Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016










Everything

and More




Κάποια χρόνια πριν, η καταξιωμένη Βρετανίδα Margaret Drabble είχε πει πως σταματά οριστικά την συγγραφή - είχε ήδη στο ενεργητικό της δεκαεπτά μυθιστορήματα, μία συλλογή διηγημάτων, αρκετά άρθρα και non-fiction βιβλία, και είχε επιμεληθεί έναν ογκώδη τόμο λογοτεχνικού λεξικού. Το 2013 ωστόσο, επτά χρόνια μετά από εκείνη την δήλωση, εμφανίστηκε στον εκδότη της με ένα χειρόγραφο. Το "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι"(σε θαυμάσια μετάφραση Κατερίνας Σχινά - Πόλις, 2015)  θα είναι το βιβλίο που θα επαναφέρει στο λογοτεχνικό προσκήνιο το προσφιλές της θέμα -  την εσωτερική σύγκρουση που βιώνουν οι γυναίκες σε μια σύγχρονη πραγματικότητα, και τις προσωπικές επιλογές κι ευθύνες που προκύπτουν σε αυτό το πλαίσιο καθώς
προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ της ελευθερίας να ζήσουν μία δημιουργική ζωή και της πρακτικής ανάγκης να φροντίσουν την οικογένειά τους.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η Τζες, μία νεαρή φοιτήτρια ανθρωπολογίας στην δεκαετία του 1960. Από την σχέση που διατηρεί για καιρό με τον καθηγητή της θα αποκτήσει ένα μωρό - το μωρό από ατόφιο χρυσάφι. "Η ιδιαιτερότητα του μικρού κοριτσιού δεν ήταν ορατή στην αρχή. Με μια πρώτη ματιά, έμοιαζε με όλα τα νεογέννητα. Είχε πέντε δάχτυλα σε κάθε χέρι, πέντε σε κάθε πόδι. Η μητέρα της, η Τζες, ήταν ευτυχισμένη με τη γέννηση της πρωτότοκής της, παρά τις ασυνήθιστες περιστάσεις κάτω από τις οποίες ήρθε στον κόσμο. Την αγάπησε από την πρώτη στιγμή που την είδε, αν και αρχικά δεν ήταν βέβαιη για το πως θα αντιδρούσε μετά τον τοκετό. Η κόρη της αποδείχτηκε ξεχωριστό παιδί. Τα γνωρίζεις, τα έχεις δει. Τα έχεις δει στα πάρκα, στα σουπερμάρκετ, στα αεροδρόμια. Είναι εκείνα τα χαρούμενα παιδιά, και τα προσέχεις επειδή είναι χαρούμενα. Χαμογελούν στους ξένους· όταν τα κοιτάζεις ανταποκρίνονται με χαμόγελο. (...) Δεν ξέρεις από πού αντλούν αυτό το χάρισμα, ή γιατί. Ποιος το δίνει; Δεν ξέρεις. Δεν ξέρουμε. Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε. Ξεπηδάει από μια βαθιά, αρχέγονη πηγή, ή έτσι τουλάχιστον πιστεύουμε. Το φέρουν και μας το προσφέρουν."


