Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010





" Η κόλαση είναι οι άλλοι. 
Ο παράδεισος είναι ο ένας για τον άλλο"

 Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάριο Βάργκας Γιόσα γράφει για τον έρωτα. Το 1997 δημοσιεύει το "Η θεία Χούλια και ο γραφιάς" - μια ιστορία γεμάτη χιούμορ που αντλεί από τον προσωπικό του έρωτα για μια εξ αγχειστίας θεία του, δεκατρία χρόνια μεγαλύτερή του, την οποία και παντρεύτηκε στα 19 και χώρισε στα 28 του. Αργότερα, το 1988, γράφει το "Μητριάς εγκώμιο" το ερωτικότερο, ίσως, βιβλίο του σύμφωνα με τους κριτικούς. "Το παλιοκόριτσο" (Καστανιώτης, 2007, μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου) είναι η πιο πρόσφατη ερωτική ιστορία  που γράφει με άφθονο σαρκασμό κι αιχμηρό χιούμορ - η καλύτερη εισαγωγή που θα μπορούσα να κάνω στην γραφή του Γιόσα. Ως γνωστόν στο σύνολό του το συγγραφικό έργο του  έχει καθαρά πολιτικό-κοινωνική θεματολογία κι εμένα  η σχέση μου με την πολιτική, ξέρετε,  δεν είναι και η καλύτερη. Να σκεφτείτε πως τη μόνη φορά που αποπειράθηκα να σχολιάσω δημοσίως ήταν πίσω στα λυκειακά μου χρόνια, σε μια συνεδρίαση νεολαίας κόμματος. (Και λίγο μετά την απόπειρα, το κόμμα διαλύθηκε...) 

Αφηγητής στο "Παλιοκόριτσο"  είναι ο Ρικάρντο Σομοκούρσιο, ένας δεκαπεντάχρονος Περουβιανός που ζει στο Μιραφλόρες, μια μεγαλοαστική συνοικία της Λίμα, και περνά την εφηβεία του με μαθήματα ξένων γλωσσών, ματινέ τις Κυριακές και όνειρα για να ζήσει και να εργαστεί στο Παρίσι όταν μεγαλώσει. Σ' ένα από αυτά τα πάρτυ γνωρίζει την δεκατριάχρονη Λίλη η οποία μόλις έχει μεταναστεύσει από τη Χιλή με την -πλούσια- οικογένειά της. Ο πολύ αλέγρος, πικάντικος, τρόπος που χορεύει σαγηνεύει τον Ρικάρντο ο οποίος την ερωτεύεται με μια εφηβική επιμονή η οποία δεν μειώνεται ούτε κατ' ελάχιστον όταν αποκαλύπτεται το ψέμα και  η ταπεινή καταγωγή της κοπέλας από το Περού. Ο έρωτας του Ρικάρντο όμως, παρόλη την έντασή του, θα μείνει ανεκπλήρωτος γιατί αμέσως μετά το περιστατικό η κοπέλα εξαφανίζεται.

Ο Ρικάρντο συνεχίζει τα μαθήματά του κι αργότερα, όταν τελειώνει τις σπουδές του στη Λίμα, πραγματοποιεί το παιδικό του όνειρο - πηγαίνει στο Παρίσι όπου και θα εργαστεί μόνιμα ως μεταφραστής και διερμηνέας της Ουνέσκο. Η ζωή του εκεί είναι σχεδόν μικροαστική και χωρίς εξάρσεις - μπορεί, ωστόσο, να πληρώνει τις παρισινές απολαύσεις του: το σινεμά, τις εκθέσεις, το θέατρο και τα βιβλία.
Παράλληλα, όμως, συνεργάζεται άτυπα και μυστικά με έναν, επίσης Περουβιανό, φίλο του, τον χοντρούλη σεφ Παούλ ο οποίος, εκτός του ότι μερικές φορές του εξασφαλίζει  ένα πιάτο φαγητό, είναι μέλος μιας επαναστατικής οργάνωσης του Περού που σκοπό έχει την ανατροπή της εξουσίας στην Κούβα. Μια μέρα ο Παούλ θα του ζητήσει  να βρει στέγη και να κατατοπίσει σχετικά μία συντρόφισσα η οποία βρίσκεται καθ' οδόν για την Κούβα όπου θα εκπαιδευτεί για τον επικείμενο ανταρτοπόλεμο που οργανώνεται στο Περού. Με έκπληξη ο Ρικάρντο διαπιστώνει πως η συντρόφισσα Αρλέτ είναι η μικρή Χιλιανή που ερωτεύτηκε στην εφηβεία του και πως δεν έχει πάψει να την ποθεί από τότε. Αυτή η συνειδητοποίηση θα είναι η αρχή μιας περιπετειώδους κι οδυνηρής προσπάθειας για την κατάκτηση του αντικειμένου του πόθου του. Οι δυό τους θα περάσουν μια νύχτα μαζί στην σοφίτα του και το ίδιο εκείνο βράδυ θα της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Ωστόσο, η προοπτική  ενός γάμου με τον "ασήμαντο" Ρικάρντο δεν είναι αρκετή για να κάνει την συντρόφισσα Αρλέτ να αλλάξει ρότα αν και  είναι ολοφάνερο πως ο ανταρτοπόλεμος δεν κατατάσσεται στην λίστα με τα ενδιαφέροντά της. Συνεχίζει το ταξίδι της για την Κούβα κι εξαφανίζεται για δεύτερη φορά από την ζωή του.

