδοση, όπως και η τζαζ. Στις παρελάσεις της Αποκριάς δε, κάθε άρμα και οι ακόλουθοί του συνήθως "εξιστορούν" ιστορίες από την λογοτεχνία - κλασσική ή σύγχρονη· ακόμη και από την ελληνική μυθολογία! 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015









Σχεδόν σιωπή 


Εσύ προσποιήθηκες ότι έβλεπες,
Εγώ προσποιήθηκα ότι είδες,
Έτσι αποκτήσαμε αυτά τα μάτια--
Και μέσα στο μυστήριο να έχουμε λαλιά 




Δεν υπήρχε θέαμα για να δούμε, 
Αυτό που είναι ορατό δεν είναι θέαμα.
Εσύ το έκανες ορατό θέαμα,
Δεν είναι θέαμα και αυτή δεν είναι η αιτία. 

Τώρα, αφού είδαμε, τα μάτια μας ας κλείσουν
Και ας περάσει ανάμεσά μας μια σκοτεινή 
ευλογία--
Μια γλυκόπικρη ευλογία που δεν είδαμε
Ούτε είπαμε ούτε κάναμε τίποτε χειρότερο 
ή τίποτε καλύτερο.













Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από το "Ευχολόγιο" (μτφρ: Βίκυ Κυριαζή). "Οι εραστές" ανήκουν στον Βέλγο σουρεαλιστή  René Magritte.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015










The Turning Point






"Από την πλευρά μου, θεωρώ πως θα ήταν πολύ καλύτερα εάν όλα τα Κόμματα αφήσουν το παρελθόν στην ιστορία, ιδιαίτερα  τώρα που προτίθεμαι να την γράψω ο ίδιος." είπε σε ομιλία του στην Βουλή των Κοινοτήτων ο Sir Winston Leonard Spencer Churchill. Κι αυτό ακριβώς έκανε - το εξάτομο "Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος"  απέφερε στον συγγραφέα του κέρδη και παγκόσμια αναγνώριση, και πιθανότατα "ευθύνεται" για την βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.  Δεν ήταν, ωστόσο, το μόνο που έγραψε. Ο Τσώρτσιλ υπήρξε πολυγραφότατος σε όλη την διάρκεια της ζωής του μιας και αντλούσε το εισόδημά του από τα βιβλία και τα άρθρα που συνέγραφε για εφημερίδες και περιοδικά ακόμη και όταν ήταν πρωθυπουργός - στην Βρετανία, ξέρετε,  οι βουλευτές πριν το 1946  αμοίβονταν με ένα ελάχιστο, συμβολικό, ποσό και γι' αυτό έπρεπε να έχουν άλλες ασχολίες/επαγγέλματα για να συντηρούνται.   

Tο "Savrola" είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Ουίλλιαμ Σ. Τσώρτσιλ  κι εκδόθηκε το 1900, μετά τη λήξη μιας περιπετειώδους στρατιωτικής θητείας. Η πορεία του ως συγγραφέα ωστόσο είχε ξεκινήσει δύο χρόνια πριν με την καταγραφή  των εμπειριών του από την στρατιωτική εκστρατεία  στο Πακιστάν ενώ το επόμενο βιβλίο αφορούσε τις εμπειρίες του από τον πόλεμο των Μπόερς, βιβλίο που η ανάθεσή του από την Morning Post τον καθιέρωσε ως εναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους δημοσιογράφους στον κόσμο στην ηλικία των 24 ετών.  Συνοπτικά, το έργο του αποτελείται από μία αυτοβιογραφία, δύο βιογραφίες, τρεις τόμους απομνημονεύματα και αρκετά πολύτομα ιστορικά βιβλία. Έγραψε, επίσης, το "Η ζωγραφική ως χόμπι" καθώς υπήρξε και ένας -ερασιτέχνης μεν, χαρισματικός δε-, ζωγράφος με έντονο και φωτεινό -παρόλη την κατάθλιψη από την οποία έπασχε- ιμπρεσσιονιστικό ύφος. Στο σύνολο του συγγραφικού έργου του η επιτροπή των βραβείων Νόμπελ αναγνώρισε "την υπεροχή του στην ιστορική και βιογραφική περιγραφή καθώς επίσης και την έξοχη ρητορική του στην υπεράσπιση υψηλών ανθρώπινων αξιών." Γι' αυτό τον λόγο τον βράβευσε το 1953.

