Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009






Love Knows no border


Δεν είχα σκοπό να διαβάσω το "Μετάξι" του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο (μτφρ. Λένα Ταχματζίδου, Πατάκης, 1996) για δεύτερη φορά αλλά "παρεσύρθην" από την εγκωμιαστική γνώμη του καλού φίλου και συν-blogger Librofilo γι' αυτό το βιβλίο και ιδίως για τον συγγραφέα του.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1958 κι έχει γράψει μεταξύ άλλων, δύο -βραβευμένα- μυθιστορήματα κι έναν θεατρικό μονόλογο. Ωστόσο, το "Μετάξι" (που έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1997 μεταφέρθηκε και στον κιν/φο) αποτελεί ένα έργο ανένταχτο. Θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα αλλά δεν είναι - "περιορίζεται" σε 111 σελίδες κι αυτές όχι πυκνογραμμένες. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι ούτε διήγημα. Η ιστορία ετούτη, παρ'όλα αυτά, είναι δομημένη σε εξήντα πέντε κεφάλαια στα οποία αποδίδονται πλήρως και με μυθιστορηματικό τρόπο η ζωή των ηρώων του.

Ο Ερβέ Ζονκούρ ζει σ' ένα χωριό στην Γαλλία του 19ου αι. όπου η πατρική φιλοδοξία τον προορίζει για λαμπρή σταδιοδρομία στο στρατό. Όμως, από ένα γύρισμα της τύχης ή καλύτερα από την επιβολή της γνώμης του Μπαλνταμπιού, ο Ερβέ γίνεται έμπορος -εμπορεύεται μεταξοσκώληκες- και παράγει μετάξι. Είναι παντρεμένος με την Ελέν και ζουν στο Λαβιλλεντιέ μία ήσυχη, προβλέψιμη ζωή. Και οι δυο τους είναι ευχαριστημένοι απ' αυτό. Μόνος στενός τους φίλος και μέντορας του Ερβέ είναι ο Μπαλνταμπιού, ο παράξενος τύπος που είχε έρθει στο χωριό τους από το πουθενά, εγκαταστάθηκε εκεί και δίδαξε στους ντόπιους τα μυστικά της σηριοτροφίας με αποτέλεσμα ο τόπος να γίνει ένα από τα κυριότερα ευρωπαϊκά κέντρα σηριοτροφίας και μεταξοκλωστικής.

Το 1861 οι πρώτες επιδημίες έχουν ήδη αρχίσει να προσβάλλουν την ευρωπαϊκή παραγωγή αβγών μεταξοσκώληκα και το Λαβιλλεντιέ θα καταστρεφόταν οικονομικά εάν δεν βρισκόταν άμεσα μία λύση. Ο Ερβέ Ζονκούρ, με την προτροπή του Μπαλνταμπιού, φεύγει για να προμηθευτεί αβγά από την Ιαπωνία. Το ταξίδι του μέχρι "το τέλος του κόσμου" θα διαρκέσει έξι μήνες. Όταν θα φτάσει εκεί, θα φιλοξενηθεί από τον Χάρα Κέι, τον άρχοντα ενός χωριού που θα του προμηθεύσει τα αβγά. Στο σπίτι του θα γνωρίσει την παλλακίδα του, μια γυναίκα που "τα μάτια της δεν είχαν ανατολίτικη κοψιά και το πρόσωπό της ήταν πρόσωπο παιδούλας". Δύο έντονα κοιτάγματα, η νωχελική κίνηση του χεριού της που άγγιξε το φλιτζάνι απ' όπου είχε πιει προηγουμένως το τσάι του, το πορτοκαλί ρούχο της εγκατελειμένο στην όχθη μιας λίμνης ήταν αρκετά για να κάνουν τον Ερβέ να επαναλάβει αυτό το πολύμηνο ταξίδι τρεις ακόμη φορές χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να δει αυτή την απόκοσμη γυναίκα ξανά.

Οι απλές λέξεις και η ευθύτητα της γραφής του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο αλλά κυρίως η λιτότητά του είναι αφάνταστα ελκυστικές. Είναι τέτοια η πυκνότητα των συναισθημάτων που σκιαγραφεί πολύ έντεχνα ο Μπαρίκκο που σου έρχεται στο νου η ποίηση. Τα μικρά κεφάλαια, δε, ανεβάζουν τον ρυθμό της ανάγνωσης κι έτσι βρέθηκα στην τελευταία σελίδα χωρίς να το καταλάβω και για τρίτη φορά!