Έξι μήνες αργότερα ο Ρικάρντο πληροφορείται από τον Παούλ ότι το παλιοκόριτσο είναι η επίσημη ερωμένη ενός από τους κορυφαίους κομμαντάντε της Κουβανικής Επανάστασης - αυτή είναι η δεύτερη, ή μάλλον η τρίτη αν συνυπολογίσουμε και την ψεύτικη ταυτότητα της εφηβείας της, από μια σειρά μεταμορφώσεων του  παλιοκόριτσου το οποίο αλλάζει ενδύματα σώματος και ψυχής με ιδιαίτερη ευκολία και δίχως κανέναν φραγμό ή έστω κάποιον ενδοιασμό. Τρία χρόνια αργότερα, όταν θα βρεθούν και πάλι τυχαία, ο Ρικάρντο θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει την μαντάμ Ρομπέρ Αρνού, την κομψότατη σύζυγο ενός Γάλλου διπλωμάτη τον οποίο το παλιοκόριτσο θα εγκαταλείψει λίγο καιρό μετά έχοντας σηκώσει τον κοινό λογαριασμό τους. Αυτή τη φορά
, όταν  θα  εγκαταλείψει τον Ρικάρντο,  έχει ήδη συνομολογήσει  στην φύση της σχέσης τους - περιστασιακοί  εραστές. 

Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Ρικάρντο θα την αναγνωρίσει στο πρόσωπο της Μίσες Ρίτσαρντσον, την σύζυγο ενός  Άγγλου μεγιστάνα που ασχολειται με την εκτροφή κι εμπορία αλόγων κούρσας. Το παλιοκόριτσο δεν θα αντέξει  την εντελώς ρηχή και γεμάτη περιορισμούς ζωή που της επιβάλλει ο παθητικά ζηλιάρης σύζυγός της και  θα τον εγκαταλείψει, επίσης, δίχως όμως την "ευνοϊκή"  τροπή που είχε η φυγή της από τον μεσιέ Αρνού - τότε το κυνήγι της αστυνομίας της Ελβετίας είχε αποβεί άκαρπο, τώρα οι δικηγόροι του Άγγλου την έχουν αφήσει απένταρη κι επιπλέον την κυνηγούν για οφειλές. Το παλιοκόριτσο εξαφανίζεται για μια ακόμη φορά. Η ανησυχία του  Ρικάρντο για την ασφάλειά της τον κυριεύει,
ο έρωτάς του  αγγίζει τα όρια της εμμονής, μα παρ' όλες τις προσπάθειές του δεν μπορεί  να την ανακαλύψει.  Κάποια στιγμή,  όταν  όλη  αυτή η αναστάτωση έχει σχεδόν ξεχαστεί, ένας συνάδελφος του Ρικάρντο, γυρνώντας από επαγγελματική αποστολή στην Ιαπωνία θα του μεταφέρει ένα μήνυμα από κάποια Κουρίκο - το παλιοκόριτσο είναι τώρα ερωμένη, βαποράκι, σεξουαλικό αντικείμενο/υποχείριο του αρχηγού της γιαπωνέζικης μαφίας. Ο Ρικάρντο θα ταξιδέψει μέχρι εκεί για να την συναντήσει.

