Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019









“History is...






...that certainty produced at the point where 
the imperfections of memory 
meet the inadequacies of documentation.” 



Julian Barnes







Σημείωση: Το εικαστικό είναι από την σειρά Ηρωικά αναστάσιμα (2018) του Χρήστου Μποκόρου, και πρόκειται για λεπτομέρεια από ένα τετράπτυχο αφιερωμένο στην Έξοδο του Μεσολογγίου. 

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019










Dot to Definition






Συνήθως κρίνουμε ένα βιβλίο και από το εξώφυλλό του – είναι η πρώτη εντύπωση που δίνει για το μυθιστόρημα που ακολουθεί γι'αυτό τις περισσότερες φορές αυτά τα δύο αλληλο-νοηματοδοντούνται. Όχι όμως πάντοτε. Η περίπτωση του "Καμένες Σκιές" (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης – Πατάκης, 2014)  είναι ένα ένα τέτοιο παράδειγμα – η εικόνα του εξωφύλλου του σε προϊδεάζει για το εντελώς αντίθετο περιεχόμενο από αυτό που στην πραγματικότητα η Πακιστανο-Βρετανή Kamila Shamsie έγραψε: ένα συναρπαστικό και φιλόδοξο ιστορικό μυθιστόρημα που δίνει αρκετή τροφή για σκέψη. 

Αύγουστος 1945 – ο Β΄ΠΠ μαίνεται ακάθεκτος με την Ιαπωνία στο πλευρό του Άξονα. Η είκοσι ενός χρονών Χιρόκο Τανάκα διδάσκει σε σχολείο του Ναγκασάκι ενώ παράλληλα μεταφράζει για τον Κόνραντ Βάις, αξιωματικό των Γερμανών. Σταδιακά, μεταξύ τους θα δημιουργηθεί μία σχέση. Καταδικαστέα από τους κατοίκους της πόλης γι' αυτό θα την "διορίσουν" εργάτρια στο τοπικό εργοστάσιο πυρομαχικών. Ως, επίσης, κόρη προδότη –ο πατέρας της, εικονοκλάστης καλλιτέχνης, είχε κλονιστεί πνευματικά λόγω του πολέμου και κατά διαστήματα ξεσπούσε εναντίον του αυτοκράτορα και του στρατού– θα υποστεί την  κοινωνική απομόνωση χωρίς ωστόσο να διακόψει την σχέση της με τον Κόνραντ. Αυτό θα συμβεί με την πτώση της ατομικής βόμβας – το πρωί της 9ης Αυγούστου, βγαίνει στην βεράντα της για να απολαύσει τη θέα της πλαγιάς απέναντι. Ο Κόνραντ μόλις έχει φύγει. Εκείνη ονειροπολεί για την κοινή τους ζωή "...όταν προσέχει ένα κενό ανάμεσα στα σύννεφα. Από μέσα ξεχύνεται το φως του ήλιου απομακρύνοντας περισσότερο τα σύννεφα μεταξύ τους." Σε χιλιοστά του δευτερολέπτου ο κόσμος γίνεται λευκός. 





Η Χιρόκο θα επιζήσει φέροντας στην πλάτη της, μόνιμο ενθύμιο, το ντεσέν του κιμονό που φορούσε – τρεις ιπτάμενους μαύρους γερανούς. Στο δεύτερο κεφάλαιο, την βρίσκουμε δύο χρόνια μετά να επισκέπτεται την ετεροθαλή αδερφή του Κόνραντ στο Νέο Δελχί. Είναι 1947 και παντού ξεσπούν ταραχές λόγω της επικείμενης ανεξαρτησίας της Ινδίας από την βρετανική κυριαρχία. Ωστόσο, στο σπίτι της Ελίζαμπεθ/Ίλζε και του Τζέιμς Μπάρτον επικρατεί η συνήθης γαλήνη της αγγλικής αριστοκρατίας. Το ζευγάρι θα την υποδεχτεί με την σχετική επιφύλαξη αλλά στην συνέχεια η Χιρόκο θα γίνει η έμπιστη φίλη της Ίλζε. Στο σπίτι τους θα γνωρίσει τον Ινδό ακόλουθο του Τζέιμς – της κάνει εντύπωση το όμορφο παρουσιαστικό του και η γνώση των αγγλικών που μιλά. Ο Σαζάντ, με τη σειρά του, θα προσφερθεί να της διδάξει ουρντού. Οι δύο ξένοι θα ερωτευθούν και μετά από λίγο θα παντρευτούν. Μαζί θα βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη για να αποφύγουν τις βίαιες αναταραχές στο Δελχί – η Χιρόκο ως ξένη και ως μουσουλμάνα (μετά το γάμο της) θα ήταν κόκκινο πανί για τους φανατικούς ινδουιστές. Θα επιστρέψουν αναγκαστικά στο νέο κράτος του Πακιστάν.  Στο Καράτσι η Χιρόκο θα ενσωματωθεί άψογα στην τοπική κοινωνία ως δασκάλα και ο Σαζάντ (που νοσταλγεί διαρκώς το Παλαιό Δελχί) θα εργαστεί ως διευθυντής σε σαπωνοποιία. Εκεί, θα γεννηθεί ο γιος τους. Αν και άριστος μαθητής και υποψήφιος φοιτητής της Νομικής, ο Ράζα δεν θα τα καταφέρει στις εξετάσεις, λόγω άγχους, και η ζωή του θα πάρει μια επικίνδυνη τροπή όταν θα προσπαθήσει να αγοράσει ένα μοντέρνο ραδιόφωνο για τον πατέρα του και καταλήγει σε στρατόπεδο εκπαίδευσης Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν ακολουθώντας τον Αμπντουλάχ, ένα Αφγανόπουλο που γίνεται αδελφικός του φίλος. Το τρίτο κεφάλαιο τελειώνει με τον Σαζάντ να ψάχνει επίμονα τον εξαφανισμένο Ράζα στην ψαραγορά – το τελευταίο μέρος που είχαν πάει με τον Χάρι Μπάρτον, τον γιο της Ίλζε και του Τζέημς, ανιψιό του Κόνραντ. 

Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Ράζα είναι σχεδόν τριάντα επτά χρόνων και βρίσκεται σε αποστολή στο Αφγανιστάν ως διερμηνέας του Χάρι που εργάζεται μυστικά για την CIA. H Χιρόκο, από τον φόβο των πυρηνικών δοκιμών μεταξύ των ανταγωνιστών Πακιστάν και Ινδίας, φεύγει μόνη της για την Νέα Υόρκη. Ο πρώτος άνθρωπος που θα συναντήσει εκεί είναι ο Αμπντουλάχ – ο ταξιτζής που θα την μεταφέρει στο διαμέρισμα της Ίλζε όπου οι δύο φίλες θα συγκατοικήσουν μαζί με την εγγονή της δεύτερης, Κιμ.  Είναι 2001, η περίοδος αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους, και  οι συνθήκες για τους Μουσουλμάνους της Αμερικής είναι άκρως επικίνδυνες. Όπως ακριβώς και για τους Αμερικανούς στην άλλη μεριά της υδρογείου όπου η υποστήριξη των Μουτζαχεντίν από την CIA έχει γυρίσει μπούμερανγκ μετά την απόσυρση των ρωσικών στρατευμάτων. 




Γεννημένη το 1973 στο Καράτσι, η Κάμιλα Σάμσι έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα όσο ακόμη ήταν φοιτήτρια και με αυτό απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στο Πακιστάν. Το "Καμένες Σκιές" είναι το πέμπτο κι εκτός από τις θερμές κριτικές που απέσπασε στην Βρετανία, όπου η συγγραφέας ήδη ζει, έφτασε μέχρι την βραχεία λίστα του έγκριτου Orange Prize for Fiction (το οποίο εντέλει απέσπασε το 2018 με το επόμενο βιβλίο της). Όπως  σε όλα της τα βιβλία έτσι κι εδώ, ασχολείται με την επιρροή της θρησκείας και της πολιτικής στην καθημερινότητα αλλά και την προσωπική ζωή των ανθρώπων εστιάζοντας περισσότερο στις γκρίζες ζώνες τους: τις καταστάσεις όπου αυτά συγκρούνται. 

Λόγω καταγωγής και θεματολογίας η Σάμσι κατατάσσεται μαζί με τους σύγχρονούς της Nadeem Aslam και Mohsin Hamid στο νέο κύμα πακιστανών συγγραφέων. Εκείνο που  την διαφοροποιεί, ωστόσο, είναι η ευρύτητα της οπτικής της και η ευελιξία στην εναλλαγή τόπων, χρόνου και χαρακτήρων – το "Καμένες Σκιές" διαδραματίζεται σε πέντε κράτη και σε τρεις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Όπως και το ότι συνομιλεί άνετα με αρκετούς προγενέστερους συγγραφείς – οι σκηνές στο στρατόπεδο των Μουτζαχεντίν, όπως κι εκείνες με την κινητικότητα των αμερικανών πρακτόρων στο Αφγανιστάν-Πακιστάν, μου θύμησαν τις αντίστοιχες του Τζον λε Καρρέ στο "Μικρή Τυμπανίστρια"· οι περιγραφές ειδυλλιακών σκηνικών μοιάζουν βγαλμένες από το Χάουαρντς Έντ του Ε.Μ. Φόστερ ενώ οι πνευματώδεις διάλογοι μου έφεραν στο νου εκείνους της Τζέιν Ώστεν. Υπάρχει επίσης διάχυτη μία αίσθηση λεπτότητας και πνεύματος του Κίπλινγκ, και σκιές τρυφερότητας με το ύφος του Michael Ondaatje – ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Σάμσι. Γι'αυτό, υποθέτω σαν φόρο τιμής, η συγγραφέας ονόμασε το τέταρτο κεφάλαιο με μία πρόταση δανεική από τον Άγγλο Ασθενή: "Η απαιτούμενη ταχύτητα για την αντικατάσταση της απώλειας".



