Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013









Victims of Duty  



Πιθανότατα να οφείλεται στο ότι έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι με λογοτεχνικά παράλογο ύφος, μπορεί όμως και να είναι και η αποστροφή μου σε οτιδήποτε ολοκληρωτικό κι απόλυτο. Γεγονός  όμως είναι πως για να μπορέσω να αντιληφθώ το ύφος του Norman Manea -που περιγράφει άριστα την ατμόσφαιρα της δικτατορίας του Τσαουσέσκου- χρειάστηκαν πολλές σελίδες. Σφιχτοδεμένη γραφή με σταθερό ρυθμό και το ίδιο σταθερή ψυχρότητα και καχυποψία να υπονομεύουν κάθε γραμμή του, η πρόζα του Μάνεα δεν είναι εύκολη ανάγνωση. Τουλάχιστον στην αρχή.

Η πρώτη από τις τέσσερις νουβέλες της συλλογής "Υποχρεωτική Ευδαιμονία" (μετάφραση από τα γαλλικά Αλόης Σιδέρη - Άγρα, 2003) έχει τίτλο "Η Ανάκριση" και εκτυλίσσεται στις φυλακές του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Μία γυναίκα βρίσκεται έγκλειστη στην απομόνωση για ασαφείς πολιτικούς λόγους. Μία μέρα της αναγγέλλουν πως θα την ανακρίνει ένας πολύ σημαντικός πράκτορας της ασφάλειας και οι υπάλληλοι της φυλακής την προετοιμάζουν με εντατικούς ρυθμούς γιατί, όπως λένε, θα είναι σημαντικό για εκείνη. Αυτή η προετοιμασία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο βασανιστήριο για την γυναίκα. Μην περιμένετε, ωστόσο, να διαβάσετε για αποτρόπαιες δοκιμασίες και εξάντληση των ανθρώπινων αντοχών - αυτά υπονοούνται αμυδρά πίσω από τις περιποιήσεις που της παρέχουν: "Βρήκε το κελί της αερισμένο και σκουπισμένο. Στο τσιμέντο, μια στοίβα με εφημερίδες και περιοδικά.
      Γύρω στις τρεις, αποσπάστηκε από την ανάγνωσή της. Δύο πρόσωπα είχαν έλθει για να τη συνοδεύχουν. Κατέβηκε σκάλες, έστριψε δεξιά, αριστερά, διέσχισε ατέλειωτους διαδρόμους. Αυτή τη φορά προορισμός ήταν ένα λουτρό. Όχι για τα ντους που ήξερε ως τότε.  Μια άσπρη, αστραφτερή μπανιέρα. Μεγάλες, χνουδωτές πετσέτες διαφόρων χρωμάτων. Ένα σαπούνι, κάθε λογής μπουκαλάκια. Παντούφλες, βερνίκι για τα νύχια. Στην επιστροφή της στο κελί, την περίμενε ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι.
        Και τώρα η τέταρτη μέρα: 'Στις πέντε το απόγευμα, σας βολεύει;' είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα η παράξενη επιστράτρια σαν να απήγγειλε ένα στίχο από κάποιο λιμπρέτο όπερας, με ύφος ενοχλημένο από τον παραλογισμό αυτού που την έβαζαν να κάνει και να λέει."

 
Θα υπάρξει και πέμπτη και έκτη μέρα, θα ακολουθήσουν κι άλλες μέχρις ότου να αποκατασταθεί η σωματική υγεία και εμφάνιση της κρατούμενης. Όταν θα φτάσει η μέρα της ανάκρισης θα αποδειχθεί κι αυτή με την σειρά της το ίδιο παράλογη και βασανιστική- ένας λεπτεπίλεπτος, ασθενικός ανθρωπάκος με την όψη αχθοφόρου, ο Μεγάλος Αρχηγός θα περάσει τη νύχτα μαζί της στο ανακριτικό γραφείο μονολογώντας συνεχώς ενώ συμπεριφέρεται από γελοία έως απειλητικά και πάντα με άψογους  τρόπους και προσποιητή ευγένεια. Ανάμεσα στις μακρές σιωπές του και τα ξεσπάσματα θυμού, θα προτείνει στην κρατούμενη να καταδώσει τον σύντροφό της ζωγραφίζοντας μια σειρά πινάκων με θέμα τους το εσωτερικό του σπιτιού του.


Στο "Ένα παράθυρο στην εργατική τάξη", ένα ζευγάρι μορφωμένων αστών αναθέτει σε έναν τεχνίτη, που τους χτύπησε ξαφνικά την πόρτα, να κάνει διάφορες μικροεπισκευές στο σπίτι τους - το χαλασμένο ρολό του παραθύρου, την ηλεκτρική κουζίνα, κ.ά. Κάποια στιγμή, ο Νάνου Βαλεντίν, ο τεχνίτης, θα τους επισκεφθεί ζητώντας τους να τον βοηθήσουν καθώς τους εκτιμά και μπορεί να τους εμπιστευτεί αυτό που τον βασανίζει - μετά από 25 χρόνια δουλειάς σε μια λεβητοποιία, τον απολύουν με αφορμή τη μόνη μέρα που αργοπόρησε όταν η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη σε όλη την πόλη. Πριν από αυτό όμως είχαν προηγηθεί κι άλλα επεισόδια, τα οποία ο τεχνίτης έχει γράψει στα χαρτιά που αφήνει στον κύριο του ζευγαριού. "Γιατί τον μετέφεραν από το εργοστάσιο λεβητοποιίας στην υπηρεσία καθαρισμού, πράγμα που τον έκανε να χάσει το ένα τέταρτο του μισθού του; Για ποιό λόγο αυτό ο 'σύντροφος' αρχιεργάτης τον είχε μεταθέσει στην νυχτερινή υπηρεσία, μολονότι είχε αποφασίσει να εξαιρούνται από αυτήν οι πολύτεκνοι οικογενειάρχες που είχαν πολυετή υπηρεσία στο εργοστάσιο; Γιατί τον έβαλε να κάνει την πιο σκληρή δουλειά χωρίς να τον πληρώσει ανάλογα; Για ποιό λόγο μετατέθηκε από την λεβητοποιία Γιατί όταν αρρώστησε του είπαν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν  θέση στο εργοστάσιο;... Γιατί του κράτησαν ένα μεροκάματο για καθυστέρηση μισής ώρας;... Γιατί όταν ζήτησε να γίνει δεκτός από τον διευθυντή ή από το συνδικάτο ή από τον υπουργό, τον προειδοποίησαν ότι, αν δεν καθόταν ήσυχος, κινδύνευε να πάθει πολύ χειρότερα;" Ο έντιμος και συνεπής τεχνίτης θα τα βάλει με το διεφθαρμένο σύστημα για να πάρει τις απαντήσεις που του πρέπουν. 

