Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010





A novel is a long answer to the question:
"What is it about?"


Ντέιβιντ Λοτζ




Πρέπει να οφείλεται στις μεταφράσεις ορισμένων οικονομικών άρθρων που έχω αναλάβει αυτόν τον καιρό που διάβασα το "Ούτε γάτα ούτε ζημιά" του Ντέιβιντ Λοτζ. (Bell, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής) - ήθελα κάτι εύστροφο, με χιούμορ και διάθεση σαρκασμού και ανατροπής. Επειγόντως.

Τα μέσα της δεκαετίας του '80 στην θατσερική Βρετανία είναι μία μικρογραφία της δικής μας, τωρινής εποχής λόγω των περικοπών και της σφικτής πολιτικής.
Ο Βικ Ουίλκοξ είναι διευθυντής μίας προβληματικής βιομηχανικής μονάδας στο (φανταστικό) Ράμιτζ. Άνθρωπος του συστήματος και καθαρά πρακτικό μυαλό, πιστεύει ότι με σκληρή δουλειά θα καταφέρει όχι μόνο να σταθεροποιήσει αλλά και να αυξήσει τα οικονομικά της επιχείρησης χωρίς ιδιαίτερες απώλειες. Δέχεται να λάβει μέρος στο Πρόγραμμα "Σκιά" του τοπικού πανεπιστημίου - επί τέσσερις μήνες και για μία ημέρα την εβδομάδα ένας καθηγητής θα τον παρακολουθεί ανελλιπώς, θα γίνει δλδ η "σκιά" του, και θα καταγράφει κάθε δραστηριότητά του. Σκοπός αυτής της πειραματικής εργασίας είναι να διερευνήσει την σχέση του ιδρύματος με την τοπική κοινωνία και τα αποτελέσματα της συνεργασίας τους. Το πρόγραμμα ξεκινά άμεσα και ο άνθρωπος που θα κάνει την "δουλειά" δεν είναι καθηγητής, όπως αρχικά τον είχαν πληροφορήσει, αλλά λέκτορας. "... Όχι απλώς ένας λέκτορας αλλά μία λέκτορας της αγγλικής λογοτεχνίας, μία γυναίκα λέκτορας της αγγλικής λογοτεχνίας. Μία αριστερίζουσα φεμινίστρια γυναίκα λέκτορας της αγγλικής λογοτεχνίας. Μία ψηλή αριστερίζουσα φεμινίστρια γυναίκα λέκτορας της αγγλικής λογοτεχνίας."

Άνθρωπος ανεξάρτητος, με ελεύθερο πνεύμα, πολύ καλή θεωρητική κατάρτιση αλλά καθόλου εμπειρία της ζωής "εκεί έξω",
η Ρόμπιν Πένρόουζ αναλαμβάνει το ρόλο της "σκιάς" με την ελπίδα ότι αυτό θα ενισχύσει το προφίλ της και θα λειτουργήσει θετικά για την μονιμοποίησή της στο πανεπιστήμιο.

Ένα σταθερό χαρακτηριστικό της πλοκής των βιβλίων του Ντέιβιντ Λοτζ είναι η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν έχουν σχεδόν τίποτα κοινό και οι οποίοι πρέπει να παλέψουν πολύ για να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο.
Ο Βικ, εκτός από την δουλειά του έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει και την κρίση της μέσης ηλικίας και την οικογένειά του που δεν του προσφέρει καμία ευχαρίστηση πια ενώ η Ρόμπιν μία μακρόχρονη σχέση που δεν της προσφέρει κάτι ουσιαστικό αλλά διαιωνίζεται λόγω βολέματος. Έτσι, οι εκ διαμέτρου αντίθετοι αυτοί κόσμοι θα συγκρουστούν με επιμονή έως του σημείου να αντιστραφούν οι όροι του προγράμματος το οποίο τελικά θα στεφθεί με αναπάντεχη επιτυχία και οι δύο πρωταγωνιστές θα βγουν κερδισμένοι από αυτό που στην αρχή φάνταζε καταδικασμένο: η Ρόμπιν θα μάθει να απαιτεί τη σύνδεση της θεωρίας με την πραγματικότητα και ο Βικ θα ανακαλύψει ευαισθησίες και προοπτικές που νόμιζε ότι δεν υπήρχαν στην ζωή του και θα κάνει μία καινούργια αρχή.  

