Πέμπτη 30 Απριλίου 2015











It is not enough 


to know your craft – you have to have feeling. 
Science is all very well, but for us imagination is worth far more. 


Édouard Manet











Σημείωση: H φωτογραφία του Eduardo Longoni δείχνει τον Ernesto Roque Sábato  στο γραφείο του, το 2005, να ζωγραφίζει - ο Αργεντίνος συγγραφέας εκτός από φυσικομαθηματικός και δημοσιογράφος ήταν και ζωγράφος.

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

  







Γόνιμο βίωμα




Βραζιλιάνος κλασικός που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Graciliamo Ramos έζησε μια πολυτάραχη ζωή με στερήσεις και πολιτική, εμπειρίες τις οποίες αξιοποίησε με τον πιο μοντέρνο λογοτεχνικά τρόπο - το "Άγονες ζωές" [μτφρ. Γιώργος Ρούβαλης, κοινωνία των (δε)κάτων, 2012] είναι ένα θαυμάσιο δείγμα γραπτού νεορεαλισμού, ένα δυνατό ψυχογράφημα που εστιάζει στην ανάλυση της στατικότητας των ηρώων του και στα αίτιά της παρά στην πλοκή. 

Βρισκόμαστε στο σερτάο, την ενδοχώρα της Βραζιλίας που είναι σε παρατεταμένη ξηρασία τη στιγμή που μια οικογένεια ρακένδυτων κι αμόρφωτων κολίγων ψάχνει να βρει το επόμενο αγρόκτημα που θα τους προσφέρει δουλειά. Με στοιχειώδη επικοινωνία μεταξύ τους, γεμάτοι φόβους και δυσειδαιμονίες οι γονείς, τα δύο παιδιά και τα κατοικίδιά τους βαδίζουν επί μέρες κάτω από τον δυνατό ήλιο της ενδοχώρας. Τα τρόφιμα και το νερό θα τελειώσουν, ο παπαγάλος θα γίνει τροφή για τα παιδιά, λίγο πριν βρουν ένα εγκατελειμένο αγρόκτημα. Θα εγκατασταθούν εκεί νοικιάζοντάς το από τον γαιοκτήμονα με επαχθείς όρους. Θα συμμαζέψουν το χώμα που έχει εισχωρήσει παντού από τις θύελλες και θα προσπαθήσουν για ακόμη μία φορά να επιβιώσουν με το μόνο "εργαλείο" που διαθέτουν - το ένστικτό τους. Ο πατέρας Φαμπιάνο, ο καλύτερος γελαδάρης κάποτε, παλεύει τώρα με την άγονη γη και τον φόβο για οποιονδήποτε θεωρεί ανώτερό του - όλοι του φέρονται περιφρονητικά, μερικοί τον κλέβουν στις πληρωμές επειδή δεν ξέρει να υπολογίζει τους αριθμούς και θα πέσει θύμα ενός "ξύπνιου" αστυνομικού στην γειτονική πόλη, ο οποίος θα τον κλείσει άδικα στην φυλακή. Η κυρα-Βιτόρια, στο σπίτι, αναμετριέται καθημερινά με τις ανθρώπινες αντοχές και αυτοσχεδιάζει με διάφορους σπόρους και ήχους για να ταΐσει την οικογένεια και να ξεγελάσει τις απορίες των δύο παιδιών τους. Το πέμπτο μέλος της οικογένειας είναι η Φάλαινα, μια πανέξυπνη γερασμένη σκύλα που τους ακολουθεί στωικά. 

Xωρίς επίθετο οι γονείς, χωρίς όνομα τα παιδιά, χωρίς γλώσσα για να μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους, οι πρωταγωνιστές του Ράμος παραπέμπουν στο αρχέτυπο των ανθρώπων της εποχής που δεν διαθέτουν τίποτα παραπάνω από τα στοιχειώδη. Οι υπαρξιακές ανησυχίες και οι επιθυμίες τους, υπερβολικά απλές και χρηστικές όσο ένα κανονικό, άνετο κρεβάτι, σιγάζονται βίαια από την αμάθεια και την αθλιότητα που επιβάλλει η φτώχεια. Θα αντιμετωπίσουν έτσι καταρρακτώδεις βροχές και απειλητικές πλημμύρες. Όταν ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει πια κανένας λόγος για να παραμείνουν στο αγρόκτημα, η περιπλάνηση θα αρχίσει ξανά τον κύκλο της. Αυτή τη φορά χωρίς την Φάλαινα.



