Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011












Reading is living


" (...) My relationship with books has always verged on the pathological. I cannot live, travel, go to sleep, love or breathe without them. Every day I have to have at least ten of them in my bed, thin and thick, old and modern, proof or bound copies, which annotate, underline, add to,  whose pages I dog-ear and whose spines I ruin. I am a compulsive reader. I do not know, and often reproach myself for it, the pleasures of idless, the virtue of forgetting time in the time of a novel, the charm of settling into an essay as you do into a holiday resort in the summer. I devour. I absorb. I'm like that 1950s advertisement in which you saw Gerard Philippe biting his lovely white teeth into a bouquet of printed pages. It's not less intellectual and a lot more physical than you might think. Hence, no doubt, my passion for style, my liking fo the very material of the sentence, my attraction to the body of the text, my Flaubertian conviction that literature is something solid - and the reader, someone perpetually hungry."






Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011





Ένα παιχνίδι 
για αλλαγή διάθεσης

Κι εκεί που  έκανα μια βόλτα στα γειτονικά ιστολόγια προσπαθώντας να σκεφτώ την επόμενη ανάρτηση, διαβάζω πως ο Celsus, της γνωστής μπλογκοσυντροφιάς, μου έχει απονείμει ένα βραβείο! Δεν έχω λάβει πολλά βραβεία στην ζωή μου, συνεπώς το συγκεκριμένο μού προκάλεσε μεγάλη έκπληξη και χαρά. Σ' ευχαριστώ  αγαπητέ μου Celsus και ακολουθώντας τους κανόνες του παιχνιδιού αποκαλύπτω, αμέσως, επτά πράγματα για μένα. In random order.

1. Είμαι workacholic με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οποιαδήποτε θεραπεία έκανα στο παρελθόν, απέτυχε. Το ίδιο, μάλλον περισσότερο, ισχύει για την λογοτεχνία και την τέχνη. Για τον κινηματογράφο και τη μουσική, βρίσκομαι -ακόμη- σε επίπεδο ελεγχόμενης εξάρτησης. Στο παρελθόν, υπήρξα και chocoholic με γερό sweet tooth αλλά το καταπολέμησα με αρκετή επιτυχία.

2. Είμαι άνθρωπος των άκρων.  Αυτό συνδυάζεται δύσκολα με έναν υψηλό βαθμό απολυτότητας που με χαρακτηρίζει, ωστόσο, πάντοτε προσπαθώ για την μέση λύση, την χρυσή τομή πείτε καλύτερα, για να μην προσβάλω ή πληγώσω τους άλλους - τούτο το δεύτερο είναι ένα "προνόμιο" που κρατώ για τον εαυτό μου.

3. Δίνω την εντύπωση της αυστηρής, τυπικής και comme il faux. Της εύθραυστης, επίσης. Εκτός από αυτήν την πλευρά του χαρακτήρα μου όμως, διαθέτω και την ακριβώς αντίθετή του που είναι αρκετά απρόβλεπτη - σε σημείο εκφοβιστικό, θα έλεγα. Είναι ένα στοιχείο που δύσκολα δέχονται όσοι με γνωρίσουν λίγο καλύτερα. Σε ορισμένους ενδεχομένως αρέσει (για να με συναναστρέφονται ακόμη!), άλλοι απογοητεύονται...

4. Δεν είμαι ιδιαίτερα κοινωνικό άτομο δίχως αυτό  να σημαίνει πως δεν απολαμβάνω την καλή παρέα - την εκτιμώ και μάλιστα υπέρ του δέοντος.  Απολαμβάνω όμως και την μοναχικότητά μου - διαβάζω, σχεδιάζω, δημιουργώ μέσα της. Αντλώ δύναμη. Ανανεώνομαι. 

5. Μου αρέσουν τα ταξίδια αν και δεν έχω ταξιδέψει πολύ. Ακόμη περισσότερο, ωστόσο, μου αρέσει να τα συνδυάζω με πεζοπορία. Περπατώ πολύ στην καθημερινή μου ζωή και το ίδιο εφαρμόζω στα μέρη που επισκέπτομαι - μόνο έτσι μπορώ να γνωρίσω πραγματικά, να "ενσωματωθώ" σε τόπους.

6. Μου αρέσει πολύ να ακούω  - πολύ περισσότερο από το να μιλώ.

7. Δεν ξέρω ποδήλατο.


Τώρα, σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού πρέπει να απονείμω με την σειρά μου το βραβείο σε άλλους 7 (ή 15, δεν είμαι σίγουρη) μπλόγκερς . Ωστόσο, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιους από την λίστα των μπλογκς που διαβάζω. Γι' αυτό, όποιος θέλει κι έχει την διάθεση, μπορεί να το παραλάβει με την ρητή "υποχρέωση" να απαντήσει άμεσα (έστω και λακωνικά) κι όχι με χρονοκαθυστέρηση όπως έκανα εγώ! 

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011













Narrow Margin



Δεν μπορώ να πω ότι η βράβευση του Howard Jacobson για το "Η υπόθεση Φίνκλερ" (σε κάλλιστη μετάφραση και με πρόλογο του Γ.Ι.Μπαμπασάκη, Ψυχογιός 2011) με το 2011 Man Booker Prize ήταν αφορμή για να διαβάσω το βιβλίο. Περισσότερο ήταν μια μεγάλη όρεξη για ένα μυθιστόρημα καλού βρετανικού χιούμορ. 