 "Στην κατάφωτη αίθουσα συνεδριάσεων της οδού Ορλάντο, βρίσκονται, ως προσκεκλημένοι, μια δακτυλογράφος, ένας οδηγός ταξί, ο διαχειριστής ενός  εστιατορίου, μια νταντά, ένας μυθιστοριογράφος, μια διευθύντρια προσωπικού, ένας καθηγητής γυμναστικής, ένας τελωνειακός και ένας υπάλληλος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου."   Ο καθένας τους θα περιγράψει την καριέρα του και όλες μαζί οι αφηγήσεις δημιουργούν μια "Σύνθετη βιογραφία", όπως είναι ο τίτλος της τρίτης νουβέλας, δλδ το πορτραίτο του ιδανικού συντρόφου του Κόμματος που ενάντια στις συνθήκες και τις διαψεύσεις, παραμένει αμετανόητος ιδεαλιστής.

Η όλη παράνοια του καθεστώτος Τσαουσέσκου κορυφώνεται στην τελευταία νουβέλα, το "Αδιάβροχο" όπου δύο φιλικά ζευγάρια επισκέπτονται ένα τρίτο - τους νεόπλουτους φίλους του, Βασίλε Μπελντεάνου, ή Μπαζίλ στο πιο εξευγενισμένο, και Ντίνα, ή αλλιώς Λαίδη Ντι, την μεγαλοδικηγόρο σύζυγό του με την ταπεινή καταγωγή που προσπαθεί φιλότιμα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ανώτερης τάξης.   "...και να η Ντίνα που έχει βγει από το υπνοδωμάτιο και τώρα κατεβαίνει τη σκάλα, ντυμένη με βραδυνό φόρεμα σε κίτρινο βελούδο και ασορτί τουρμπάνι στο κεφάλι. Αγκαλιάσματα, που να σας τα λέω, αγαπητή μου... μόνο το Μωρό πασχίζει μάταια να σκιάσει τη χαρά γι' αυτό το ξανασμίξιμο. Η Ντίνα πηγαίνει προς το μέρος του χαμογελαστή, με την αγκαλιά ανοιχτή, αλλά ο καλεσμένος αρκείται στο να της τείνει το χέρι. Ποτέ δεν κατέφερε να την αντέξει, έτσι δεν είναι, αυτή η σταφιδιασμένη, μπογιατισμένη κυρία που ακόμα και η πιο ανώδυνη χειρονομία της έχει ένα ύφος συμβατικό, σαν σκηνοθετημένο, όχι, δεν μπορούσε να την υποφέρει. Αλλά η Λαίδη Ντι δεν τα χάνει καθόλου  και του τείνει το χέρι  με μια αργή, τελετουργική κίνηση. Το Χαμίνι κάνει μια βαθιά υπόκλιση, φιλάει το χέρι της κι ύστερα κρατάει για αρκετή ώρα τα λεπτά δάχτυλα της παλιάς του συμμαρθήτριας μέσα στη φούχτα του, σαν για να μελετήσει τα μανικιουρισμένα νύχια της, προτού συγκατατεθεί τελικά σε μια σύντομη και τυπική περίπτυξη."   Το δείπνο που θα ακολουθήσει είναι η επιτομή της επιδειξιομανίας - πλουσιοπάροχο, με χονδροειδή αστεία και με παράπονα για την ακρίβεια, την έλλειψη αγαθών, την λογοκρισία, την Σεκιουριτάτε. Λίγες μέρες αργότερα, η Ντίνα θα αρχίσει να τηλεφωνεί τακτικά στην Φελίτσια και την Ιωάννα και θα μιλήσει ακόμη και με τους συζύγους τους, ρωτώντας τους για ένα αδιάβροχο που βρήκε κρεμασμένο στην γκαρνταρόμπα της εισόδου - μακρύ, φαρδύ, από τα φθηνά εκείνα που φορούν οι πράκτορες της Σεκιουριτάτε. Κανείς τους δεν ξέρει τίποτα για το αδιάβροχο, ούτε καν ο Βασίλε που είναι ένας από τους σημαίνοντες απαράτσικ (ενεργά μέλη του Κόμματος) της χώρας. Τούτη η εμμονή του αδιάβροχου δεν επηρρεάζει την συμπεριφορά μόνο της Ντίνας αλλά και των υπολοίπων - τα δύο ζευγάρια αρχίζουν να υποπτεύονται τους οικοδεσπότες του δείπνου για πράκτορες της Σεκιουριτάτε, οι σύζυγοι υποπτεύονται ο ένας τον άλλο κι ο καθένας τους τον ίδιο τον εαυτό του. Η Ιωάννα θα ξεσπάσει σε μια υστερία άνευ προηγουμένου κι ελέγχου,  ο Άλι θα σιωπήσει αμήχανος και η Ντίνα, στο τέλος, θα καταρρεύσει με νευρικό κλονισμό - παντού όπου πηγαίνει φορά το αδιάβροχο πάνω από τα πολυτελή ρούχα της. Την συνοδεύει ο Πολύξερος, ο άντρας της Φελίτσια που φορά κι εκείνος ένα ίδιο. Πράξη ηθικής συμπαράστασης προς την παλιά του συμμαθήτρια ή κάτι άλλο; Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει κι αυτό είναι το πρόσφορο έδαφος για κάθε παραλογισμό.


Ο Νόρμαν Μάνεα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στα μέρη μας - η φωνή του δεν είναι αρκετά καταγγελτική και οι συγγραφικές εμμονές του καθόλου ευχάριστες. Ωστόσο, πρόκειται για τον πιο πολυμεταφρασμένο Ρουμάνο συγγραφέα - υποθέτω, πριν την βράβευση της συμπατριώτισσάς του Χέρτα Μύλερ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2009. Η φήμη για το έργο του εξαιρετική, η ζωή του εξαιρετικά ανθρώπινη. Τα πρώτα χρόνια του στη Ρουμανία ήταν "χωρίς εξάρσεις, χωρίς κάποια ξεχωριστή ανάμνηση. Ίσως επειδή ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος, και όπως ξέρετε η ευτυχία ξεχνιέται γρήγορα. Οι πρώτες μνήμες μου έχουν σχεση με τον εκτοπισμό μου". Στην ηλικία των πέντε, τo 1941, συλλαμβάνεται μαζί με τους δικούς του και στέλνεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Ουκρανία. Το 1944 θα τους απελευθερώσει ο Κόκκινος Στρατός και θα επιστρέψουν στην πόλη τους, την Μπουκοβίνα. Με την άνοδο του Νικoλάι Τσαουσέσκου, το 1965, στην Γραμματεία του Κ.Κ. και ταυτόχρονα στην Προεδρία του Συμβουλίου του Κράτους, ο Νόρμαν Μάνεα είναι ήδη τριάντα χρονών, εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός και προσδοκά ένα καλύτερο μέλλον. Το 1986 απογοητευμένος από τον υπαρκτό σοσιαλισμό του δικτάτορα, ο Μάνεα μαζί με την σύζυγό του, Τσέλα, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν, αρχικά στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Καταλήγουν όμως στις ΗΠΑ αν και δεν γνωρίζουν λέξη αγγλικά - μετά από την διαμεσολάβηση του Φίλιπ Ροθ, το διάσημο κολλέγιο Μπαρτ θα δεχθεί τον Ρουμάνο συγγραφέα να διδάξει στις τάξεις του.
  