Έχοντας διαβάσει ακόμη ένα μόνο από τα 15 συνολικά μυθιστορήματα που έχει γράψει μέχρι σήμερα ο Λοτζ -το "Θεραπεία"- μπορώ να πω ότι ο συγγραφέας κάνει "καλή δουλειά". Το "Ούτε γάτα ούτε ζημιά" είναι ένα όμορφο δείγμα κάμπους νόβελ που συνδυάζει με δεξιοτεχνία την ιστορία της λογοτεχνίας, θεωρίες της παιδαγωγικής, πρακτικές μάνατζμεντ, προσωπικά αδιέξοδα, έρωτα και πολύ χιούμορ. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι δεν με κούρασε η εμμονή του συγγραφέα στην λεπτομέρεια - η χρήση του όρου "στρουκτουραλισμός" σε κάποια σημεία ήταν τόσο συχνή που με έκανε να νιώσω ως άλλος Δημοσθένης που προσπαθεί να πει το "ρο". Επιπλέον, θα προτιμούσα να το διάβαζα στο πρωτότυπο γιατί νομίζω ότι κάτι χάθηκε στην μετάφραση. Όπως, για παράδειγμα, ο ελληνικός τίτλος - όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να συνδέσω το "nice job" του πρωτότυπου με την ελληνική απόδοσή του σε "Ούτε γάτα ούτε ζημιά". Παρ' όλα αυτά, το κείμενο έχει μια φρεσκάδα και μου μετέδωσε ένα λίγο από το πνεύμα της αγγλικής γλώσσας.




Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό θέμα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου και λέγεται "Πολιτικό Δράμα" ενώ το δεύτερο έχει τίτλο "Ταυτόχρονες Αντιθέσεις: Ήλιος και Σελήνη". Kαι τα δύο ανήκουν στον Ρομπέρ Ντελωναί . Το τρίτο αποτελεί λεπτομέρεια του πίνακα "Έγχρωμος Ρυθμός" που έχει φιλοτεχνήσει η σύζυγός του, Σόνια Τερκ Ντελωναί. Οι δυο τους υπήρξαν οι κύριοι εκφραστές ενός ελάχιστα γνωστού κινήματος, του Ορφισμού - χρησιμοποιούσαν άφθονο χρώμα την εποχή που επικρατούσε η μονοχρωμία του Κυβισμού. Ο γιος τους, Τσάρλς, αν και ασχολήθηκε επίσης με την τέχνη, άφησε το σημάδι του ως ειδικός της τζαζ και ιδρυτής του περίφημου Hot Club de France.

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010





Fata Morgana

θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό,
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχιδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη, στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό, τρίποδο στέκει μαντικό,
κι ένα ποτάμι με ζεστή λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη,
Ο ασκός να ρέει κι ο Απόλλωνας βοσκός,
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

...



Φέτος, η παγκόσμια ημέρα ποίησης είναι αφιερωμένη στον Νίκο Καββαδία. Οι πιο πάνω στίχοι είναι από το ποίημά του Fata Morgana (Πούσι) - η πρώτη γνωριμία μου με τον ποιητή όπως τον μελοποίησε η Μαρίζα Κωχ.


Καλή Άνοιξη!




Σημείωση: Η εικόνα είναι της εικονογράφου Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ από το παιδικό βιβλίο "Συρανό, ο ποιητής με την μεγάλη μύτη" του Τάϊ-Μάρκ λε Ταν (Μεταίχμιο, 2006). Επίσης, τούτο το τραγούδι  της Μαρίζας Κωχ, έγινε soundtrack της ταινίας Storia di Piera η οποία βραβεύτηκε στις Κάννες το 1983 - Α΄ βραβείο γυναικείου ρόλου για την Ιζαμπέλ Ιπέρ).

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010





Έμαθα ότι οι άνθρωποι θα ξεχάσουν
αυτά που είπες, θα ξεχάσουν κι αυτά που έκανες αλλά
δεν θα ξεχάσουν ποτέ αυτό που
τους έκανες να νιώσουν.





