Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010






...Till Death Do Us Part...


Το θηλυκό έχει τραυματιστεί και η κατάστασή της είναι πολύ άσχημη.
Ο σύντροφός της
τής φέρνει τροφή και την φροντίζει.


Το αρσενικό σοκάρεται από τον θάνατό της και προσπαθεί να την
συνεφέρει. Όταν συνειδητοποιεί ότι είναι νεκρή, κλαίει γοερά...


...κι αποδέχεται ότι δεν θα ξαναγυρίσει πια στη ζωή, κοντά του.



Σημείωση: Οι φωτογραφίες των δύο πουλιών τραβήχτηκαν στην Ουκρανία και ο φωτογράφος τους, τις πούλησε με συμβολικό αντίτιμο σε πασίγνωστη γαλλική εφημερίδα, τα φύλλα της οποίας ξεπουλήθηκαν την ημέρα της δημοσίευσης των συγκεκριμένων εικόνων. Το αναδημοσιεύω από την τοπική εφημερίδα δίχως άλλα σχόλια.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010





Αυτή η νύχτα...


... είναι ζεστή, σχεδόν καλοκαιρινή γι' αυτό γύρισα με τα πόδια από το σπίτι μιας φίλης που είχα επισκεφθεί νωρίτερα χωρίς να βιάζομαι ιδιαίτερα. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε ανεπαίσθητα και ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Σάββατο βράδυ και δεν υπήρχε αρκετός κόσμος στο δρόμο. Παντού επικρατούσε ησυχία - αν εξαιρέσουμε βέβαια τον θόρυβο των ελάχιστων αυτοκινήτων και κάποιες συζητήσεις που έβγαιναν από τα ανοιχτά παράθύρα. Έτσι περπατώντας θυμήθηκα τον εαυτό μου χρόνια πριν, να περπατώ και πάλι όπως τούτο το βράδυ, έχοντας διανύσει ολομόναχη την απόσταση από την αρχή περίπου της παραλίας μέχρι την Μινέρβα - μια απόσταση διόλου κοντινή. Στο σημείο εκείνο θυμάμαι, έστριψα δεξιά και συνέχιζα να προχωρώ ευθεία μάλλον βιαστικά. Ήταν, τότε, καλοκαίρι, ήμουν τριών ή τεσσάρων -δεν θυμάμαι ακριβώς- και πολύ αποφασισμένη να φτάσω στην έκθεση επίπλων του πατέρα μου που βρίσκονταν στην οδό Δημητριάδος -στο μέρος που σήμερα είναι το Ταχυδρομείο- για να αποδείξω στους δικούς μου ότι μπορούσα να το κάνω. Ξέρετε, καθώς υπήρξα η πολύ μικρότερη από όλους στην οικογένεια, συνήθιζαν να διασκεδάζουν πειράζοντάς με ανελέητα. Κι ένα από τα πειράγματά τους ήταν το "δεν μπορείς να το κάνεις αυτό", ασχέτως αν "αυτό" ήταν κάτι πολύ απλό που μπορούσα βεβαίως να το κάνω, όπως πχ το να κουμπώσω το φόρεμά μου ή κάτι που ενείχε μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας όπως το να κάνω ποδήλατο. Εκείνη τη βραδυά, οι δικοί μου και η φιλική τους παρέα που κάθονταν μαζί μας σ' ένα από τα κέντρα της εποχής, επέμεναν ότι δεν μπορούσα να πάω στην έκθεση γιατί δεν ήξερα τον δρόμο. Ο ζαχαροπλάστης που πολύ αργότερα με παρέδωσε στους δικούς μου -οι οποίοι είχαν αναστατώσει τον κόσμο για να με βρουν- είπε ότι με κράτησε γιατί θεώρησε επικίνδυνο να με αφήσει να διασχίσω τον δρόμο: με είχε δει να στέκομαι στην άκρη του δρόμου και να περιμένω να σταματήσουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα για να περάσω απέναντι. Στο καλό! Μου απέμενε μόνο να διασχίσω έναν δρόμο διπλής κατεύθυνσης, να περπατήσω ένα τετράγωνο και να διασχίσω ακόμη έναν κεντρικό δρόμο για να φτάσω. Λίγο ακόμη και θα τα είχα καταφέρει!