Η συγγραφή δεν θα παύσει σε καμμία στιγμή της πολυκύμαντης πολιτικής σταδιοδρομίας του Τσώρτσιλ η οποία τον οδήγησε σταδιακά μέχρι το Υπουργείο Οικονομικών της Μ.Βρετανίας το 1924. Εκεί θα παραμείνει μέχρι το 1929, χρονιά που οι Συντηρητικοί έχασαν στις εκλογές και τον οδήγησαν σε παραίτηση. Αυτή η περίοδος απουσίας από τα πράγματα  θα διαρκέσει δέκα χρόνια, τα Έρημα Χρόνια όπως τα αποκάλεσε ο ίδιος -  απογοητευμένος, δίχως πολιτικούς συμμάχους και υπό το βάρος υπέρογκων χρεών και μιας χρόνιας κατάθλιψης, ο Τσώρτσιλ αποφασίζει να αποσυρθεί. Τη στιγμή που ο τότε πρωθυπουργός της Βρετανίας διακήρυττε θριαμβευτικά την συμφωνία για ειρήνη που είχε υπογράψει με τον Χίτλερ, ο Τσώρτσιλ, που έχει διασυρθεί ακόμη και από το παλάτι, ζει απομονωμένος στο εξοχικό του στο Chartwell  πίνοντας ουίσκυ. Εκτός αυτού όμως, ζωγραφίζει, εκτρέφει πεταλούδες και χτίζει τοιχία περίφραξης στους κήπους του σπιτιού του. Μην ξαφνιάζεστε. Ο Τσώρτσιλ, ως χομπίστας, ήταν τόσο καλός χτίστης που τον δέχτηκε ως μέλος του ένα Σωματείο Επαγγελματιών Χτιστών. Ήταν όμως και μέλος του Συντηρητικού Κόμματος και γι' αυτό,  στην συνέχεια, το Σωματείο τον απέβαλε... 

Ακόμη κι έτσι, παρέμεινε ένας αυστηρός -και πολύ ενημερωμένος- κριτής της κυβέρνησης του Neville Chamberlain. Τον Οκτώβριο 1938, δέχεται να δώσει συνέντευξη στον Guy Burgess, έναν νεαρό δημοσιογράφο και ραδιοφωνικό παραγωγό του BBC, ο οποίος πολύ αργότερα θα αποκαλυφθεί πως ήταν Ρώσσος κατάσκοπος. Αυτό το άγνωστο μα καθόλα πραγματικό περιστατικό είναι το θέμα
του The Turning Point, ενός μικρού θεατρικού που μεταδόθηκε ζωντανά το 2009 από το αγγλικό κανάλι Sky Arts. Σ' αυτόν τον δραματικό διάλογο που διαρκεί μόλις τριάντα τρία λεπτά, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το κοινό σημείο που αναδύεται με ένταση ανάμεσα στους δύο άνδρες - το μίσος για τον Χίτλερ. 

Τον Σεπτέμβριο 1939, μετά τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία, του ζητήθηκε για μια ακόμη φορά να επιστρέψει στην πολιτική. Ο Τσώρτσιλ ενέδωσε κι έπειτα από την αναγκαστική παραίτηση του Chamberlain, γίνεται πρωθυπουργός. And the rest is history.








Σημειώσεις: Σύγχρονος βιογράφος του Ουίστον Τσώρτσιλ λέει πως "πολύ σπάνια, τα γραπτά ενός συγγραφέα έχουν λάβει λιγότερη προσοχή από εκείνα του βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1953".  Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αρνηθεί τις απολαυστικές αφηγήσεις ενός γεννημένου παραμυθά, όπως τον αποκαλεί, ο οποίος  σε μια εντυπωσιακά κρίσιμη στιγμή στην ιστορία βοήθησε, με τις αφηγήσεις και τους εθνικούς μύθους του, να σώθει ο πολιτισμός. Πενήντα χρόνια, σαν σήμερα, από τον θάνατό του και η ρητορική δεινότητα, το πνεύμα και η ετοιμότητα του Τσώρτσιλ να απαντά δηκτικά και καίρια είναι αναμφισβήτητα και παροιμιώδη (και πολύ απολαυστικά, επίσης). Το μικρό θεατρικό γράφτηκε από τον Michael Dobbs και πρωταγωνιστούν ο Matthew Marsh και ο Benedict Cumberbatch. Η φωτογραφία του Τσώρτσιλ είναι από την περίοδο των Έρημων Χρόνων.  