Χθες το πρωί, καθώς καθάριζα την εξωτερική σκάλα του σπιτιού μου, πέρασε από δίπλα μου, σχεδόν ξυστά, ένα πουλάκι. Μία μικρή καρδερίνα με καφετιές και κίτρινες λωρίδες χρώματος στην ουρά και τα φτερά της. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που βλέπω ένα πουλί να πετά σε τόσο κοντινή ακτίνα μα τούτο εδώ το μικρούλι με ξάφνιασε γιατί εκτελούσε πολύ χαμηλή πτήση. Σταμάτησα το σκούπισμα και τo παρακολουθούσα που φτεροκοπούσε. Κι ενώ το κοιτούσα που με τα αδύναμα φτεράκια του χοροπηδούσε σαν ζαλισμένο πάνω στις πλάκες της αυλής, εμφανίστηκε η κυρία του ισογείου με σχετική βιασύνη να έρχεται προς το μέρος μου. Κάποιος, όπως φαίνεται, είχε ανοίξει το πορτάκι του κλουβιού του κι αυτό το είχε σκάσει. Ζήτησε τη βοήθειά μου να το πιάσει. Έκανα δυο-τρεις αποτυχημένες προσπάθειες γιατί δεν ήθελα να το πιάσω, ευχόμουν να πετάξει δυνατά, ψηλά και μακριά. Αυτό όμως, πετούσε χαμηλά, στο ύψος περίπου των γονάτων μου (στεκόμουν στα τελευταία σκαλιά της σκάλας) και γυρόφερνε τα κάγκελα της αυλόπορτας δίχως να βγαίνει έξω από αυτά. Δεν θα πήγαινε πολύ μακριά, σκέφτηκα, ίσως να χτυπούσε πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο. Ή ακόμη χειρότερα, να συναντούσε τις γάτες τις γειτόνισσας. Για να μην πω και για την κυρία του ισογείου που από την βιασύνη της να μην της ξεφύγει θα το άρπαζε άγαρμπα με αβέβαια για την σωματική ακεραιότητα του πουλιού αποτελέσματα. Έτσι έκανα μία ακόμη προσπάθεια. Μέσα στη χούφτα μου η καρδούλα του πετάριζε. Του χάιδευα το κεφαλάκι με τ' ακροδάχτυλα και του μιλούσα αργά για να το ηρεμήσω καθώς το έβαζα μέσα στο κλουβί του. Μετά, ανέβηκα στο σπίτι πεπεισμένη ότι είχα κάνει το καλύτερο γι' αυτό. Μία μέρα μετά, ακόμη σκέφτομαι έντονα εκείνο το τιτίβισμα στο χέρι μου.


I know why the caged bird sings, ah me,
when his wing is bruised and his bosom sore,
when he beats his bars and would be free;
It is not a carol of joy or glee,
but a prayer that sends from his heart's deep core,
but a plea, that upward to Heaven he flings -
I know why the caged bird sings.

Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον Πωλ Λώρενς Ντάνμπαρ και στο ποίημά του "Sympathy" η τελευταία στροφή του οποίου έδωσε τον τίτλο στο πρώτο βιβλιο της ΑφροΑμερικανίδας συγγραφέως Μάγια Αγγέλου "Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί" (μτφρ.Ιωάννα Καρατζαφέρη - Πατάκης, 1993).

