Δευτέρα 27 Απριλίου 2020











The Importance of Beauty






Μία από τις ηγετικές  φυσιογνωμίες του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, ο Wim Wenders εκτός από ταινίες σκηνοθετεί και ντοκιμαντέρ. Στο πιο πρόσφατο "Αλάτι της Γης" (2014) αφηγείται την ζωή και το έργο ενός εμβληματικού φωτογράφου, του βραζιλιάνου Sebastião Salgado – μία εκπληκτική και συναρπαστική ταινία υψηλής αισθητικής και ηθικής που ωστόσο θέτει κι ένα εξίσου υψηλό παράδοξο. 

Γεννημένος το 1944 στην Βραζιλία, σε μια σχετικά εύπορη αγροτική οικογένεια, ο Σεμπαστιάο Σαλγκάδο σπουδάζει οικονομικά στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Το 1969 γίνεται πραξικόπημα στη χώρα και ο Σεμπαστιάο –παντρεμένος ήδη με μια νεαρή μουσικό και δασκάλα, τη Λέλια–  αυτοεξορίζεται  στην Γαλλία μαζί με άλλους εκπατρισμένους από τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Εκεί, συνεχίζει τις σπουδές του. Το 1973 εγκαταλείπει την δουλειά του ως οικονομολόγος στον Παγκόσμιο Οργανισμό Καφέ για να αφοσιωθεί στο πάθος του – την φωτογραφία. Το 1979 εντάσσεται στο δυναμικό μεγάλων πρακτορείων ως φωτορεπόρτερ και κερδίζει μεγάλη αναγνωρισιμότητα όταν φωτογραφίζει την απόπειρα δολοφονίας του αμερικανού προέδρου Ρόναλντ Ρίγκαν. Πέντε χρόνια αργότερα δημιουργεί το δικό του πρακτορείο με βασικό συνεργάτη τη σύζυγό του Lélia Wanick Salgado με την οποία σχεδιάζουν και οργανώνουν την εκάστοτε, μακροχρόνια συνήθως, φωτογραφική  αποστολή του. Ωστόσο, αυτό που ξεκινά ως μία εξερεύνηση γνώριμων τόπων καταλήγει μια φωτογραφική μαρτυρία μερικών από τα πιο σημαντικά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας: η εκμετάλλευση των εργατών στα χρυσορυχεία της Σέρρα Πελάδα και οι κοινωνικές αναταραχές στην Λατινική Αμερική· η πυρπόληση των πετρελαιοπηγών στo Κουβέιτ, ο χρόνιος λιμός στην Αιθιοπία, ο εκτοπισμός πληθυσμών στην Κροατία και την Ρουάντα στην οποία έζησε την γενοκτονία της φυλής Τούτσι.  



Κινηματογραφικός δημιουργός και δραστήριος φωτογράφος ο ίδιος, ο Βιμ Βέντερς χειρίζεται την οπτική αφήγηση με την ίδια προσοχή που το κάνει κι ο Σεμπαστιάο Σαλγάδο - οι σκηνές εναλλάσσονται μεταξύ του έντονου ασπρόμαυρου και των έγχρωμων καρέ τα οποία μεταδίδουν στον θεατή την αίσθηση του παρόντος και προσδίδουν μια σύγχρονη, αισιόδοξη ίσως χροιά στην κινηματογράφηση την οποία συνυπογράφει ο Juliano Ribeiro Salgado, γιος του Σεμπαστιάο και της Λέλια. Οι δύο σκηνοθέτες περιγράφουν τις προσωπικές τους εμπειρίες με τον σπουδαίο φωτογράφο χωρίς ωστόσο να υπερκαλύπτουν την προσωπικότητα ή το έργο του. "The Other Americas", "Sahel", "Workers", "Migrations" – τα πολυσέλιδα άλμπουμ που εμφανίζονται στην ταινία και όπου το έντονο, αισθητικά εξαίρετο, ασπρόμαυρο με το ανεπαίσθητο ντεγκρατάρισμα σε ασημί απεικονίζει τις συνθήκες εξαθλίωσης της ανθρώπινης φύσης, την φρίκη και την απόλυτη οδύνη των ανθρώπων.

Η ομορφιά στην υπηρεσία του Κακού. Αυτό το παράδοξο θύμωσε την Σούζαν Σόνταγκ  η οποία στο "Παρατηρώντας τον πόνο του άλλου" κατηγορεί τον Σ.Σ. για αισθητικοποίηση του Κακού, συνθήκη η οποία διαβάλλει την όποια πρόθεση της φωτογραφίας και το νόημά της υποβιβάζοντάς τη, από ντοκουμέντο, σε μία όμορφη εικόνα και μόνο, ενώ ταυτόχρονα καθιστά τους θεατές απλώς θαυμαστές του Ωραίου που, επιπλέον, ίσως νοιώσουν ντροπή κι ενοχή στην σκέψη  ότι βρίσκουν την φωτογραφία όμορφη. Ωστόσο, ο "φωτογράφος που ειδικεύεται στην παγκόσμια εξαθλίωση", όπως τον αποκάλεσε η Σόνταγκ  κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της παγκόσμιας κοινότητας όχι μόνον με την αισθητική τελειότητα του έργου του αλλά κυρίως με την ικανότητά του να συλλαμβάνει την εσώτερη δύναμη και αξιοπρέπεια ακόμα και του πιο εξαθλιωμένου θέματός του δημιουργώντας έτσι ισχυρές νοηματικές αντιστοίξεις που παραπέμπουν ευθέως σε μια εις βάθος κατανόηση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών και σε ένα σαφές κι εύστοχο μήνυμα. Όπως σ' αυτό το μισόγυμνο παιδί που ατενίζει  αγέρωχο την έρημο· ή, σ' ετούτη την αποστεωμένη μητέρα που κατευθύνεται με σεβάσμια στωικότητα σε στρατόπεδο επισιτισμού στην Αιθιοπία.  