Πριν από λογοτέχνης ο Γκρασιλιάνο Ράμος υπήρξε πολιτικός. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα στον Τύπο και ως δήμαρχος του χωριού όπου γεννήθηκε συνέταξε δύο εκθέσεις όπου διαπιστώνει κανείς το ιδιαίτερο ύφος της γραφής του - πιο προφορικό απ' ότι συνηθίζεται σε πολιτικά έγγραφα και πιο αυστηρό απ' ότι συναντούμε στην πεζογραφία. Είναι το ίδιο ύφος που συναντάμε και στο λογοτεχνικό έργο του. Στο εκτενές βιογραφικό του συγγραφέα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, εκτός των άλλων, αναφέρεται πως προσπαθούσε να χρησιμοποιεί σωστή ορθογραφία και γραμματική ψάχνοντας κάθε φορά την ενδεδειγμένη λέξη και σύνταξη. Γι' αυτό οι Άγονες Ζωές δεν έχουν κανέναν εξεζητημένο νεολογισμό, γλωσσική ακροβασία ή ευφάνταστη πολυλογία. Είναι, θα έλεγα, μία αποστεγνωμένη εκδοχή της γλώσσας του Σαραμάγκου με έναν πιο σκληρό κι απαισιόδοξο τόνο ο οποίος, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του Ράμος, εδώ υποχωρεί. Οι Άγονες Ζωές τελειώνουν με μια μικρή αχτίδα αισιοδοξίας - οι συνθήκες επιβίωσης της οικογένειας παραμένουν μεν πρωτόγονες, ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια όμως ακολουθούν την προοπτική μιας καλύτερης ζωής για τα παιδιά τους.   

"Είχε ξεχάσει το ντουφέκι, τον σάκο, τα χαλίκια που έμπαιναν στα σανδάλια, την αποφορά από ψοφίμι που γέμιζε τον δρόμο. Τα λόγια της κυρα-Βιτόριας τον ενθουσίαζαν. Θα περπατούσαν ολόισια, θα έφταναν σε μιαν άγνωστη χώρα. Ο Φαμπιάνο ήταν ευχαριστημένος και πίστευε σ' αυτή τη γη, γιατί δεν ήξερε πώς ήταν ούτε που βρισκόταν. Επαναλάμβανε  πιστά τις λέξεις της κυρα-Βιτόριας, τα λόγια που η κυρα-Βιτόρια μουρμούριζε γιατί είχε εμπιστοσύνη σ' αυτόν. Και περπατούσαν προς τον νότο, τυλιγμένοι σε εκείνο το όνειρο. Μια μεγάλη πόλη, γεμάτη δυνατούς ανθρώπους. Τα παιδιά στα σχολεία τους, να μαθαίνουν δύσκολα κι απαραίτητα πράγματα. Κι εκείνοι οι δυο, γεροντάκια, να γέρναγαν σαν τα σκυλιά, άχρηστα, να γερνάνε σαν την Φάλαινα. Τι να έκαναν; Είχαν χάσει της ζωής τους τα χρόνια, πάντα μέσα στον φόβο. Θα έφταναν σε μιαν άγνωστη και πολιτισμένη γη κι εκεί θα έμεναν φυλακισμένοι. Και το σερτάο θα συνέχιζε να στέλνει ανθρώπους εκεί πέρα. Το σερτάο θα έστελνε στην πόλη γερούς άντρες χοντροκομμένους σαν τον Φαμπιάνο, την κυρα-Βιτόρια και τα δυο παιδιά."

Οι Άγονες ζωές είναι μια ηθογραφία από εκείνες που θα ήθελε να είχε γράψει ο Βιτόριο ντε Σίκα - οι λέξεις αποκαλύπτουν τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης από τους γαιοκτήμονες, της ένδειας, της αμάθειας και της θλίψης με την απροκάλυπτη ευθύτητα μιας κάμερας. Οι φωτογραφίες που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων, στην παρούσα έκδοση, δίνουν ένα μικρό δείγμα της αίσθησης που δημιουργεί ο λόγος του Γκρασιλιάνο Ράμος. Μια σημαντική κατάθεση στον ορισμό  της λογοτεχνίας, της μόρφωσης, του ανθρώπου.