Το βιβλίο ξεκινά με το ταξίδι της τρίχρονης Μάγια και του μεγαλύτερου αδερφού της Μπέυλι προς το Σταμπς, στο Άρκανσο. Οι γονείς τους έχουν χωρίσει και ο πατέρας τα στέλνει μόνα τους, με το τραίνο, στην γιαγιά τους - μια αρκετά εύπορη γυναίκα καθώς το παντοπωλείο της, που βρίσκεται στο κέντρο της μαύρης κοινότητας, πηγαίνει πολύ καλά. Η ευμάρεια όμως της οικογένειας δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τα λευκά παιδιά να φερθούν άσχημα στην Μάγια - και ξέρετε πόσο σκληρά γίνονται τα παιδιά όταν το θελήσουν. Πέντε χρόνια και αρκετά ταπεινωτικά επεισόδια μετά, ο πατέρας επιστρέφει, θα πάρει τα παιδιά μαζί του για να τα εγκαταλείψει και πάλι, στο Μιζούρι αυτή τη φορά, στη μητέρα τους. Εκεί, ο φίλος της, κ.Φρήμαν, θα βιάσει τη Μάγια. Θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί και θα φυλακιστεί αλλά θα δραπετεύσει. Τέσσερις μέρες αργότερα θα βρεθεί σκοτωμένος, πιθανότατα από τους θείους της μικρής. Η Μάγια θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνη για το γεγονός και απομονώνεται. Χάνει στην κυριολεξία τη λαλιά της. "Νόμιζα ότι η φωνή μου τον σκότωσε. Σκότωσα αυτόν τον άντρα γιατί είπα το όνομά του. Και τότε νόμιζα ότι δεν θα ξαναμιλούσα ποτέ γιατί η φωνή μου μπορούσε να σκοτώσει τον καθένα..." αφηγείται η ίδια η συγγραφέας για το περιστατικό. Πέντε χρόνια μετά κι ενώ είναι ακόμη βυθισμένη στην αλαλία της, στέλνεται πάλι πίσω στο Σταμπς, στη γιαγιά. Εκεί, θα συναντήσει την κυρία Μπέρθα Φλάουερς, "την αριστοκράτισσα του Σταμπς", η οποία τροφοδοτεί την όρεξη της μικρής για ανάγνωση με βιβλία κι έτσι την δελεάζει να βγει από την σιωπή της. Λίγο αργότερα όμως, η γιαγιά θα την στείλει και πάλι πίσω στην μητέρα της για να αποφύγει τα κρούσματα ρατσισμού που εκδηλώνονταν στο Σταμπς και τα οποία γίνονταν όλο και πιο βίαια - η περιοχή, όπως άλλωστε ολόκληρος ο νότος των ΗΠΑ, ανήκει στην σφαίρα "κυριαρχίας" της Κου Κλουξ Κλαν. Στην Καλιφόρνια η Μάγια γράφεται στο σχολείο όπου σπουδάζει θέατρο και χορό. Μπαίνει στην εφηβεία της με άβολες σκέψεις κι απορίες. Για λίγο διάστημα μένει άστεγη, αργότερα θα πιάσει δουλειά - είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα εισπρακτόρισσα του τραμ. Αμφιταλαντεύεται για την σεξουαλικότητά της και συνάπτει δεσμό με μεγαλύτερο συμμαθητή της. Στην τελευταία τάξη του σχολείου μένει έγκυος μα το κρατά κρυφό μέχρι τον όγδοο μήνα της κύησης. Το βιβλίο τελειώνει μαζί με την εφηβεία της
Μάγιας καθώς η 17χρονη κοπέλα "επιβιβάζεται" στο "τραίνο" της ζωής, αυτή τη φορά για ένα αλλιώτικο ταξίδι σ' έναν νέο κόσμο, εκείνον της μητρότητας.

Πριν γράψει το βιβλίο, η Μάγια Αγγέλου ήταν ήδη θεατρική συγγραφέας, ποιήτρια και ακτιβίστρια με πλούσιο βιογραφικό και έντονη δραστηριοποίηση. Η συγγραφή λογοτεχνίας δεν ήταν στα ενδιαφέροντά της. Το 1969 όμως, ο συγγραφέας και φίλος της Τζέιμς Μπόλντουιν και ο εκδότης της Ρόμπερτ Λούμις την προκάλεσαν να γράψει μια αυτοβιογραφία που συγχρόνως να είναι και λογοτεχνία καθώς όπως φαίνεται εκείνη την εποχή "... το να γράψεις μία αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό κείμενο είναι σχεδόν αδύνατον". "Δεν μπόρεσα να αντισταθώ" απαντά η ίδια. Έτσι, μετά από δύο χρόνια προέκυψε το πρώτο από μια σειρά έξι βιογραφικών μυθιστορημάτων, το οποίο συμπεριλήφθηκε στην διδακτέα ύλη των αμερικανικών σχολείων και διδάσκεται μέχρι σήμερα όχι όμως χωρίς εμπόδια - από το 1983 πολλά σχολεία το έβγαλαν από την ύλη τους με το σκεπτικό ότι προωθούσε την αποκλίνουσα συμπεριφορά βασιζόμενοι στις αναφορές που υπάρχουν στο βιβλίο για τις προγαμιαίες σχέσεις και το σεξ, την εγκυμοσύνη στην εφηβεία, την ομοφυλοφιλία, την βία. Εκτός αυτών, ελέχθη και το ότι ενθαρρύνει το μίσος ενάντια στους λευκούς. Κι όλα αυτά για ένα βιβλίο που καταθέτει την μαύρη (με την έννοια του μελανού και άθλιου κι όχι του φυλετικού χρώματος) πραγματικότητα της Αμερικής, τα αδιαμφισβήτητα βιώματά της που είναι πλέον καταγεγραμμένα τόσο σε πλήθος ιστορικών αρχείων όσο και στο DNA της μνήμης όσων τα έζησαν.