"Δεν είναι εύκολο να αποφύγεις την παγίδα της οφθαλμοπορνείας," λέει ο Βιμ Βέντερς. "Επιτυγχάνεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα αναπτύξεις μία καλή επικοινωνία με τους ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά στον φακό, θα μπεις πραγματικά στην ζωή τους και στην κατάσταση που βιώνουν. Πολλοί λίγοι φωτογράφοι το πετυχαίνουν αυτό. Ο Σεμπαστιάο περνάει χρόνο με τους ανθρώπους που φωτογραφίζει, ζει μαζί τους, συναισθάνεται την κατάστασή τους και μοιράζεται τις ζωές αυτών των ανθρώπων όσο περισσότερο γίνεται. Κάνει αυτή την δουλειά για τους ανθρώπους, για να τους δώσει φωνή. Οι φωτογραφίες που παίρνονται στο πόδι, με "ντοκιμαντερίστικο" ύφος δεν μπορούν να μεταδώσουν αυτά τα πράγματα."



Το "Αλάτι της γης" είναι ένα δυναμικό παζλ από σκηνές φωτορεπορτάζ, παρασκήνια, συνεντεύξεις, εκπληκτικά στιγμιότυπα και οδυνηρές αναμνήσεις που αντλούνται από το πολύτιμο έργο του Σαλγάδο.  Είναι συγκολονιστικό να ακούς την χαμηλής έντασης φωνή του να αφηγείται με voice-over τις συνθήκες δημιουργίας που τελικά τον κατέβαλλαν – μετά τις αποστολές στην Αιθιοπία και την Ρουάντα περιήλθε σε μια κατάσταση βαθιάς απογοήτευσης, ματαιότητας και άρνησης της ζωής. "Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μία ιστορία τρέλας. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε άγρια (ferocious) ζώα, απαίσια" ομολογεί. Σε αυτό το σημείο γίνεται περισσότερο εμφανής η προσωπικότητα και η συμβολή της Λέλια Βάνις Σαλγάδο – ως αντίδοτο στην κατάθλιψη προτείνει την επιστροφή στην πατρική φάρμα του Σεμπαστιάο στην Βραζιλία. Στην ταινία, αφηγείται η ίδια το πως εργάστηκαν με επιμονή για την αποκατάσταση του εντελώς άγονου τόπου ο οποίος, από το 1998, έχει μετατραπεί σε έναν μοναδικό  για τα παγκόσμια χρονικά εθνικό δρυμό. Και πως, μέσω του Ινστιτούτου Τέρρα που ίδρυσαν, φροντίζουν για την διατήρησή του δάσους και προωθούν την περιβαλλοντική εκπαίδευση, την αναδάσωση και, γενικώς, την προστασία του περιβάλλοντος. Στο περιβάλλον θα επιστρέψει ο Σεμπαστιάο για μία ακόμη φωτογραφική αποστολή – το "Genesis", που παρουσιάζεται επίσης στην ταινία, είναι μία εξερεύνηση πρωτόγονων τοπίων, ζώων και φυλών που έχουν επιβιώσει αναλλοίωτα στον σύγχρονο πολιτισμό.  



Ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν την πανέμορφη ταινία που σε κατατρύχει, στο τέλος, ωστόσο, θα καταφύγω σε ένα βιβλίο. Ένα λεύκωμα με το οδοιπορικό του σπουδαίου φωτογράφου που προέκυψε από την συνεργασία του με την γαλλίδα δημοσιογράφο Ιζαμπέλ Φρανκ. Το "Από τη γη μου στη Γη" (μτφρ. Κατερίνας Σχινά – Στερέωμα, 2016θα μπορούσε να είναι η έντυπη εκδοχή της ταινίας αλλά είναι κάτι περισσότερο – περισσότερος λόγος  και περισσότερες λεπτομέρειες για την φωτογραφία και την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του Σαλγάδο· την φιλοσοφία του για τους ανθρώπους και τον κόσμο· για το σήμερα. Σε κάποιο σημείο λέει: "Ανησυχώ παρατηρώντας ότι σχεδόν κάθε τεχνολογικό επίτευγμα, τελικά, μας απομονώνει. Καθώς συνεχίζεται η τεχνολογική εξέλιξη, ο καθένας μας καθίσταται ικανός να κάνει ολοένα και περισσότερα μόνος, στη γωνιά του. Ωστόσο, η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία συλλογικότητας." Κι αυτός είναι ο λόγος που μόνη της η Ομορφιά δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο.