Οξυδέρκεια και λεπτότατη ανάλυση της υποκριτικής καθημερινότητας και του ασφυκτικού πολιτικού κλοιού που  περιβάλλει κάθε όψη της ζωής  των πρωταγωνιστών του. ευθύβολη ειρωνία και καφκική ατμόσφαιρα.  ιμπρεσιονιστική αποτύπωση του δικτατορικού καθεστώτος και εικόνες που ζωντανεύουν την συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων, είναι μερικά από τα στοιχεία που κάνουν το βιβλίο τούτο ιδιαίτερο. Η φαντασία και ο μαγικός παραλόγισμός του βοηθούν, επίσης, στην ροή των ιστοριών - με έναν "μαγικό" τρόπο ο Μεγάλος Αρχηγός της Ανάκρισης θα εξαφανιστεί αφήνοντας την κρατούμενη γυναίκα να αναρωτιέται για τις συνέπειες της απόφασής της. Όπως "μαγικά" εμφανίστηκε ο Βαλεντίν να διορθώσει το χαλασμένο στόρι του παραθύρου, έτσι  "μαγικά" θα χαθεί από την ζωή του ζευγαριού και το ίδιο "μαγικά" θα εμφανιστεί λίγο αργότερα να εργάζεται σε ένα νεκροταφείο και να κάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: να διευθύνει έναν κόσμο όπου όλοι είναι ίσοι απέναντι στους νόμους και στους ανθρώπους.

Η
(μεταφρασμένη όμορφα) γλώσσα του Μάνεα  είναι πολύ προσεγμένη, σοφιστικέ. Σου αφήνει ωστόσο μια αίσθηση έντονα πνιγηρή - ο απόλυτος έλεγχος των λογοτεχνικών εργαλείων του και η πλήρη επίγνωση του εαυτού κάνουν το κείμενο να κλείνεται στον εαυτό του. Και να σε παίρνει μαζί του.  Οι  ιδέες και οι φιλοσοφικές ανησυχίες του συγγραφέα δίνουν έναν βαρύ, αποστεγνωμένο τόνο στους χαρακτήρες, οι οποίοι σε αρκετά σημεία τείνουν να μακρυγορούν, σαν να κάνουν διάλεξη, σε σημείο μάλιστα να ξεφεύγουν από την πλοκή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τρίτη νουβέλα που με έκανε να γυρίζω συνεχώς τις σελίδες μπρος-πίσω και να διαβάζω τις ίδιες παραγράφους ξανά και ξανά προσπαθώντας να βρω κάποια, παράδοξη έστω, συνοχή... 


Η ιστορία  δεν είναι παραμύθι κι αυτό είναι κάτι που ο Νόρμαν Μάνεα το γνωρίζει πλέον καλά - τα βιώματα του εγκλεισμού,  και της εξορίας έχουν βαθιές ρίζες μέσα του, και η πραγματικότητα μιας terra incognita, confusa, είναι σκληρή. Η ονειρώδης αφηγηματική αποσύνθεση αποδεικνύεται στην περίπτωσή του ο πιο κατάλληλος τρόπος να ανταπεξέλθει στις λογοτεχνικές απαιτήσεις. Και οι διαλεκτικοί τόνοι τον βοηθούν  να αναλύσει και να κατανοήσει  τον ανθρώπινο μηχανισμό της υποταγής - ο δικός του τρόπος υπεράσπισης της δημοκρατίας.

Με δυο λόγια, το παράλογο ως τρόπος αντίστασης. Χμμμ... quite an adventure of the mind, που θα έλεγε κι ο Ιονέσκο.




Σημείωσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι το "Νέοι" του Ηλία Δεκουλάκου κι ακολουθεί το σχέδιο του Patrick Caulfield από το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου. Μετά το φωτογραφικό πορτραίτο του Ρουμάνου συγγραφέα ακολουθεί πίνακας του Γιώργου Χατζημιχάλη.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013









Reed fancied...

...dictionary language like "capricious" and "harridan," but he found special magic in the word "bells," sounding from above, "up in the sky," as he sang on the Velvets' "What Goes On." A personal favorite was the title track from a 1979 album, "The Bells." Over a foggy swirl of synthesizers and horns, suggesting a haunted house on skid row, Reed improvised a fairy tale about a stage actor who leaves work late at night and takes in a chiming, urban "Milky Way."




It was really not so cute
to play without a parachute
As he stood upon the ledge
Looking out, he thought he saw a brook
And he hollered, 'Look, there are the bells!'
And he sang out, 'Here come the bells!
Here come the bells! Here come the bells!
Here come the bells!'










Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Lou Reed από την έκδοση 'Romanticism' (Steidl, 2009) που περιέχει φωτογραφίες από διάφορα μέρη σε όλο τον κόσμο όπου ταξίδεψε ο ίδιος κι αποτύπωσε σε ασπρόμαυρο φιλμ τοπία της φύσης και της αρχιτεκτονικής. Το πιο πάνω περιστατικό  αντλήθηκε από εδώ.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013








What a difference 
a book makes...

Ήταν μία από εκείνες τις μέρες με το πρώτο δυνατό κρύο του φθινοπώρου - η υγρασία τρυπούσε τα κόκκαλα, η στοίβα με τα αδιάβαστα είχε μειωθεί επικίνδυνα, το δέμα με τα βιβλία δεν είχε φτάσει ακόμη και η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή για 5η εβδομάδα λόγω απεργίας. Όχι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε μια καλή μέρα.

Πήγα σ΄ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο που δεν πολυσύχναζα για να αλλάξω διάθεση - μετεγκαταστάθηκε πρόσφατα και υπέθεσα -κακώς- πως μαζί με τον χώρο και τον διάκοσμο θα είχε ανανεωθεί και με καινούργιες εκδόσεις και θα είχε, επίσης, αλλάξει και τον τρόπο εξυπηρέτησής τους προς το πιο βιβλιοφιλικό. Τριγυρνούσα για ώρα τα ράφια και τις προθήκες  προσπαθώντας  να καταλάβω τον τρόπο με τον οποίο τα βιβλία ήταν τοποθετημένα -very challenging I would say- ώσπου, εκεί που ψαχούλευα, το χέρι μου έπιασε ένα μικρό τομίδιο στο βάθος ενός ραφιού και πριν καλά-καλά δω τα στοιχεία του ένιωσα μια περίεργη χαρά.  Όταν διάβασα το εξώφυλλό του χάρηκα ακόμη περισσότερο...