Γέλασα ελεύθερα μ' αυτήν την ανάμνηση διώχνωντας για λίγο την ησυχία που επέστρεψε μετά από λίγες στιγμές. Δεν ακούγονταν τίποτα σ' όλη την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το σπίτι. Οι συζητήσεις είχαν πάψει παρόλο που τα φώτα στα μπαλκόνια παρέμεναν αναμμένα. Ήταν όμορφα. Πόσο πιο άνετα νιώθεις, τελικά, όταν η σιωπή σε τυλίγει με σχεδόν σκοτάδι και ζέστη. Είναι τόσο τρυφερή...


Σημείωση: Σκέφτηκα να μοιραστώ ετούτο το ψήγμα μνήμης
μαζί σας λόγω ανάλαφρης διάθεσης. Αφορμή (και για την διάθεση και για την ανάρτηση) στάθηκε το πιο πάνω ζωγραφικό έργο του Πάουλ Κλέε που φέρει τον τίτλο "ο ήλιος της νύχτας, πάνω από την πόλη". Διαβάστε, επίσης, εδώ ένα άρθρο πιο συνοπτικό για τον καλλιτέχνη.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010








 





"The soul should always stand ajar, ready to
welcome the ecstatic experience"

Emily Dickinson





Tο πρώτο πράγμα που μου ήρθε αυθόρμητα στο νου όταν τελείωσα το "Άβυσσος" (Πατάκης, 2007, μτφρ.Χριστίνα Θεοδωροπούλου) ήταν ο Τζ.Ντ.Σάλιντζερ κι αυτό γιατί η συγγραφέας του, Κάρμεν Λαφορέτ, περιγράφει με τον ίδιο απροκάλυπτο κι ωμό τρόπο, αλλά ακόμη πιο μελανά, την ζωή και τον ψυχισμό μιας νέας. Και μέσω αυτής αναβιώνει τη ζοφερή πραγματικότητα μια πόλης, μιας χώρας ολόκληρης, μιας εποχής.

Βρισκόμαστε στην Ισπανία, αμέσως μετά τον εμφύλιο
και λίγο πριν τον 2ο ΠΠ. Η Άντρεα φτάνει στην Βαρκελώνη για να σπουδάσει φιλολογία έχοντας αφήσει πίσω της τον εμφύλιο, την επαρχία όπου ζούσε, τον θάνατο της μητέρας της και "...την μάχη που είχα δώσει για δύο χρόνια με την ξαδέλφη μου την Ιζαμπέλ, ώσπου να με αφήσει να φύγω από κοντά της και ν' ακολουθήσω πανεπιστημιακές σπουδές... ερχόμουν με φόρα απ' τον πρώτο μου θρίαμβο...". Για όσο θα διαρκέσουν οι σπουδές της θα φιλοξενηθεί από την εύπορη -έτσι νομίζει επηρρεασμένη από διάφορες αφηγήσεις του παρελθόντος- οικογένεια της μητέρας της κι αυτό κάνει την Άντρεα να νιώθει, το λιγότερο, ενθουσιασμένη. 

Όταν φτάνει σπίτι τους, στην κεντρική οδό Αριμπάου, είναι νύχτα και την υποδέχεται μια μισότυφλη, κυρτή γυναικούλα, η γιαγιά της, που την καλωσορίζει σε αυτό που θα αποδειχθεί ένας αληθινός εφιάλτης. Το αλλοτινό μεγαλοαστικό διαμέρισμα έχει χωριστεί στα δύο και το ένα μισό έχει πουληθεί ενώ στο άλλο μισό ανάμεσα στην μούχλα, το κρύο, το μισοσκόταδο, την σκόνη, την σκουριά και τα παλιοκαιρισμένα έπιπλα στοιβάζονται έξι άτομα. Ο Χουάν, ένας αποτυχημένος ζωγράφος που δουλεύει ως νυχτοφύλακας σε εργοστάσιο για τα προς το ζην και ξυλοκοπά αγρίως τη γυναίκα του κάθε φορά που κυριεύεται από αδυναμία, υποψίες, ενοχές ή όταν δεν μπορεί να ξεσπάσει στον αδερφό του. Η Γκλόρια, μια τσαπατσούλα μα ευαίσθητη και χαριτωμένη γυναίκα που δέχεται το ξύλο και τα υποτιμητικά σχόλια (όλοι -εκτός από την γιαγιά- την έχουν για κάτι λιγότερο από πόρνη κι ανεγκέφαλη και της το δείχνουν με την πρώτη ευκαιρία) με κουτό ύφος ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτή που συντηρεί την οικογένεια "σκοτώνοντας" τους πίνακες του άντρα της και με όσα μπορεί να εξοικονομήσει ξενυχτά στην παράνομη λέσχη της αδερφής της χαρτοπαίζοντας για να κερδίσει κάποια επιπλέον χρήματα ώστε να αγοράσει φάρμακα για το μωρό της. Η Γκλόρια, είναι, επίσης, παθιασμένη με τον Ρομάν. Ο μικρότερος αδερφός του Χουάν, χαρισματικός μουσικός, πρώην κομμουνιστής και καταδότης, την προκαλεί ερωτικά. Διαθέτοντας ακόμη την αύρα ενός ξεχωριστού ανθρώπου δεν διστάζει να φλερτάρει αισθησιακά την Άντρεα και να ασκήσει όλη την γοητεία του στην φίλη της, Ένα.