Σημείωση: Το βιβλίο, που διδάσκεται στα σχολεία της Βραζιλίας, εκδόθηκε το 1938 και το 1963 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με αρκετή επιτυχία. Την ίδια χρονιά ήταν η εναρκτήρια ταινία σε πρόγραμμα που διοργάνωσε ο New Yorker για την προώθηση του Cinema Novo. // Το ζωγραφικό έργο είναι του γλύπτη Χρήστου Καπράλου.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015










Αυτή η νύχτα μένει




Η θέση σου ήταν στο πλάι μου
και ήσουν περήφανος γι' αυτό.
Όμως, όπως καθόσουν με το χέρι στο τιμόνι
είπες "Δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να μείνω εδώ, μόνος."

Εάν παραμείνεις σε τούτο το στενόμυαλο χωριό θα πέσεις σε παγίδα.
Όλοι μας πέφτουμε. Δεν ξέρω πως ή πότε αλλά θα πέσεις.
Τα χρόνια που συνθέτουν μια ζωή εξαφανίζονται στη στιγμή.

Είσαι ήσυχος, σκεφτικός. Ξέρω πως είναι έρωτας
αυτό που μας χωρίζει.

Σου έχω δώσει
όλη την δύναμη της ύπαρξής μου,
κι όμως είσαι ταπεινός και περήφανος, υπακούοντας το πεπρωμένο
που σε θέλει να μένεις φτωχός. Δεν ξέρεις
τι να κάνεις, να ενδώσεις ή όχι.

Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι η αντίστασή σου
δεν μου προκαλεί πόνο.
Μπορώ να δω το μέλλον. Υπάρχει αίμα πάνω στην άμμο.


(Καντέρμπερυ)


*


 Your place was at my side,
and you were proud of this.
But, sitting with your arm on the steering wheel
you said, “I can’t go on. I must stay here, alone.”

If you remain in this provincial village you’ll fall into a trap.
We all do. I don’t know how or when but you will.
The years that comprise a life vanish in an instant.

You are quiet, pensive. I know it is love
that is tearing us apart.

I have given you
all the power of my existence,
yet you are humble and proud, obeying a destiny
that wants you to remain impoverished. You don’t know
what to do, whether to give in or not.

I can’t pretend your resistance
doesn’t cause me pain.
I can see the future. There is blood on the sand.
                                          

(Canterbury)





Σημειώσεις: Το ποίημα ανήκει στον Pier Paolo Pasolini  που, εκτός από μεγάλος κινηματογραφιστής, θεωρείται κι ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αι. στην Ευρώπη σύμφωνα με τον Harold Bloom.  Είναι μέρος μιας συλλογής που απευθύνεται στον αγαπημένο του Giovanni (“Ninetto”) Davoli  και αποτελείται από 112  έργα, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν στην διάρκεια των γυρισμάτων του "Canterbury Tales" στην Αγγλία. Η συλλογή ολοκληρώθηκε με την επιστροφή του Παζολίνι στην Ιταλία όπου και το ζευγάρι χώρισε. Ο Ninetto ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία ως κομπάρσος στο εμβληματικό "Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". / Η απόδοση του ποιήματος είναι της υποφαινόμενης. // Το εικαστικό του Χρήστου Μποκόρου.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015