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015












 Παρατηρώντας 
την σύγχρονη ζωή




Μετά την πολύχρονη ενασχόλησή της με το ιστορικό παρελθόν που της απέφερε δύο αξιοζήλευτα Man Booker για την μυθιστορηματική αναπαράσταση της ζωής του Τόμας Κρόμγουελ, ενός πληβείου που αναρριχήθηκε στα ανώτατα αξιώματα του βασιλικού κύκλου της Αγγλίας στις αρχές του 16ου αι.  (βλ. "Γούλφ Χωλ" το 2009 και "Γεράκια" το 2012), η Βρετανίδα Hilary Mantel επανέρχεται στον σύγχρονο κόσμο με μια συλλογή διηγημάτων. Το "Η δολοφονία της Μάργκαρετ Θάτσερ" (μτφρ. Εριφύλη Μαρωνίτη - Πάπυρος, 2014) περιέχει δέκα συνολικά εκτενή διηγήματα  από τα οποία το ομότιτλο δημιούργησε πολιτικό επεισόδιο στην Αγγλία για συντηρητικούς κι ακατανόητους λόγους. Τα υπόλοιπα εννέα, ωστόσο, είναι εξίσου προκλητικά κι αυτό διότι η Μαντέλ παρατηρεί με αιχμηρότητα ορισμένα δύσκολα θέματα.

Όπως για παράδειγμα, η ψυχογενής νευρική ανορεξία στο "Και η καρδιά σταματά" όπου η Μόρνα οδεύει προς τον βέβαιο θάνατο με την επιμονή της εφηβείας και το θράσος της μικρότερης αδερφής της η οποία θα γίνει η φωνή της όταν η ίδια θα είναι πολύ αδύναμη ακόμη και να μιλήσει. Στην πορεία τούτη, τα κορίτσια θα ανακαλύψουν τον εθισμό του πατέρα τους με το πορνό μέσα από αντίστοιχες σελίδες του διαδικτύου.

Ή τα παραβατικά/παρατημένα παιδιά όπως η έφηβη Μαίρη Τζόπλιν στο "Κόμμα". Παιδική φίλη της 8χρονης αφηγήτριας,  παίζουν μαζί στις αλάνες του χωριού κι ένα απόγευμα  εξερευνούν την μυστηριώδη έπαυλη της περιοχής. Εκεί, λίγο πριν πέσει ο ήλιος το απόγευμα, βλέπουν μια όμορφη κυρία να βγάζει στη βεράντα μια επιμήκη καρέκλα με τροχούς πάνω στην οποία κάθεται ένα ακαθόριστου σχήματος, σκοτεινό και φασκιωμένο πράγμα που η Μαίρη θεωρεί πως έχει το σχήμα ενός κόμμα.
Τα δύο κορίτσια δεν θα μπορέσουν να το ερμηνεύσουν (εσείς όμως θα το καταλάβεται  από την τρυφερότητα της περιγραφής) και το επεισόδιο θα ξεχαστεί. Ο καιρός θα περάσει γρήγορα, η Κίτυ θα συνεχίσει το σχολείο ενώ η Μαίρη θα σταλεί σε "σχολείο για καθυστερημένα". Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η συγγραφέας θα την συναντήσει τυχαία στον δρόμο, σε μια εικόνα σπαρακτικά σκληρή.

Και η παιδική εργασία και η εκμεταλευση των παιδιών όπως είναι η Λουίζ που εργάζεται στο πανάθλιο μοτέλ όπου καταλύει μία συγγραφέας στο "Πως να το ξέρω;" Εδώ η Μαντέλ αφηγείται την περιπέτεια μιας ομιλίας "σε μια λογοτεχνική ομάδα από εκείνες που ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα θεωρούνταν παρωχημένες" Στο τέλος της επίσκεψης, η ηρωίδα είναι άυπνη, νηστική και κυρίως ανήμπορη να βοηθήσει το κορίτσι.