Εκτός από περιπέτεια και  πολιτικο-θρησκευτικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις,  το "Καμένες Σκιές" είναι και μία ιστορία αφοσίωσης και προδοσίας, ενοχής κι εξιλέωσης· ένα χρονικό απώλειας και της ιδιότητας τού να είσαι  ο ξένος. Σε ένα τόσο πολυδιάστατο μυθιστόρημα, συνεπώς, δεν λείπουν και οι ατέλειες. Σε ορισμένα σημεία υπάρχουν ασυμφωνίες στην πλοκή που σε κάνουν να αναρωτιέσαι  για το πού, πχ, βρίσκονται τώρα οι ήρωες ή πώς εισάγεται το Αφγανιστάν στην αφήγηση. Υπάρχουν επίσης κάποιες, ίσως, υπερβολές  ενώ  στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο ρυθμός είναι ελαφρώς ασταθής και η γραφή σεναριακή. Θα ήθελα να ήταν περισσότερο στοχαστικό με την σαγηνευτική λυρικότητα του Άγγλου Ασθενή, κάτι τέτοιο όμως θα αναιρούσε την ψυχοσύνθεση της Χιρόκο. Άλλωστε, η Σάμσι  έχει ήδη το δικό της χαρακτηριστικό ύφος -  το βιβλίο είναι προσεκτικά δουλεμένο και προβάλλει μια δυναμική ομορφιά, υπάρχει σφιχτή συνοχή  της γλώσσας και ισορροπημένη αλληλουχία των γεγονότων ενώ η αφήγηση ξετυλίγεται  με σταθερό ρυθμό που εντείνει την αγωνία. Την περιέργεια, στην δική μου περίπτωση, για το παρακάτω καθώς οι ανατροπές είναι αρκετές και διαλύουν κάθε βεβαιότητα για την εξέλιξη της πλοκής. 

Χωρίς αμφιβολία, η Σάμσι γράφει με σαφήνεια και ευγλωττία για καυτά θέματα – τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, τον εθνικισμό, τις περίπλοκες σχέσεις Ανατολής και Δύσης. Μας συστήνει εκ νέου την αποικιοκρατία και αποκαλύπτει αθέατες λεπτομέρειές της με οξυδέρκεια – τις γλωσσικές, πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές επιδράσεις που ασκήθηκαν στις αποικισμένες κοινωνίες και οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν το παρόν των ανθρώπων τόσες δεκαετίες μετά· δείχνει τον ορισμό του Ισλάμ και φωτίζει με ευαισθησία τις διαπολιτισμικές σχέσεις και τις μικρές, μα σημαντικές, ανθρώπινες εξαιρέσεις του μαζικού θρησκευτικού ρατσισμού. Επισημαίνει (πιστεύω εσκεμμένα) ακόμη και την έλλειψη πολιτικής ταυτότητας των μιλλένιαλς, και την απαράδεκτα αποστασιοποιημένη συμπεριφορά τους  – η Κιμ στρέφεται εναντίον της οικογένειας της Χιρόκο με ιδιοτέλεια, φυλετικά κριτήρια και ενστικτώδη ανοησία.  Είναι η τελευταία πράξη του μυθιστορήματος και μ' αυτή η συγγραφέας μάς γυρνά στο αρχικό ερώτημα του προλόγου, όταν ένας αγνώστου ταυτότητας άνδρας βρίσκεται σε κελί του Γκουαντάναμο κι ετοιμάζεται να φορέσει την πορτοκαλί φόρμα. Στην θέα της ψυχρής λάμψης ενός ατσάλινου πάγκου παραδίπλα ο άνδρας ανατριχιάζει κι αναρωτιέται: "Πώς κατέληξαν έτσι τα πράγματα;"



Η Χιρόκο είναι μία εμβληματική φιγούρα της σύγχρονης πεζογραφίας – σε όλο το μυθιστόρημα μαθαίνει να προσαρμόζεται στις αλλαγές ώστε να ενσωματώνεται ομαλά, κάθε φορά, στο ξένο μέρος όπου οι καταστάσεις την υποχρεώνουν να ζήσει χωρίς ποτέ να απολέσει την αίσθηση του εαυτού και την αυτοκυριαρχία της. Ωστόσο, το μυθιστόρημα είναι ουσιαστικά η ιστορία δύο οικογενειών –των Τανάκα-Ασράφ και Βάις-Μπάρτον– και του πώς οι ζωές τους εμπλέκονται με την σύγχρονη Ιστορία στις πιο καθοριστικές στιγμές της: τη ρίψη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι, τον Διχασμό της Ινδίας, τις πυρηνικές δομικές στο Πακιστάν, την σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ενώνοντας αριστοτεχνικά αυτά τα σημεία, η Σάμσι ερμηνεύει το δυσεπίλυτο παρόν. 










Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι το Δάπεδο Cosmati - ένα πρώιμο μεσαιωνικό μωσαϊκό στο πάτωμα της Αγίας Τράπεζας στο Αββαείο του Ουέστμίνστερ που χρονολογείται από το 1268. Το πρώτο εικαστικό ανήκει στην πακιστανή ζωγράφο, ακαδημαϊκό και ακτιβίστρια Salima Hashmi ενώ το  Flying Rug (2009) είναι μία εγκατάσταση του, επίσης πακιστανού, σύγχρονου εικαστικού Adbullah Syed. Η επόμενη στη σειρά φωτογραφία είναι ενός πραγματικού θύματος της ατομικής βόμβας που επιβίωσε με μερικά μόνο εγκαύματα. Χιλιάδες άλλα θύματα υπέφεραν από βαθιά εγκαύματα ενώ άλλοι  "απλώς" εξαερώθηκαν στο λεπτό. Στο τέλος, η φωτογραφία της συγγραφέως αντλήθηκε από τον Guardian. 

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019











"Στο Βερολίνο, 






... ο Σίνκελ αγωνίστηκε για να πραγματοποιήσει το όραμά του, η Κόλλβιτς πάλεψε για να δώσει σχήμα στους φόβους της, ο Ίσεργουντ –που ζούσε με τον βασικό παραδίδοντας μαθήματα κατ' οίκον– ξαναδούλεψε την πραγματικότητα, και ο Μπόουι έκανε το δικό του ταξίδι από την εξάρτηση στην ανεξαρτησία, από την παράνοια της δημοσιότητας σε έναν ριζοσπαστικό, αποκαλυπτικό αγγελιοφόρο που μας είπε, όλους εμάς τους πλαδαρούς τύπους, όλους τους τιποτένιους που είχαμε ονειρευτεί έναν νέο κόσμο ίσων, ότι ήμασταν όμορφοι, ότι μπορούσαμε να είμαστε ο εαυτός μας."









Σημείωση: Η φωτογραφία αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο και η σελίδα που εικονίζεται  πιθανώς να είναι από το Hero: David Bowie της αγγλίδας δημοσιογράφου Lesley-Ann Jones.

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2018








Waiting for

Time Anew




“What did Time smell like? Like dust and clocks and people. And if you wondered what Time sounded like, it sounded like water running in a dark cave and voices crying and dirt dropping down upon hollow box lids, and rain. And, going further, what did Time look like? Time looked like snow dropping silently into a black room or it looked like a silent film in an ancient theater."

              
                                                                                        Ray Bradbury








Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2018









How do we know where

we ourselves begin or end?




Τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά της την είχαν καθιερώσει στην αναγνωστική μου συνείδηση ως μία εξαιρετική συγγραφέα που γνωρίζει να ερευνά σε βάθος και με ένταση το θέμα της. Στο "Δάσος Σκοτεινό" (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδου – Μεταίχμιο, 2018), το τρίτο μυθιστόρημα της Nicole Krauss που εκδίδεται στα ελληνικά, η συγγραφέας προχωρά σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος και με, επίσης, μεγαλύτερη ένταση στην εξερεύνηση των προσωπικών ρωγμών, των οικογενειακών πλαισίων και των θρησκευτικών επιβολών. Καταλύτης όλων, η λειτουργία της συγγραφής. 

Δύο είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Η Νικόλ, μία συγγραφέας στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της που περνά την κρίση της μέσης ηλικίας σε πολλά πεδία –στην συζυγική συμβίωση, στον ρόλο της ως μητέρα και την συγγραφική της συνέχεια. Και ο Τζούλιους Έπστιν – ένας 68χρονος μεγαλοδικηγόρος του Μανχάταν που νιώθει μία υφέρπουσα υπαρξιακή ανησυχία την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει και η οποία παίρνει τεράστιες διαστάσεις μετά τον διαδοχικό θάνατο των γονιών του. Ανίκανοι να βρουν την οποιαδήποτε ισορροπία ή παρηγοριά στις συνήθεις ασχολίες τους –έρωτα, συσσώρευση πλούτου και εξουσίας, συγγραφή– οι δύο πρωταγωνιστές  παρατούν τα πάντα πίσω τους και κατευθύνονται, με έναν ενστικτώδη και ψυχαναγκαστικό τρόπο, στο Χίλτον του Τελ Αβίβ μιας και το ξενοδοχείο έχει καίρια σημασία για την ζωή και των δύο. 