Το πάθος του γι' αυτή τη γυναίκα, αναγκάζει τον Ρικάρντο να βγει από τα στενά όρια της ήσυχης ζωής του και να διανύσει  ταραχώδεις τόπους κι  εποχές:
το Παρίσι και τον Μάη του '68, το swinging London των αρχών του '70 με τους χίπυς, τους πανκ και τους σκίνχεντς, το Τόκιο της δεκαετίας του ΄80 και την λίγο πιο σύγχρονη Μαδρίτη σε μια περίοδο οικονομικού μαρασμού μα καλλιτεχνικού αναβρασμού. Ο Μ.Β.Γ. απαθανατίζει με την πένα του  γλαφυρές εικόνες  σε κάθε εποχή κι ανάμεσά τους ξεχωρίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία πρόσωπα και καταστάσεις: ο μοντέρνος χίπις Χουάν Μπαρέτο και η αξιολάτρευτη, "τολμηρή" γηραιά μίσες Στούπαρντ, το ζεύγος Σάιμον και Ελένας Γκραβόσκι και ο -άλαλος- γιος τους Γιλάλ. Φυσικά,  δεν θα μπορούσε να λείπει η πολιτική από την πλοκή. Ο Μ.Β.Γ. σχολιάζει με ευθύ και δηκτικό τρόπο  την διαδρομή της δημοκρατίας στο Περού από τότε που ο Ρικάρντο ήταν 15 χρονών, δλδ κάπου στις αρχές του 1950, και μέχρι τις αρχές του 1990.  Σε όλο αυτό το διάστημα -περίπου τριάντα επτά χρόνια-  η ερωτική σχέση τους θα παραμείνει το ίδιο και απαράλλαχτο αδιέξοδο. Εκείνη  θα εμφανίζεται, θα παίρνει την ερωτική και συναισθηματική επιβεβαίωση που χρειάζεται και θα  τον παρατά για κάποιον πολύ πλουσιότερο και κοινωνικά ανώτερο. Θα εξαφανίζεται πότε με ψυχρότητα και πότε από πείσμα πάντοτε όμως αφήνοντας πίσω της κι από ένα σημάδι να χαράζει τα ανθρωπινά του   όρια: πνευματική σύγχυση, συναισθηματική κι εργασιακή εξουθένωση, ένα μικρό εγκεφαλικό...

Παρ' όλα αυτά ο Ρικάρντο θα την δέχεται κάθε φορά που εκείνη τον έχει ανάγκη,
όχι όμως  αδιαμαρτύρητα. Ο Μ.Β.Γ. κάνει  φανερό πως ο Ρικάρντο δεν είναι μόνο ένα καλόπαιδο, ή το "αγιόπαιδο" όπως συχνά τον αποκαλεί  το παλιοκόριτσο αλλά ένας αρκετά έξυπνος και με ενσυναίσθηση μεσήλικας -πλέον- ο οποίος μπορεί να  αναγνωρίσει πως η ψυχρότητα και ο άκρατος εγωκεντρισμός τούτης της γυναίκας πηγάζουν από την καταγωγή της - κόρη μιας φτωχής μαγείρισσας κι ενός γραφικού, εμπειρικού κατασκευαστή κυματοθραυστών.  Η Ιστορία έχει να επιδείξει αρκετά τέτοια παραδείγματα κοινωνικής ανέλιξης κι αν κοιτάξουμε γύρω μας όλο και κάποια παρόμοια περίπτωση  θα αναγνωρίσουμε. Κατανοητό. Ωστόσο,  θα συμφωνήσω με τον Ρικάρντο: "Η ατιμία δεν μπορεί να φτάνει σε τέτοια άκρα. Τόσος υπολογισμός, τόση υποκρισία, είναι απάνθρωπο".
 