Υπάρχουν, επίσης, και τα μικρά εγκλήματα που επιβάλλουμε στους οικείους μας στο "Χειμερινές διακοπές". Ένα ζευγάρι ταξιδεύει με ταξί από το αεροδρόμιο με προορισμό το ξενοδοχείο τους. Στην διαδρομή ο σύζυγος μιλά με εγκυκλοπαιδικές λεπτομέρειες για το θαυμάσιο μέρος που θα καταλύσουν ενώ η σύζυγος σκέφτεται πόσο θα ήθελε ένα παιδί που εκείνος της επέβαλλε να μην έχουν. Στο τέλος της διαδρομής, που θα αποδειχθεί περιπετειώδης, η γυναίκα ανακαλύπτει την εγκληματική αντίδραση του ταξιτζή σε κάτι που πετάχτηκε μπροστά τους στο δρόμο, το οποίο λειτουργεί αντιστικτικά με την ευζωία του άντρα της. Και τα "Αδικήματα κατά προσώπου" αφορούν την εξωσυζυγική περιπέτεια του πατέρα της αφηγήτριας με την γοητευτική -στα πρότυπα ηρωίδας του Mad Men- γραμματέα του με την οποία, τελικά, θα παντρευτεί. Λίγο καιρό μετά, η αφηγήτρια θα επισκεφθεί το σπίτι τους και θα διαπιστώσει πως τα νεογέννητα δίδυμα αδέρφια της, δεν έχουν φέρνει την πολυπόθητη ευτυχία ούτε στην καταρακωμένη πλέον Νικολέτ ούτε στον πατέρα της.


Τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής αντλούν φανερά από την προσωπική ζωή της συγγραφέως. Ιδιαίτερα, ωστόσο, φορτισμένο είναι το "Ο Επισκέπτης" που δημοσιεύτηκε αρχικά το 2009 στο LRB  ως αυτοβιογραφικό. Εδώ η Μαντέλ εξιστορεί ένα ενοχλητικό περιστατικό με έναν Πακιστανό εμπορικό αντιπρόσωπο που χάνει τον δρόμο του και χτυπά το κουδούνι της για να ζητήσει πληροφορίες. Αυτή θα είναι η αφετηρία μιας φιλικής σχέσης η οποία όμως στα μάτια του Μοχάμεντ Ιτζάζ θα πάρει ερωτικές διαστάσεις. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας 1980, στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας όπου η Μαντέλ πράγματι έζησε για τέσσερα χρόνια λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του γεωλόγου συζύγου της. Το ημερήσιο χρονοδιάγραμμα που επέβαλλε η θρησκεία (με τις καθορισμένες προσευχές) και η φαρμακευτική αγωγή στην οποία υποβαλλόταν εκείνο το διάστημα για τις χρόνιες ημικρανίες που την ταλαιπωρούσαν, την ανάγκασαν να απομονωθεί στο διαμέρισμα. Έτσι είχε την δυνατότητα να παρατηρεί πιο προσεκτικά τις πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και της κτητικής συμπεριφοράς του Ιτζάζ ο οποίος έφτασε στο σημείο να χωρίσει την γυναίκα του προκειμένου να την αντικαταστήσει με την Μαντέλ. Αυτό ανησύχησε τόσο την συγγραφέα -που στο μεταξύ είχε ήδη προσπαθήσει μάταια να τον απομακρύνει- που τελικά ζήτησε από τον άντρα της να γράψει μια επιστολή ζητώντας του να μην την ξαναεπισκεφθεί.  Είκοσι πέντε περίπου χρόνια μετά, και μακριά από τη Τζέντα, η αφηγήτρια δεν μπορεί να καταλάβει το πως ακριβώς συνέβησαν τα πράγματα· ούτε γιατί έβρισκε τα έπιπλά της συνεχώς σε διαφορετική θέση.