Άτιτλο



"Κρατώ σαν κόρη οφθαλμού απ' όλα αυτά τα χρόνια ένα σημείωμα του Γαλανόπουλου που βρήκα μια μέρα του Αυγούστου του 2002 στο γραφείο μου. Ήταν πια συνταξιούχος. Ξεκινούσε έτσι: 'Ακόμη και μία λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται' Δεν θα το ξεχάσω ποτέ." 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του γνωστού δημοσιογράφου Μιχάλη Μητσού που μόλις κυκλοφόρησε. Ωστόσο, το "Οι ιστορίες θα μας σώσουν - Ένα ημερολόγιο του 2014" (Πόλις, 2015)  δεν είναι μυθοπλασία. Είναι, όπως λέει ο τίτλος του, ένα ημερολόγιο· ένα ιδιαίτερο, όμως, ημερολόγιο γεμάτο ιστορίες, μία για κάθε ημέρα του χρόνου, όπου τα δημόσια γεγονότα που άντλησε ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του 2014 από εφημερίδες, βιβλία και ταινίες συνδέονται με προσωπικές σκέψεις, κρίσεις, μνήμες και την καθημερινότητά του μέσα από την οπτική του δημοσιογράφου κι όχι την τυπική γλώσσα του επαγγέλματος. 

Ο Μητσός  διασχίζει, χωρίς να καταργεί διόλου, τα ρευστά σύνορα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού διατηρώντας την οικειότητα του προσωπικού και την σημασία του συνόλου. Πριν, όμως, αρχίσω να καταγράφω τον πολυδιάστατο κι ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, θα σας πω ότι είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τελειώνουν γρήγορα· ή μάλλον, δεν θέλεις να τελειώσουν γρήγορα - θα το διαβάζω για πολύ ακόμη ψάχνοντας τις δικές μου συντεταγμένες. 

Όπως στις γραμμές  που παραθέτω πιο πάνω: θα με κάνουν, τελικά, να συνεχίσω να γράφω στο μπλογκ και να επιμένω να "κυνηγώ" τα λάθη μου, έστω κι αν πάντα θα ξεφεύγουν κάποια.




Σημείωση: Το εικαστικό είναι του Paul Klee.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015








 




 


True Grit 





Μία από τις πιο τραγικές ηρωίδες της Λογοτεχνίας, η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ, βρίσκεται στις σελίδες του "Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη - Πόλις, 2014). Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της Αμερικανίδας Melanie Wallace η οποία συνθέτει μια ιστορία απόλυτης παράδοσης στην μνήμη, την θλίψη και τον πόνο και παρουσιάζει την πραγματική αγριότητα της αμερικανικής Δύσης σε όλες τις προεκτάσεις της - από την αποσάθρωση ενός οχυρού στην ανθρώπινη κι από εκεί, στις θεμελιώδεις δομές της πολιτισμένης αμερικανικής κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα.

Έχοντας ανταλλάξει τρεις πολεμιστές με τις δύο λευκές γυναίκες που η ινδιάνικη φυλή των πρώτων είχε απαγάγει και κρατούσε αιχμάλωτες, δύο Αμερικανοί έποικοι μαζί με μια ομάδα έφιππων στρατιωτών επιστρέφουν στο οχυρό 2881, κάπου στην αμερικανική Δύση. Η Κόνστανς Σμιθ, έχοντας υποστεί κακουχίες στον καταυλισμό των Ινδιάνων, είναι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένη που επέστρεψε - ενδύεται αμέσως τα ρούχα και την πολιτισμένη συμπεριφορά της κατηγορώντας την άλλη γυναίκα για ανηθικότητα και προδοσία. Η Άμπιγκεϊλ Μπιούελ είνα κάτι παραπάνω από τρομοκρατημένη - την έχουν αποσπάσει βίαια από τον Ινδιάνο σύζυγό της και τον γιο τους ενώ βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Επιπλέον, ένας από τους ελευθερωτές της είναι ο Τζωρτζ Μπιούελ, πρώην κουνιάδος της που στο παρελθόν τής είχε επιτεθεί  και τώρα απαιτεί να την πάρει μαζί του γιατί, όπως δηλώνει θρασύτατα, μετά τον θάνατο του αδερφού του από τους Ινδιάνους η γυναίκα τού ανήκει. Σοκαρισμένη από την παρουσία του και συνειδητοποιώντας ότι δεν θα υπάρξει ποτέ επιστροφή στην οικογένειά της, η Άμπιγκεϊλ καταφεύγει στην απόλυτη σιωπή, στις μνήμες και στον τρομερό πόνο που επιβάλλει στον εαυτό της ώστε να εκριζώσει από το μυαλό και το σώμα οτιδήποτε την συνδέει με τον κόσμο των λευκών. Αρνείται ακόμη και να ζήσει το μωρό που θα γεννηθεί. "...τεντώνει το χέρι κι ακουμπά την κουβέρτα για μια ακόμα φορά. Αυτή τη φορά δεν το τραβάει μακριά, μα αισθάνεται την τραχύτητα του υφάσματος, πολεμώντας να ηρεμήσει, να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, φυσάει μέσα στα τυφλά μάτια του μωρού της και περνάει το χέρι της από πάνω τους, γητεύοντας τον θάνατο να έρθει. Δεν είναι κόσμος αυτός, ψιθυρίζει στο ακίνητο βρέφος, για να γεννηθεί κανείς. Δεν είναι κόσμος αυτός."

