Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Narrow Margin
Δεν μπορώ να πω ότι η βράβευση του Howard Jacobson για το "Η υπόθεση Φίνκλερ" (σε κάλλιστη μετάφραση και με πρόλογο του Γ.Ι.Μπαμπασάκη, Ψυχογιός 2011) με το 2011 Man Booker Prize ήταν αφορμή για να διαβάσω το βιβλίο. Περισσότερο ήταν μια μεγάλη όρεξη για ένα μυθιστόρημα καλού βρετανικού χιούμορ.
"Η υπόθεση Φίνκλερ" είναι μία στατική αφήγηση της ζωής τριών φίλων στο Λονδίνο του παρόντος. Μετά από ένα βραδυνό γεύμα που παίρνουν και οι τρεις στο πολυτελέστατο διαμέρισμα του Λίμπορ, όπου έχουν πάει για να τον συλληπηθούν για το θάνατο της γυναίκας του, ο Τζούλιαν πέφτει θύμα αντισημιτικής επίθεσης από μια γυναίκα η οποία τον αποκαλεί "Οβριό". Νιώθει βαθύτατα θιγμένος και ντροπιασμένος όχι τόσο γιατί τον αφόπλισε μια γυναίκα αλλά κυρίως διότι τον αποκάλεσε με αυτήν την τόσο υποτιμητική λέξη.
Η επίθεση αυτή είναι το μοναδικό περιστατικό δράσης στις 442 σελίδες του βιβλίου και θα σταθεί η αφορμή για να αναλογιστεί ο Τζούλιαν τη ζωή του από την οποία δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος - έχει δυο γιους που δεν γνωρίζει από διαφορετικές σχέσεις με γυναίκες που ουσιαστικά δεν ήξερε ούτε και μπήκε στον κόπο να μάθει ποτέ του, γεγονός που τον καθιστά κακό σύντροφο και κάκιστο πατέρα. Όσο για τα επαγγελματικά του, μετά από πολύχρονη θητεία στο ραδιοφωνικό ίδρυμα του BBC όπου είχε την παραγωγή μιας μεταμεσονύχτιας εκπομπής "υψηλού" επιπέδου, εργάζεται τώρα ως σωσίας προσωπικοτήτων. Τίποτα το σημαντικό, δλδ.
Για την ακρίβεια, το ακριβώς αντίθετο από τους φίλους του, τον σχεδόν πενηντάχρονο Σάμιουελ Φίνκλερ και τον αρκετά γηραιότερο Λίμπορ Σέβτσικ που υπήρξε δάσκαλος και των δύο στο σχολείο. Ο Τζούλιαν θα μπει σε θέση άμυνας μιας και νιώθει αταίριαστος καθώς οι άλλοί δύο έχουν ένα, επιπλέον, κοινό σημείο αναφοράς - έχουν πρόσφατα χηρέψει από τις επί χρόνια συντρόφους τους. Έτσι θα επιδοθεί σε μια σύγκριση "μέχρι εσχάτων" και με τους δύο. Ιδίως όμως με τον συνομήλικό του Σαμ Φίνκλερ ο οποίος είναι γι' αυτόν το απόλυτο πρότυπο επαγγελματία και άντρα - ευπαρουσίαστος, επιτυχημένος (βλ. ευπώλυτος) φιλόσοφος της σχολής του Αλαίν ντε Μποτόν με συνεχείς εμφανίσεις σε εκπομπές με μεγάλη τηλεθέαση, και σύζυγος της όμορφης και δυναμικής Τάιλερ η οποία προσυλητίστηκε στον Εβραϊσμό για χάρη του γάμου τους. Με τον ενεννηντάχρονο δε Λίμπορ, η σύγκριση αν και της ίδιας "ισχύος", είναι πιο προσωπική - στα μάτια του Τζούλιαν ο Λίμπορ έχει βιώσει το όνειρο του πρώτου - να βρει και να αγαπήσει μια όμορφη και καλλιεργημένη γυναίκα που θα του είναι πιστή και θα πεθάνει στην αγκαλιά του με οπερατικά τραγικό τρόπο.
Το βιβλίο μιλά εκτενέστατα για το ζήτημα του Εβραϊσμού και για το πως το εκλαμβάνουν τόσο οι μη-Εβραίοι όσο και οι ίδιοι οι Εβραίοι. Πολύ περισσότερο δε οι Άγγλοι Εβραίοι - οι περισσότεροι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι του αυτού θρησκεύματος. Ο Τζέικομπσον έχει ομολογήσει πως στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, ο Εβραϊσμός ήταν γι' αυτόν κάτι το ασαφές, το απροσδιόριστο που, ωστόσο, τον ώθησε να δώσει μόνος του ορισμένες συγκεκριμένες απαντήσεις σε ερωτήματα που είχε, πράγμα που ουσιαστικά προσδιόρισε την προσωπικότητά του - ατομική και λογοτεχνική. Στο βιβλίο, ωστόσο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Εβραϊσμό για να αφήσει τον Τζούλιαν, κεντρικό ήρωα και αφηγητή, να αναλυθεί σε μια ατελείωτη ανάκληση του παρελθόντος -από το πρόσφατο μέχρι σε μεγάλο βάθος χρόνου- γεμίζοντάς το με αμφισβήτηση για το παραμικρό.