Ο καθηγητής θα προτιμήσει να αφοσιωθεί στην επιστήμη του ακολουθώντας την σύζυγό του σε εκπαιδευτικό ταξίδι ενώ η Τζες θα δημιουργήσει μια ζεστή οικογένεια με την κόρη της. Η Άννα θα μεγαλώσει με την αγάπη και την φροντίδα όχι μόνο της μητέρας της αλλά και των συνομηλίκων φίλων της και της γειτονιάς - μία μικροκοινωνία από μποέμ καλλιτέχνες και τηλεπερσόνες που αν και αρκετά κλειστή, την αποδέχεται. Η Άννα θα αναπτύξει μία μικρή κοινωνική ζωή, στα όρια των δυνατοτήτων της, ενώ η Τζες θα συνεχίσει την ζωή της - παντρεύεται, χωρίζει και παράλληλα εργάζεται δημοσιογραφώντας πάνω στο αντικείμενό της. Πειραματίζεται με εξωτικά υλικά στην κουζίνα της και  αντίστοιχα θέματα στις μελέτες που δημοσιεύει και στις σχέσεις που συνάπτει. Αν και οι φίλες της τής παραστέκονται, ουσιαστικά η Τζες αντιμετωπίζει την ζωή μόνη. Με γνώμονα το καλύτερο για το παιδί της, η Τζες θα αναζητήσει κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές ανάγκες στα ιδρύματα που ήδη λειτουργούν και στις αρμόδιες παιδαγωγούς, θα ανατρέξει σε επιστημονικά άρθρα αλλά και στις παλαιότερες ανάλογες περιπτώσεις λογοτεχνών που τα παιδιά τους είχαν νοητική υστέρηση, όπως της συγγραφέως Περλ Μπακ και του Άρθρουρ Μίλερ· στην περίπτωση, επίσης, του αδελφού της Τζέιν Ώστεν. Θα καταφύγει επίσης και στους λογοτεχνικούς ήρωες του Κενζαμπούρο Όε και του Σωλ Μπέλλοου. Αναπόφευκτα, θα αρχίσει να ανησυχεί για τις αιτίες της κατάστασης της Άννας­· για όλα εκείνα που άφησε να περάσουν κι εκείνα που ενδεχομένως το μέλλον επιφυλάσσει στην ίδια και την κόρη της. 


Το μυθιστόρημα εκτείνεται  από το 1960 μέχρι σήμερα, με κάποιες αναφορές και στην δεκαετία του '50 και την ανοικοδόμηση του Λονδίνου μετά τους βομβαρδισμούς κατά την διάρκεια του ΠΠ2. Η αφήγηση είναι γραμμική και γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από την Έλινορ, μία από τις πέντε γυναίκες της στενής παρέας της Τζες, οι οποίες διανύουν παράλληλα τις ζωές τους στις σελίδες του βιβλίουΗ Έλινορ διασχίζει με άνεση τον αφηγηματικό χρόνο, από το παρελθόν μέχρι την σύγχρονη καλπάζουσα πραγματικότητα,  για να καταλήξει σε άβολες, τις περισσότερες φορές, συνειδητοποιήσεις. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει από την δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα, σε γεωγραφικό, αστικό, κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο, είναι τόσο δραματικές που κάνουν την Έλινορ να νοσταλγήσει το παρελθόν και να το σχολιάσει ανάλογα. Όχι όμως με ένα μελοδραματικό ύφος αλλά πότε με μια ήρεμη αποστασιοποίηση και πότε με μια απορία που μοιάζει ύποπτη, με διορατικότητα και μια καίρια σπιρτάδα - όσα ακριβώς χαρακτηρίζουν την γραφή της Ντραμπλ."Συζητούσαμε για τα σχολεία των παιδιών μας, για τις ταινίες που είχαμε δει, για τα βιβλία που διαβάζαμε, για τις ερωτικές περιπέτειες των φίλων μας. Δεν συζητούσαμε για τις τιμές των ακινήτων."  και "Θεωρούσαμε ότι τα περισσότερα γονίδια ήταν φυσιολογικά. Δεν πιστεύαμε στο βιολογικό πεπρωμένο. Νομίζαμε πως εμείς και τα παιδιά μας γεννιόμασταν ελεύθεροι."