Ο διοικητής του οχυρού είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, με εξίσου τραγική πορεία. Ο  ταγματάρχης Ρόμπερτ Κάτερ έχει σοβαρά προβλήματα να επιλύσει - ο Εμφύλιος  έχει λήξει αφήνοντάς τον ξεχασμένο σε ένα απομακρυσμένο οχυρό να περιμένει εντολές και να ηγείται ενός μεγάλου αριθμού στρατιωτών που βρίσκονται σε επιφυλακή για εχθρούς που ποτέ δεν εμφανίζονται. Η εξουσία του φθίνει με την ίδια ταχύτητα που το οχυρό αποσυντίθεται. Οι προμήθειες του οχυρού έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα και κάθε ίχνος σκοπού ή αίσθηση καθήκοντος εκλείπει. "Δεν υπάρχουν πια καθήκοντα, πέραν του άρρητου καθήκοντος της επιβίωσης". Κι ενώ οι στρατιώτες του λιμοκτονούν,  βρομεροί κι απελπισμένοι, εκείνος αποσύρεται στο διαμέρισμά του γράφοντας επιστολές στην γυναίκα του και παρατηρώντας το φάντασμα ενός αγοριού να περιφέρεται τριγύρω. Όπως και το φάντασμα του εαυτού του στον καθρέφτη - αξύριστος, άπλυτος, μισοντυμένος με το βρώμικο φανελάκι του να εξέχει από το παντελόνι, τις γκέτες του ξεκούμπωτες κι εκείνη την μπόχα απ' τα σωθικά του, τον πόνο που τον δαγκώνει στο γόνατο και το γάντζωμα στον ώμο που του κόβει την ανάσα. Η ψυχική του κατάσταση είναι η αντίστοιχη. Ωστόσο, στη θέα της εξίσου τρωτής Άμπιγκεϊλ κάτι μέσα του τον παρακινεί  και την προστατεύει. Συγκρούεται με τον Τζωρτζ Μπιούελ και τον διώχνει από το οχυρό με συνοπτικές υπηρεσιακές διαδικασίες. Ξέρει ότι η γυναίκα μιλά ακόμη την γλώσσα του αλλά δεν την "προδίδει" στον Ριντ, ούτε αργότερα στον δικαστή. Η Άμπιγκεϊλ αναγνωρίζει την καλή προαίρεση του ταγματάρχη και τον εμπιστεύεται. Κάθεται με τις ώρες στο δωμάτιό του σιωπηλή και τον ακούει να της μιλά. Τον αφήνει να καθαρίσει το αποκρουστικά λερωμένο πρόσωπό της. Και ο Κάτερ, στον δρόμο της επιστροφής καθώς διαισθάνεται την δυσοίωνη εξέλιξη των πραγμάτων, καταρρέει στα πόδια της. Τούτη η ιδιαίτερη και δυνατή μορφή εμπιστοσύνης θα έχει συνέχεια (δίχως, όμως, να κάνει την Άμπιγκεϊλ να σπάσει τον όρκο σιωπής της) και θα λήξει μόνο με τον θάνατο του ενός από τους δύο.