Αυτοβιογραφία ή αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, λοιπόν; Για τους κριτικούς της εποχής τα όρια ήταν δυσδιάκριτα διότι η Αγγέλου δίνει αυτούσια τα γεγονότα της ζωής της χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της μυθιστορίας για να αμβλύνει ελαφρώς τις "γωνίες" των πράξεων και των καταστάσεων όχι όμως και των συναισθημάτων που απορρέουν από το κείμενο. Θα μπορούσα να κάνω κάποια σχόλια σχετικά την ταυτότητα του κειμένου αλλά και της Μάγιας που ψάχνει τον εαυτό της στην "αναβράζουσα" Αμερική της εποχής όμως, δεν θυμάμαι κάτι άλλο παρά μόνο το σφίξιμο στο στήθος που ένιωθα καθώς διάβαζα το βιβλίο τούτο αρκετά χρόνια πριν και που θυμήθηκα τώρα που γράφω αυτήν την ανάρτηση. Μου το θύμησε η μικρή καρδερίνα. Πως πετά καμμιά φορά ο νους...

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010





Η πραγματική ευτυχία είναι εκείνη που
συνειδητοποιούμε μόνον όταν
την απολαμβάνουμε.


"τα χρόνια" (Πάπυρος, 2009, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη) θα μπορούσε να είναι μία σχολαστική ανασκόπηση της ιστορίας της Γαλλίας καθώς το βιβλίο περιδιαβαίνει τα τελευταία 68 χρόνια της χώρας: από το 1940 -ημερομηνία γέννησης της συγγραφέως- έως και το 2008 -ημερομηνία έκδοσης του βιβλίου στην Γαλλία. Από την μεταπολεμική Γαλλία και την απώλεια των αποικειών της -της Αλγερίας και της Ινδοκίνας- μέχρι τον Μάη του '68 και τους επιγόνους του - τον Μάη του '86 και τις αναταραχές στα προάστεια του Παρισιού. Οι εκλογές καταγράφονται έντονα. Ο Μιτεράν, ο Λεπέν, ο Σιράκ, ο Σαρκοζί. Η ανερχόμενη τάξη των νεόπλουτων αστών. Η φετβά εναντίον του Σαλμάν Ρουσντί, οι Άραβες της Γαλλίας, οι άστεγοι, οι επαίτες και οι μετανάστες - γεγονότα που λες κι έχουν καταγραφεί μόλις χθες. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο το πως η αφήγηση ξεκινά από τον προσωπικό μικρόκοσμο της Αννύ Ερνώ κι εξελίσσεται σε κάτι πιο οικουμενικό - σ' έναν ατέρμονο προβληματισμό για την κοινωνική ανισότητα, την κινητικότητα των τάξεων, την πολιτική, την εξέλιξη της τεχνολογίας, τον μοντερνισμό, την εργασιακή ανασφάλεια, τον καταναλωτισμό, την ταχύτητα που επιβάλλει με την έλευσή του ο νέος αιώνας - συνθήκες που αναπόφευκτα την οδηγούν να βιώσει το χάσμα των γενεών και εκείνο το κενό που δημιουργείται ανάμεσα στην βιολογική ηλικία και την ηλικία που νιώθει η ψυχή.