Στην συνέχεια, ο καθένας τους θα βρεθεί χωρίς να το θέλει υπό την προστασία θλιβερών κι επίμονων μεντόρων που τους υπόσχονται να τους μεταφέρουν σε υψηλότερα πνευματικά επίπεδα. Από τη μια, ο ραββίνος Κλάουσνερ προσπαθεί να πείσει τον Έπστιν  ότι είναι απόγονος του βασιλιά Δαβίδ και να τον μυήσει στον εβραϊκό μυστικισμό. Από την άλλη, ο Ελιέζερ Φρίντμαν, ένας συνταξιούχος καθηγητής λογοτεχνίας που ίσως έχει δεσμούς με την Μοσάντ, εμπιστεύεται στην Νικόλ –μάλλον, της επιβάλλει με την επιμονή του– το μεγαλόπνοο σχέδιό του: η διαπρεπής συγγραφέας να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στα ανέκδοτα γραπτά του Φραντς Κάφκα και να γίνει έτσι η λογοτεχνική κληρονόμος του. 





Οι δύο ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα στην αφήγηση, με κεφάλαια που εναλλάσσονται. Στη μία, ο Τζούλιους Έπστιν αφού εγκαταλείψει το Χίλτον, θα μείνει αναγκαστικά στον ξενώνα του ραββίνου Κλάουσνερ. Όταν ξεφεύγει από εκεί, νοικιάζει ένα άθλιο μικρό διαμέρισμα και προσπαθεί να επανεξετάσει τα πράγματα ενώ παράλληλα, αναλαμβάνει την παραγωγή μίας κινηματογραφικής ταινίας με θέμα τον βασιλιά Δαβίδ. Στην άλλη, η Νικόλ ακολουθεί τον καθηγητή Φρίντμαν: στην αρχή να παίρνει τα χειρόγραφα του τσέχου συγγραφέα από τα χέρια της κόρης της ερωμένης του και μετά να κατευθύνεται προς μία αδιευκρίνιστη συνάντηση. 

Οι δύο πρωταγωνιστές, ωστόσο, δεν συναντιούνται κι αυτό είναι εντελώς συμπτωματικό σε ένα μυθιστόρημα όπου το καθετί έχει το αντίστοιχό του στην σημειολογία του εβραϊσμού και τις μεταφυσικές ανησυχίες που εκφράζει. Με την έννοια αυτή, τ"Δάσος Σκοτεινό" είναι μία περιήγηση στις εβραϊκές δοξασίες. Και στην εβραϊκή πνευματική και λογοτεχνική σκηνή, επίσης – από την περιπλάνηση των αρχαίων Ισραηλιτών στην έρημο έως τα πολυσύμπαντα του Ντεκάρτ, τον Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον Σπινόζα και την ερημωμένη ιδιοκτησία του Φραντς Κάφκα. Ο οποίος Κάφκα εντέλει αναδεικνύεται ένας άτυπος πρωταγωνιστής του βιβλίου καθώς είναι κομβικό θέμα της αφηγήτριας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις πληροφορίες του καθηγητή, ο Κάφκα δεν πέθανε στην Πράγα το 1924 και δεν έχει ενταφιαστεί εκεί αλλά αυτό ήταν το πρόσχημα για να δραπετεύσει από το σπίτι των γονιών του και να μεταφερθεί μυστικά στην  (υπό Βρετανική Εντολή) Παλαιστίνη. Αυτή είναι μία παραδοσιακή μεν, ξεπερασμένη δε άποψη των Εβραίων που θέλει τον Κάφκα να είναι ένας δυστυχής υπαλληλίσκος που περνούσε τις μέρες του σφραγίζοντας και προωθώντας έγγραφα ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να γράφει. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κάφκα ήταν ένας ανώτερος υπάλληλος και κάποιοι μελετητές τον περιγράφουν ακόμη και ως αρχι-γραφειοκράτη ερωτευμένο με τον γραφειοκρατικό μηχανισμό και όχι μία χαμένη ψυχή σε αναζήτηση καταφυγίου, φυσικού ή μεταφυσικού.  Πίσω στο μυθιστόρημα, ο καθηγητής  πληροφορεί την Νικόλ πως ο Κάφκα έζησε στην Παλαιστίνη με το ψευδώνυμο Άνσελ Πέλεγκ ως κηπουρός σε ένα κιμπούτζ· αργότερα μετακόμισε στο Τελ Αβίβ και κατόπιν στην έρημο όπου πέθανε ήσυχα το 1956. Τέλος της εξηγεί  ότι η Παλαιστίνη ήταν το μόνο μέρος που ήταν "unreal όσο η λογοτεχνία", κι έτσι βόλευε τον Κάφκα ο οποίος ένιωθε ότι υπήρχε μόνο μέσα στην unreality της λογοτεχνίας.  