Τα έργα τέχνης που είναι βουτηγμένα στην αλήθεια, λέει ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, και μας παρουσιάζονται με τρόπο ζωντανό θα μας αρπάξουν την προσοχή, θα μας προσελκύσουν στον ίδιο χαρακτήρα τους με μεγάλη δύναμη και θα εντυπωθούν γερά στη μνήμη μας. Χρειάζεται όμως να συνδυαστούν με κείμενα, ταινίες και με την εστιασμένη δράση ανθρωπιστικών οργανώσεων ώστε να γίνουν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος καταγγελίας της βίας, του αποκλεισμού, της περιβαλλοντικής καταστροφής – ώσμωση που δεν είναι ορατή με την πρώτη και παίρνει χρόνο και μόχθο, όπως αποδεικνύουν τα δύο πιο πάνω έργα. 

Ποιος είπε ότι η Ομορφιά, ή η επιδίωξή της, είναι κάτι απλό;
Είναι όμως αναγκαίο.






Πέμπτη 23 Απριλίου 2020










Παγκόσμια ημέρα βιβλίου

σήμερα 







"...και ξεφυλλίζοντας ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, το «Αδριανού Απομνημονεύματα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, πέφτω πάνω στη φράση: «Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία».

Μέσα σε λίγα λόγια, η συγγραφέας κατορθώνει να αποτυπώσει τον τρόπο με τον οποίο άσκησε την εξουσία ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας που δεν θέλησε να γίνει θεός γιατί εκτιμούσε απεριόριστα τον άνθρωπο μέσα του, ούτε και Καίσαρας, γιατί θεωρούσε, ως το τέλος, τον εαυτό του «υπάλληλο του Κράτους». Να συλλάβει, καθώς γράφει η ίδια η Γιουρσενάρ, «μια ζωή γνωστή, συμπληρωμένη, καθορισμένη από την Ιστορία» και να μας κάνει κι εμάς συμμετόχους της.

Αυτό δεν είναι η λογοτεχνία; Αυτό δεν είναι η ανάγνωση; Μια βαθιά σχέση με τον εαυτό μας και μια σύνδεση με τον εσωτερικό μας κόσμο. Γινόμαστε πολλοί όταν διαβάζουμε, μετέχουμε με χίλια πρόσωπα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Αρχίζουμε να συνομιλούμε με τον συγγραφέα και να κατανοούμε τι σημαίνει ο άλλος, ο διαφορετικός από μας. Και βέβαια συσχετίζουμε τα βιβλία που αγαπήσαμε με στιγμές από τη ζωή μας: ένα ταξίδι με πλοίο, μια πολύωρη αναμονή σ’ ένα σταθμό, μια μακρινή παραλία, μια μοναχική βραδιά, γόνιμες κουβέντες με φίλους."











Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα, όπως και η φωτογραφία της ανάρτησης, είναι από το σημερινό διάγγελμα της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου με αφορμή την σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το μήνυμα εδώ

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020










The Testament of Milagros





"There are times in these days before death comes with my name in whispers, calling me towards darkness, lulling me towards rest, when I know that I want more from the world. Not much, but more. It is simple. If water can be changed into wine and the dead can be brought back, then I want time pushed back. I want to live again before my son's death happened,  or before he left home, when he was a baby and his father was alive and there was easy in the world.  I want one of those golden Aabbath days, days without wind when there were prayers on our lips, when I joined the women and intoned the words, the supplication to God to give justice to the weak and the orphan, maintain the right of the lowly and the destitute, rescue the needy, deliver them from the hands of the wicked. When I said these words to God, it mattered that my husband and son were close by and that soon, when I had walked home alone and sat in teh shadows with my hands joined, I would hear their footsteps returning and I would await my son's shy smile as the door was opened for him by his father and then we would sit in silence waiting for the sun to disappear when we could talk again and eat together and prepare with ease for the peaceful night after the day when we had renewed ourselves, when our love for each other, for God and the world, had deepened and spread. 

(...) 

And I am whispering the words, knowing that words matter, and smiling as I say them to the shadows of the gods of this place who linger in the air to watch me and hear me. 













Σημειώσεις: Το απόσπασμα είναι από το "The Testament of Mary" του Colm Tóibín.  Στα ελληνικά, το "Η Διαθήκη της Μαρίας" κυκλοφορεί σε μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου (Ίκαρος, 2014).  //  Η φωτογραφία είναι της Μeridith Κohut από τον λογαριασμό των NYT στο Instagram και δείχνει την 20χρονη ετοιμόγεννη Milagros Vásquez που πηγαίνει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο παρακαλώντας να την δεχτούν για τον τοκετό. Σε κάποιο από αυτά, έφυγε μόνη της γιατί δεν υπήρχε η θερμοκοιτίδα που θα χρειαζόταν το πρόωρο μωρό της. Στο άρθρο αυτό, μπορείτε να διαβάσετε για την κατάρρευση του συστήματος δημόσιας υγείας στη Βενεζουέλα και την οικτρή κατάσταση της χώρας.  