Η θεία Αγκούστιας είναι η προσωποποίηση του αυταρχισμού και του πουριτανισμού. Σα να βγήκε από γκραβούρα του Γκόγια, ο ύπνος της λογικής, άλλωστε, γεννά τέρατα. Με την άφιξη της ανηψιά της αναλαμβάνει τον ρόλο του παιδαγωγού, παιδονόμου καλύτερα, και καταπιέζει αφόρητα την ΄Αντρεα. Σε όλο το βιβλίο, εξάλλου, εκτός απο την μιζέρια και την απόλυτη ένδεια επικρατεί και η καταπίεση - ψυχολογική και ερωτική. Η ίδια η Αγκούστιας στο παρελθόν είχε καταπιέσει την αγάπη της για τον δον Χερόνιμο επειδή ο πατέρας της σχολίασε ότι "... ήταν πολύ λίγος για εκείνη...". Όταν, νικημένη από τον ίδιο
της τον πουριτανισμό, φεύγει για να μονάσει, η Άντρεα με μεγάλη ανακούφιση αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού της. 
 

 
Στερείται ακόμη και τα βασικά, πεινάει στην κυριολεξία - τρώει τα ξεροκόμματα που της αφήνει η γιαγιά κρυφά κάθε βράδυ στο κομοδίνο ενώ πίνει το ξεχασμένο νερό όπου είχε βράσει προηγουμένως τα λαχανικά η Αντόνια - η οικόσιτη βοηθός του σπιτιού που τρέφει παθολογική αγάπη για τον σκύλο της και αδιαφορία για τους υπόλοιπους. Παρ΄όλα αυτά η Άντρεα αντέχει και παραμένει " σε επαγρύπνηση", ajar όπως λέει η Έμιλυ Ντίκινσον, έτοιμη να καλωσορίσει την κάθε εκστατική εμπειρία που γι'αυτήν είναι να γευτεί όσο πιο έντονα και αληθινά μπορεί τον κόσμο. Παρακολουθεί με συνέπεια τα μαθήματά της στο πανεπιστήμιο και γνωρίζεται με μποέμ καλλιτέχνες και πλούσιους "εστέτ" συμφοιτητές της. Η Ένα, μία από αυτές τις πλούσιες συμφοιτήτριες, γίνεται η καλύτερή της φίλη, ενώ η μητέρα της αποδεικνύεται πρόσωπο-κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του αινιγματικού Ρομάν καθώς στα νιάτα της υπήρξε ερωμένη του.

Παρ' όλες τις διεξόδους που της προσφέρει η συναναστροφή της με την Ένα, ο δεσμός της με τον Πονς και η παρέα με τους υπόλοιπους φίλους της, η Άντρεα ασφυκτιά όλο και πιο πολύ σε τούτη την παρακμιακή ατμόσφαιρα. Όταν αυτοκτονεί ο Ρομάν πέφτει σε κατάθλιψη. Απομονώνεται, φαντασιώνεται, παραληρεί, "τρέχει απελπισμένα στους δρόμους ντυμένη με το μαύρο της φόρεμα. Από τούτη την γκόθικ πραγματικότητα την βγάζει ο πατέρας της Ένα που της προτείνει να δουλέψει στο καινούργιο γραφείο του στη Μαδρίτη. Η Άντρεα φεύγει χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς αποχαιρετισμούς. Σ' αυτό το σημείο η αφήγηση τελειώνει - το μέλλον της αρχίζει να αναδύεται...
 