Σ' όλη την διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν ότι τα γεωγραφικά σύνορα (σε αντίθεση με τα σύνορα που εμείς ορίζουμε μέσα μας) δεν είναι σοβαρό εμπόδιο μπροστά στην επιθυμία, στον πόθο, στο ανεκπλήρωτο που επιμένει να ολοκληρωθεί, όσο αντίξοοες κι αν είναι οι συνθήκες. Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Άμος Οζ, τα όρια (γεωγραφικά κι άλλα) πρέπει να υπάρχουν για να τα ξεπερνούμε. Μ' αυτό κατά νου, δεν μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση η ένταση της επιμονής του Ερβέ να επιστρέφει ξανά και ξανά για τη νεαρή γιαπωνέζα. Η Ελέν, η συνεσταλμένη και χαμηλών τόνων σύζυγος του Ερβέ, ήταν αυτή που μου "έκλεψε" την προσοχή. Ίσως τελικά, σκέφτηκα, ο τίτλος του βιβλίου να μην αφορά μόνο στην πρώτη ύλη για την δημιουργία ενός υφάσματος ή την αφορμή γι' αυτή την ερωτική ιστορία. Ίσως να αναφέρεται και στο υλικό της ψυχής της Ελέν που δώρισε στον Ερβέ αυτό που ο ίδιος δεν μπόρεσε να αποκτήσει για τον εαυτό του - την ψυχική ικανοποίηση της ανταπόκρισης του έρωτά του - ενώ η ίδια πέθανε "... με τη νοσταλγία για κάτι που δεν θα ζούσε ποτέ".




Σημείωση: Η εικόνα είναι η καλλιγραφική γραφή της λέξης "αγάπη" στα γιαπωνέζικα.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009





Πιάνω...



... τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό να ακούει πολύ τζαζ - παλιά κομμάτια που τώρα μου φαίνονται καινούργια, ή ακόμη κι εντελώς πρωτάκουστες συνθέσεις που με κάνουν να νιώθω ότι ο ρυθμός αυτός μού είναι πολύ γνωστός, το ηχόχρωμα ετούτο μού είναι απίστευτα οικείο. Παλιότερα "χρησιμοποιούσα" κάθε είδους μουσικής για να συγκεντρωθώ στο διάβασμα, σήμερα όμως μάλλον το αντίθετο συμβαίνει - ιδιαίτερα με τη τζαζ. Ίσως αυτό να οφείλεται στην ήρεμη δύναμη της μουσικής που σε διαπερνά και στην "διάθεσή" της να σε ξεσηκώνει ομαλά, χωρίς "αναταράξεις". Ίσως πάλι να είναι οι αυτοσχεδιασμοί των μουσικών που με εξιτάρουν. Ίσως επίσης να με ελκύει και να με κρατά αυτή η συνεργασία, ή καλύτερα η αμοιβαία "συννενοχή" που υπάρχει μεταξύ μουσικού και ακροατή (ιδίως στις live παραστάσεις και στις συναυλίες) ώστε να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, αυτά τα δυο-τρία σκαλάκια που θα σε ανεβάσουν λίγο ψηλότερα όταν ακούς το κομμάτι. Αυτού του είδους η επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλων είναι δύσκολο να επιτευχθεί - δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες (όχι μόνο μουσικοί αλλά και ζωγράφοι, γλύπτες, λογοτέχνες, ποιητές) που βυθίζουν τον εαυτό τους τόσο βαθιά στην τέχνη τους που, στη συνέχεια, αδυνατούν να βγουν στην επιφάνεια και να αφουγκραστούν αυτούς που βρίσκονται απέναντί τους. Ή δίπλα τους.

Μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση "καταραμένου" καλλιτέχνη είναι και ο Λούκα Φλόρες - μουσικός με κλασική κατεύθυνση που όμως άφησε έντονο το σημάδι του στην ιστορία της τζαζ του 20ου αιώνα. Ως παλιά ρόκερ (ή ροκού που λέγαμε κάποτε) δεν είχα ιδέα για ετούτο τον μουσικό με τη σύντομη ζωή, τον βίαιο θάνατο και το σημαντικό έργο. Τον "γνώρισα" ωστόσο, μέσα από την ταινία "Πιάνο Σόλο" (Ιταλία, 2007) η οποία βασίζεται στο βιβλίο του Ιταλού πολιτικού, πρώην δημάρχου της Ρώμης, Ουόλτερ Βελτρόνι "Il disco del mondo. Vita breve di Luca Flores, musicista"