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020










Memory be told






Υπάρχουν  χώρες όπου η πολιτική γελοιογραφία είναι μία μορφή εξουσίας και ασκεί μεγάλη επιρροή. Στην Κολομβία, για παράδειγμα, οι γελοιογράφοι του είδους όχι μόνον απολαμβάνουν τον σεβασμό των αναγνωστών, και του ευρύτερου κοινού,  αλλά έχουν, επίσης, τόση δύναμη επιβολής ώστε οι πολιτικοί τούς φοβούνται. Έναν τέτοιο πολιτικό γελοιογράφο επέλεξε ο Juan Gabriel Vásquez ως πρωταγωνιστή τού "Οι υπολήψεις" (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης – Ίκαρος, 2019) – μία νουβέλα που ασχολείται με κάτι τόσο ρευστό κι εύθραυστο όπως η δημόσια εικόνα, η προσωπική μνήμη και η υπόληψη.

Ο Χαβιέρ Μαγιαρίνο είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς σκιτσογράφους της Κολομβίας την δεκαετία του '80 - περίοδος όπου κλιμακώνεται ο εμφύλιος στην χώρα και οι Συντηρητικοί, που εκλέγονται πρώτο κόμμα στην εκλογές, δέχονται την ανελέητη κριτική  του. Όπως και το είδωλό του, ο εμβληματικός  Ricardo Rendón, μπορεί να αποκαθηλώσει πολιτικούς ή να απειλήσει την θέση τους με ένα σκίτσο του – μία ιδιαίτερα καυστική γελοιογραφία για τον Αδόλφο Κουέγιαρ θα προκαλέσει σοβαρές τριβές στην οικογένεια του πολιτικού και θα τον εκθέσει μόνιμα στην απαξίωση και την χλεύη του κοινωνικού περίγυρού του.  Είναι τόση η εξουσία που συγκεντρώνει ο Μαγιαρίνο με το πενάκι του ώστε "...αν σε σκιτσάρει ο Χαβιέρ Μαγιαρίνο, σημαίνει ότι έχεις πολιτική ζωή. Ο πολιτικός που εξαφανίζεται απ' τα σκίτσα του, παύει να υπάρχει." Πολλά χρόνια αργότερα, η πολιτεία, παρά την άσπονδη κριτική που της ασκεί, αποφασίζει να του αποτίσει τιμές – εκδίδει ένα ειδικό γραμματόσημο, με την μορφή και το όνομά του, ως αναγνώριση της σαραντάχρονης καριέρας του. Η τελετή απονομής  στο περίφημο Teatro Colón  προμηνύει τον προσωπικό θρίαμβό του και, ίσως, την προσωπική ευτυχία του - καθώς πηγαίνει πεζός στο θέατρο τον πλησιάζει η Μαγδαλένα, η εδώ και χρόνια πρώην σύζυγός του,  κι εκείνος υποθέτει με αρκετή βεβαιότητα πως υπάρχουν ελπίδες να επανασυνδεθούν. 




Η Σαμάντα Λεάλ είναι μία τριανταπεντάχρονη γυναίκα που βρέθηκε στο Τεάτρο Κολόν να παρακολουθεί την βράβευση του Χαβιέρ Μαγιαρίνο. Μετά την τελετή και μέσα σε μια ατμόσφαιρα αποθέωσης η Σαμάντα, μία από τις δεκάδες, τον πλησιάζει για να της υπογράψει ένα αντίτυπο από το πρόσφατο βιβλίο του. Και στην συνέχεια,  του ζητά συνέντευξη. Η νεαρή γυναίκα, που δεν είναι στην πραγματικότητα δημοσιογράφος, θα τον επισκεφθεί λίγες μέρες αργότερα στο σπίτι του κι αυτό που ξεκινά ως μία τυπική συνέντευξη θα αποδειχθεί θρυαλλίδα για την ζωή του κραταιού γελοιογράφου – όταν ήταν 7 χρονών, η Σαμάντα και η φίλη της Μπεατρίς, κόρη του Μαγιαρίνο, ήταν στο πάρτυ που εκείνος έκανε στο καινούργιο του σπίτι κι έπαιζαν. Για την ακρίβεια, τριγύριζαν μέσα στο σπίτι ελεύθερα κι έπιναν τα διάφορα υπολείμματα ουίσκι και ρούμι μέχρι που κάποιος τις βρήκε αναίσθητες στο πάτωμα. Ο Μαγιαρίνο μετέφερε τα δύο κορίτσια στην κρεβατοκάμαρά του  μέχρι να συνέλθουν. Κάποια στιγμή που δεν ήταν στο δωμάτιο ένας απρόσκλητος καλεσμένος άφησε να εννοηθεί με την συμπεριφορά του πως κακοποίησε τη μικρή Σαμάντα που κοιμόταν. 