Τον οπορτουνισμό της, τον ανελέητο αριβισμό και το ψέμα που χρησιμοποιεί επιβεβαιώνουν με την δική τους ορολογία και με μια μεγάλη δόση συγκατάβασης οι ειδικοί ψυχολόγοι στους οποίους ο Ρικάρντο αναθέτει την θεραπεία κι αποκατάσταση της μετά την τέταρτη συνάντησή τους στο Παρίσι - αυτή τη φορά, το παλιοκόριτσο έχει εγκαταλείψει τον Ιάπωνα μαφιόζο και βρίσκεται σε άθλια οικονομική μα κυρίως ψυχολογική και σωματική κατάσταση από τις κακοποιήσεις και τις διαστροφές του. Χρειάστηκε να του τηλεφωνήσει αρκετές φορές μέχρι να της απαντήσει ο Ρικάρντο - απέφευγε συστηματικά κάθε επικοινωνία μαζί της μετά το εξευτελιστικό επεισόδιο που του επέβαλλε στο Τόκυο.  Ωστόσο, αν και αποστασιοποιημένος  πια από το παρελθόν, δέχεται να την συναντήσει και έρχεται αντιμέτωπος μ' ένα ανθρώπινο κουρέλι.

Λίγο καιρό μετά τη θεραπεία της οι δύο εραστές παντρεύονται. Ωστόσο,  ο Ρικάρντο διατηρεί κάποιες ενδόμυχες επιφυλάξεις για το χάπι έντ μιας ιστορίας που είχε
τραβήξει τόσο πολύ - πολύ περισσότερο από τούτη την ανάρτηση που διαβάζετε όσοι έχετε την υπομονή να φτάσετε μέχρι εδώ.  Το παλιοκόριτσο δείχνει πως έχει αφήσει πίσω  τις παλιές της ταυτότητες, ιδιότητες  ή τέλος πάντως εκείνο που την ωθούσε  στην σχεδόν βίαιη, ψυχαναγκαστική επιδίωξη του πλούτου - έχει αρχίσει να εκδηλώνει την συναισθηματική πλευρά του εαυτού της, φροντίζει τον Ρικάρντο, δουλεύει σε τακτική βάση, δημιουργεί φιλίες με τον μικρό γιο των γειτόνων τους - κάνει δλδ μια φυσιολογική, μικροαστική μεν ανθρώπινη δε, ζωή. Μα δυστυχώς, οι επιφυλάξεις του Ρικάρντο θα επαληθευτούν με τον χειρότερο τρόπο. Το παλιοκόριτσο θα τον εγκαταλείψει και πάλι για να ζήσει με τον κατά πολύ πιο ευκατάστατο σύζυγο της εργοδότριάς της. Τουλάχιστον ετούτη τη φορά, δεν σήκωσε τα χρήματα που είχαν απο κοινού, κάτι είναι κι αυτό! σκέφτηκα. Μάλλον bittersweet θα είναι το τέλος του μυθιστορήματος, συμπλήρωσα, ή μάλλον σκέτο bitter, καθώς ο Ρικάρντο παύει να ελπίζει στην αλλαγή της - το "καλόπαιδο" είναι πλέον πενήντα τριών χρόνων κι έχει μάθει το μάθημά του.

Διάβασα ότι  "Το Παλιοκόριτσο" δεν είναι το καλύτερο
μυθιστόρημα του Περουβιανού συγγραφέα - κριτικές και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού του καταλογίζουν πως το βιβλίο δεν είναι απλώς μια αποτίμηση φόρου τιμής ή έστω μια διακειμενική συνομιλία με την μαντάμ Μπωβαρύ του Γκυστάβ Φλωμπέρ αλλά η μεταγραφή της. Ενδεχομένως να είναι κι έτσι.  Ό,τι κι να ισχύει όμως, προσωπικά το απόλαυσα όχι μόνο για τον γρήγορο ρυθμό του και την αίσθηση του σύγχρονου που αποπνέει αλλά και διότι μου θύμησε το "Αγάπα με αν τολμάς" - η ίδια ένταση, η ίδια κυνικότητα, η ίδια πρόκληση.  Μόνη και ειδοποιός  διαφορά το ότι στην κιν/κή ταινία επρόκειτο για ένα  παιχνίδι "κοινή συναινέσει" ενώ στο "Παλιοκόριτσο" είναι μία μονόπλευρη  κι εντελώς συνειδητή κατάσταση, απογυμνωμένη από κάθε τι συναισθηματικό κι ανθρώπινο - ακόμη και στις ερωτικές τους συνευρέσεις, η γυναίκα αυτή έχει έναν εντελώς προσωπικό, μοναχικό, εγωιστικό τρόπο να ηδονίζεται... Ο παράδεισος του ενός είναι η κόλαση του άλλου.