Η υπόθεση της ταινίας έχει ως εξής: Ο Λούκα μεγαλώνει σε μια οικογένεια με άλλα τρία αδέρφια κι έναν πατέρα που φεύγει συνεχώς λόγω δουλειάς (είναι γεωλόγος). Έτσι ο μικρός αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με την μητέρα του. Σε κάποιες διακοπές τους στην Αφρική, όπου ο πατέρας φεύγει πάλι για δουλειά, η μητέρα του σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα από το οποίο εκείνος και η μία από τις αδερφές του που επέβαινε στο αυτοκίνητο μαζί τους, σώζονται. Μετά από αυτό, η οικογένεια διαλύεται. Πολύ αργότερα, βρίσκουμε τον Λούκα να γίνεται δεκτός με επαίνους στο πανεπιστήμιο. Στο διάστημα αυτό έρχεται σε επαφή με την τζαζ για πρώτη φορά και δέχεται να γίνει μέλος ενός μουσικού τρίο που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και εγκωμιαστικές κριτικές. Ο Λούκα αφοσιώνεται στο πιάνο του - δεν κάνει όμως το ίδιο και για την γυναίκα της ζωής του. Οι ενοχές του για το ατύχημα του παρελθόντος στέκονται εμπόδιο - ο Λούκα θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τον θάνατο της μητέρας του και δεν μπορεί να το ξεπεράσει, γεγονός που θα τον οδηγήσει μοιραία στην τρέλα και τελικά, στην αυτοκτονία.

Βλέποντας την ταινία σκεφτόμουν ότι κάποια ζητήματα θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο τονισμένα όπως για παράδειγμα οι μουσικές/πνευματικές αναζητήσεις του Λούκα μιας και πρόκειται για έναν από τους δύο λόγους που τον οδήγησαν στην καταστροφή. Αλλά ο σκηνοθέτης Ρικάρντο Μιλάνι (που έχει συνεργαστεί με τον Νάνι Μορέττι στο "Αγαπημένο Ημερολόγιο") εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στο στοιχείο της παιδικής ενοχής και της απώλειας χωρίς να δείχνει καθαρά τα όποια βάσανα της τέχνης ταλαιπώρησαν τον καλλιτέχνη. Γενικά, η ταινία είναι ισορροπημένη αν και χωρίς έντονες κλιμακώσεις - η γραμμική του αφήγηση δεν επιφυλάσσει καμμία έκπληξη. Η ενστικτώδης ερμηνεία του Κιμ Ρόσσι Στούαρτ ωστόσο σε αποζημιώνει. Ο πρωταγωνιστής ήταν υποψήφιος για το βραβείο καλύτερου ηθοποιού το 2008 στα βραβεία Νταβιντ ντι Ντονατέλλο (το ιταλικό αντίστοιχο των Όσκαρ) - μία από τις πέντε συνολικά υποψηφιότητες της ταινίας εκείνη τη χρονιά. Καθόλου άσχημα, τελικά, για ένα φιλμ τόσο χαμηλών τόνων.

Όσο για μένα, χάρηκα πραγματικά γι' αυτήν την "γνωριμία" με τον signore Flores...



Σημείωση: Ο πίνακας λέγεται "piano with high heel" κι ανήκει στην σύγχρονη καλλιτέχνιδα Anita Burgermeister.

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009






Σήμερα είναι μια άλλη μέρα...


Εδώ και μέρες προσπαθούσα να βρω κάτι να γράψω αλλά μου ήταν δύσκολο. Βουνό. Η γη γυρνούσε, πράγματα συνέβαιναν κι εγώ δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι, οτιδήποτε, για να γράψω στο μπλογκ. Εκείνο που με πείραξε όμως περισσότερο είναι το ότι δεν μπόρεσα να διαβάσω ούτε μία γραμμή ενώ είχα άπλετο χρόνο στην διαθέσή μου και θα μπορούσα κάλλιστα να διαβάσω όχι μόνο ένα αλλά και περισσότερα βιβλία. Είχα κατά νου, βλέπετε, τον Όσκαρ Ουάιλντ που είπε ότι "Εάν κάποιος δεν μπορεί να απολαύσει την ανάγνωση ενός βιβλίου, δεν υπάρχει λόγος να το αρχίσει καν" και με βόλεψε να κάνω τις σχετικές αναγωγές και να το επεκτείνω και στην υπόλοιπη ζωή μου...

Μα κάτι ο ήλιος της Δευτέρας, κάτι ο ευγενικός τεχνικός του υπολογιστή που με εξυπηρέτησε γρήγορα, κάτι τα τόσο αισιόδοξα μπλογκς των διαδικτυακών φίλων που διάβασα αμέσως μετά, ήταν και η "απαίτηση" της Αγάπης να βγούμε το βράδυ κι έτσι, δεν χρειάστηκε πολύ για να αλλάξει η διάθεσή μου. Η μέρα κύλησε χωρίς καλά καλά να το καταλάβω. Αυτή τη στιγμή, μόλις επέστρεψα από μια βραδιά με καλούς φίλους και κόκκινο κρασί κι όπως βλέπετε (και διαβάζετε ελπίζω) κάτι "χτύπησα" στο πληκτρολόγιο. Πράγματι, σήμερα είναι μια άλλη μέρα...