H αμφισβήτηση των ορίων της μυθιστορηματικής αφήγησης είναι η επίμονη αναμέτρηση της Νικόλ με τον εαυτό της.  Έχοντας συνειδητοποιήσει τις ρεαλιστικές διαστάσεις της "δύναμης του έρωτα" και της "αξιοπιστίας της αφήγησης" προσπαθεί να αντικαταστήσει αυτή την αίσθηση  της απομάγευσης θολώνοντας τα όρια μεταξύ αφήγησης και πραγματικότητας – σε όλο το κείμενο υπάρχουν διάσπαρτα αληθινές καταστάσεις της ζωής της Κράους: από το όνομα της πρωταγωνίστριας έως τα συζυγικά προβλήματα, την διάσταση και το διαζύγιό της, και το συγγραφικό μπλοκ – το "Δάσος..." είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει η Κράους σε επτά χρόνια. Η συγγραφέας βέβαια υποστηρίζει σε συνέντευξή της ότι η Νικόλ δεν είναι αυτή. Ακόμη και ο δεικτικός τίτλος του βιβλίου, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί, βασίζεται σε στίχους του Δάντη, όπως η ίδια διευκρινίζει στην τελευταία σελίδα της έκδοσης. Ωστόσο, ακόμη κι εκεί, τα όρια μεταξύ ρεαλιστικής γραφής και πραγματικότητας παραμένουν δυσδιάκριτα. Γι' αυτό δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα αν πρόκειται για ένα αυτοαναφορικό βιβλίο ή σκέτη μυθοπλασία.

Οι εμμονές και οι φόβοι. Η έλλειψη, η μοναξιά, το ανεκπλήρωτο και ο θάνατος – μερικά από τα γνώριμα θέματά της Κράους είναι κι εδώ παρόντα. Ωστόσο, αυτή τη φορά, το μυθιστόρημα είναι εντυπωσιακά εσωστρεφές κυρίως λόγω της ενδοσκόπησης των δύο πρωταγωνιστών και της ριζικής τους αμφισβήτησης των πάντων. Η Νικόλ αμφισβητεί την λειτουργία και τους κανόνες της συγγραφής και τον εαυτό της ταυτόχρονα – μετά από μια περιπέτεια με τον ισραηλινό στρατό, καταλήγει στο ερημωμένο σπίτι του Κάφκα όπου ξεκινά να γράφει κάτω από άθλιες συνθήκες και άρρωστη ενώ μετά από ένα αδιευκρίνιστο διάστημα, και ούσα σε άσχημη κατάσταση, επιστρέφει στην οικογένεια και τα παιδιά της. Και ο  Έπστιν, τα φυσικά όρια του κόσμου του – χωρίζει την σύζυγό του, χαρίζει πολύτιμα αντικείμενα σε φίλους, σκέφτεται διάφορα σχέδια για να εξανεμίσει την περιουσία του, είναι ένα βήμα πριν την γενναία χρηματοδότηση ενός τεραστίων διαστάσεων άγαλμα, χρηματοδοτεί την δημιουργία ενός δάσους σε μια άγονη βουνοπλαγιά στην έρημο κι ενώ συμμετέχει στην παραγωγή μίας ταινίας χάνεται στην συνειδησιακή του αναζήτηση φορώντας το στέμμα του κινηματογραφικού κοστουμιού του Δαβίδ. 




Η Νικόλ Κράους παραμένει μία συγγραφέας που δεν σου δίνεται εύκολα, με μία ανάγνωση.  Αυτό ισχύει και στο "Δάσος Σκοτεινό" – μία μεταμυθοπλασία που δίνει το στίγμα της συγγραφικής και στοχαστικής δεινότητάς της καθώς σε τούτο το μυθιστόρημα ερευνά πεδία βαθύτερης εννοιολογικής σημασίας με την επιδεξιότητα και την ευφυΐα ενός Μαγκρίτ. Αξιέπαινη προσπάθεια. Ωστόσο θα ήθελα να έχει κάτι από τους καταλύτες των προηγούμενων έργων της – θέρμη, τρυφερότητα και χιούμορ.










Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος του αμερικανού Forrest Gander από την πρόσφατη ποιητική συλλογή του. Το πρώτο εικαστικό είναι ένα Άτιτλο (Μέρος 1/7) της Bridget Riley ενώ το δεύτερο μία προσωπογραφία του Franz Kafka από τον Andy Warhol. Ακολουθεί το Εν Λευκώ  του René Magritte. Η φωτογραφία της συγγραφέως από το Granta. 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018










 Ετούτες τις γιορτές...






Κρατήστε σαν φυλαχτό κάθε τι που δίνει χαρά 
σε σας και τους γύρω σας·
Κάθε αγαπημένη φιλία 
που σας μεταδίδει τις γεύσεις και
την πληρότητα ενός χριστουγεννιάτικου δείπνου. 