Η ματιά της Μάργκαρετ Ντραμπλ κινείται σε όλο το Βόρειο Λονδίνο, πηγαίνει στο Παρίσι κι από εκεί στην Αφρική, τόπος καταγωγής του Ζαΐν, ενός από τους φίλους της Τζες. Μέσα πάντοτε από ένα ανθρωπολογικό πλαίσιο η συγγραφέας παραθέτει πολλές πληροφορίες (άλλες ενδιαφέρουσες, άλλες όχι και τόσο) μεταξύ των οποίων και για το λογοτεχνικό καθεστώς της εποχής εκείνης όπως επίσης και για την εφαρμοσμένη ψυχολογία και την πρακτική πλευρά της ψυχιατρικής σε εκείνη την περίοδο - ο Μπιλ, ο μεγάλων διαστάσεων καταθλιπτικός ποιητής, μέλος κι αυτός της παρέας, κάποια στιγμή θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει και τούτο θα ωθήσει την Τζες να μάθει περισσότερα για την κατάστασή του και να του συμπαρασταθεί όσο περισσότερο μπορούσε. Η Μάργκαρετ Ντράμπλ συνυφαίνει, επίσης, στην αφήγηση τα θέματα της διαφήμισης, της εργασίας, την ιατρική, την θρησκεία, ακόμη και την αλλαγή της κοινωνικής διαστρωμάτωσης όπως πολύ παραστατικά το κάνει με το παράδειγμα του Τζίμι Πάρκερ, ενός υδραυλικού που με συνεχή δουλειά καταφέρνει να προοδεύσει

Προσπαθώ να καταγράψω όσο πιο επιγραμματικά μπορώ όλα τα θέματα που θίγει με τον ένα ή άλλο τρόπο η συγγραφέας αλλά είναι αδύνατον. Όπως είναι αδύνατον να το κάνεις και για μια συζήτηση που είχες χθες με τους φίλους σου. Έτσι ακριβώς μοιάζει το μυθιστόρημα - με φιλική, "ζωντανή" συζήτηση. Ο ενικός με τον πληθυντικό εναλλάσσονται και η αφήγηση τείνει να διακλαδίζεται και να αναπτύσσεται με όχι ακριβώς ισόρροπο τρόπο, αλλά ανάλογα με το κάθε ζήτημα που προκύπτει στην ζωή της Τζες. Πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις εμφανίζονται συνεχώς και συνυφαίνονται με την πορεία της Τζες και της Άννας μέσα στο χρόνο.  Ο Φίλιπ Σπέιντ, ο πατέρας της Τζες που παραστέκεται σε κόρη και εγγονή· ο Μπομπ, μποέμ φωτογράφος και σύζυγος της Τζες για κάποιον καιρό· o Ραούλ, ένας τρόφιμος ψυχιατρικής κλινικής που επανασυνδέεται με την κοινωνία, κατακτά μια σημαντική θέση στον ακαδημαϊκό κόσμο και επιδιώκει την συντροφιά της Τζες.

Το μυθιστόρημα δεν έχει μοντέρνα ή μετα-μοντένα γραφή, δεν αφορά κανένα από τα μεγάλα θέματα της επικαιρότητας, δεν καταγγέλει.  Υπάρχουν επίσης σημεία όπου η συγγραφέας χρησιμοποιεί άστοχες εκφράσεις (εκείνο το "όπως είδαμε" και το "Δεν ξέρουμε τι άκουγε ενώ τον έπαιρνε ο ύπνος" μού θύμισε σεμινάριο) ενώ οι χαρακτήρες δεν σκιαγραφούνται σε βάθος,  και η δομή του βιβλίου χαλαρώνει αρκετά προς το τέλος του. Ωστόσο, υπάρχουν σημεία απόλυτης λιτότητας κι ακρίβειας που αναδύουν έναν υπέροχο λυρισμό. Και φυσικά, η ευθύβολη οξυδερκής γραφή της Ντραμπλ και το πικρό, στα όρια του κυνισμού, χιούμορ της που, παρά τους χαμηλούς τόνους του μυθιστορήματος, σε κάνει να αμφισβητήσεις αρκετά δεδομένα, να αναρωτηθείς για το τι σημαίνει το νόημα της ζωής και πού τελικά βρίσκεται. Ίσως όχι σε ό,τι μάθαμε, για να παραφράσω λίγο τον Ντύλαν Τόμας.