Δεν σας κρύβω πως διαβάζοντας το πρώτο μισό του βιβλίου  είχα την εντύπωση -σχεδόν βεβαιότητα- ότι διάβαζα βραζιλιάνικη σαπουνόπερα. Ο συγγραφέας όμως παίρνει σαφείς αποστάσεις από κάθε τι ανούσιο, επιφανειακό και μελοδραματικό. Φροντίζει να μην ξεπέσει στην πεζότητα δίνοντας  μια  ζωηρή  αίσθηση αυτοσαρκασμού και στους δύο πρωταγωνιστές του οι οποίοι, παρόλη την κόλαση που περνούν, ο καθένας μόνος του, παρατείνουν αυτό  το αδιέξοδο με αφοπλιστική κι αιχμηρή ειλικρίνεια -  τόσο ο Ρικάρντο όσο και το παλιοκόριτσο έχουν ξεκαθαρίσει ο ένας στον άλλον τι πραγματικά αισθάνονται και θέλουν χωρίς περιστροφές.  Ο δεινός τρόπος με τον οποίο αφηγείται ο Γιόσα  δίνει στο κείμενο μια ρευστότητα  που  σε παρασύρει στην δίνη τούτης της αδιέξοδης σχέσης κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι σε κάθε σελίδα για τις διαφορετικές ερμηνείες που εμπεριέχονται στον έρωτα,  τον πόνο, το πάθος, τα προσωπικά όρια, την εκπλήρωση των ονείρων  και το αναπόφευκτο τέλος. Γιατί όπως αναφέρει και ο Χανίφ Κιουρέισι "ακόμη και τα πιο οδυνηρά συναισθήματα τελειώνουν κάποτε". 
 
Περιμένοντας το τέλος, η Οτίλια (αυτό είναι το πραγματικό όνομα του παλιοκόριτσου- Λίλη-συντρόφισσας-Αρλέτ-μαντάμ-Αρνού-μίσες-Ρίτσαρντσον-Κουρίκο) επιστρέφει. Έχει πληρώσει με σώμα και  ψυχή το τίμημα των  επιδιώξεών της κι  εκείνο που της απομένει είναι να αποκαταστήσει την σχέση της με τον μόνο άνθρωπο που δεν είπε ποτέ ψέματα στο κρεβάτι. Είναι επιτέλους ένας καταλαγιασμένος άνθρωπος ωστόσο, διατηρεί ακέραια την  αιχμηρή ειλικρίνεια του παρελθόντος. Μόνο που τώρα χρησιμοποιεί τον αυτοσαρκασμό όχι για να προκαλέσει ή να πληγώσει τον εραστή της αλλά
για να καλύψει την τρυφερότητα  που νιώθει γι' αυτόν. "Ένα απόγευμα, καθισμένοι στον κήπο, την ώρα του δειλινού, μου είπε ότι, αν κάποια μέρα μου ερχόταν να γράψω την ερωτική μας ιστορία, να μην την παρουσίαζα πολύ άσχημα γιατί τότε το φάντασμά της θα ερχόταν να μου τραβήξει τα πόδια τις νύχτες."

*


Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι του Τζουλιάνο Καγκλή κι ανήκει στην πρώτη του συλλογή που έχει τίτλο Ίμερος. 

Update: Για να πάρετε μια ιδέα της κοινωνικής κατάστασης από την οποία δραπέτευσε η Οτίλια, δείτε την ταινία Το γάλα της θλίψης (La teta astutada, 2009 Περού, Ισπανία) τής, επίσης, Περουβιανής  σκηνοθέτριας Claudia Llosa - ναι, πρόκειται για την ανηψιά του Μάριο Βάργκας Γιόσα.  Ο χρόνος αφήγησης είναι το σήμερα αλλά η ταινία  αναφέρεται στην περίοδο 1980-1992, όταν το Περού γνώρισε τη βία παραστρατιωτικών οργανώσεων. Εκείνη την εποχή που θεωρείται σύγχρονη για εμάς του "Δυτικούς", στο Περού κυριαρχούσαν -μεταξύ πολλών άλλων δεινών- η φτώχια κάτω του ανεκτού ορίου, τα ταμπού και διάφορες ψυχαναγκαστικές προκαταλήψεις - οι ίδιες περίπου ισχύουν και σήμερα στην συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Κάνοντας τις σχετικές αναγωγές, μπορείτε να σκεφτείτε τι κατάσταση επικρατούσε στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα στην δεκαετία του '50 όταν το παλιοκόριτσο υποδείθηκε την εύπορη Χιλιανή.
Bookmark and Share