Ίσως σκεφτείτε πως βιβλία για τον Εβραϊσμό έχουν γραφεί αρκετά. Χρονικά κρίσεων της ανδρικής ταυτότητας, επίσης. Εκείνο, ωστόσο, που κάνει την διαφορά εδώ είναι μια μικρή λεπτομέρεια - ο Τζούλιαν ΔΕΝ είναι Εβραίος. Κι αυτό του στοιχίζει. Διότι μέσα σ' όλη τούτη τη δίνη της απογοήτευσης θεωρεί πως για την τροπή της ζωής του ευθύνεται ακριβώς αυτό - η μη Εβραϊκότητά του. Όχι όμως με την απλή έννοια του όρου αλλά με εκείνη που του έχει "προσδώσει" ο Σαμ Φίνκλερ με την προσωπικότητά του εξού και ο Εβραϊσμός μεταγράφεται ως Φινκλερισμός στο λεξιλόγιο του Τζούλιαν και ο κάθε Εβραίος "μετονομάζεται" σε Φινκλέρο, ασχέτως αν ο ίδιος ο Σαμ Φίνκλερ πρωτοστατεί στην ίδρυση ενός κινήματος ενάντια στους Εβραίους. Κι ενώ ο Σαμ και ο Λίμπορ από την δική του μεριά, δεν αποδέχονται τα όποια θρησκευτικά δόγματα τούς μετέδωσαν οι παλιοί ερήμην τους, ο Τζούλιαν αρχίζει μια επίμονη προσπάθεια να διευθετήσει το ζήτημα του μη-Εβραϊσμού του, ή καλύτερα να πω, την υπόθεση του Φινκλερισμού του για να είμαι σύμφωνη με τον τίτλο του βιβλίου. Ερωτεύεται την (Εβραία, φυσικά) Εφσιβά και μέσω αυτής, παίρνει μέρος στα επετειακά δείπνα της οικογένειάς της όπου μυείται στις τελετουργίες και τους συμβολισμούς της Εβραϊκής θρησκείας ενώ αργότερα θα πάρει ακόμη πιο ενεργό μέρος στον εξ-Εβραϊσμό του βοηθώντας την Εφσιβά στην δημιουργία ενός μουσείου στο Λονδίνο, όπου θα καταγράφονται η ιστορία και η παρουσία των Άγγλων Εβραίων.
Ο Χάουαρντ Τζέικομπσον καταγράφει τα αιώνια ζητήματα της απώλειας και των επιθυμιών με αρκετά ενδοσκοπικό τρόπο. Το ίδιο κάνει και με τις ιδιαίτερες αποχρώσεις που παίρνει η αντρική φιλία - αγγίζει τη ζήλεια και την μεγάλη πικρία του ενός για την επιτυχία του φίλου του μ' έναν ιδιαίτερα χουμοριστικό τρόπο που ωστόσο, εγώ δεν απόλαυσα στο βαθμό που ήθελα και περίμενα. Η μετάφραση απέδωσε με πολύ ευφυή τρόπο τα αγγλικά λογοπαίγνια, ωστόσο, η αίσθηση που είχα κατά διαστήματα ήταν περισσότερο της γραφής του μεταφραστή (ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης είναι και συγγραφέας) και λιγότερο του Τζέικομπσον. Ήταν και κάποια άρθρα που είχαν "ξεφύγει", κι έτσι υπήρξαν φορές που συνέλαβα τον εαυτό μου να σκέφτεται πως θα ήταν καλύτερα να είχα διαβάσει το πρωτότυπο.
Σκεφτόμουν επίσης πως είναι απορίας άξιον που άργησε τόσο να βραβευθεί ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα. Ίσως επειδή δεν θεωρείται τόσο "σοβαρό" ως είδος - στην πραγματικότητα, όμως, αναγνωρίζουμε σε όλο του το βάθος πως το χιούμορ είναι μια πολύ καλή μάσκα που καλύπτει την μελαγχολία και την σοβαρότητα μιας κατάστασης. "Γέλα παλιάτσο" δεν λέμε; Ο Αριστοτέλης το θέτει καλύτερα: "το χιούμορ είναι το μόνο μέτρο της σοβαρότητας, και η σοβαρότητα [το μόνο μέτρο] του χιούμορ. Διότι, ένα θέμα το οποίο δεν "σηκώνει" μια τρυφερή αστειότητα είναι ύποπτο, και ένα αστείο που δεν επιδέχεται καμία σοβαρή εξέταση είναι απλώς εξυπνάδα."
Στο μυθιστόρημα τα όρια μεταξύ μιζέριας και σχεδόν κατάθλιψης, και στο χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και την γελοιότητα είναι ορατά αν και ιδιαίτερα λεπτά. Ο Τζέικομπσον ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσά τους. Κι αν υπάρχει ένα πράγμα που τελικά βράβευσε η επιτροπή του Man Booker Prize είναι η διαπίστωση πως τελικά, η ζωή είναι μια τραγωδία γεμάτη χιούμορ.
Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ομότιτλο έργο του Gelah Penn. Το πρώτο έργο είναι το "The Wall of the Temple" του Robert Motherwell. Το τρίτο σκίτσο μού θύμισε τον Λίμπορ Σέβτσικ - πρόκειται για τον Ερίκ Σατί δια χειρός Καρλ Λάγκερφελτ. Το άντλησα από το "η Αύρα της Σανέλ" του Paul Morand (Άγρα, 2011). Τα δύο προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.