Ωστόσο,
"τα χρόνια" είναι μία πολύ ιδιότυπη βιογραφία κι αυτό διότι η συγγραφέας αποφεύγει την μυθοπλασία - υλικό της έχει μόνο τα προσωπικά της βιώματα κι οτιδήποτε αντλεί από τις αισθήσεις και τα συναισθήματά της. Χρησιμοποιεί κάποιο μικροαντικείμενο, φωτογραφία ή κάθε τι άλλο που την κάνει να ονειρεύεται όπως τα βιβλία, ο κινηματογράφος και η μουσική για να μιλήσει με απλό και αμείλικτο τρόπο για την οικογένειά της και το περίκλειστο περιβάλλον που μεγάλωσε, για την φοιτητική ζωή και την ενηλικίωση, το γάμο και τα παιδιά της, το διαζύγιο, τον θάνατο των γονιών της, την εμμηνόπαυση, τον καρκίνο στο στήθος της και το θαυμαστό εκείνο γύρισμα της τύχης που της πρόσφερε την ευκαιρία να νικήσει τον θάνατο μέσα από την αγάπη και τον ερωτισμό.

Ομολογώ πως με γοήτευσε η πληρότητα που εκπέμπει η συγγραφέας στο εξώφυλλο. Πολύ περισσότερο όμως το εντελώς προσωπικό ύφος της γραφής της - αποσπασματικό, με σταθερή αλλά σταδιακή μείωση του ρυθμού που συμβαδίζει με την έλευση της ηλικίας και το πέρασμα στην ωριμότητα και τριτοπρόσωπη αφήγηση που δηλώνει αποστασιοποίηση. Η Αννύ Ερνώ δεν νοσταλγεί, δεν αναπολεί. Μας λέει με ρεαλιστικό τρόπο ότι "το παρελθόν έχει φύγει οριστικά και το μέλλον θα 'ρθει, αυτό είναι όλο" και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί της. Δεν ωφελεί να μηρυκάζει κανείς το παρελθόν - έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τα δύο άκρα της ύπαρξής μας -η γέννηση και ο θάνατος- είναι δεδομένα. Το ενδιάμεσο διάστημα είναι εκείνο που μπορούμε να ορίσουμε σύμφωνα με τα θέλω και τα πιστεύω μας. Ίσως όχι όλες τις φορές όμως πάντοτε υπάρχει το περιθώριο της επιλογής.

Και η Αννύ Ερνώ επιλέγει να μιλά για τα συναισθήματά της με στιλπνό και λεπταίσθητο τρόπο. Οι λέξεις της απογυμνωμένες από κάθε φιοριτούρα δεν συγκαλύπτουν τίποτα. Αντίθετα, αποκαλύπτουν ακόμη κι εκείνες τις ιδιαιτέρως ευαίσθητες ιδιωτικές στιγμές της, όπως είναι η άμβλωση που έκανε σε μικρή ηλικία. Γι' αυτήν την τόλμη της, άλλωστε, της έχουν αποδώσει τον χαρακτηρισμό impudeur, δλδ αναίσχυντη. Πόσο αναίσχυντη όμως στ' αλήθεια είναι μία συγγραφέας που μας εμπιστεύεται τις μύχιες μνήμες και τους φόβους της; Που υπερασπίζεται τη Γυναίκα και την θέση της; που υποστηρίζει την ισότητα μέσα απο την διαφορετικότητα;
Από τούτο το βιβλίο δεν θα κρατήσω μόνο την ευθύτητα και την "τολμηρότητά" της. Ούτε τον όμορφο τρόπο που αποδίδει το ιδιωτικό μέσα από το συλλογικό. Υπάρχει και κάτι άλλο - η αιχμηρή διαπίστωση ότι όσο κι αν προοδεύσουμε, πάντοτε θα έχουμε "... ανάγκη το λυρισμό και τη συγκίνηση, το κόκκινο τριαντάφυλλο..."


Μικρό βιογραφικό: Η Αννύ Ερνώ γεννήθηκε στη Lillebonne της Νορμανδίας το 1940. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Ρουέν. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση και στο Centre national d' enseignement a distance (Cned). Το 1974 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα Les armoires vides. Το βιβλίο της L' occupation μεταφέρθηκε το 2002 στο κινηματογράφο με τον τίτλο L' autre. Τα χρόνια είναι το τελευταίο της βιβλίο, για το οποίο τιμήθηκε με τα βραβεία Μarguerite Duras (2008) και Francois Mauriac (2008). Τα έργα της διδάσκονται στο γαλλικό σχολείο ως σύγχρονη κλασική λογοτεχνία.