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010





Περί  υπομονής και άλλων δυνάμεων

Είναι γεγονός ότι για να διαβάσεις τον Ζοζέ Σαραμάγκου χρειάζεται να έχεις μεγάλη υπομονή κι αυτοσυγκέντρωση - το τόσο ιδιόρρυθμο και σφιχτοδεμένο ύφος του, το χωρίς άλλα σημεία στίξης εκτός από το κόμμα και την τελεία, δεν σε αφήνει να αφαιρεθείς, να παρεκκλίνεις του κειμένου. Πρέπει να συμμετέχεις ενεργά σε κάθε λεπτό της ανάγνωσης και μ' αυτό δεν εννοώ το γύρισμα των σελίδων. Η κατανόηση και η εικονοποίηση του λόγου του κάποιες φορές είναι σχεδόν επώδυνη -σωματικά και πνευματικά- και το να ακολουθείς τον ειρμό της σκέψης του απαιτεί δύναμη και επιμονή, ακόμη κι από τους "προπονημένους" αναγνώστες, μέχρι να σου αποκαλυφθεί η μαγεία της γραφής του. Αυτά τα χαρακτηριστικά, δλδ την υπομονή, την επιμονή και την προσήλωση σ' αυτό που θέλησε να κάνει, διαθέτει και ο μικρός ήρωας του παραμυθιού "Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου" (Καστανιώτης, 2006)


Πρόκειται για μια ιστορία του ίδιου του Σαραμάγκου που ομολογώ πως με ξάφνιασε γιατί δεν γνώριζα ότι είχε γράψει για παιδιά. Ο  συγγραφέας εξομολογείται  στις πρώτες σελίδες του βιβλίου  ότι δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα παραμύθι - δεν διαθέτει όλα εκείνα τα χαρίσματα που θα του επέτρεπαν να διηγηθεί μια όμορφη ιστορία  διότι... "Οι ιστορίες για παιδιά πρέπει να γράφονται με λέξεις πολύ απλές, γιατί τα παιδιά, μικρά όπως είναι, ξέρουν λίγες λέξεις και δεν τους αρέσει να τα λένε μπερδεμένα. Μακάρι να ήξερα να γράφω τέτοιες ιστορίες, αλλά ποτέ μου δεν έμαθα, και πολύ λυπάμαι. Εκτός από τις λέξεις, που πρέπει να ξέρει κανείς να τις διαλέγει, μου λείπει μάλλον η μαστοριά στην εξιστόρηση, που θέλει έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο και ξεκάθαρο, και μια υπομονή μεγάλη - κι εμένα τουλάχιστον μου λείπει, γι' αυτό ζητώ συγγνώμη." Έτσι, λοιπόν, στις σελίδες που ακολουθούν υπάρχει μόνο η περίληψη της ιστορίας που θα ήθελε να γράψει - ένα μικρό αγόρι φεύγει από το σπίτι του και από το χωριό του και περιπλανιέται στον κόσμο. Κάποια στιγμή φτάνει σ' έναν λόφο και καθώς είναι ταλαιπωρημένο από την πεζοπορία στέκεται να ξαποστάσει. Παρατηρεί τότε ότι ο λόφος είναι ξεραμένος κι εκεί δίπλα  του είναι ένα λουλούδι εντελώς μαραμένο. Χρειάζεται λίγες μόνο σταγόνες νερό για να μην ξεραθεί  κι αυτό. 