"Είναι πολύ φτωχή η μνήμη που δουλεύει μόνο προς τα πίσω" επαναλαμβάνει ο Μαγιαρίνο  σαν μιαν άλλη Λευκή Βασίλισσα που οικτίρει την μονοδιάστατη μνήμη της Αλίκης.  Κι αυτό είναι που ο σκιτσογράφος ανακαλύπτει για τον εαυτό του στην διάρκεια της συνέντευξης – μία βολικά γραμμική μνήμη. Εκείνος ο απρόσκλητος επισκέπτης ήταν ο Αδόλφο Κουέγιαρ κι αυτό είναι το μοναδικό σαφές στοιχείο που θέλει να γνωρίζει. Ωστόσο, η παράκληση και η επιμονή της Σαμάντα να μάθει για εκείνο το βράδυ που έμεινε κενό στην δική της μνήμη θα ανατρέψει κάθε πεποίθηση του Μαγιαρίνο. Η προσωπική κρίση του δημιουργού θα αναδείξει την ρευστότητα και το εύθραυστο τόσο της δικής του δημόσιας εικόνας όσο και του Κουέγιαρ – εξαιτίας εκείνης της διάσημης γελοιογραφίας του και της αδιάλλακτης καρικατούρας που του απέδιδε ο Μαγιαρίνο, η ζωή του πρώτου θα λήξει με ένα άλμα από το παράθυρο ενός ιατρείου.  




Γράφτηκε το 2012-13, δύο χρόνια πριν από την τραγωδία στο Μπατακλάν και μπορεί, γι'αυτό, να θεωρηθεί προφητικό για την δύναμη της εικόνας. Κι εκτός από το μέγεθός της, η νουβέλα ετούτη ξεχωρίζει και για τον θεματικό άξονά της – ο τρόπος με τον οποίο το προσωπικό επηρεάζει και διαμορφώνει την δημόσια ζωή και την δημόσια εικόνα μας ενώ στα άλλα έργα του συγγραφέα συμβαίνει το αντίθετο, δλδ ο Βάσκες ασχολείται με το πώς το δημόσιο εισβάλλει κι επιδρά στο προσωπικό. 

Ένα τέταρτο χαρακτηριστικό της είναι ότι "Οι υπολήψεις" δεν έχουν το σύνηθες κατά στάγδην χιούμορ του συγγραφέα αλλά μια υποτονική, πικρή θα έλεγα, ειρωνεία. Και παρά τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του, του διαφεύγει εκείνο το "κάτι-παραπάνω" που θα απογείωνε τη νουβέλα όπως το παλαιότερο "Ήχο των πραγμάτων..." – να μας κάνει να δούμε με περισσότερη ευκρίνεια, ίσως και να αισθανθούμε, τις πιέσεις κατά της ελευθερίας του λόγου στην διάρκεια του εμφυλίου, την διαμάχη μεταξύ της επιθυμίας του Μαγιαρίνο για αναγνώριση και της καλλιτεχνικής αξιοπιστίας, την αποδοχή ενός επαναστάτη από το κατεστημένο. 

Παρ' όλα αυτά, η γραφή του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες παραμένει συναρπαστική και στον αντίποδα της λατινοαμερικανικής παράδοσης – η γλώσσα του εκλεπτυσμένη, σαφής και δυναμική· μίνιμαλ αλλά πλούσια σε εικόνες και ασυνήθιστες μα εκφραστικές παρομοιώσεις. Η αφήγησή του συνυφαίνει τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιρροές του με τις πολιτικές και εικαστικές επιδράσεις της χώρας του – από Χένρυ Τζαίημς έως Ρικάρντο Πίλια και Κάρολ Λιούις με Fernando Botero, Agustin Nieto Caballero, κ.ά.  Ίσως περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε, και σε ορισμένα σημεία αναλύεται σε ανούσια σχόλια για την ερωτική εικόνα των πρωταγωνιστών του. Αυτό, όμως, δεν απειλεί  την ισορροπία του ευφυούς κειμένου που δεν δίνει εύκολες απαντήσεις και δεν οδηγεί σε κάποιου είδους κάθαρση – στην ακμή της καριέρας του ο Μαγιαρίνο συνειδητοποιεί πως η φήμη του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κάστρο στην άμμο ενώ ο αναγνώστης μένει με την ίδια αβεβαιότητα, ένταση κι αγωνία που έχει η Σαμάντα καθώς πηγαίνει να συναντήσει την πρώην σύζυγο του Κουέγιαρ. 




"Η δημόσια εικόνα και η υπόληψη είναι αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο, και δεν ήταν ποτέ  τόσο ευάλωτες όσο τώρα"  λέει ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες. Και με την νουβέλα ετούτη υπερασπίζεται αυτές τις δύο έννοιες ρίχνοντας φως στις σκοτεινές περιοχές της μνήμης, της τέχνης, της πολιτικής, του Τύπου και της ηθικής δίχως να απομακρύνεται από τις πραγματικές συνθήκες του κάθε πεδίου. Μας επιτρέπει έτσι να θέσουμε δύσκολες ερωτήσεις ώστε να κατανοήσουμε τους εαυτούς που προϋπήρξαν και τους κόσμους που ζούμε. Και να αποτρέψουμε, έτσι, την επανάληψή τους στο μέλλον ως επώδυνη και καταστροφική φάρσα.