Σύμφωνα με ομολογία της Μάργκαρετ Ντραμπλ, το βιβλίο βασίζεται στην πραγματική ιστορίας μίας φίλης της, στην οποία κι έδωσε το χειρόγραφο του "Μωρού" όταν το ολοκλήρωσε. Πήρε την συγκατάθεσή της για την έκδοσή του κι έτσι κυκλοφόρησε. Στην ελληνική έκδοση, οι αναλυτικές κι εμπεριστατωμένες σημειώσεις της μεταφράστριας στις τελευταίες σελίδες εντείνουν αυτή την αίσθηση που συνδέει την αφήγηση με την πραγματικότητα.
Το "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι" είναι, εντέλει, ένα μυθιστόρημα που σε αγγίζει με την οξυδέρκεια και την αμεσότητά του και καταφέρνει να διατηρήσει την πίστη σου στην ζωή. Και την καλή λογοτεχνία






Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι φωτογραφία από βίντεο εγκατάσταση της Rachel Rose ενώ η δεύτερη εγκατάσταση είναι το  "Variation on Principle of Being"  της Camille Henrot.  // "Ό,τι δεν μάθαμε ποτέ, το πιο ασφαλές στον κόσμο αυτό" από το ποίημα "Υπήρξε άραγε εποχή" του Ντύλαν Τόμας.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016











In Another Mode



The bonfire places on the field of afternoon
the horns of a maddened deer.
All the valley stretches out. The little wind
is prancing on its ridges.

The air turns crystal under the smoke.
-A cat's eye, sad and yellow -.
I, in my eye, walk through the boughs.
The boughs walk through the river.

They come to me, my essential things.
They are refrains of refrains.
Here in the reeds in the late afternoon,
how strange to be named Federico!



*

De otro modo


La hoguera pone al campo de la tarde,
unas astas de ciervo enfurecido.
Todo el valle se tiende. Por sus lomos,
caracolea el vientecillo.

El aire cristaliza bajo el humo.
?Ojo de gato triste y amarillo?.
Yo en mis ojos, paseo por las ramas.
Las ramas se pasean por el río.

Llegan mis cosas esenciales.
Son estribillos de estribillos.
Entre los juncos y la baja tarde,
¡qué raro que me llame Federico!









Σημείωση: Η απόδοση του ποιήματος στα αγγλικά είναι του Lysander Kemp. Ο καταληκτικός στίχος αποτελεί τον τίτλο του πιο πρόσφατου και τελευταίου ντοκιμαντέρ του Ettore Scola όπου αφηγείται την ζωή του Ιταλού σκηνοθέτη Federico Fellini μέσα από το πρίσμα της φιλίας των δύο δημιουργών. 

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015









New Year's Eve



“Hope
  Smiles from the threshold
  of the year to come,
Whispering 'it will be happier'...”




Alfred Lord Tennyson








Σημείωση: Τα όχι και τόσο αθώα χερουβίμ είναι του Agostino Carracci.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015








Merry 




Christmas! 








Σημειώση: Η ζωγραφιά, που αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο, είναι παιδική χειροτεχνία με πολύχρωμες δακτυλομπογιές. Στην αφιέρωση αναφέρει: "Ας είναι οι μέρες σας ευτυχισμένες και φωτεινές.  Καλές Γιορτές!" 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015








The Journey

Of The Magi




  'A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.'
And the camels galled, sorefooted, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
and running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.

Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kiking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arriving at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you might say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly
We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.