Το μικρό αγόρι χωρίς να σκεφτεί καθόλου ούτε την απόσταση ούτε την κούρασή του αποφασίζει  να το σώσει και κάνει χιλιάδες ταξίδια διασχίζοντας τη σελήνη και τον πλανήτη Άρη για να μεταφέρει νερό από τη γη στο λουλούδι - στο παραμύθι η γη, ο πλανήτης Άρης και η σελήνη είναι μία απέραντη έκταση που διανύει ο μικρός με ξυπόλυτα τα πόδια του. Οι γονείς του μικρού όλο αυτόν τον  καιρό ανησυχούσαν και τον έψαχναν. Όταν κάποια στιγμή τον βρίσκουν, ο μικρός κοιμάται αποκαμωμένος στην σκιά ενός πανύψηλου λουλουδιού. Χωρίς να τον ξυπνήσουν, τον μεταφέρουν στο  σπίτι τους με όλο το σεβασμό που αξίζει σ΄εκείνον που έκανε κάτι τόσο μεγάλο. 

Μπορείτε να δείτε εδώ μια διασκευασμένη μεταφορά της ιστορίας  και να ακούσετε την φωνή του συγγραφέα να τη διηγείται στα πορτογαλικά - πιθανότατα να μην καταλαβαίνεται τη γλώσσα αλλά η χροιά της έχει κάτι το οικείο και ζεστό. Σας συνιστώ όμως να διαβάσετε το βιβλίο (τόσο στα παιδιά σας όσο και για σας τους ίδιους, προσωπικά) όχι μόνο για να απολαύσετε την λιτή απόδοση της γραφής του Σαραμάγκου (στα ελληνικά από την Αθηνά Ψυλλιά) αλλά και για να περιεργαστείτε την αριστοτεχνική εικονογράφισή του η οποία είναι διαφορετική απ΄αυτή του βίντεο - ένα ιδιαίτερο trompe l'oeil  που δίνει την εντύπωση υφασμάτινου καμβά


Και, αν σκεφτείτε τώρα ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, να σας υπενθυμίσω ότι πράγματι  τα παραμύθια είναι για να κοιμίζουν τα παιδιά αλλά είναι, επίσης, και για να ξυπνούν τους μεγάλους. 

Bookmark and Share

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010








Όλα πάνε ρολόϊ 


(ή σχεδόν)


To "Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)" της Στυλιάνας Γκαλινίκη (Μελάνι, 2009) περιγράφει την ζωή σε ένα χωριό κάπου στην Βόρειο Ελλάδα, τη Σεωρή. Εκεί  χτίζουν την οικογένειά τους  η Αλγερία (αυτό είναι γυναικείο όνομα), ο Μηνάς και η κόρη τους, η Ρόρη και  ζουν μια σχεδόν ήρεμη, κανονική ζωή. Σχεδόν κανονική γιατί τόσο το σπίτι τους όσο και  οι  ίδιοι  ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους - από το χρώμα που βάφουν το κτήριο έως τα ρούχα που φορούν, τον τρόπο που μαγειρεύουν, το πως τρώνε και πως φέρονται μέσα στην οικογένειά τους έως τις εξηγήσεις που δίνουν στην μικρή Ρόρη για τα κακώς κείμενα που αντιλαμβάνεται. Σχεδόν ήρεμη γιατί παρ' όλο που ζουν χαμηλόφωνα και αποτραβηγμένα στα περίχωρα του χωριού, η ύπαρξη τους -ένα ζευγάρι που αγαπιέται πραγματικά- ενοχλεί. Κι έτσι,  δεν θα αποφύγουν την μοίρα που έχουν εκείνοι που τολμούν να βγουν από την πεπατημένη σπάζοντας τα στερεότυπα.  

 
*

- Πραγματεύεστε το θέμα της περιθωριοποίησης από μέρους των ανθρώπων του ανοίκειου και του ακατάληπτου, εκείνου ξεφεύγει από τα στερεότυπα και τις προσδοκίες τους. Μιλήστε μας για την επιλογή ενός τόσο επίκαιρου για την εποχή μας προβληματισμού.