Σημειώσεις: Το πρώτο ψηφιακό εικαστικό είναι η "Gil" του σύγχρονου εικαστικού David Szauder. Το δεύτερο ανήκει στον νοτιοαφρικανό William Kentridge κι έχει τίτλο "Second Hand Reading" (2013). Στην τρίτη εικόνα είναι ένα γκραφίτι που βρέθηκε στην πολυτελή Βίλα των Μυστηρίων στην Πομπηία – μία καρικατούρα του Ρούφους, όπως αναφέρει η επιγραφή που βρίσκεται χαραγμένη στο επάνω μέρος της: "This is Rufus". Πιθανολογείται πως αναφέρεται στον Marcus Holconius Rufus, ένα ευρέως γνωστό δημόσιο πρόσωπο στην Πομπηία του 1ου πΧ αιώνα. Στο τέλος, σκίτσο του συγγραφέα που αντλήθηκε από τους ΝΥΤ. 

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020








Κούκλες & Λέξεις





"Για να ορίσουμε τη σφαίρα στην οποία εμπίπτουν με την υπόστασή τους οι κούκλες της Λόττε Πρίτσελ, θα πρέπει πρώτα ν' αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιον τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό που έχει παρέλθει. Σ' αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ' τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ' τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ' όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής."

Με εξαιρετικά λεπτοδουλεμένα άκρα από κερί και επιμήκη σώματα, κομψά πολυτελή κοστούμια και μια ιδιαίτερη, μελαγχολική κι ελαφρώς ηδυπαθή, έκφραση στο πρόσωπό τους, οι κούκλες της Lotte Pritzel  μοιάζουν να είναι μία ζωντανή έγχρωμη εκδοχή των πιο ήπιων σχεδίων του Aubrey Beardsley. Είναι ωστόσο γέννημα της φαντασίας της γερμανίδας κουκλοποιού, "...σαν αυτοσχεδιασμοί του ασυνειδήτου", ορμώμενη από γιορτές μεταμφιεσμένων, χορευτικές και θεατρικές παραστάσεις. Εξού και η θαυμάσια θεατρικότητα στην κίνηση που δίνει στις δημιουργίες της.  

Γεννημένη στην Σιλεσία το 1887, όταν γίνεται 18 η Λόττε Πρίτσελ μετοικεί στο Μόναχο  όπου οι χειροποίητες κούκλες/μαριονέτες της γνωρίζουν τεράστια απήχηση. Γράφονται πολλά άρθρα για αυτές και η φήμη τους εξαπλώνεται πολύ γρήγορα μέχρι την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Είναι δε τόσο δημοφιλείς ώστε o  γερμανός ιστορικός τέχνης Max von Boehn δηλώνει δημοσίως πως "εμπεριέχουν την αίσθηση της εποχής μας περισσότερο από ένα μουσείο γεμάτο με πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής."   Είναι η εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι κούκλες "Πρίτσελ" ενσαρκώνουν ιδανικά την παρακμή και την σεξουαλική αμφισημία της περιόδου από το 1919 έως την άνοδο στην εξουσία της Ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ το 1933.




Την ίδια εποχή σχεδιάζει μία εξίσου επιτυχημένη σειρά λιθογραφιών – η "Dance - Movements and Costumes" έχει αντίστοιχες γυναικείες μορφές κι αισθητική και γίνεται η έμπνευση για διάσημες χορεύτριες της εποχής ώστε να χρησιμοποιήσουν τις κούκλες της στις παραστάσεις τους. Αυτό μοιάζει να "οδηγεί" την αυτοδίδακτη δημιουργό σχεδόν αναπόφευκτα στον σχεδιασμό κοστουμιών για το θέατρο. Έτσι, σε όλη την  διάρκεια της δεκαετίας του 1920, η Λόττε Πρίτσελ εργάζεται ντύνοντας τους πρωταγωνιστές κλασικών έργων.  

Όσο ξεχωριστές ήταν οι κούκλες της, τόσο ξεχωριστή και συναρπαστική ήταν η προσωπικότητα της γερμανίδας καλλιτέχνιδας που κινούνταν άνετα στους μποέμ και καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής. Εκεί γνώρισε τον Rainer Maria Rilke  ο οποίος το 1913 επισκέφτηκε το ατελιέ της. Ήταν τόσο έντονος ο θαυμασμός του που κατόπιν γράφει το "Σχετικά με τις Κούκλες της Λόττε Πρίτσελ" – μία συναισθηματικά φορτισμένη αποτίμηση της παιδικής ηλικίας όπου αναφέρεται στις παιδικές κούκλες ως μέσο ταύτισης κι έκφρασης του παιδιού καθώς και αλληλεπίδρασής του με τον κόσμο. Τις χρησιμοποιεί δε, όπως και άλλα παιδικά παιχνίδια, για να τονίσει την αντιδιαστολή τους με τις ενήλικες κούκλες/μαριονέτες της Πρίτσελ που έχουν εκείνο που διαφεύγει στα άλλα, κάθε είδους, παιχνίδια – το άυλο συναίσθημα του σώματος, την ψυχή. Το μικρό αυτό δοκίμιο θα τυπωθεί σε βιβλίο –με περιορισμένο αριθμό αντιτύπων– το 1921 και θα συνοδεύεται από έγχρωμες λιθογραφίες που έχει σχεδιάσει και χρωματίσει στο χέρι η ίδια η καλλιτέχνιδα.  