 
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1944 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο Πρέμιο Ναδάλ - το αρχαιότερο και μεγαλύτερου κύρους λογοτεχνικό βραβείο στην Ισπανία. Η Κάρμεν Λαφορέτ ήταν τότε 23 χρονών και δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχθεί τις εγκωμιαστικές κριτικές της εποχής - αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που την παραλληλίζουν με τον Τζ.Ντ.Σάλιντζερ. Κι όπως κι εκείνος, μολονότι συνέχισε να γράφει μέχρι τέλους, δεν μπόρεσε να δώσει κάτι άλλο εφάμιλλο του πρώτου της αυτού βιβλίου - ένα μυθιστόρημα που θεωρείται χρονικό μιας "άγριας μύησης" περισσότερο από ένα μυθιστόρημα "ενηλικίωσης". Η Άβυσσος αναμετριέται επίσης και με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη καθώς αποπνέει την ίδια σκοτεινή, παγερή κι απόμακρη αίσθηση - αυτή άλλωστε δεν είναι η ατμόσφαιρα που γεννά η καταπίεση, η λογοκρισία, οι προκαταλήψεις και η σεμνοτυφία; Η Λαφορέτ αντιστάθηκε σ' αυτήν την άβυσσο, όπως κάθε νέος άλλωστε οφείλει να κάνει, με την οξεία παρατηρητικότητα και την θαραλλέα της γλώσσα δίχως να ξεπέφτει στιγμή στο μελόδραμα ή στην κακομοιριά αλλά αντίθετα "... με μια ανθρώπινη ομορφιά που τροφοδοτεί την κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου με την καθαρή ουσία της συγγραφής" όπως σχολιάζει ο κριτικός της λογοτεχνίας Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Κι αυτός, είμαι σίγουρη, είναι ο λόγος που η Κάρμεν Λαφορέτ κατατάσσεται στο πάνθεον της ανδροκρατούμενης μεταπολεμικής λογοτεχνίας της Ιβηρικής Χερσονήσου.



Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι αυτή του εξωφυλλου του βιβλίου και υποθέτω ότι είναι η Κάρμεν Λαφορέτ σε νεαρή ηλικία γιατί μοιάζει πάρα πολύ με το άτομο που εικονίζεται στην δεύτερη φωτογραφία και είναι η ίδια η συγγραφέας.



Παράκληση: Μήπως μπορεί κάποιος να μου πει γιατί δεν λειτουργεί ο extreme tracker;Τι μπορώ να κάνω για να ξεκολλήσει;

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010





Ερώτηση.
Κι απάντηση
;


- Τι θα νέκρωνε τη σκέψη μας;
- Η έλλειψη παιχνιδιού.

Κώστας Αξελός



Αυτά τα λόγια του στοχαστή Κώστα Αξελού, που πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα, προέκυψαν αυθόρμητα καθώς διάβαζα ένα άρθρο για τον Κίερον Ουίλιαμσον, τον ταλαντούχο επτάχρονο, οι πίνακες του οποίου, από παστέλ και τέμπερα, είναι αυτή τη στιγμή περιζήτητοι. Όχι βέβαια ότι η σκέψη του μικρού -στην ηλικία- ζωγράφου κινδυνεύει να νεκρωθεί μιας και οι γονείς του τον στηρίζουν και τον ενθαρρύνουν να ασχοληθεί με αυτό που του αρέσει και, σύμφωνα με το άρθρο, δείχνουν αρκετή σύνεση στον χειρισμό αυτής της εκπληκτικής δεξιότητας του παιδιού τους. Από τα λεγόμενά τους δε, δεν προκύπτει ότι υποδαυλίζουν -με κάποιον τρόπο- την παραγωγή 6 πινάκων την εβδομάδα - αυτός είναι ο ρυθμός που ζωγραφίζει ο Κίερον. Όμως, πουθενά δεν γίνεται λόγος για αυτό που χρειάζεται κάθε παιδί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο σε αυτήν την ηλικία: το παιχνίδι. Κι αναρωτιέμαι: τόσο, πια, περιττό θεωρείται σήμερα;



Σημείωση: Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Κίερον Ουίλιαμσον. Δείτε εδώ περισσότερους.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010





Λοιπόν...


... πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τότε που ξεκίνησα τούτο εδώ το blog και ειλικρινά, δεν κατάλαβα το πως. Θυμάμαι ότι μπήκα με σχετική αμηχανία: "εγώ, στον αέρα;" σκεφτόμουν. Η απλή περιέργεια της εκκίνησης με τον καιρό εξελίχθηκε σε μεγάλο ενθουσιασμό και τώρα έχει γίνει πλέον αγαπημένο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Στ' αλήθεια, δεν περίμενα να απολαμβάνω τόσο ετούτο τον ελεύθερο και άκρως δημιουργικό τρόπο έκφρασης - η διαδικασία του να ψάχνω για πληροφορίες, να γράφω κείμενα που να ανταποκρίνονται σε εκείνο που νιώθω και πιστεύω, να ταιριάζω εικόνες, λινκς, σημειώσεις, να ελέγχω και να σβήνω πολλές φορές τα κομμάτια μέχρι να με ικανοποιήσει το αποτέλεσμα πριν τα αναρτήσω με εξιτάρει αφάνταστα. Από αυτόν τον ένα χρόνο, εκείνο όμως που κρατώ με πολύ προσοχή και τρυφερότητα είναι οι υπέροχοι άνθρωποι που γνώρισα - άνθρωποι με απίστευτη διάθεση να συζητήσουν με χιούμορ και σοβαρότητα, άνθρωποι που σίγουρα δεν θα γνώριζα ποτέ εάν δεν δημιουργούσα το blog. Αναφέρομαι σε όλους εσάς που με συμπεριλάβατε στις λίστες σας και σ' εσάς που με επισκέπτεστε έστω κι αν δεν αφήνετε κάποιο σχόλιο. Ιδίως όμως αναφέρομαι σ' εσάς που μου "μιλάτε", που μου εμπιστευθήκατε κάποια σκέψη, μια γνώμη, ένα απλό "γεια". Μμμ... λοιπόν, ο πρώτος απολογισμός δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, άσχημος. Μιας όμως που η σημερινή μέρα διαθέτει και δεύτερα γενέθλια, συνεπώς και δεύτερο απολογισμό, θα σταματήσω εδώ γιατί δεν θέλω να σας κουράσω - τουλάχιστον όχι τώρα.

Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε στην υπέροχη (επαναλαμβάνομαι, το ξέρω) παρέα σας κι ελπίζω να τα λέμε για πολύ ακόμη.


*



Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010





Invictus


Out of the night that covers me,
Black as the pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
For my unconquerable soul.

In the clutch of circumstance
I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeoning of chance
My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
Finds and shall find me unafraid.

It matters not how strait the gate,
How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate:
I am the captain of my soul.


"Invictus" είναι ο τίτλος της πρόσφατη κιν/κής ταινίας του Κλιντ Ίστγουντ και αναφέρεται στο ποίημα του Άγγλου ποιητή Ουίλλιαμ Έρνεστ Χένλεϋ. Γράφτηκε το 1875 και πρωτοεκδόθηκε το 1888 στο "Βιβλίο των Στίχων" του ποιητή. Αρχικά δεν είχε τίτλο παρά μόνο την αφιέρωση "στον R.Τ.Η.Β." - αναφορά στον Ρόμπερτ Τόμας Χάμιλτον Μπρους, έναν επιτυχημένο Σκοτζέζο έμπορο αλεύρων που ήταν παράλληλα και λογοτεχνικός πάτρωνας. Ο τίτλος "Invictus" προστέθηκε απο τον Άρθρουρ Κουίλερ-Κουτς όταν συμπεριέλαβε το ποίημα αυτό στο "Βιβλίο Αγγλικής Ποίησης" του Όξφορντ. Απολαύστε εδώ την επιβλητική απαγγελία του από τον Άλαν Μπέιτς. Και μετά, δείτε την ταινία γνωρίζοντας αυτό που κράτησε σώο στην ψυχή και αβλαβή στο πνεύμα τον Νέλσον Μαντέλα στα 27 χρόνια της φυλάκισης που τον καταδίκασε το καθεστώς του άπαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010






Ξενοδοχείο Lutetia





Προσπαθώ να βρω έναν τίτλο για τούτη την ανάρτηση αλλά δυσκολεύομαι. Είναι γεγονός ότι όταν μου αρέσει κάτι πολύ, δεν αποδίδω! Και το Ξενοδοχείο Lutetia (Πόλις, 2006, μτφρ. Σπύρος Παντελάκης) μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί ο συγγραφέας, Πιερ Ασσουλίν, με μετέφερε στην ατμόσφαιρα μιας σαγηνευτικής για μένα εποχής -αυτής του Μεσοπολέμου- αλλά και διότι το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα είναι μία δυνατή αφήγηση που "σκαλίζει" σημαντικά ιστορικά γεγονότα και τα κάνει να μένουν στη μνήμη.