*

Το Ταξίδι
Των Μάγων

«Μας έκανε φοβερή παγωνιά,
Ακριβώς η χειρότερη εποχή του έτους
Για ταξίδι, και μάλιστα ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι:
Τα μονοπάτια βαθιά και ο καιρός δριμύς
Μέσα στην καρδιά του χειμώνα».
Κι οι καμήλες γδαρμένες, με πόδια πληγιασμένα, πεισματάρες
Πλαγιάζοντας πάνω στο χιόνι που έλειωνε.
Έρχονταν στιγμές που μετανοούσαμε
Για τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τις ταράτσες,
Και τις γλυκές κοπέλες που έφερναν σερμπέτια.
Κ’ ύστερα οι καμηλιέρηδες βρίζοντας και γκρινιάζοντας
Και τρέχοντας μακριά, και ζητώντας το γλυκό πιοτό τους και γυναίκες
Κ' οι φωτιές της νύχτας που έσβηναν, κι ούτε ένα αποκούμπι,
Κ' οι πολιτείες εχθρικές κι οι πολίχνες αφιλόξενες
Και τα χωριά βρωμερά ζητώντας ακριβές τιμές:
Μας βρήκαν δυσκολίες πολλές.
Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη νύχτα,
Παίρνοντας στα κλεφτά έναν ύπνο,
Με τις φωνές που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μας λέγοντας
Πως όλα αυτά ήταν μια τρέλα.

Κι ύστερα την αυγή φτάσαμε σε μια εύκρατη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη χιονογραμμή, που μύριζε βλάστηση·
Με τρεχούμενα νερά κι ένα νερόμυλο χτυπώντας το σκοτάδι
Και τρία δέντρα πάνω στο χαμηλό ουρανό
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο κάλπαζε μακριά στο λιβάδι·
Κ' ύστερα φτάσαμε σ’ ένα καπηλειό μ’ αμπελόφυλλα πάνω απ’ τ’ ανώφλι,
Έξι χέρια σε μια πόρτα ανοιχτή παίζοντας ζάρια μ’ ασημένια νομίσματα,
Και πόδια κλωτσώντας τους άδειους ασκούς του κρασιού.
Όμως δεν υπήρχε καμμιά είδηση, κι έτσι συνεχίσαμε
Και φτάσαμε κατά το δειλινό, ούτε στιγμή νωρίτερα
Βρίσκοντας το μέρος· ήταν (θα ’ λεγες) ικανοποιητικό.

Όλα ετούτα έγιναν πριν από πολύν καιρό, θυμάμαι.
Και πάλι θε να τ’ αποφάσιζα, όμως σημείωσε
Αυτό σημείωσε 
Αυτό: κάναμε τόσο δρόμο για Γέννηση ή για Θάνατο; Ασφαλώς, υπήρξε μια γέννηση,
Είχαμε αποδείξεις, δεν χωρούσε αμφιβολία. Είχα δει γεννήσεις και θανάτους
Είχα νομίσει όμως πώς ήσαν διαφορετικοί· η Γέννηση αυτή
Ήταν σκληρή και πικρή αγωνία για μας, όπως ο Θάνατος, ο δικός μας θάνατος.
Ξαναγυρίσαμε στον τόπο μας, σ’ αυτά τα Βασίλεια,
Όμως δε νιώθουμε άνετα πια εδώ, με τις παλιές εντολές,
Μ’ έναν ξένο λαό που κρατάει γερά τους θεούς του.
Θα ήμουν ευχαριστημένος μ’ έναν αλλιώτικο θάνατο.










Σημείωση: Λέγεται πως τούτος ο δραματικός μονόλογος εκφράζει ουσιαστικά την δύσκολη πορεία του ποιητή προς τον χριστιανισμό και τον προσηλυτισμό του, εντέλει, στην αγγλικανική εκκλησία. Η πιο πάνω μετάφραση ανήκει στον Κλείτο Κύρου. Διαβάστε εδώ την μετάφραση του Βασίλη Πολύζου. Και ακούστε εδώ τον Δημήτρη Χορν να απαγγέλει μία τρίτη, διαφορετική, απόδοση του ποιήματος, αγνώστου μεταφραστή.