  
Ο Χόρχε Λουί Μπόρχες υπήρξε για πολλά χρόνια συγγραφικό ζευγάρι με τον Αντόλφο Μπιόυ Κασάρες. Υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Μπούστος Ντομέκ και με την ιδιότητα του κριτικογράφου, οι δύο συγγραφείς έγραψαν σατυρικά πεζογραφήματα προσφέροντας ανακούφιση στους καλλιεργημένους Λατινοαμερικάνους καθώς κάτω από την παιγνιώδη  διάθεση και το χιούμορ τους μετέφεραν ένα σαφές μήνυμα κατά της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Αργεντινή το 1942 αλλά και πολύ αργότερα - μέχρι το 1977 που εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο, ο Μπούστος Ντομέκ συνέγραψε επτά βιβλία μεταξύ των οποίων ήταν και η ανά χείρας συλλογή διηγημάτων, το "Αφηγήσεις του Μπούστος Ντομέκ" (μτφρ. Τ. Δενέγρης - ύψιλον, 1989). Αντιγράφω ένα κομμάτι στην τύχη, καθώς είναι δύσκολο να απομονώσω κάποιο απόσπασμα χωρίς να αλλοιωθεί η αίσθηση του κειμένου.

  

"Gradus ad Parnasum

Επιστρέφοντας από κάτι σύντομες αλλά κάθε άλλο παρά δυσάρεστες διακοπές στο Κάλι και στο Μεντεζίν της Κολομβίας, ένα τραγικό νέο με πρόφτασε στο γραφικό μπαρ του αεροδρομίου Εσέισα. Μπορούμε να πούμε πως, όταν κανείς φτάσει σε μια ηλικία, έτσι και γυρίσει πίσω το κεφάλι του, θα δει κάποιον να πέφτει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρομαι, όπως καταλαβαίνεται, στον Σαντιάγκο Γκίνσμπεργκ.
     (...)
     Παρόλο που μερικοί "κριτικοί", μ' όλα τα καλά και τα κακά τους, φαίνεται να έχουν ξεχάσει ότι το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο Γκίνσμπεργκ ήταν η ποιητική συλλογή Κλειδιά για σένα και για μένα, η απέριττη προσωπική μου βιβλιοθήκη διατηρεί ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης non bis in idem του τόσο ενδιαφέροντος μικρού τεύχους. Αυστηρό χρωματιστό εξώφυλλο, πορτρέτο του από τον Ρόχας, τίτλος που πρότεινε ο Σάμετ, τυπωμένο στο τυπογραφείο Μποντίνι, κείμενο γενικά χωρίς λάθη. Επιτυχία με μια λέξη!
    Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 1923 μετά Χριστόν. Το αποτέλεσμα προβλεπόμενο: κατά μέτωπο επίθεση των ουλτραϊστών, χασμουρητό και περιφρόνηση της επίσημης κριτικής, κάποια είδηση εν συντομία, χωρίς συνέχεια και, τελικά, η αναγκαία συνεστίαση συμφυλίωσης στο ξενοδοχείο Μαρκόνι της πλατείας Όνσε. Κανείς δεν κατάφερε να παρατηρήσει σ' αυτή τη συλλογή σονέτων τις καινοτομίες σε βάθος, που κάνουν κάθε τόσο την εμφάνισή τους κάτω από την πληκτική επιφάνεια. Ξεχωρίζω μερικές:

Μαζεμένοι στη γωνιά οι φίλοι
 Το βράδυ φεύγει με μανσέτες. 

     Ο πατήρ Φέιχο (Κανάλ), χρόνια μετά (Πραγματεία του Επιθέτου στην Περιοχή της Λα Πλάτα, 1941), θα σημειώσει τη λέξη μανσέτα που του φαίνεται ασυνήθιστη, χωρίς όμως να σκεφτεί ότι η λέξη αυτή υπάρχει σε όλες τις γνήσιες εκδόσεις του Λεξικού της Βασιλικής Ακαδημίας. Την αποκαλεί τολμηρή, επιτυχή, φανταστική και κάνει την υπόθεση - horresco referens - ότι πρόκειται για επίθετο. Άλλο ένα παράδειγμα:

 Χείλη της αγάπης, που θα σμίγαν στο φιλί
προσφέραν, όπως πάντα, νοκομόκο.       

    Σας ομολογώ στην τιμή μου ότι, με μια πρώτη ματιά, η έννοια του νοκομόκο μού διέφευγε." 

Είκοσι ένα άρθρα που σχολιάζουν τα παράδοξα  της λογοτεχνίας, της ποίησης, της μουσικής, της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής, του θεάτρου και των πιο ποικίλων ενδιάμεσων μορφών και εκφράσεών τους - μυθιστορήματα του ενός τίτλου, αρχιτεκτονική μη κατοικήσιμη, ρούχα που δεν φοριούνται, μηχανήματα που παράγουν ένα τίποτα. Ο Μπούστος Ντομέκ γράφει για όλα αυτά με απόλυτη φυσικότητα παρουσιάζοντάς τα ως βαρυσήμαντα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Από τις πρώτες κιόλας γραμμές, όμως, ο μυημένος αναγνώστης  αντιλαμβάνεται τις μεταφυσικές ανησυχίες του Μπιόυ Κασάρες που  συνταιριάζονται άψογα με την αγάπη του Μπόρχες για το παράδοξο και το άλογο.
 

Κι ωστόσο, είναι εντυπωσιακό το πως η συνεργασία των δύο τούτων σπουδαίων Αργεντίνων συγγραφέων δεν καταλήγει σε κάτι αναγνωρίσιμο. Αντίθετα, τα κείμενα του Μπούστος Ντομέκ δεν μοιάζουν καθόλου στο ύφος του καθενός ή έστω σε έναν ευρέως αναγνωρίσημο συνδυασμό τους αλλά είναι  σαν να έχουν γραφτεί από ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο το οποίο στην εποχή του θεωρήθηκε ένας από τις πιο σημαντικούς Αργεντίνους συγγραφείς. Τόσο σημαντικός που επηρρέασε τον αντι-Μπορχεσιανό Λεοπόλντο Μαρεκάλ  και τον Χούλιο Κορτάσαρ για την επινοημένη γλώσσα του και  την αργκό που χρησιμοποίησε στο "Κουτσό" του.   

Η σαφήνεια και η αποφυγή κάθε σκοτεινού κλίματος, όπως και η αυστηρή δομή των κειμένων με την δοκιμιακή μορφή και την ειρωνία σε όλες τις αποχρώσεις της, κάνουν τα κείμενα αυτά πραγματική αναγνωστική απόλαυση. Αν σκεφτείτε τώρα και το κείμενο ανάμεσα στις γραμμές -τα πραγματικά γεγονότα δλδ που συνδέονταν με και τροφοδοτούσαν το ασυνάρτητο των άρθρων- εύκολα μπορείτε να διαπιστώσετε την ένταση με την οποία ο Μπούστος Ντομέκ κρατούσε, είμαι βέβαιη, αιχμηρή την διάθεση για πνευματική αντίσταση των Αργεντινών της  Διαβόητης Δεκαετίας. 