·

Καλά Χριστούγεννα! 










Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018








Ο χρήσιμος 

ελεύθερος χρόνος

κι ένα ψάρι






Ο "ελεύθερος χρόνος", το "ελεύθερο παιχνίδι" και η "εξερεύνηση" ακούγονται, και πρέπει να είναι, τρομακτικά για τους γονείς. Όπως, επίσης, και ο γονεϊκός τους ρόλος. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το πόσα βιβλία "χρήσιμης/πρακτικής"  θεματολογίας υπάρχουν στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Παρατηρώ εδώ και καιρό πως το κάθε ένα από αυτά ανταποκρίνεται σε πολύ συγκεκριμένες ανάγκες τους που έχουν να κάνουν με το μεγάλωμα των παιδιών: βιβλία για να φάει το παιδί το φαγητό του, για να πλένει τα χέρια και το σώμα του, για το νεογέννητο αδελφάκι, για την πρώτη μέρα στο σχολείο, για το πόσο μεγάλη είναι η αγάπη της μαμάς, κ.λπ. Όλα έχουν τις αντίστοιχες πολύχρωμες εικόνες και όμορφα λόγια, και είναι πράγματι χρήσιμα διότι, καταρχάς, συνδέουν τους νεαρούς αναγνώστες με τον γύρω κόσμο τους. Όσο βολικά, όμως, κι αν είναι τα συγκεκριμένα βιβλία για τους γονείς πόσο συμβατά είναι με την ανάπτυξη των ενδιαφερόντων των παιδιών και της περιέργειάς τους; Πόσο κατάλληλα είναι, εντέλει, για την καλλιέργεια της φαντασίας, της γλώσσας και του πνεύματος του παιδιού; 

Μία απάντηση βρίσκεται σε ένα παιδικό βιβλίο που δεν έχει καθόλου την ωφελιμιστική ή διδακτική γνώση που συναντούμε σε αρκετά του είδους. Εμπεριέχει, όμως, αρκετά περιπετειώδη στοιχεία: αγωνία, φαντασία και υπέρβαση της πραγματικότητας· τεχνολογία, εφευρέσεις και μικρές σκανταλιές· πιθανά μυστικά, κακοποιούς και υπερδυνάμεις. Στο "Τελικά θα γράψουμε τεστ;" (Ψυχογιός, 2018) όλα αυτά, όπου ο Βασίλης και ο Αργύρης, βρίσκουν τρόπο να μάθουν εάν και πότε θα γράψουν το επόμενο τεστ – με το πρωτοποριακό τάμπλετ του αδελφού του Αργύρη μπαίνουν στο μυαλό της δασκάλας τους για να δουν τί σκέφτεται. Αυτό, όμως, που οι δύο φίλοι βλέπουν είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που περιμένουν από την κυρία Περσεφόνη, και όχι μόνο ξαφνιάζονται αλλά βρίσκονται να παρακολουθούν στενά μια ληστεία και να μην μπορούν να αντιδράσουν. 

Η εκφραστική εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια ζωνταντεύει διάφορες σκηνές της ιστορίας με τρόπο που διευκολύνει την ανάγνωσή της αν και το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, ούτως ή άλλως – το κείμενο δεν είναι μεγάλης έκτασης και έχει αρχή, μέση και τέλος· έξυπνους  διαλόγους και γλώσσα ρέουσα, αντίστοιχη της ηλικίας των παιδιών που απευθύνεται (περίπου 7-8 ετών), με σταθερό ρυθμό στην αφήγηση. Η πλοκή δημιουργεί αγωνία στους μικρούς αναγνώστες που διατηρείται μέχρι την τελευταία πρόταση η οποία είναι ερωτηματική. Και η οποία, ασφαλώς, μένει αναπάντητη. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το μικρό ετούτο βιβλίο της Ελένης Γεωργοστάθη έχει όλες τις αρετές, ακόμη και τις ανατροπές, ενός μυθιστορήματος για ενήλικες ενώ, παράλληλα, καλλιεργεί στους μικρούς αναγνώστες την αίσθηση της ανάγνωσης και την έξαψη της παρακάτω σελίδας. 



Μία δεύτερη απάντηση δίνει ένα βιβλίο της σύγχρονης γαλλικής παιδικής λογοτεχνίας. Στο  “Να ένα ποίημα που γιατρεύει ψάρια” (μτφρ. Αργυρώς Πιπίνη – Μικρή Σελήνη, 2018θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο) παρακολουθούμε τον μικρό Άρθουρ στην προσπάθειά του να διασκεδάσει την ανία του φίλου του - ενός κόκκινου ψαριού. Όταν ρωτά την μητέρα του τι να κάνει, εκείνη τον συμβουλεύει να πει στον φίλο του ένα ποίημα. Μα ο Άρθουρ δεν ξέρει τί είναι αυτό το ποίημα, ούτε που θα το βρει. Έτσι αρχίζει το ψάξιμο και η αναζήτηση μέσα στο σπίτι αλλά κι έξω, στην γειτονιά.

Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί μία  εισαγωγή στην ποίηση καθώς βοηθά τα μικρά παιδιά να κατανοήσουν την έννοια του ποιήματος, την πολιτιστική του δύναμη και  την διαδικασία  της σύνθεσης που προηγείται πριν το δουν τυπωμένο σε μια σελίδα. Με ενθουσίασε ο λυρικός κι ολιγόλογος τρόπος που ο γάλλος ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Jean-Pierre Siméon δίνει την ερμηνεία του ποιήματος – ένα μωσαϊκό με τις σκέψεις και τα βιώματα πολλών διαφορετικών ανθρώπων: ενός ρομαντικού ποδηλατά, μίας ρεαλίστριας φουρνάρισσας, ενός γηραιού μετανάσταση που ποτίζει με αφοσίωση τα ροδόδεντρά του, της μοντέρνας γιαγιάς του Άρθουρ και του παππού του που είναι ερασιτέχνης ποιητής. Ακόμη κι ενός εκφραστικού καναρινιού με το όνομα Αριστοφάνης. 

Όλο το κείμενο είναι τόσο γοητευτικό που ακόμη και οι ενήλικες, που θα το διαβάσουν στα πολύ μικρά παιδιά τους, θα μπουν στον πειρασμό να βάλουν την ιστορία σε εφαρμογή. (Το δοκίμασα και "λειτουργεί" απίστευτα όμορφα). Το βιβλίο έχει μια θεαματική ιμπρεσιονιστική εικονογράφηση  από τον Olivier Tallec και την φήμη ότι είναι  ο νέος “Μικρός Πρίγκιπας” – υπερβολικός χαρακτηρισμός, ωστόσο, η ιστοριούλα του μικρού που ψάχνει να βρει ένα ποίημα για τον φίλο του αποπνέει  μια εξίσου ονειρική αίσθηση απλότητας και σοφίας με το κλασικό κείμενο.



Καθώς έγραφα ετούτη την ανάρτηση σκεφτόμουν ένα αξίωμα που εμείς, οι μεγάλοι, το ξεχνούμε: όταν τα παιδιά εκτείθενται συνεχώς σε κάτι συγκεκριμένο, με λιμνάζον θέμα και στοχευμένα πρακτικό αποτέλεσμα, στο τέλος θα καταλήξουν, εντελώς εύλογα, να χάσουν τον ενθουσιασμό τους γι΄αυτό το κάτι. Κι εφόσον μιλάμε για το βιβλίο και την ανάγνωση, συνακόλουθα και μακροπρόθεσμα, αναφερόμαστε και στην γνώση/μάθηση και στην συνολική οντότητα του παιδιού. Γι' αυτό θεωρώ ζωτικής σημασίας τα "άχρηστα" βιβλία, εκείνα δλδ που δεν είναι εικονογραφημένες οδηγίες χρήσεως αλλά δίνουν τον χώρο –και την ευχαρίστηση– στα παιδιά να εξερευνήσουν τους εαυτούς τους, δλδ τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, τις αισθήσεις τους, τις δυνατότητές τους, τις επιλογές τους. Να εκφράσουν την ύπαρξή τους, με άλλα λόγια, να επικοινωνήσουν – να στοχαστούν, για παράδειγμα, και να γράψουν το δικό τους ποίημα· ή να σκεφτούν μία άλλη τροπή για την πιο πάνω ιστορία των δύο φίλων. 

Η πραγματική λογοτεχνία έχει αρκετά οφέλη, όχι όμως φανερά αμέσως. Και το πιο σημαντικό από αυτά συντίθεται σταδιακά κι εμφανίζεται ολοκληρωμένο σε βάθος χρόνου – η καλλιεργημένη και ισορροπημένη προσωπικότητα ενός ενηλίκου. Ο Nuccio Ordine το έχει θέσει σε ανώτερο επίπεδο κι ευρύτερη κλίμακα ωστόσο τα δύο πιο πάνω βιβλία (και τα παρόμοιά τους) βάζουν τις βάσεις γι' αυτό με έμπνευση, την αβίαστη παιδικότητά τους και τις απαραίτητες δόσεις χιούμορ και στοχαστικότητας. Είναι στην ουσία τους βιβλία που διαμορφώνουν πραγματικά ελεύθερα πνεύματα, δηλαδή, ανθρώπους.











Σημειώσεις: Το πορσελάνινο βάζο με την μορφή τσαλακωμένης χαρτοσακούλας (Crinkle Bag Porcelaine Vase) είναι δημιουργία του ιάπωνα κεραμίστα Makoto Komatsu. Οι δύο επόμενες εικόνες είναι από την εικονογράφηση των βιβλίων.