Στο μυθιστόρημα υπάρχουν και δευτερεύοντες χαρακτήρες με πολύ σημαντικό, ωστόσο, αποτύπωμα στη μνήμη του αναγνώστη. Ο υπολοχαγός Χέιστινγκ και ο γιατρός Μάθιους είναι δύο από αυτούς - προστατεύουν το κύρος και την σωματική ακεραιότητα του ταγματάρχη ενώ ο γιατρός φροντίζει επιπλέον, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, την Άμπιγκεϊλ που ζει απομονωμένη σε μια γωνιά του στάβλου. Ο Ριντ Γκάμπριελ, επίσης - νέος δημοσιογράφος που φτάνει στο οχυρό για να ερευνήσει την ιστορία των δύο γυναικών που απελευθερώθηκαν μετά από τέσσερα χρόνια αιχμαλωσίας. Η Σμιθ θα αποδειχθεί ιδιαίτερα συνεργάσιμη σε αντίθεση με την Άμπιγκεϊλ που μένει απόλυτα σιωπηλή. Ο Ριντ την ερωτεύεται και θα προσπαθήσει με πολλή υπομονή κι ευγένια να την κάνει να του μιλήσει χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Το ένα και μοναδικό πράγμα που εκείνη θα του πει είναι "Εύχομαι μόνο να μη με είχαν βρει" κι αυτό, πολλά πολλά χρόνια αργότερα, λίγο πριν πεθάνει.  Ο Κόουλ, ο μαύρος σιδεράς του οχυρού είναι, θα έλεγα, ο φύλακας άγγελος και του ταγματάρχη και της Άμπιγκεϊλ - ως παρίας και ο ίδιος λόγω του χρώματός του, αναγνωρίζει τις ανάγκες τους και τους φροντίζει διακριτικά: δίνοντας τροφή και σκεπάσματα στην Άμπιγκεϊλ και το μωρό της, και θάβοντάς το αργότερα μυστικά σώζοντας έτσι τον Κάτερ από βέβαιη ανταρσία καθώς ο ινδιάνικος τρόπος που η Άμπιγκεϊλ πενθεί το νεκρό μωρό της εξαγριώνει τους στρατιώτες. Ο Κόουλ είναι το μόνο άτομο που μπορεί να πλησιάσει το γαλάζιο άλογο του τίτλου - το υπέροχο κυανόστικτο ζώο που πήρε μαζί της από την φυλή η Άμπιγκεϊλ και το οποίο την φρουρεί με τρυφερότητα αποτρέποντας οποιονδήποτε κινείται απειλητικά προς αυτήν· και υπάρχουν πολλοί μέσα στο οχυρό που το προσπαθούν - η ασυνήθιστη, εξαθλιωμένη και ρυπαρή μορφή της γυναίκας την καθιστούν ιδανική προσωποποίση του δαίμονα που κατατρέχει τους στρατιώτες. Υπάρχουν αρκετές σελίδες στο βιβλίο που εξηγούν την απίστευτη κατανόηση και προστασία που δείχνει το άλογο στην πληγωμένη γυναίκα και εκπλήσσουν με την δύναμη των περιγραφών. (Μικρό spoiler: το όνομα που έχουν δώσει οι Ινδιάνοι στην Άμπιγκεϊλ είναι Εκείνη-που-την-ονειρεύτηκε-το γαλάγιο-άλογο).



Tο βιβλίο διαθέτει εκείνο που ο Terry Eagleton θεωρεί ένα από τα βασικά στοιχεία της καλής λογοτεχνίας: είναι κατά βάση μυστηριώδες ακόμη κι όταν όλα τα δομικά στοιχεία του, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρωτόλεια λάθη, είναι σε κοινή θέα - ενώ πιστεύεις ότι τίποτα καινούργιο, διαφορετικό ή χειρότερο δεν μπορεί να συμβεί στο ερεβώδες οχυρό, η συγγραφέας δίνει τη συνέχεια με μικρές ανατροπές και μεγάλα πετάγματα του χρόνου μπρος και πίσω. Με flashbacks μαθαίνουμε  το παρελθόν της Άμπιγκεϊλ -  μεγαλωμένη σε πορνείο δίνεται από την μητέρα της, έναντι αμοιβής, σε ένα άκληρο ζευγάρι που την έχουν ως υπηρέτρια. Όταν η μοχθηρή σύζυγος του άντρα με τα μαύρα πεθάνει, αυτός θα την πουλήσει σε ένα  γυρολόγο της εποχής που πουλάει γιατρικά. Ξέρετε, σαν κι εκείνους τους αλητήριους στις ταινίες - με κάρο γεμάτο με  διάφορα φίλτρα, βότανα και αλοιφές, και διαφορετική κάθε φορά σκηνοθεσία της παράστασης ώστε να τραβήξει την προσοχή και τα χρήματα των εύπιστων χωρικών. Για να είναι πιο πειστικός, ο Χίραμ Γουώρθ επιδεικνύει τα πόδια της Άμπιγκέϊλ τα οποία σημάδεψε φριχτά γι' αυτό το σκοπό. Όταν δεν θα μπορεί πλέον να ελέγχξει την σιωπηρή εξέγερσή της θα την πουλήσει για σύζυγο σε έναν συνεσταλμένο έποικο με τον οποίο συνταξιδεύουν σε ένα καραβάνι. Ο Γιουτζίν Μπιούελ της φέρεται με σεβασμό και θα μπορούσαν να έχουν μαζί μια οικογένεια εάν δεν τον σκότωναν οι Ινδιάνοι σε μια επιδρομή τους. Εκείνη την ημέρα ήταν που αιχμαλώτισαν την Άμπιγκεϊλ - ακούγοντας τις φωνές του Γιουτζίν από το λιβάδι όπου είχε πάει να οργώσει, έτρεξε να τον βοηθήσει.  