Το σχεδόν πρόσφατο "Κούκλες" (Περισπωμένη, 2012αναβιώνει αυτήν ακριβώς την έκδοση με τις 16 αυθεντικές λιθογραφίες της Πρίτσελ που απεικονίζουν τις λεπταίσθητες κέρινες κούκλες της. Στην παρούσα δίγλωσση έκδοση, ωστόσο, εκτός από το πρωτότυπο κείμενο του Ρίλκε που βρίσκεται αντικριστά με την ελληνική μετάφρασή του από τον  Κώστα Κουτσουρέλη, έχει προστεθεί κι ένα εμπεριστατωμένο και λεπτομερές σημείωμα του εκδότη που αναφέρεται στο έργο της γερμανίδας δημιουργού και στην καλλιτεχνική σχέση της με τον γερμανόφωνο ποιητή. 

Εξαιρετικό από κάθε άποψη –αισθητικής, λογοτεχνικής, εικαστικής–λεύκωμα, και γι' αυτό συλλεκτικό. 










Σημειώσεις: Το απόσπασμα της ανάρτησης είναι η εναρκτήριος παράγραφος του κειμένου του Ρίλκε. // Οι δύο κούκλες της πρώτης φωτογραφίας ανήκουν στην συλλογή "Puppen  für die vitrine" (1914). Το τελευταίο σκίτσο είναι μία από τις δεκαέξι λιθογραφίες της έκδοσης. 

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020






Ασπίδα και δόρυ

και μαγικό ραβδί





Ένα παραμύθι με την ανατολίτικη ατμόσφαιρα του "Χίλιες και Μία Νύχτες" είναι  το πρόσφατο βιβλίο του  Γιώργου Παναγιωτάκη. Ωστόσο, το "Ο Ισιντόρ και το φεγγάρι" (Πατάκης, 2019) είναι μια αφήγηση που μιλά για πολύ σύγχρονες καταστάσεις με τον τρόπο της φιλοσοφίας. Αν και αυτό ακούγεται κάπως περισπούδαστο ή δυσνόητο, το βιβλίο δεν είναι καθόλου. 

Ο μικρός Ισιντόρ είναι ο παραγιός του Λιβόρνο, του μάγου που κατάφερε το ακατόρθωτο: αιχμαλώτισε το φεγγάρι, το έδεσε με ένα αόρατο σκοινί και το τράβηξε κοντά στη γη. Και τώρα, το φυλά δεμένο στο σπίτι του. Πως; "Στις λέξεις. Εκεί κρύβεται η μαγεία. Αν τις διαλέξεις μία μία, αν τις πλέξεις μαστορικά μεταξύ τους κι έπειτα τις πεις ή τις γράψεις στο χαρτί, είναι ικανές να κάνουν θαύματα. (...) Μέχρι και να δέσουν το φεγγάρι μπορούν."  Είναι τέτοια η ισχύς των λέξεων ώστε ο χαλίφης Μουρμάχ τις χρησιμοποιεί και τρομοκρατεί τους πάντες. Το ότι μπόρεσε να δέσει το φεγγάρι, όπως λέει στους κατοίκους της χώρας του για το δώρο που του έκανε ο Λιβόρνο, αποδεικνύει την παντοδυναμία του, αυτή την απόλυτη εξουσία που έχει πάνω στη φύση και τους ανθρώπους. Κι εκείνοι τον πιστεύουν, τον φοβούνται και τον προσκυνούν. 

Ο Ισιντόρ ονειρεύεται να γίνει αυτός ο φύλακας του αόρατου σκοινιού που συγκρατεί το φεγγάρι – να περιπολεί ακούραστος στην ταράτσα, να δοκιμάζει το σκοινί με το χέρι του για να δει αν είναι δεμένο καλά. Όπως ακριβώς το κάνει η Μπέλα,  η λιγόλογη και μονίμως μουτρωμένη πρώτη βοηθός του μάγου. Ο Ισιντόρ την παρακολουθεί κάθε μέρα και η επιθυμία του μεγαλώνει. Έτσι, ένα βράδυ χρησιμοποιεί ένα μαγικό κόλπο του Λιβόρνο, την υπνωτίζει και της παίρνει την θέση. Γίνεται έτσι αμέσως αυτό που ονειρεύεται. Τα πράγματα όμως δεν θα εξελιχθούν σύμφωνα με το όνειρό του – κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας, ο Ισιντόρ αποκοιμιέται, το σκοινί λύνεται και το φεγγάρι απομακρύνεται. Ο χαλίφης, μόλις το αντιλαμβάνεται εξοργίζεται και συλλαμβάνει τον Λιβόρνο και την Μπέλα ως υπαίτιους με σκοπό να τους θανατώσει. Όλοι του λένε να τρέξει μακριά από το σπίτι του μάγου, να κρυφτεί από την οργή του χαλίφη αλλά ο Ισιντόρ δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να αποχωριστεί τους φίλους και το σπίτι του· γιατί το σκοινί του φεγγαριού δεν υπάρχει, γιατί  ο Λιβόρνο είπε μια ψεύτικη ιστορία, γιατί τώρα δεν μπορούν να πουν την αλήθεια, γιατί ο χαλίφης δεν πρόκειται να τους ακούσει, γιατί..., γιατί...