Πιστεύω ότι σε κάθε εποχή οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποβάλλουν το ανοίκειο, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις σταθερές που θα εγγυούνταν τη μακροβιότητα και τη συνεκτικότητα της ομάδας. Σας θυμίζω το «τραγούδι του νεκρού αδελφού» και τις ποικίλες παραλογές του σε όλον τον βαλκανικό χώρο. Ταυτόχρονα οι κοινωνικές ομάδες κατέφευγαν στο ανοίκειο, επικαλούμενοι την παρέμβαση εξωλογικών δυνάμεων που με έναν τρόπο μαγικό θα φρόντιζαν για την αρμονία του κόσμου. Θέλω να πω ότι οι ομάδες χτίζουν την ταυτότητά τους πάνω σε ένα διαρκή διάλογο με το ξένο. Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από το ξένο στοιχείο. Τις ενδυναμώνει και τις συνενώνει η διαφοροποίηση προς το άλλο. Τα φαινόμενα αυτά είναι περισσότερο έντονα σε εποχές ανασφάλειας και σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι προηγούμενες βεβαιότητες είναι πια μετέωρες. Όμως το ξένο πολλές φορές είναι κομμάτι μας, αποβάλλουμε κάτι δικό μας για να μπορέσουμε να γίνουμε αποδεκτοί. Όλοι μας, πιστεύω, έχουμε υπάρξει πάνω από μία φορά στη ζωή μας και Σεωρή και Αλγερία.


- Στο μυθιστόρημά σας τοποθετείτε την αφήγηση στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενώ η πλοκή εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας. Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι σήμερα είναι προετοιμασμένοι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα όσων συναναστρέφονται;

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους: από τα τέλη της δεκαετίας του 60 έως τις πρώτες δεκαετίες του 80, αλλά και στο σήμερα. Πολλά έχουν αλλάξει στην ελληνική κοινωνία στο μεταξύ και κυρίως ο ορισμός του διαφορετικού. Φαινομενικά είμαστε πλέον πιο ανεκτικοί με τους άλλους, θα έλεγα όμως ότι είμαστε λιγότερο ανεκτικοί με τον εαυτό μας. Η Σεωρή θα μπορούσε να είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο τόπος του εαυτού μας. Είμαστε περισσότερο αποξενωμένοι με τον εαυτό μας από άλλοτε ίσως.

*

Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να είναι ακόμη ένα κείμενο που στηλιτεύει τον μικρόκοσμο ενός "επηρμένου", "αρχετυπικού" χωριού  στα τέλη της δεκαετίας του '60. Δεν είναι όμως. Πάνε 6 μήνες που το διάβασα και θυμάμαι ακόμη την αύρα μιας  ιστορίας που παρόλη τη σκληρότητά της σε συγκινεί με έναν ιδιότυπα ζεστό, τρυφερό  τρόπο.



Σημείωση: Ο πίνακας είναι το γνωστό "soft melting pocket watch"  ή "η Επιμονή της μνήμης" του Σαλβαντόρ Νταλί. Το απόσπασμα είναι από συνέντευξη της συγγραφέως. Μπορείτε να την διαβάσετε ολόκληρη εδώ

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010





Οι λέξεις είναι πράξεις




"Νομίζω ότι σε χώρες όπου βασικά προβλήματα παραμένουν ανεπίλυτα, όπου η κοινωνία παραμένει τραυματισμένη από βαθύτατες συγκρούσεις - όπως στην Λατινική Αμερική ή γενικά στις χώρες του τρίτου κόσμου - το μυθιστόρημα δεν είναι μόνο μια μορφή διασκέδασης, αλλά υποκαθιστά εκείνο το οποίο οι χώρες αυτές δεν είναι συνηθισμένες να βλέπουν - την πληροφόρηση, για παράδειγμα. Εάν ζεις σε μια χώρα όπου δεν υπάρχει τίποτα παραπλήσιο της πληροφόρησης, συχνά η λογοτεχνία γίνεται το μόνο μέσο για να ενημερωθεί κανείς -λίγο πολύ- για το τι συμβαίνει. Η λογοτεχνία μπορει να είναι επίσης μία μορφή αντίστασης, ίσως ο μόνος τρόπος για να εκφράσει κάποιος την δυσαρέσκειά του ελλείψει πολιτικών κομμάτων. (...) Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει το σημαντικό επακόλουθο να δημιουργεί ελεύθερους, ανεξάρτητους, με κριτική διάθεση πολίτες οι οποίοι δεν μπορούν να χειραγωγηθούν."

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010