Η επίθεση αυτή είναι το μοναδικό περιστατικό δράσης στις 442 σελίδες του βιβλίου και θα σταθεί η αφορμή για να αναλογιστεί ο Τζούλιαν τη ζωή του από την οποία δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος - έχει δυο γιους που δεν γνωρίζει από διαφορετικές σχέσεις με γυναίκες που ουσιαστικά δεν ήξερε ούτε και μπήκε στον κόπο να μάθει ποτέ του, γεγονός που τον καθιστά κακό σύντροφο και κάκιστο πατέρα. Όσο για τα επαγγελματικά του, μετά από πολύχρονη θητεία στο ραδιοφωνικό ίδρυμα του BBC όπου είχε την παραγωγή μιας μεταμεσονύχτιας εκπομπής "υψηλού" επιπέδου, εργάζεται τώρα ως σωσίας προσωπικοτήτων. Τίποτα το σημαντικό, δλδ.
Για την ακρίβεια, το ακριβώς αντίθετο από τους φίλους του, τον σχεδόν πενηντάχρονο Σάμιουελ Φίνκλερ και τον αρκετά γηραιότερο Λίμπορ Σέβτσικ που υπήρξε δάσκαλος και των δύο στο σχολείο. Ο Τζούλιαν θα μπει σε θέση άμυνας μιας και νιώθει αταίριαστος καθώς οι άλλοί δύο έχουν ένα, επιπλέον, κοινό σημείο αναφοράς - έχουν πρόσφατα χηρέψει από τις επί χρόνια συντρόφους τους. Έτσι θα επιδοθεί σε μια σύγκριση "μέχρι εσχάτων" και με τους δύο. Ιδίως όμως με τον συνομήλικό του Σαμ Φίνκλερ ο οποίος είναι γι' αυτόν το απόλυτο πρότυπο επαγγελματία και άντρα - ευπαρουσίαστος, επιτυχημένος (βλ. ευπώλυτος) φιλόσοφος της σχολής του Αλαίν ντε Μποτόν με συνεχείς εμφανίσεις σε εκπομπές με μεγάλη τηλεθέαση, και σύζυγος της όμορφης και δυναμικής Τάιλερ η οποία προσυλητίστηκε στον Εβραϊσμό για χάρη του γάμου τους. Με τον ενεννηντάχρονο δε Λίμπορ, η σύγκριση αν και της ίδιας "ισχύος", είναι πιο προσωπική - στα μάτια του Τζούλιαν ο Λίμπορ έχει βιώσει το όνειρο του πρώτου - να βρει και να αγαπήσει μια όμορφη και καλλιεργημένη γυναίκα που θα του είναι πιστή και θα πεθάνει στην αγκαλιά του με οπερατικά τραγικό τρόπο.
Το βιβλίο μιλά εκτενέστατα για το ζήτημα του Εβραϊσμού και για το πως το εκλαμβάνουν τόσο οι μη-Εβραίοι όσο και οι ίδιοι οι Εβραίοι. Πολύ περισσότερο δε οι Άγγλοι Εβραίοι - οι περισσότεροι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι του αυτού θρησκεύματος. Ο Τζέικομπσον έχει ομολογήσει πως στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, ο Εβραϊσμός ήταν γι' αυτόν κάτι το ασαφές, το απροσδιόριστο που, ωστόσο, τον ώθησε να δώσει μόνος του ορισμένες συγκεκριμένες απαντήσεις σε ερωτήματα που είχε, πράγμα που ουσιαστικά προσδιόρισε την προσωπικότητά του - ατομική και λογοτεχνική. Στο βιβλίο, ωστόσο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Εβραϊσμό για να αφήσει τον Τζούλιαν, κεντρικό ήρωα και αφηγητή, να αναλυθεί σε μια ατελείωτη ανάκληση του παρελθόντος -από το πρόσφατο μέχρι σε μεγάλο βάθος χρόνου- γεμίζοντάς το με αμφισβήτηση για το παραμικρό.
Ίσως σκεφτείτε πως βιβλία για τον Εβραϊσμό έχουν γραφεί αρκετά. Χρονικά κρίσεων της ανδρικής ταυτότητας, επίσης. Εκείνο, ωστόσο, που κάνει την διαφορά εδώ είναι μια μικρή λεπτομέρεια - ο Τζούλιαν ΔΕΝ είναι Εβραίος. Κι αυτό του στοιχίζει. Διότι μέσα σ' όλη τούτη τη δίνη της απογοήτευσης θεωρεί πως για την τροπή της ζωής του ευθύνεται ακριβώς αυτό - η μη Εβραϊκότητά του. Όχι όμως με την απλή έννοια του όρου αλλά με εκείνη που του έχει "προσδώσει" ο Σαμ Φίνκλερ με την προσωπικότητά του εξού και ο Εβραϊσμός μεταγράφεται ως Φινκλερισμός στο λεξιλόγιο του Τζούλιαν και ο κάθε Εβραίος "μετονομάζεται" σε Φινκλέρο, ασχέτως αν ο ίδιος ο Σαμ Φίνκλερ πρωτοστατεί στην ίδρυση ενός κινήματος ενάντια στους Εβραίους. Κι ενώ ο Σαμ και ο Λίμπορ από την δική του μεριά, δεν αποδέχονται τα όποια θρησκευτικά δόγματα τούς μετέδωσαν οι παλιοί ερήμην τους, ο Τζούλιαν αρχίζει μια επίμονη προσπάθεια να διευθετήσει το ζήτημα του μη-Εβραϊσμού του, ή καλύτερα να πω, την υπόθεση του Φινκλερισμού του για να είμαι σύμφωνη με τον τίτλο του βιβλίου. Ερωτεύεται την (Εβραία, φυσικά) Εφσιβά και μέσω αυτής, παίρνει μέρος στα επετειακά δείπνα της οικογένειάς της όπου μυείται στις τελετουργίες και τους συμβολισμούς της Εβραϊκής θρησκείας ενώ αργότερα θα πάρει ακόμη πιο ενεργό μέρος στον εξ-Εβραϊσμό του βοηθώντας την Εφσιβά στην δημιουργία ενός μουσείου στο Λονδίνο, όπου θα καταγράφονται η ιστορία και η παρουσία των Άγγλων Εβραίων.