Ξέρεις ότι διαβάζεις κάτι σπουδαίο όταν ακολουθείς τις λέξεις του βιβλίου άπνοος. Κι αυτό ακριβώς μού συνέβη διαβάζοντας τα διηγήματα της Ντέιμ Χίλαρυ η οποία κατευθύνει με εξαιρετική μαεστρία και μειλιχιότητα το συναίσθημα του αναγνώστη μέσα από ζοφερές καταστάσεις, μοιραίες παρεξηγήσεις και επιλογές, την μοναξιά, τον πόνο και το τραύμα της παιδικής ηλικίας όταν αναδύεται στο ενήλικο παρόν.  Ομολογώ πως ο γρήγορος ρυθμός, οι στακάτοι διάλογοι και η εναλλαγή των καταστάσεων χάνουν ελαφρώς από την σπιρτάδα που έχει το πρωτότυπο· εξακολουθούν ωστόσο να βάζουν την σκέψη σε δοκιμασία - διαβάζοντας έχεις την αίσθηση πως η Μαντέλ παίζει με το μυαλό σου καθώς οι ασυνήθιστες παρομοιώσεις, τα δυναμικά ρήματα, ακόμη και η παραμικρή λεκτική ιδιορρυθμία που χρησιμοποιεί αποδεικνύεται πως είναι άμεσα συνδεδεμένα με την πλοκή, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Όπως στο "Κόμμα" που χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τα σημεία στίξης. Ή όπως στο ιμπρεσσονιστικό "Terminus" όπου η πραγματικότητα μπερδεύεται με το θυμικό και δίνει μια ανοιχτή κατάληξη· κι όσο αντιφατικό κι αν είναι, αυτό το ανοιχτό τέλος  -που συναντάς στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής- ενέχει έναν μεγάλο βαθμό αποφασιστικότητας. 

Η υπονομευτική γραφή με στοιχεία μαύρου χιούμορ και η ευφυΐα των παρατηρήσεων της Μαντέλ όπως και η στωικότητα με την οποία πραγματεύεται ασυνήθιστα θέματα υπήρξαν και πολύ πριν τα ιστορικά μυθιστορήματά της, κάτι που έχει αποφέρει αρκετά βραβεία μέχρι σήμερα στην ευθύβολη Μαντέλ που δεν διστάζει να αποκαλύψει την ανάποδη, συνήθως βρόμικη πλευρά της ζωής στην πόλη και στα προάστια. Η αλήθεια της λογοτεχνικότητάς της είναι το μόνο που εξηγεί -κι αυτό εν μέρει- την αντίδραση των Συντηρητικών στο "Η δολοφονία της Μάργκαρετ Θάτσερ" - διήγημα το οποίο απηχεί την δηλωμένη απέχθεια της συγγραφέως για την Σιδηρά Κυρία της Βρετανίας. Αλλά και πάλι. Η εντολή διενέργειας αστυνομικής έρευνας στο διαμέρισμα της Μαντέλ εξαιτίας ενός λογοτεχνικού διηγήματος όπως και η σφοδρότατη θύελλα αντιδράσεων που ακολούθησε την απόφαση του BBC4 να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο διήγημα -μαζί με άλλα τέσσερα από το βιβλίο- στην εκπομπή "Book at Bedtime" παραμένουν τόσο ακατανόητα που ακόμη και η ίδια η Θάτσερ θα επέπλητε τους υποστηρικτές της για σπατάλη χρόνου. 


Η λογοτεχνία δεν είναι Πολιτική, ασκεί όμως μια συγκεκριμένη πολιτική για την καλλιέργεια της σκέψης και του ατόμου με τον τρόπο που αναδεικνύει τη διαμάχη μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, τις παραδοξότητες της ζωής και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Κι αυτό είναι  κάτι που χαρακτηρίζει και τούτη τη συλλογή, ένα θαυμάσιο δείγμα σύγχρονης κλασικής λογοτεχνίας. Μπορεί και κλασικής, σκέτα. Αυτό όμως  θα το δείξει είτε ο χρόνος είτε το επόμενο Man Booker  για το "Ο καθρέφτης και το Φως", το τελευταίο μέρος της τριλογίας για τον Τόμας Κρόμγουελ που ετοιμάζει αυτόν τον καιρό η συγγραφέας. Ίδωμεν.


.







Σημειώσεις: Ο πίνακας είναι του Ιρλανδού Oliver Jeffers, γνωστού από τα παιδικά βιβλία που γράφει και εικονογραφεί (στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος). Στο ενήλικο κοινό, ίσως είναι γνωστός από την πρόσφατη σκηνογραφία και την συν-σκηνοθεσία του συγκεκριμένου βίντεο-κλιπ για τους U2.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015










Διάκενο 

Ανάμεσα στη ζωή και τις αναρτήσεις χρειάζεται ένα καλό διάλειμμα. Όπως το "Ο καλός κλέφτης" (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου - Πόλις, 2013), το εντυπωσιακό, όπως αναφέρουν οι κριτικές, συγγραφικό ντεμπούτο της Αμερικανής Hanna Tinti. Cheers indeed!

Σημείωση: Το σχέδιο είναι της Τσέχας  Eva Kotátková, από την ενότητα Parallel Biography(2011).