Κι αυτό μπορώ -τηρουμένων των αναλογιών πάντα- να το βεβαιώσω - διαβάζοντας τα κείμενα εξαλείφθηκε κάθε ίχνος κακής διάθεσης για τον θλιβερό καιρό εκείνης της εβδομάδας και ανανεώθηκε η αναγνωστική μου διάθεση. Μέχρι που ξέχασα την απαράδεκτη συμπεριφορά της πωλήτριας του βιβλιοπωλείου. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...





ΥΓ.: Για να καταλάβετε το πόσο πολύ χάρηκα, σκεφτείτε πως το συγκεκριμένο τομίδιο έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία κι επιπλέον, τα συγκεκριμένα κείμενα των Μπόρχες-Κασάρες δεν υπάρχουν ούτε στον συγκεντρωτικό τόμο των Απάντων Πεζών του Χ.Λ.Μπόρχες (σε επιμέλεια και μετάφραση Αχ. Κυριακίδη - Ελληνικά Γράμματα, 2005)


Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι του Τζόρτζιο ντε Κίρικο που τα κείμενα μού θύμισαν έντονα αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι οι Αφηγήσεις θα μπορούσαν να υπογράφονται κι από έναν ακαδημαϊκό Μπόρις Βιαν. Στην φωτογραφία εικονίζεται, βεβαίως, ο Μπούστος Ντομέκ.  

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013









A small chunk






Η επιτροπή του ManBooker Prize πάντα καταφέρνει να εκπλήσει με τις επιλογές του που δεν είναι ποτέ οι αναμενόμενες - πολύ γρήγορα μου έρχεται στο νου η Hilary Mantel με την διπλή βράβευσή της, η πρώτη το 2009 και η δεύτερη το 2012! Φέτος, το βραβείο απέσπασε το αουτσάιντερ της μικρής λίστας - η νεαρότερη στην ιστορία του θεσμού Καναδο-Νεοζηλανδή συγγραφέας Eleanor Catton για το, επίσης, πιο πολυσέλιδο  στην ιστορία του θεσμού "The Luminaries". 

Απ' ότι διαβάζω, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με βικτωριανή δομή, στα πατήματα του Ουίλκι Κόλλινς και του Χέρμαν Μέλβιλ. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται το 1866 στην Νέα Ζηλανδία, στην διάρκεια του πυρετού του χρυσού  και περιλαμβάνει 12 άντρες που συναντόνται σε ένα ξενοδοχείο για να συζητήσουν μια σειρά από φόνους κι έναν ταξιδιώτη που  πέφτει τυχαία πάνω τους. Έναν πλούσιο που αγνοείται, έναν νεκρό ερημίτη, μια τεράστια περιουσία σε χρυσό που βρίσκεται κρυμμένη στο σπίτι ενός μέθυσου και μια κακοποιημένη πόρνη που αποπειράται να αυτοκτονήσει. Στο μυθιστόρημα υπάρχουν, επίσης, σεξ και μυστικιστικές τελετές, όπιο και δικαστικές αγωγές. Οι πολλές φωνές εναλλάσσονται για να πουν  η κάθε μία την δική της ιστορία κι έτσι σταδιακά αποκαλύπτεται το τί συμβαίνει στην μικρή πόλη της Χοκιτίκα στο Σάουθ Άιλαντ της Νέας Ζηλανδίας. Αυτά εντελώς συνοπτικά διότι άλλα άρθρα αναφέρουν ήδη κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με το ότι η πλοκή του μυθιστορήματος βασίζεται σε αστρολογικά διαγράμματα που η ίδια η συγγραφέας έχει σχεδιάσει με τις ακριβείς ημερομηνίες για κάθε γεγονός και το αντίστοιχο γεωγραφικό μήκος και πλάτος...

Διαβάζω, επίσης, πως οι κριτές εντυπωσιάστηκαν από την τεχνική της Κάττον - σφιχτή δομή, απόλυτα ελεγχόμενος αφηγηματικός ρυθμός που σταδιακά επιταχύνεται όσο προχωρά η πλοκή. Εκείνο όμως που τους γοήτευσε είναι η εξαιρετικά συναρπαστική αφήγηση - “extraordinarily gripping” narrative  

Με τόσα υπερθετικά, δεν μπορώ να μην το διαβάσω - τα ενθουσιώδη σχόλια (στο 0:44') του προέδρου των κριτών του βραβείου, Ρόμπερτ Μακφάρλαν, πείθουν ακόμη και τους πιο επιφυλακτικούς όπως εμένα καθώς εκείνα τα αστρολογικά διαγράμματα που υπάρχουν δεν τα κατέχω και πολύ... Αν θέλετε μια μικρή γεύση του βιβλίου, μπορείτε να διαβάσετε εδώ το πρώτο κεφάλαιο της περιπέτειας των 832 σελίδων (στο πρωτότυπο). Enjoy!




Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013







The deep imprint




Κάθε φορά που κρατώ ένα βιβλίο του Κάρλος Φουέντες νιώθω μια φοβερή ανυπομονησία για το "ταξίδι" -  η πολυφωνία των ιστοριών του, ο λεκτικός πλούτος και η ασίγαστη σκέψη του  σού ανοίγουν πολλά μονοπάτια στο νου που πολύ απολαμβάνω να περιδιαβαίνω. Το "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες" (μετάφραση από τα Ισπανικά της Μαργαρίτας Μπονάτσου - Καστανιώτης, 2008) συστήνεται ως ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα αλλά ουσιαστικά πρόκειται για μια συστάδα διηγημάτων που συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό ανθρώπινων χαρακτήρων που συνδέονται με συγγένειες πρώτου βαθμού - από τα δύσκολα ταξιδια θα έλεγα.

Στο πρώτο διήγημα παρουσιάζεται "Μια συνηθισμένη οικογένεια". Ένας πατέρας, ο Παστόρ Παγάν, που υπήρξε πολύ έντιμος για να επιβιώσει σε μια χώρα που βασιλεύει το κλείσιμο του ματιού, δλδ η συνενοχή στην δωροδοκία, έκανε το λάθος κι έπεσε στην παγίδα του αφεντικού του, δλδ "ζήτησε από το αφεντικό να γίνει ένας ακόμα στρατιώτης στον γιγαντιαίο στρατό της διαφθοράς, (και) έκανε το λάθος να κατηγορήσει τους πάντες, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Από εκείνη τη στιγμή, ήταν στα χέρια του αφεντικού," ο οποίος τον "συνταξιοδοτεί" πρόωρα. Ο Παστόρ ζει σαν συνταξιούχος, γεμάτος πίκρα, και ανήμπορος πλέον να προσφέρει στην οικογένειά του. Η γυναίκα του, η Ελβίρα Μοράλες, πιάνεται από το παρελθόν, τότε που τραγουδούσε μπολέρο σε κάποιο καταγώγιο όπου γνωρίστηκαν, και το αναβιώνει κάθε φορά που βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ο γιος τους, Αμπέλ, μετά από μια προσπάθεια να αυτονομηθεί επιστρέφει μόνιμα στο πατρικό του, έχοντας καθαρά νικηθεί από εκείνο που νίκησε επίσης τον πατέρα του. Η κόρη της οικογένειας, ΄Αλμα, μετά από αποτυχημένες απόπειρες να εργαστεί, κλείνεται στην σοφίτα του σπιτιού της καλωδιωμένη με το διαδίκτυο και βλέπει εκπομπές ριάλιτυ του χειρίστου είδους. 