Ο Χάουαρντ Τζέικομπσον καταγράφει τα αιώνια ζητήματα της απώλειας και των επιθυμιών με αρκετά ενδοσκοπικό τρόπο. Το ίδιο κάνει και με τις ιδιαίτερες αποχρώσεις που παίρνει η αντρική φιλία - αγγίζει τη ζήλεια και την μεγάλη πικρία του ενός για την επιτυχία του φίλου του μ' έναν ιδιαίτερα χουμοριστικό τρόπο που ωστόσο, εγώ δεν απόλαυσα στο βαθμό που ήθελα και περίμενα. Η μετάφραση απέδωσε με πολύ ευφυή τρόπο τα αγγλικά λογοπαίγνια, ωστόσο, η αίσθηση που είχα κατά διαστήματα ήταν περισσότερο της γραφής του μεταφραστή (ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης είναι και συγγραφέας) και λιγότερο του Τζέικομπσον. Ήταν και κάποια άρθρα που είχαν "ξεφύγει", κι έτσι υπήρξαν φορές που συνέλαβα τον εαυτό μου να σκέφτεται πως θα ήταν καλύτερα να είχα διαβάσει το πρωτότυπο.
Σκεφτόμουν επίσης πως είναι απορίας άξιον που άργησε τόσο να βραβευθεί ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα. Ίσως επειδή δεν θεωρείται τόσο "σοβαρό" ως είδος - στην πραγματικότητα, όμως, αναγνωρίζουμε σε όλο του το βάθος πως το χιούμορ είναι μια πολύ καλή μάσκα που καλύπτει την μελαγχολία και την σοβαρότητα μιας κατάστασης. "Γέλα παλιάτσο" δεν λέμε; Ο Αριστοτέλης το θέτει καλύτερα: "το χιούμορ είναι το μόνο μέτρο της σοβαρότητας, και η σοβαρότητα [το μόνο μέτρο] του χιούμορ. Διότι, ένα θέμα το οποίο δεν "σηκώνει" μια τρυφερή αστειότητα είναι ύποπτο, και ένα αστείο που δεν επιδέχεται καμία σοβαρή εξέταση είναι απλώς εξυπνάδα."
Στο μυθιστόρημα τα όρια μεταξύ μιζέριας και σχεδόν κατάθλιψης, και στο χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και την γελοιότητα είναι ορατά αν και ιδιαίτερα λεπτά. Ο Τζέικομπσον ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσά τους. Κι αν υπάρχει ένα πράγμα που τελικά βράβευσε η επιτροπή του Man Booker Prize είναι η διαπίστωση πως τελικά, η ζωή είναι μια τραγωδία γεμάτη χιούμορ.
Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ομότιτλο έργο του Gelah Penn. Το πρώτο έργο είναι το "The Wall of the Temple" του Robert Motherwell. Το τρίτο σκίτσο μού θύμισε τον Λίμπορ Σέβτσικ - πρόκειται για τον Ερίκ Σατί δια χειρός Καρλ Λάγκερφελτ. Το άντλησα από το "η Αύρα της Σανέλ" του Paul Morand (Άγρα, 2011). Τα δύο προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011
Ο άνεμος στο νησί
Ο άνεμος είν' άλογο:
άκου το πως τρέχει
στη θάλασσα, στον ουρανό.
Θέλει να με πάρει: άκου
πως περιτρέχει όλη τη γη
για να με πάρει μακριά.
Κρύψε με στην αγκαλιά σου
γι' αυτή τη νύχτα μόνο,
που η βροχή θρυμματίζει
πάνω στη θάλασσα και στη στεριά
τα αμέτρητα στόματά της.
Άκου πώς ο άνεμος
με καλεί καλπάζοντας
για να με πάρει μακριά.
Με το μέτωπό σου στο μέτωπό μου,
με τα χείλη σου στα χείλη μου,
δεμένα τα κορμιά μας
στον έρωτα που μας καίει,
άσε τον άνεμο να φύγει
χωρίς να με πάρει μαζί του.
Σημείωση: Το ποίημα είναι από την συλλογή "ερωτικά ποιήματα" σε απόδοση της Αγαθής Δημητρούκα (Πατάκης, 2009 - τρίτη εκτύπωση). Το εικαστικό θέμα είναι πίνακας του Βέλγου ζωγράφου Leon Spilliaert. Τίτλος του "Vertigo, or The Magic Staircase"
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
Σελίδες στον άνεμο
΄Ενα βιβλιο-βιβλίο για εφήβους είναι το "Ιπτάμενες σελίδες" του Βασίλη Παπαθεοδώρου (Καστανιώτης, 2011). Το διάβασα μία από τις πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού, όταν η κάθε κίνηση ήταν τόσο αργόσυρτη όσο και το βήμα του σαλιγκαριού.