Οι απορίες, είτε όταν εκφράζονται είτε ως εσωτερικός αναστοχασμός είναι μία φυσική κατάσταση στα παιδιά - ρωτούν συνεχώς και για τα πάντα ώστε να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους και την θέση τους σ' αυτόν. Και ο Ισιντόρ, όπως όλα τα παιδιά, είναι "θρασύς" και θαρραλέος και κάνει ερωτήσεις συνεχώς. Για να βρει τις απαντήσεις μιλά με τον εαυτό του αλλά και με τον Λιβόρνο και την Μπέλα. Με οδηγό τις απαντήσεις τους και το αίσθημα δικαίου και λογικής που έχουν έμφυτα τα παιδιά, συνειδητοποιεί την πραγματικότητα και διαμορφώνει την δική του στάση – είναι αυτός που θα δώσει τη λύση και μάλιστα με το ίδιο "όπλο". Όπως και ο χαλίφης, χρησιμοποιεί δυνατές λέξεις και λόγο  για να προκαλέσει την εξουσία του Μουρμάχ και καταφέρνει  έτσι να απελευθερώσει τον Λιβόρνο και την Μπέλα. 

Δεν είναι υπερβολή το ότι τα παιδιά θεωρούνται μικροί φιλόσοφοι καθώς οι απορίες αποτελούν την βάση της φιλοσοφίας. Ο συγγραφέας έχει αποδώσει τα ερωτήματα του Ισιντόρ και την διαδικασία της συνειδητοποίησης και της δράσης του με εύγλωττο και παραστατικό τρόπο – η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι νεανική, σβέλτη και σύγχρονη· η δράση κλιμακωτή, οι μεταφορές  λυρικές  χωρίς ωστόσο εκβιαστικούς μελοδραματισμούς· οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ολοκληρωμένοι ενώ τα ονόματά τους έχουν κάποια μουσικότητα: Μουρμάχ, Φαρυντούν, Κύρος, Σοράγια. Ακόμη και το σκοινί με το οποίο υποτίθεται πως ο Λιβόρνο έδεσε το φεγγάρι έχει ένα εύηχο και συμβολικό όνομα: γκορουνμέζ, μία τουρκική λέξη που σημαίνει αόρατος.

Το βιβλίο απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά και μικρούς εφήβους και τα θέματα που θίγει είναι σημαντικά για αυτή την ηλικιακή ομάδα αναγνωστών: οι πεισματικές αποφάσεις, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες. Η φιλία, επίσης, η προσωπική ευθύνη και το θάρρος να αντιμετωπίζεις τις συνέπειες των δικών σου πιστεύω και των δικών σου πράξεων. Ο κύριος άξονας, όμως, του βιβλίου είναι η δύναμη των λέξεων – ανάλογα με το ποιος τις χρησιμοποιεί, με ποιον τρόπο και ποιος είναι ο σκοπός του, οι λέξεις μπορούν να προστατεύσουν ή να πληγώσουν. Μπορούν να παραπλανήσουν και να τρομοκρατήσουν  ή να κάνουν θαύματα, όπως ακριβώς  συμβαίνει και στην εκτός παραμυθιών πραγματικότητα. 


Κάθε βιβλίο του Γιώργου Παναγιωτάκη είναι μια ιστορία που συμβαδίζει μεν με την επικαιρότητα, αλλά δεν υποκύπτει στις ευκολίες ή τις επιβολές της. Ο "Ισιντόρ..." είναι μία επίκαιρη και πολύ καίρια ιστορία για την χρήση των λέξεων και την δύναμη του λόγου σε μια εποχή που οι κάθε είδους τραμπισμοί και κλοουνίστικοι λαϊκισμοί βρίσκουν πολύ πρόσφορο έδαφος· ένα παραμύθι πρώιμης ενηλικίωσης, θα έλεγα, που βοηθά τους νεαρούς αναγνώστες να δουν την διαφορά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και να ξεχωρίσουν την διαστρέβλωση που μεσολαβεί μεταξύ μιας ιδέας και της υλοποίησής της. Ωστόσο, μπορείτε κάλλιστα να παραβλέψετε προς στιγμήν όλα τα παραπάνω –συμβολισμούς και θεωρίες– και να το διαβάσετε  μόνον ως μια απολαυστική, αγωνιώδη περιπέτεια ενός μικρού αγοριού κι αυτό είναι το πιο σημαντικό ατού του βιβλίου. Και της λογοτεχνίας εν γένει, παιδικής ή ενήλικης: η διασκέδαση.  










Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από ταπισερί βασισμένη σε έργο του Σπύρου Βασιλείου - δύο εκθέματα που συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση "Υφάνσεις: Ζωγραφική και ταπισερί στην Ελλάδα από το 1960 έως σήμερα" που τρέχει τώρα στο Μουσείο Μπενάκη - Κτήριο Πειραιώς και θα διαρκέσει μέχρι την 1η  Μαρτίου. Το δεύτερο από την ασπρόμαυρη εικονογράφηση του βιβλίου που έκανε ο Βασίλης Κουτσογιάννης