Η μορφή της  οικογένειας στην συνέχεια αλλάζει  συνθέσεις - από το κλασικό σχήμα πατέρας-μητέρα-παιδιά έως και το μη συμβατικό του Γκάι Φερλόνγκ και του Χοσέ Λουίς Πάλμα, που έχουν μια σταθερή συντροφική σχέση από την σχεδόν εφηβική τους ηλικία. Η βία, σωματική αλλά κυρίως ψυχολογική, παραμένει όμως στην ίδια μεγάλη ένταση. Τρέλλα και παραλογισμός, πάμπολες δυσειδαιμονίες, ταμπού και παραδόσεις ερμηνευμένες κατά το δοκούν υπάρχουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου - ένας πατέρας επιβάλλει την θρησκοληψία του και την οικογενειακή παράδοση στους τέσσερις γιους του και τους πιέζει να γίνουν όλοι ιερείς ενώ απώτερος σκοπός του είναι να τους αποτρέψει και να δοκιμάσει την δύναμη του χαρακτήρα τους. Ένας άλλος  πατέρας πάλι ζει απομονωμένος στο βουνό με την κόρη του για να την κρατήσει αμόλυντη. Ο Ρομπέρτο Μαρσελίνο καταδίδει τον επαναστάτη αδερφό του τον οποίο συλλαμβάνει ο πατέρας τους, ο στρατηγός Μαρσελίνο Μίλες. Λίγο μετά ο στρατηγός θα αποδώσει δικαιοσύνη και ειρήνη στην οικογένειά του σκοτώνοντας τον προδότη - ψήγμα ηθικών αξιών σε ένα κράτος βαθύτατα παρηκμασμένο. Ο μυθιστορηματικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιβάλλει "δικτατορία" στο σπίτι του καταπιέζοντας την υπομονετική σύζυγό του, δόνια Λους και τον έφηβο αντιδραστικό γιο τους. Μία διάσημη ηθοποιός εγκαταλείπει το νεογέννητο μωρό της στον σύντροφό της, και επίσης διάσημο αστέρα, ο οποίος με την σειρά του, μην μπορώντας να χειριστεί την δυσπλασία του μικρού, θα τον εμπιστευτεί σε μια γριά καρατερίστα του μεξικάνικου κινηματογράφου που είναι διατεθειμενη να τον μεγαλώσει. Και βεβαίως, στην συνέχεια, θα υποστεί τις συνέπειες του σκληρού εφήβου. 


Όπως και στα διηγήματα της Λένας Κιτσοπούλου, οι  παρακμιακές καταστάσεις και οι άνθρωποι στις παρυφές του πρωτογονισμού, αναπαράγουν το παρελθόν τους σ' ένα συνεχές τραυματικό παρόν και με μια τέλεια ετοιμότητα, ασκούν εξουσία κι επιβάλλουν με ευκολία ρόλους, θέσεις και συμπεριφορές όπως για π.χ. στην εξαδέλφη Βαλεντίνα - μια μοναχική, αποσυνάγωγη κι άσχημη εμφανισιακά σαραντάρα που τελικά αποδεικνύεται ένας πολύ όμορφος άνθρωπος, ερωτικός και συντροφικός.  Ωστόσο, ακόμη και στα συγκινητικά διηγήματα του τόμου δεν μπορείς να μην νιώσεις αποστροφή - στο "The gay divorce", για παράδειγμα, ο Γκάι και Χοσέ Λουίς  χωρίζουν εξαιτίας της ζήλειας και της κακεντρέχειας του προστατευόμενού τους ο οποίος σκηνοθετεί άψογα την προδοσία του ενός προς τον άλλον. Στην περίπτωση των "Ερωτευμένων", του Μανουέλ και της Λουσίλα που συναντιούνται εν πλω και αναθυμούνται την ερωτική τους σχέση, οι δύο εξηντάρηδες Μεξικανοί θα διαπιστώσουν πως εκείνο που στην ουσία τους χώρισε ήταν οι πιέσεις που τους ασκήθηκαν από τις οικογένειές τους. Και τούτο είναι εντέλει  που εξερευνά  ο Φουέντες - τις κοινωνικές δυνάμεις που ωθούν τους ανθρώπους να συμπεριφερθούν με έναν δεδομένο τρόπο, που συνήθως αποδεικνύεται ένα αυτοκαταστροφικό ντόμινο. Ίσως γι' αυτό η  αφήγησή του δεν σου εμπνεύει ούτε στο ελάχιστο συμπάθεια για τους χαρακτήρες του. Στα ποιητικά κείμενα που παρεμβάλλονται μεταξύ των διηγημάτων ο συγγραφέας αποκαλύπτει κρυμμένες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, του ανθρώπινου πόνου και της συγγένειας  με τόσο διεισδυτικό τρόπο που νιώθεις πολύ άβολα. Οδυνηρά καταγγελτικές, οι σελίδες τούτες που θυμίζουν χορό αρχαίας τραγωδίας, δίνουν έναν τόνο ειρωνίας στον τίτλο του βιβλίου. 

Γεννημένος στον Παναμά, λόγω της θέσης του διπλωμάτη πατέρα του, ο σπουδαιότερος συγγραφέας του Μεξικού μεγάλωσε στην Ουάσινγκτον και επέστρεφε τα καλοκαίρια στο Μεξικό. Μεγαλώνοντας, ταξίδεψε στην Χιλή, την Αργεντινή και αλλού στην Νότιο Αμερική ακολουθώντας τις μεταθέσεις του πατέρα του. Αργότερα βέβαια θα σπουδάσει και στην Ελβετία ενώ θα ζήσει στην Ισπανία, στις ΗΠΑ, στην Βρετανία. Όλη τούτη η "περιπλάνηση" των νεανικών χρόνων όμως τού έμαθε να σέβεται την διαφορετικότητα αλλά και την κοινή κληρονομιά που μοιράζονται τα ισπανόφωνα κράτη της Λατινικής Αμερικής - στοιχείο από τα πιο χαρακτηριστικά της γραφής του Κάρλος Φουέντες. Ένα δεύτερο είναι η κριτική που ασκεί μέσω των γραπτών του στην μίζερη κατάσταση που επικρατεί στο Μεξικό, απ' όπου απορρέει και η τόση απαισιοδοξία του - ο Κάρλος Φουέντες βλέπει με κρυστάλλινη καθαρότητα την εξαθλίωση της χώρας του γι' αυτό δεν μπορεί να εξωραΐσει το γεγονός πως το Μεξικό ήταν, είναι και θα είναι το απεριόριστα διεφθαρμένο χάος. 