Ο Ότο παίρνει δώρο από τους γονείς του ένα βιβλίο. Νευριασμένος που δεν του δώρισαν κάποιο από τα λατρεμένα του ηλεκτρονικά παιχνίδια και προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση να το διαβάσει το σκίζει με μανία και το πετά έξω από το παράθυρο του δωματίου του. Το βιβλίο γίνεται σελίδες στον άνεμο που καταλήγουν σε παιδιά και μεγάλους. Στην Μπιάνκα ή Λευκή, που εργάζεται στον πάγκο του μικροπωλητή θείου της ο οποίος την εκμεταλλεύεται και την κακοποιεί. Στον Έρνστ, τον υποδειγματικό μαθητή. Στον Άμος, το παιδί των φαναριών που το αφεντικό του τού παίρνει όλα τα χρήματα που βγάζει κάθε μέρα. Στην Ρόζα που βρίσκεται εδώ και μήνες στο νοσοκομείο δίχως η κατάστασή της να καλυτερεύει. Στον αυταρχικό λοχαγό του Σώματος. Στον Σεμπάστιαν και στον Βλαντ, φρουρούς στα σύνορα μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Πανδυσίας.
Είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας εισάγει στις ιστορίες του το μεταφυσικό στοιχείο σε τέτοια έκταση, πράγμα που συμβάλλει κατά πολύ στην αγωνία για την έκβαση της ιστορίας - κατά ένα μαγικό τρόπο "...το κάθε φύλλο έφτανε στον κάθε αναγνώστη, στον κατάλληλο αναγνώστη, και θα του έδινε χαρά κι ελπίδα, παρέα και υγεία, νιάτα κι όνειρα. Αρκεί ο κάθε αναγνώστης να είχε ανοιχτά τα μάτια του, το μυαλό και την καρδιά του για να δεχτεί αυτά που θα του έδινε το βιβλίο." Καθώς τα παιδιά έχουν μάτια, μυαλό και καρδιά ανοιχτά, θα αφεθούν στις σκόρπιες αυτές σελίδες και θα ανακαλύψουν την αλήθεια πράττοντας αναλόγως: δημιουργούν μια πολύχρωμη κι ανθρώπινη πραγματικότητα, πιο ζωντανή από την μίζερη καθημερινότητα της φανταστικής Πανδυσίας, Βόρειας και Νότιας, όπου επικρατεί στρατιωτικό καθεστώς και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι ψυχρές.
Μεταξύ μας, δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μαγεία για μια τέτοια αλλαγή και φυσικά μπορεί να συμβεί κι εκτός των σελίδων ενός εφηβικού μυθιστορήματος. Χρόνια πριν, κάθε φορά που βρισκόμουν σε μια δύσκολη κατάσταση κατέφευγα στα βιβλία. Λόγω έλλειψης της σχετικής συγκέντρωσης, όμως, κατέληγα στον εξής συνοπτικό τρόπο ανάγνωσης - έπιανα όποιο βρίσκονταν πιο κοντά μου, το άνοιγα σε μια τυχαία σελίδα κι έκανα αυτό που έλεγε. Η κουζίνα ήταν το μέρος που βρισκόμουν τις περισσότερες ώρες της ημέρας κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μαγειρεύω "εντρυφώντας" στο έργο του Μ.Β.Μονταλμπάν ή απαγγέλλοντας Απολλιναίρ προσπαθώντας να κρατήσω τους χρόνους και την σωστή υφή ενός "πειραγμένου" ριζότο. Ασχέτως του αποτελέσματος του γεύματος, η διάθεσή μου άλλαζε αισθητά χάρη στις σελίδες των βιβλίων, έστω και μ' αυτόν τον ανόητο, παιδαριώδη τρόπο.
Το "το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας" παραμένει το αγαπημένο μου από τα προηγούμενα εννέα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ωστόσο, και τούτο είναι ένα βιβλίο με γρήγορο ρυθμό που προκαλεί την περιέργεια και δίνει τροφή στην αναγνωστική όρεξη. Πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός πως ο Βασίλης Παπαθεοδώρου προτρέψει με επιδέξιο τρόπο τους έφηβους αναγνώστες να καταπολεμήσουν τον φόβο και τον ρατσισμό και να επιδιώξουν την ισότητα, την αλήθεια και την αλληλεγγύη - οι νεαροί αναγνώστες θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα το "περιτύλιγμα" της περιπέτειας και της ανατροπής.
UpDate: Παρέλειψα να σημειώσω πως το βιβλίο έχει αποσπάσει τον Έπαινο του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.
Σημειώσεις: Η εικόνα είναι από την εικονογράφηση του (εξαιρετικού) Πέτρου Μπουλούμπαση η οποία ήταν στο πνεύμα της ζοφερής πραγματικότητας της Βόρειας και Νότιας Πανδυσίας, αν και θα την προτιμούσα με κάτι περισσότερο από το πολύ σκούρο ασπρόμαυρο που κυριαρχεί.