Το Lutetia είναι ένα ξενοδοχείο-σύμβολο του Παρισιού. Χτισμένο στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, το πρώτο δείγμα Αρ Ντεκό αρχιτεκτονικής κι ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία της γαλλικής πρωτεύουσας ακόμη και σήμερα είναι αναμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος - το ύφος και η προσωπικότητα του κτηρίου διαπνέουν μέχρι τέλους τις σελίδες και κυριαρχούν και στα τρία μέρη που είναι χωρισμένο το βιβλίο.

Το πρώτο μέρος, Ο Κόσμος Πριν, είναι το πιο ανάλαφρο. Το ξενοδοχείο είναι στις δόξες του και ο κοσμοπολιτισμός του υποβλητικός. Οι φιλοξενούμενοί του όσο και οι επισκέπτες καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων: αριστοκράτες, επιφανείς εμιγκρέδες, ιδιόρρυθμοι μικροαστοί, πολιτικοί αλλά και άνθρωποι του πνεύματος και των Τεχνών. Ματίς, Τόμας Μαν, Αντρέ Ζιντ, Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, Σάμιουελ Μπέκετ είναι μόνο μερικοί από αυτούς που παρουσιάζονται. Ο συγγραφέας αφιερώνει 8 σελίδες στον Τζαίημς Τζόυς που είναι από τις πιο τρυφερές σε όλο το βιβλίο. Βρισκόμαστε στο 1938-'39, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου και κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί τι μέλλεται να συμβεί - παντού φυσά μια ευθυμία και μια εκλεπτυσμένη τρυφηλότητα. Είναι αυτό που ο αφηγητής αποκαλεί "γλυκιά ζωή".




Το δεύτερο μέρος, Στο μεταξύ, εκτυλίσσεται στο διάστημα της κατοχής. Το Lutetia επιτάσσεται από τους Γερμανούς και γίνεται κέντρο της Άμπβερ - η υπηρεσία αντικατασκοπείας της Γκεστάπο. Η ζωή στο ξενοδοχείο αρνείται να αλλάξει ρυθμούς αν και επιβάλλονται αυστηροί περιορισμοί και λογοκρισία. Η παλιά αίγλη και η πολυχρωμία του δίνουν την θέση τους στην ομοιομορφία των στρατιωτικών στολών και των άψογων γυαλισμένων αρβυλων των αξιωματικών του γερμανικού στρατού. "Παρ' όλα αυτά δεν τα κατάφεραν να μας κλέψουν τα όνειρά μας. Μπορούσαν να μας εμποδίσουν να έχουμε μυστικά, αλλά δεν μπορούσαν να καταργήσουν την εσωτερική μας πατρίδα. Χωρίς αμφιβολία, ποτέ άλλοτε δεν ονειρευτήκαμε όσο κατά τη διάρκεια της κατοχής."

Το τρίτο μέρος, Η ζωή μετά, είναι το πιο συγκινητικό καθώς μετά την Απελευθέρωση του Παρισιού, το 1944, το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων, των ανθρώπων δλδ που γυρνούσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.




Ίσως σ' αυτό το σημείο σκεφτεί κανείς ότι θα υπάρχουν σοκαριστικές αφηγήσεις ανθρώπων που γύρισαν από την κόλαση των στρατοπέδων αλλά δεν είναι έτσι. Οι περιγραφές, οι άπειρες μικρές ιστορίες, των τραγικών αυτών μορφών γίνονται με ήπιο τόνο κι ετούτη η αντίστιξη είναι που τονίζει περισσότερο την φρίκη και την τερατώδη "έμπνευση" των Ναζί. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η συμπεριφορά ορισμένων από αυτά τα "δείγματα" ανθρώπων που δεν έχουν χάσει το σθένος, την αξιοπρέπεια και την υπόστασή τους - στάση που με έκανε να νιώσω δέος και σεβασμό απέναντί τους έστω κι αν τώρα βρίσκονταν τυπωμένοι στο χαρτί.

Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος των χαρακτήρων και την εναλλαγή των χρόνων κινείται ο Εντουάρ Κιφέρ, ο διακριτικός υπεύθυνος ασφαλείας του ξενοδοχείου και ο βασικός δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος.



Πιο ταιριαστό θα ήταν αν έγραφα "στέκεται" γιατί ο Αλσατός στην καταγωγή Κιφέρ δίνει την εντύπωση του άκαμπτου, του ακίνητου - η αίσθηση ευθύνης που τον διακατέχει τον κάνει τυπικό και απρόσιτο στους άλλους. Προφανώς αυτή η αίσθηση έχει εισχωρήσει στα τρίσβαθα της ψυχής του και δεν τον αφήνει να συμμετέχει και ο ίδιος στη ζωή παρά να την παρατηρεί στους άλλους και να καταγράφει τα στοιχεία και τις κινήσεις τους στις μικρές λευκές καρτέλες που κρατά στο αρχείο του "... κάτι σαν ιδιόμορφο προσωπικό ημερολόγιο.... Είναι απίστευτο πόσα όνειρα μπορείς να συσσωρεύσεις σε ένα τέτοιο καταφύγιο". Η μοναχικότητά του είναι χαρακτηριστική, τα πραγματικά του "θέλω" ανεξιχνίαστα "...το ράγισμα το κρατούσε καλά κρυμμένο μέσα του..." Η επιστροφή της επί χρόνια εξαφανισμένης μητέρας του και οι εξηγήσεις για την απουσία της δεν τον συγκινούν. Ακόμη κι αυτή η αυτοκτονία της δεν θα τον βγάλει από το κέλυφός του. Η αποστασιοποίηση αυτή δεν του επιτρέπει να εκδηλωθεί ούτε στην κόμισσα Κλαρύ, τη Ν., παιδική του φίλη και μυστικό, βαθύ έρωτα της ωριμότητας αν και "... αυτή και μόνο αυτή, είχε πετύχει να δώσει ποιητική διάσταση στη ζωή μου." Παρ' όλο που σε όλο το διάστημα του πολέμου -και του βιβλίου- παλεύει και υπερασπίζεται την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, καταλύτης του θα είναι η Απελευθέρωση του Παρισιού - σαν να επρόκειτο για τη δική του απελευθέρωση. Έχει ήδη βρει τον τρόπο να "έρθει σε συμφωνία" με την συνείδησή του και έχει δώσει απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει: "μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του;" Στο τέλος τέλος, η ζωή τον υπερβαίνει και δίνει τις δικές της απαντήσεις. Και η Ναταλί, έχοντας επιστρέψει ζωντανή από την κόλαση των στρατοπέδων, θα φύγει με την οικογένειά της αφήνοντάς του ένα αδύναμο χαμόγελο και μία αφιέρωση σε μία καρτ ποστάλ από τη λίμνη Γκάρντα. "Η θέα της απέπνεε ηρεμία, γαλήνη, ευτυχία. Τη γύρισα ανάποδα.
Στην αφιερώνω, μπορεί όμως κανείς να αφιερώσει μια
φωτογραφία σε έναν άνθρωπο στον οποίο θα ήθελε να

αφιερώσει τη ζωή του; θα τα πούμε σύντομα καρδιά μου.

Ναταλί"





Σημειώσεις:
Ο πρώτος πίνακας είναι το "Ντεκό Πάρτυ" του Νικ Γκαετάνο. Η φωτογραφία δείχνει το Lutetia την περίοδο που ήταν κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων και την αλίευσα από εδώ. Το πορτραίτο είναι του πρίγκηπα Έριστοφ από την Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα, αντιπροσωπευτική περσόνα και ζωγράφο της Αρ Ντεκό. Η τέταρτη εικόνα είναι το γραμματόσημο που έχει εκδώσει το ξενοδοχείο για φέτος καθώς γιορτάζει τα εκατό χρόνια από την δημιουργία του. Στα πλαίσια του εορτασμού δε, διοργανώνονται και λογοτεχνικά απογεύματα κάθε Σάββατο...

Για το βιβλίο έχουν γράψει ήδη ο Librofilo, η anagnostria και ο οικοδεσπότης του Πανδοχείου.