Ο απόλυτος αυτός μανιχαϊσμός του Κάρλος Φουέντες μού προκάλεσε αμηχανία κι αυτό γιατί παρ' όλη τη ζοφερή χροιά του -που μου φέρνει στο νου Φώκνερ αλλά και Χίτσκοκ και τον Ιταλικό νεορεαλισμό του ντε Σίκα- ακόμη κι όταν πρόκειται για τις πιο αντικειμενικά σκοτεινές καταστάσεις, οι αφηγήσεις του περιέχουν συνήθως σοβαρά ίχνη ελπίδας κι αντίστασης. Το χιούμορ, με όλες τις αποχρώσεις του, όμορφο και αιχμηρό, είναι πάντα εκεί - ένας από τους λόγους που βρίσκω την γραφή του τόσο γοητευτική.  Εδώ όμως δεν υπήρχε τίποτα από αυτά μολονότι διάβαζα με δίψα για να τα βρω. Η εκπληκτικά λεπταίσθητη γραφή του Φουέντες διατηρεί την πολυπλοκότητα και την ζωηράδα της αν και υιοθετεί τον υπαρκτό ρεαλισμό έναντι του μαγικού, ωστόσο, δεν έχει την φρεσκάδα στην οποία μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας. Θα μπορούσε βέβαια να είναι και ο απόηχος των λόγων του Αντρέ Μπρετόν που συνήθιζε να λέει πως η λογοτεχνία είναι ένας από τους θλιβερότερους δρόμους... Γεγονός πάντως είναι πως οι ήρωες του Φουέντες, έρμαια της τύχης και των κοινωνικο-πολιτικών αλλαγών, έχουν χάσει το νόημα της ζωής -και πολλές φορές την ίδια τους τη ζωή- δίχως να έχουν καν προσπαθήσει να την αποκωδικοποιήσουν.



Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, όταν έμαθε τον θάνατο του Κάρλος Φουέντες, το 2012, είπε πως το έργο και η παρουσία του αφήνουν πίσω ένα βαθύ αποτύπωμα. Το "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες" μπορεί  να μην είναι από τα μεγαλύτερα αποτυπώματα του Φουέντες είναι όμως αρκετά βαθύ.






Σημειώσεις: Το ψηφιδωτό ανήκει στον Ισπανό αρχιτέκτονα και σχεδιαστή Antonio Gaudi και βρίσκεται στο πάρκο Güell, στη Βαρκελώνη. Η μεσαία φωτογραφία απεικονίζει το διάσημο γλυπτό "Maman" της Louise Bourgeois. Στην τελευταία φωτογραφία ο συγγραφέας στέκεται μπροστά από το Ηλιακό Ημερολόγιο των Αζτέκων που βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Ανθρωπολογίας στην Πόλη του Μεξικού

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013







Το βάθος 
των πραγμάτων


Η συγγραφή είναι από μόνη της μια περιπέτεια. Ο Antonio Tabucchi, όμως, έχει ομολογήσει πως για τον ίδιο, η περιπέτεια  αυτή  είναι βασανιστική. H ανάγνωση των βιβλίων του, θα πρόσθετα εγώ, το ίδιο - τουλάχιστον αυτό μού συνέβη  με το "Ο Τριστάνο πεθαίνει. Μια ζωή" (μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης - Άγρα, 2004). Την πρώτη φορά που το έπιασα στα χέρια μου δεν μπόρεσα να προχωρήσω πέρα από τις πρώτες πενήντα, νομίζω, σελίδες. Την δεύτερη φορά δεν θυμάμαι να έφτασα τόσο μακριά, πόσω μάλλον να τις ξεπέρασα. Το βιβλίο όμως μού είχε γίνει κάτι σαν εμμονή κι έτσι, την τρίτη φορά, πείσμωσα λίγο και παρ' όλη τη ζέστη ορισμένων ημερών του φετινού καλοκαιριού κατάφερα να το τελειώσω. 

Είναι καλοκαίρι, Αύγουστος με καύσωνα στην Τοσκάνη κι ένας ηλικιωμένος, ο Τριστάνο, αργοπεθαίνει, διηγούμενος την προσωπική του ιστορία σ' έναν συγγραφέα που έχει προσλάβει για να την καταγράψει. Η αφήγηση ξεκινά από μια πλατεία της αθηναϊκής Πλάκας στην διάρκεια της Κατοχής όπου     μπροστά στα μάτια του Γερμανοί αξιωματικοί σκοτώνουν αναίτια ένα παιδί.  Λίγο μετά, εκείνη την ίδια μέρα, μια γυναίκα τον κρύβει στο σπίτι της. Ο  Τριστάνο ερωτεύεται την  Δάφνη αλλά στη συνέχεια χωρίζουν. Αντί όμως να ψάξει να βρει τον απόλυτο έρωτα της ζωής του, ο Τριστάνο ενώνεται με τους Έλληνες αντάρτες στα βουνά της Πελοποννήσου. Αργότερα, πηγαίνει  στην Ιταλία όπου κι εκεί βγαίνει στο αντάρτικο. Μαζί με την Αμερικανίδα Μαίρυλιν, που τη φωνάζει Ροζαμούντα ή Γκουαλιόνα ανάλογα με το κέφι του, ταξιδεύει στην  Ισπανία του δικού της εμφύλιου, επιστρέφει πάλι στην ταραχώδη Ιταλία της δεκαετίας του '70 για να καταλήξει στο παρόν, στο εξοχικό του στην Τοσκάνη όπου το ρολόι χτυπά τώρα τα τελευταία του λεπτά. "Κοιτάξτε το ρολόι, τι ώρα είναι; Θα σας φανεί ανόητο, αλλά θέλω να ξέρω, είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω να μάθω... Έτσι κι αλλιώς, αύριο θα είναι μια άλλη μέρα, όπως λένε."

O μυθιστορηματικός συγγραφέας, αυτήκοος μάρτυρας της ζωής του Τριστάνο, καταγράφει τη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, τη φύση, τη ζωή, την ιστορία και με την πολιτική - αυτά τα δύο τελευταία διαγράφονται, άλλωστε, και στο σύνολο του έργου του Ταμπούκι απ' όπου αναδύονται με εύστοχο και κομψό τρόπο τα κοινωνικά σχόλια του Α.Τ. Ταυτόχρονα, μέσα από την διήγηση του Τριστάνο, παρουσιάζονται λεπτομέρειες του πολιτισμού καθώς και γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της Ιταλίας και της Ελλάδας κυρίως - η γερμανική κατοχή, η αντίσταση, η πείνα, η Πλάκα, το Σούνιο, τα βουνά της Ιταλίας, τοπία της Κρήτης, η Σαντορίνη, η Τοσκάνη πλέκονται με δεξιοτεχνία με τις μουσικές του Γκλεν Μίλλερ και του Σούπερτ, τις αναφορές στον Κουρμπέ, τους φιλοσοφικούς στοχασμούς και τις υποφόσκουσες συνομιλίες με αρκετούς λογοτέχνες. Η διήγηση του Τριστάνο στροβιλίζεται επικίνδυνα μεταξύ ονείρων και πραγματικότητας, βεβαιοτήτων και παραισθήσεων της μορφίνης που παίρνει για να απαλύνει τους πόνους του χαλασμένου ποδιού του. Γι' αυτό η αίσθηση που αφήνει πίσω του ένα τόσο ιδιαίτερο βιβλίο είναι, επίσης, δύσκολο να περιγραφεί.