Ο Ότο παίρνει δώρο από τους γονείς του ένα βιβλίο. Νευριασμένος που δεν του δώρισαν κάποιο από τα λατρεμένα του ηλεκτρονικά παιχνίδια και προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση να το διαβάσει το σκίζει με μανία και το πετά έξω από το παράθυρο του δωματίου του. Το βιβλίο γίνεται σελίδες στον άνεμο που καταλήγουν σε παιδιά και μεγάλους. Στην Μπιάνκα ή Λευκή, που εργάζεται στον πάγκο του μικροπωλητή θείου της ο οποίος την εκμεταλλεύεται και την κακοποιεί. Στον Έρνστ, τον υποδειγματικό μαθητή. Στον Άμος, το παιδί των φαναριών που το αφεντικό του τού παίρνει όλα τα χρήματα που βγάζει κάθε μέρα. Στην Ρόζα που βρίσκεται εδώ και μήνες στο νοσοκομείο δίχως η κατάστασή της να καλυτερεύει. Στον αυταρχικό λοχαγό του Σώματος. Στον Σεμπάστιαν και στον Βλαντ, φρουρούς στα σύνορα μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Πανδυσίας.
Είναι η πρώτη φορά που ο συγγραφέας εισάγει στις ιστορίες του το μεταφυσικό στοιχείο σε τέτοια έκταση, πράγμα που συμβάλλει κατά πολύ στην αγωνία για την έκβαση της ιστορίας - κατά ένα μαγικό τρόπο "...το κάθε φύλλο έφτανε στον κάθε αναγνώστη, στον κατάλληλο αναγνώστη, και θα του έδινε χαρά κι ελπίδα, παρέα και υγεία, νιάτα κι όνειρα. Αρκεί ο κάθε αναγνώστης να είχε ανοιχτά τα μάτια του, το μυαλό και την καρδιά του για να δεχτεί αυτά που θα του έδινε το βιβλίο." Καθώς τα παιδιά έχουν μάτια, μυαλό και καρδιά ανοιχτά, θα αφεθούν στις σκόρπιες αυτές σελίδες και θα ανακαλύψουν την αλήθεια πράττοντας αναλόγως: δημιουργούν μια πολύχρωμη κι ανθρώπινη πραγματικότητα, πιο ζωντανή από την μίζερη καθημερινότητα της φανταστικής Πανδυσίας, Βόρειας και Νότιας, όπου επικρατεί στρατιωτικό καθεστώς και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι ψυχρές.
Μεταξύ μας, δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη μαγεία για μια τέτοια αλλαγή και φυσικά μπορεί να συμβεί κι εκτός των σελίδων ενός εφηβικού μυθιστορήματος. Χρόνια πριν, κάθε φορά που βρισκόμουν σε μια δύσκολη κατάσταση κατέφευγα στα βιβλία. Λόγω έλλειψης της σχετικής συγκέντρωσης, όμως, κατέληγα στον εξής συνοπτικό τρόπο ανάγνωσης - έπιανα όποιο βρίσκονταν πιο κοντά μου, το άνοιγα σε μια τυχαία σελίδα κι έκανα αυτό που έλεγε. Η κουζίνα ήταν το μέρος που βρισκόμουν τις περισσότερες ώρες της ημέρας κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μαγειρεύω "εντρυφώντας" στο έργο του Μ.Β.Μονταλμπάν ή απαγγέλλοντας Απολλιναίρ προσπαθώντας να κρατήσω τους χρόνους και την σωστή υφή ενός "πειραγμένου" ριζότο. Ασχέτως του αποτελέσματος του γεύματος, η διάθεσή μου άλλαζε αισθητά χάρη στις σελίδες των βιβλίων, έστω και μ' αυτόν τον ανόητο, παιδαριώδη τρόπο.
Το "το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας" παραμένει το αγαπημένο μου από τα προηγούμενα εννέα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ωστόσο, και τούτο είναι ένα βιβλίο με γρήγορο ρυθμό που προκαλεί την περιέργεια και δίνει τροφή στην αναγνωστική όρεξη. Πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός πως ο Βασίλης Παπαθεοδώρου προτρέψει με επιδέξιο τρόπο τους έφηβους αναγνώστες να καταπολεμήσουν τον φόβο και τον ρατσισμό και να επιδιώξουν την ισότητα, την αλήθεια και την αλληλεγγύη - οι νεαροί αναγνώστες θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα το "περιτύλιγμα" της περιπέτειας και της ανατροπής.
UpDate: Παρέλειψα να σημειώσω πως το βιβλίο έχει αποσπάσει τον Έπαινο του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.
Σημειώσεις: Η εικόνα είναι από την εικονογράφηση του (εξαιρετικού) Πέτρου Μπουλούμπαση η οποία ήταν στο πνεύμα της ζοφερής πραγματικότητας της Βόρειας και Νότιας Πανδυσίας, αν και θα την προτιμούσα με κάτι περισσότερο από το πολύ σκούρο ασπρόμαυρο που κυριαρχεί.
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Whiteout
Για τους πιστούς αναγνώστες του Jonathan Coe το “Σαν τη βροχή πριν πέσει”, (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πόλις, 2007) θα πρέπει να ήταν ένα σοκ: το μυθιστόρημα είναι εντελώς απολιτίκ και επιπλέον, πρωταγωνιστούν αποκλειστικά γυναικείες φωνές. Δίχως να είμαι φανατική αναγνώστρια του Κόου, μου αρέσει πολύ το ύφος του και μόλις είδα πως ο συγγραφέας ενέδωσε σε τέτοιου είδους προκλήσεις, η επιλογή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν μονόδρομος για μένα, όπως και να 'χε το αποτέλεσμα.