Με flashbacks μαθαίνουμε επίσης και το παρελθόν του ταγματάρχη με τη διαφορά όμως ότι δίνονται με την μορφή επιστολής - ο Κάτερ γράφει συχνά στη Λαβίνια, τη γυναίκα του, για το πως νοσταλγεί την κοινή ζωή τους και πως αντιμάχεται τις ενοχές για τον θάνατο των παιδιών τους. Για
την επιδείνωση των συνθηκών στο οχυρό και το πως καταβυθίζεται σταδιακά στη θλίψη, την παραίτηση και τις παραισθήσεις. Οι επιστολές δεν θα επιδοθούν ποτέ στην παραλήπτριά τους - ελλείψει ταχυδρομείου, ο Κάτερ κρατά τις επιστολές, δεμένες σε πακέτο με μια κορδέλα, στο γραφείο του. Πολύ αργότερα το επιστολικό ετούτο ημερολόγιο  θα χρησιμοποιηθεί στο στρατοδικείο, μαζί με το επίσημο βιβλίο καταγραφής συμβάντων του οχυρού, ως αποδεικτικό στοιχείο για την ακατάλληλη ψυχική κατάσταση του ταγματάρχη και την παράβαση καθήκοντος - αυτό το μαθαίνουμε αρκετά νωρίς στην εξέλιξη της πλοκής καθώς η συγγραφέας ενσωματώνει πολύ ομαλά στην αφήγηση flashforwards με το μέλλον των πρωταγωνιστών της. 


Η Μέλανι Ουάλλας ανατρέπει την μέχρι σήμερα western αφήγηση αποφεύγοντας κάθε εξωτικό πλαίσιο που συνήθως αφορά στο θέμα - δεν παρουσιάζει το γνωστό δίπολο "καλοί Λευκοί V κακοί Ινδιάνοι" και δεν καταφεύγει στον περιπετειώδη ρομαντισμό του James Fenimore Cooper ή στο ύφος των ευγενών αγρίων του Michael Blake. Συνδυάζει φρίκη και λυρισμό με δωρικό τρόπο και γράφει ένα εφιαλτικό μυθιστόρημα για  ανθρώπους που αναμετριούνται με τον Άνθρωπο και τη Φύση - τα τοπία είναι αχανή και ανελέητα ενώ οι ακραίες συνθήκες που επικρατούν στο οχυρό ωθούν τους στρατιώτες σε αποτρόπαιες πράξεις. Οι δυσειδαιμονίες και η βία γεννιούνται το ίδιο αυτόματα με την νωθρότητα και την ανυπακοή. Και οι αξιωματικοί εγκαταλείπουν την υπηρεσία - ο γιατρός Μάθιους θα συνοδεύσει την άρρωστη γυναίκα του στην πλησιέστερη πόλη με τον υπολοχαγό Χέιστινγκς, τον επικεφαλής του αποσπάσματος που ο Κάτερ στέλνει για βοήθεια. Κι έτσι, μένουν μόνο ο ταγματάρχης Κάτερ, η Άμπιγκεϊλ και ο Κόουλ να αντιστέκονται στην αποκτήνωση - στρέφονται στο μόνο πράγμα που τους έχει απομείνει: την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη. Και είναι τουλάχιστον απογοητευτικό να διαβάζεις ότι, τελικά, δεν τους αποδίδεται κάποιου είδους επιείκια όταν ο συνταγματάρχης Τσάπμαν τους μεταφέρει πίσω στον πολιτισμό - o ταγματάρχης Κάτερ θα περάσει στρατοδικείο όπου δεν θα του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, παρ' όλες τις καταθέσεις υπέρ του, και θα καταδικαστεί με ατιμωτικό τρόπο: στρατιωτική καθαίρεση και φυλάκιση. Όταν εκτίσει την ποινή του και αποφυλακιστεί θα αποτραβηχτεί σε ένα μικρό αγρόκτημα, μόνος με δύο άλογα (το δικό του και της Άμπιγκεϊλ), περιμένοντας την τελειωτική φθορά του χρόνου. Η Άμπιγκεϊλ θα δωθεί, επίσης, στα χέρια της δικαιοσύνης η οποία της κυρώνει "ανίατη ηθική παραφροσύνη" και αποφασίζει τον εγκλεισμό της στο άσυλο Κλίαργουότερ. Εκεί, θα της επιτρέψουν να ζήσει ως γραφική τρελή, θεωρώντας ασυναρτησίες τους τρόπους και τα έθιμα των Ινδιάνων που επιμένει να τηρεί.

"Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" εντυπωσιάζει όχι μόνο με την σκληρή ζοφερότητα του θέματος αλλά κυρίως με την γλώσσα του· μια γλώσσα με όλο τον πολύσημο πλουραλισμό  που της καταλογίζει -και πάλι- ο Terry Eagleton - εύρωστο λεξιλόγιο με πολλές αποχρώσεις συναισθημάτων και  έντονη δυναμική. Μακροπερίοδος λόγος, έλλειψη εισαγωγικών στους διαλόγους, συχνή κι απότομη εναλλαγή αφηγηματικού προσώπου και ύφους ίσως παραξενεύσουν, η ομορφιά της γραφής ωστόσο κρατά τον αναγνώστη προσηλωμένο σε ένα κείμενο του οποίου το δηκτικό σχόλιο της συγγραφέως για το τι πραγματικά είναι πολιτισμός και τι πρωτόγονη ζωή  το καθιστούν  κλασικό. 


Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος για τούτο: η Μέλανι Ουάλλας πετυχαίνει να συνδέσει εκείνη την εποχή με την δική μας μ' έναν αρκετά στενάχωρο τρόπο: υπενθυμίζοντάς μας ότι η μοναχικότητα και η απομόνωση, η απώλεια της γλώσσας και της ταυτότητας, η έννοια της τρέλας και της επιβίωσης είναι ζητήματα που μας αφορούν πολύ, ακόμη. Όπως και το ποιά, εντέλει, είναι η στάση μας απέναντι στο διαφορετικό, κάτι που αποδεικνύεται σήμερα πολύ τραγικά επίκαιρο.






 




Σημειώσεις: Η αρχική φωτογραφία είναι από την παράσταση "We Were Horses" του Bartabas το 2011 ενώ η επόμενη είναι από το σκηνικό της παράστασης "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Samuel Beckett που ανέβηκε  στο Haymarket Theatre το 2009. O πίνακας του γαλάζιου αλόγου φιλοτεχνήθηκε από την Trish Stevenson. Μετά από την φωτογραφία της συγγραφέως, η τελευταία φωτογραφία, του Καναδού φωτογράφου Richard Throssel, απεικονίζει "Το εσωτερικό της Καλύτερης Ινδιάνικης Κουζίνας στον Καταυλισμό της φυλής των Κρόου" (1910). Η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε σε έκθεση  με θέμα την αντιπαράθεση μεταξύ υγιεινού και ανθυγιεινού τρόπου ζωής. Αντλήθηκε από την σελίδα του  Metropolitan Museum of Art  όπου αυτή τη στιγμή (τι σύμπτωση!) λειτουργεί  η έκθεση "The Plain Indians: Artists of Earth and Sky".