Μια μνήμη γεμάτη πικρία πρωταγωνιστεί στην ζωή του Τριστάνο. Η φωνή, ωστόσο, είναι ο κυρίαρχος τούτου του μυθιστορήματος που σε δυσκολεύει τόσο πολύ που χρειάζεται αρκετός χρόνος μετά το τέλος της ανάγνωσης για να ησυχάσει το μυαλό σου. Ο Τριστάνο μιλά συνεχώς και με ένταση, λες κι  έχει τη δύναμη να νικήσει το θάνατο που πλησιάζει, λες κι έτσι μπορεί να επανέλθει ακέραιος στη ζωή - μιλώντας ο Τριστάνο ζει, αισθάνεται, συμμετέχει. Αν σωπάσει θα πεθάνει. 


Το σώμα με τις επιθυμίες του, τις απουσίες, τις ρωγμές και τη σήψη του καλύπτει το προσκήνιο της αφήγησης. Ως το μέσο που δίνει υπόσταση στην φωνή, η γάγγραινα του Τριστάνο φανερώνει  τις  αδυναμίες, τις αντιφάσεις, τις δυσκολίες της συγγραφής. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που ο τοκετός τούτου του μυθιστορήματος ταλαιπώρησε τον συγγραφέα περισσότερο ίσως από τα υπόλοιπα  έργα του - ο επαρκής αναγνώστης θα νιώσει τις οδύνες του συγγραφέα, είναι σίγουρο. Η γραφή του Ταμπούκι εδώ είναι δύστροπη, παραληρηματική, ελλειπτική. Πότε κινείται στην  επιφάνεια και πότε καταβυθίζεται ανελέητα στην μνήμη με την  δύναμη μιας άγκυρας όταν πέφτει στο νερό. Οι στιγμές που διηγείται ο Τριστάνο είναι μικρά κομμάτια ή και συμπαγείς όγκοι ατάκτως ερριμμένα στο παρόν με αποτέλεσμα η βιογραφία τούτη να είναι γεμάτη κενά, κενά  που καλείται να συνθέσει και να συμπληρώσει όχι ο βουβός μυθιστορηματικός συγγραφέας με την πένα του αλλά ο ίδιος ο αναγνώστης με δικές του σκέψεις, απολογισμούς, αφορισμούς, συμπεράσματα...

Ωστόσο, μέσα από την κούραση της ανάγνωσης -γιατί δεν μπορείς τελικά να μην παρασυρθείς από την πυκνή γραφή του Ταμπούκι και να λύσεις τούτο το παζλ-, βλέπεις την φωνή του Τριστάνο να  παίρνει μ' έναν αναπόφευκτο τρόπο την ιδιαίτερη χροιά του Φερνάντο Πεσσόα, τον πεσσιμισμό του Χέμινγουέι και την ζεστή, μελαγχολική απόχρωση των fados αν και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Ταμπούκι μού θύμισε, επίσης, νότες από την ιδιότυπη ψυχρότητα, ίσως κι αυστηρότητα, του Πασκάλ Κινιάρ.

Έντονα αυτο-αναφορικό, το "Ο Τριστάνο πεθαίνει" είναι ένα από τα τελευταία βιβλία του συγγραφέα που γοητεύτηκε από την μορφή του Fernando Pessoa και των ετερωνύμων του κι αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην διερεύνηση του έργου και του βίου του.  Εξάλλου, ο Ταμπούκι ήταν εκείνος που στην δεκαετία του '60 πρωτοσύστησε στους Ιταλούς τον Πορτογάλο ποιητή μέσω των μεταφράσεων του. Εκτός όμως από αυτές  κι ένα θεατρικό έργο -κωμωδία- για τον Πεσσόα, ο Αντόνιο Ταμπούκι έχει αφήσει ένα σημαντικό και μεγάλο έργο δικό του από το οποίο ξεχωρίζουν τα "Νυχτερινό στην Ινδία", "Η χαμένη κεφαλή του Νταμασένου  Μοντέιρου", "Όνειρα ονείρων" και το εμβληματικό "Έτσι ισχυρίζεται  ο Περέιρα" βιβλίο που καθιέρωσε τον Ταμπούκι στο λογοτεχνικό στερέωμα ενώ ο πρωταγωνιστής του έγινε σύμβολο της ελευθερίας της ενημέρωσης και της αντίστασης κατά των αντιδημοκρατικών πολιτευμάτων, βλ. κυβέρνηση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία.   


Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία είναι "κάτι που περικλείει  επιθυμίες, όνειρα και φαντασία". Μ' αυτήν την έννοια ο Τριστάνο του έζησε μια ζωή έντονα λογοτεχνική και η  έμφαση εδώ βρίσκεται στο ρήμα "έζησε" διότι όσο και να προσπαθεί να ανακαλέσει στιγμές και συναισθήματα και να τα αφηγηθεί " ...τη ζωή τη ζούμε, και ενώ τη ζούμε ήδη χάνεται, ήδη έχει δραπετεύσει…"





Το κείμενο γράφτηκε για το η-περιοδικό Bookstand όπου και δημοσιεύτηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου.


 
Σημειώσεις: Η εικαστική λεπτομέρεια προέρχεται από τον πίνακα "The Couple" του Βέλγου ζωγράφου και γραφίστα Léon Spilliaert. Η φωτογραφία είναι από την κινηματογραφική ταινία "The Pillow Book" του Βρετανού Peter Greenaway.  

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013







Completely Friday


By the detergents and dish soap
by the orderly books and broom on the floor,
by the clean windows, by the table
without papers, notebooks or pens,
by the easy chairs without newspapers,
whoever approaches my house
will find a day
that is completely Friday.

That is how I find it
when I go out into the streets
and the cathedral has been
taken over by the world of the living
and in the supermarket
June becomes a bottle of gin,
sausages and dessert,
fan of light in the kiosk
of the flower shop,
city that undresses completely Friday.












  

As does my body
which recalls the memory of your body
and foretells your presence
in the restlessness of all it touches,
in the remote control for the music,
in the paper of the magazine,
in the ice melted away
just as the morning melts away
completely Friday.

When the front door opens
the icebox divines what my body knew
and suggests other titles for this poem:
completely you,
morning of the return, good love,
good company.






translated by Katie King







Σημείωση: Η φωτογραφία είναι του Egor Sapovalov.