Η Τζιλ, κληρονομεί το σπίτι της 73χρονης θείας της, και ορίζεται εκτελεστής της τελευταίας επιθυμίας της - να παραδώσει τέσσερις κασσέτες που είχε μαγνητοφωνίσει πριν πεθάνει η Ρόζαμοντ σε μια μακρινή και αποξενωμένη συγγενή της, την Ίμοτζεν. Οι κασέτες αυτές συνοδεύονται από είκοσι φωτογραφίες - αυτές τις ξεθωριασμένες εικόνες (σχεδόν όλες ασπρόμαυρες) περιγράφει η γηραιά Ρόζαμοντ στο μαγνητόφωνο θέλοντας να πει στην Ίμοτζεν την αλήθεια για το παρελθόν της, κάτι που πολύ πιθανόν να την πληγώσει βαθιά. Μέλημα της Ρόζαμοντ όμως είναι αφενός μεν να δώσει στην Ίμοτζεν την ταυτότητά της κι αφετέρου να την βοηθήσει αν όχι να συγχωρήσει, τουλάχιστον να καταλάβει. Και το κυριότερο: να της αποδείξει πως μέσα από όλα αυτά τα αγκάθια του παρελθόντος βγήκε ένα ρόδο. Εκείνη. Παρά τις επανηλημμένες προσπάθειές της, η Τζιλ δεν μπορεί να εντοπίσει την Ίμοτζεν κι έτσι ακούει η ίδια τις κασσέτες μαζί με τις κόρες της.
Η Τζιλ, κληρονομεί το σπίτι της 73χρονης θείας της, και ορίζεται εκτελεστής της τελευταίας επιθυμίας της - να παραδώσει τέσσερις κασσέτες που είχε μαγνητοφωνίσει πριν πεθάνει η Ρόζαμοντ σε μια μακρινή και αποξενωμένη συγγενή της, την Ίμοτζεν. Οι κασέτες αυτές συνοδεύονται από είκοσι φωτογραφίες - αυτές τις ξεθωριασμένες εικόνες (σχεδόν όλες ασπρόμαυρες) περιγράφει η γηραιά Ρόζαμοντ στο μαγνητόφωνο θέλοντας να πει στην Ίμοτζεν την αλήθεια για το παρελθόν της, κάτι που πολύ πιθανόν να την πληγώσει βαθιά. Μέλημα της Ρόζαμοντ όμως είναι αφενός μεν να δώσει στην Ίμοτζεν την ταυτότητά της κι αφετέρου να την βοηθήσει αν όχι να συγχωρήσει, τουλάχιστον να καταλάβει. Και το κυριότερο: να της αποδείξει πως μέσα από όλα αυτά τα αγκάθια του παρελθόντος βγήκε ένα ρόδο. Εκείνη. Παρά τις επανηλημμένες προσπάθειές της, η Τζιλ δεν μπορεί να εντοπίσει την Ίμοτζεν κι έτσι ακούει η ίδια τις κασσέτες μαζί με τις κόρες της.
Η επόμενη φορά που η Ρόζαμοντ θα συναντήσει την Τέα είναι τα Χριστούγεννα του '59, στην οικογενειακή γιορτή που οργανώθηκε στο πατρικό της. Η δεκαοκτάχρονη πλέον νέα θα της πει πως η Μπέατριξ -όντας σε μόνιμη αντιπαλότητα με τον εαυτό της- είχε αλλάξει το όνομά της σε Άννι, εργαζόταν ως νοσηλεύτρια και ήταν αρκετά δημοφιλής και αγαπητή στον χώρο της εξακολουθώντας, ωστόσο, να φέρεται άθλια και σ΄αυτήν και στην οικογένεια που είχε αποκτήσει με τον δεύτερο σύζυγό της. Χρόνια μετά, η Τέα, έχοντας ενσαρκωθεί με την σειρά της, την αδιαφορία και την συναισθηματική κακοποίηση της μητέρας της ξεσπά βάναυσα στην δική της κόρη - για ασήμαντο λόγο εκνευρίζεται με την μικρή Ίμοτζεν και την χτυπά ταρακουνόντας την τόσο βίαια που η μικρή νοσηλεύεται στο νοσοκομείο.
Πριν καιρό, όταν διάβασα την "Ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη, θαύμασα τον χειρισμό του ζητήματος τού πως οι γονείς κληροδοτούν τα βιώματά τους στα παιδιά τους. Ο Τζόναθαν Κόου εδώ το εξειδικεύει και εμβαθύνει κατά πολύ από την πλευρά των γυναικών. Με την χαρακτηριστική του οξυδέρκεια και με απόλυτη τρυφερότητα (υπέροχος συνδυασμός!) ο Κόου καταγράφει τον ψυχισμό του γυναικείου φύλου σε όλες τις μορφές και τα επίπεδα: την συγγένεια, την φιλία, την συντροφικότητα, τον ομοφυλοφιλικό έρωτα και την ψυχοφαγική σχέση μητέρας-κόρης. Ιδίως αυτήν την τελευταία και το πως μεταδίδεται υποδόρια από την μια γενιά στην επόμενη - από την Άιβι μέχρι την Τέα η κάθε γυναίκα αυτοκαταστρέφεται και κακοποιεί ανελέητα την ψυχή της επόμενης. Η Ίμοτζεν πιθανότατα έχει ξεφύγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο της ψυχολογικής βίας και μάλιστα νωρίς - δεν είχε κλείσει ακόμη τα τέσσερα όταν, μετά από εκείνο το βίαιο ξέσπασμα της Τέα πάνω της, το δικαστήριο ανέθεσε την κηδεμονία της σε ανάδοχη οικογένεια. Όχι ακριβώς νωρίς, όμως, γιατί είχε ήδη τυφλωθεί.
Ο Κόου με αυτό το φαινομενικά ήσυχο μυθιστόρημα καταρίπτει πολλά στερεότυπα δίχως να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις ή γλυκερά και ηδονοθηρικά τερτίπια αν και θα μπορούσε να το κάνει λόγω της ομοφυλοφιλίας της Ρόζαμοντ. Δεν φοβάται τις λέξεις, όσο σκληρές και να είναι, όσο σκληρά κι αν ακούγονται. Η πολυπλοκότητα των προσωπικών σχέσεων που αναπτύσσονται στο κείμενο μαζί με την μελαγχολία, τη θηλυκότητα και τη θέρμη που διαρρέουν από την αφήγηση της γηραιάς Ρόζαμοντ κλιμακώνονται τόσο έντεχνα κι αναπάντεχα που στα δύο τελευταία κεφάλαια αναρωτιώμουν γιατί, on earth, συγκινήθηκα τόσο από κάτι τόσο flat, τόσο επίπεδο - η φωνή μιας ηλικιωμένης τού "επέβαλλε" μια γραμμική αφήγηση χωρίς εξάρσεις ή μελλοδραμματισμούς. Πεζό κείμενο στην κυριολεξία. Είμαι σίγουρη πως ένας βιαστικός αναγνώστης που θα έμενε στην απλοϊκότητα της φόρμας του κειμένου θα έλεγε: "Κι εγώ μπορώ να το κάνω αυτό!"
Παρ' όλο όμως που μια ελαφρά δόση αστεϊσμού ή έστω ένα "απαλό" φλέγμα χρησιμοποιείται συνήθως για προπέτασμα της μελαγχολίας, σε τούτο το μελαγχολικό μυθιστόρημα το χιούμορ δεν είχε θέση. Πόσο μάλλον η περίφημη καυστικότητα του Κόου. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, είχε έρθει η στιγμή που όφειλε να κόψει τα αστεία και να γίνει σοβαρός. Αυτό όμως δεν στέρησε σε τίποτε τον αφηγηματικό του τόνο. Το αντίθετο. Μπορείς να "δεις" καθαρά την γηραιά Ρόζαμοντ να κάθεται στη πολυθρόνα του σαλονιού της δίπλα στο παλιό μαγνητόφωνο και να την "ακούς" να αφηγείται με βρετανική διακριτικότητα αλλά και ευθύτητα - λες και κάθεσαι απέναντί της και σε λίγο θα σου προσφέρει ένα από εκείνα τα little alcoholic refreshments που παίρνει και η ίδια όταν κάνει διάλειμμα.
Όσο για το ότι ο Κόου δεν γράφει πολιτικά σ' αυτό το βιβλίο, αυτό μπορεί να καταρριφθεί με την σκέψη πως ο καθένας μας μπορεί να βρει κάτι πολιτικό να σχολιάσει αν το θέλει - η τόσο έγχρωμη ανασύσταση της κοινωνίας της μεταπολεμικής Βρετανίας που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, προσφέρεται και για πολιτικές παρατηρήσεις. Ο συγγραφέας, ωστόσο, είναι πιο συγκεκριμένος: "Τι άλλο θα μπορούσε να είναι πολιτικό θέμα αν όχι η δυναμική των σχέσεων που αναπτύσσεται μέσα σε μια οικογένεια; Είτε η άσκηση τυραννίας από έναν γονιό στο αδύναμο παιδί;" αναρωτιέται σε συνέντευξή του και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του.
Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία δείχνει την γνωστή εικαστική εγκατάσταση του Γ.Ζογγολόπουλου στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη εγκατάσταση είναι το "Ρόδο II" της Γερμανίδας Isa Genzken.
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
Playing with words
around midnight, on a city bridge across a river,
with a pen and paper and some friends
Σημείωση: Αυτό το ηχητικό στιγμιότυπο είναι από αφιέρωμα του Guardian - κάθε πρώτη του μήνα ανεβάζει από μία ηχογράφηση-δημιουργία νέου Βρετανού καλλιτέχνη με σκοπό να "ντύσει" μια μικρή καθημερινή σκηνή της ζωής μας και να ακουστεί σε ορισμένη ώρα και σε ορισμένο τόπο - αν έχετε και ακουστικά, ακόμη καλύτερα. Η συγκεκριμένη ηχογραφήθηκε από τον word and graphic artist Inua Ellams και είναι το σάουντρακ μιας νύχτας, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, σε μια γέφυρα με στυλό, χαρτί και λίγους φίλους. Θα μπορούσε, όμως, να ήταν και το μάθημα γραμματικής με τον Τ. και τον Θ.
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011
-Εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει.
-Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλ η βροχή πριν πέσει. Πρέπει να πέσει,
αλλιώς δεν είναι βροχή.
- Γι΄αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος.
Τζόναθαν Κόου,
από το "Σαν τη βροχή πριν πέσει" (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πόλις, 2007)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