"Η υπόθεση Φίνκλερ" είναι μία στατική αφήγηση της ζωής τριών φίλων στο Λονδίνο του παρόντος. Μετά από ένα βραδυνό γεύμα που παίρνουν και οι τρεις στο πολυτελέστατο διαμέρισμα του Λίμπορ, όπου έχουν πάει για να τον συλληπηθούν για το θάνατο της γυναίκας του, ο Τζούλιαν πέφτει θύμα αντισημιτικής επίθεσης από μια γυναίκα η οποία τον αποκαλεί "Οβριό". Νιώθει βαθύτατα θιγμένος και ντροπιασμένος όχι τόσο γιατί τον αφόπλισε μια γυναίκα αλλά κυρίως διότι τον αποκάλεσε με αυτήν την τόσο υποτιμητική λέξη.

Η επίθεση αυτή είναι το μοναδικό περιστατικό δράσης στις 442 σελίδες του βιβλίου και θα σταθεί η αφορμή  για να αναλογιστεί ο Τζούλιαν τη ζωή του  από την οποία δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος - έχει δυο γιους που δεν γνωρίζει από διαφορετικές σχέσεις με γυναίκες που ουσιαστικά δεν ήξερε ούτε και μπήκε στον κόπο να μάθει ποτέ του, γεγονός που τον καθιστά κακό σύντροφο και κάκιστο πατέρα. Όσο για τα επαγγελματικά του, μετά από πολύχρονη θητεία στο ραδιοφωνικό ίδρυμα του BBC όπου είχε την παραγωγή μιας μεταμεσονύχτιας εκπομπής "υψηλού" επιπέδου, εργάζεται τώρα ως σωσίας προσωπικοτήτων. Τίποτα το σημαντικό, δλδ. 

Για την ακρίβεια, το ακριβώς αντίθετο από τους φίλους του, τον σχεδόν πενηντάχρονο Σάμιουελ Φίνκλερ και τον αρκετά γηραιότερο Λίμπορ Σέβτσικ που υπήρξε δάσκαλος και των δύο στο σχολείο. Ο Τζούλιαν θα μπει σε θέση άμυνας μιας και νιώθει αταίριαστος καθώς οι άλλοί δύο έχουν ένα, επιπλέον, κοινό σημείο αναφοράς - έχουν πρόσφατα χηρέψει από τις επί χρόνια συντρόφους τους. Έτσι θα επιδοθεί σε μια σύγκριση "μέχρι εσχάτων" και με τους δύο. Ιδίως όμως με τον συνομήλικό του Σαμ Φίνκλερ ο οποίος είναι γι' αυτόν το απόλυτο πρότυπο επαγγελματία και άντρα - ευπαρουσίαστος, επιτυχημένος (βλ. ευπώλυτος) φιλόσοφος της σχολής του Αλαίν ντε Μποτόν με συνεχείς εμφανίσεις σε εκπομπές με μεγάλη τηλεθέαση, και σύζυγος της όμορφης και δυναμικής Τάιλερ η οποία προσυλητίστηκε στον Εβραϊσμό για χάρη του γάμου τους.  Με τον ενεννηντάχρονο δε Λίμπορ, η σύγκριση αν και της ίδιας "ισχύος", είναι πιο προσωπική - στα μάτια του Τζούλιαν ο Λίμπορ έχει βιώσει το όνειρο του πρώτου - να βρει και να αγαπήσει μια όμορφη και καλλιεργημένη γυναίκα που θα του είναι πιστή και θα πεθάνει στην αγκαλιά του με οπερατικά τραγικό τρόπο.

Το βιβλίο μιλά εκτενέστατα για το ζήτημα του Εβραϊσμού και για το πως το εκλαμβάνουν τόσο οι μη-Εβραίοι όσο και οι ίδιοι οι Εβραίοι. Πολύ περισσότερο δε οι  Άγγλοι Εβραίοι - οι περισσότεροι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι του αυτού θρησκεύματος. Ο Τζέικομπσον έχει ομολογήσει πως στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, ο Εβραϊσμός ήταν γι' αυτόν κάτι το ασαφές, το απροσδιόριστο που, ωστόσο, τον ώθησε να δώσει μόνος του ορισμένες συγκεκριμένες απαντήσεις σε ερωτήματα που είχε, πράγμα που ουσιαστικά προσδιόρισε την προσωπικότητά του - ατομική και λογοτεχνική. Στο βιβλίο, ωστόσο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Εβραϊσμό για να αφήσει τον Τζούλιαν, κεντρικό ήρωα και αφηγητή, να αναλυθεί σε μια ατελείωτη ανάκληση του παρελθόντος -από το πρόσφατο μέχρι σε μεγάλο βάθος χρόνου- γεμίζοντάς το με αμφισβήτηση για το παραμικρό. 


Ίσως σκεφτείτε πως βιβλία για τον Εβραϊσμό έχουν γραφεί αρκετά. Χρονικά κρίσεων της ανδρικής ταυτότητας, επίσης.  Εκείνο, ωστόσο, που κάνει την διαφορά εδώ είναι μια μικρή λεπτομέρεια - ο Τζούλιαν ΔΕΝ είναι Εβραίος. Κι αυτό του στοιχίζει. Διότι μέσα σ' όλη τούτη τη δίνη της απογοήτευσης θεωρεί πως για την τροπή της ζωής του ευθύνεται ακριβώς αυτό - η μη Εβραϊκότητά του. Όχι όμως με την απλή έννοια του όρου αλλά με εκείνη που του έχει "προσδώσει" ο Σαμ Φίνκλερ με την προσωπικότητά του εξού και ο Εβραϊσμός μεταγράφεται ως Φινκλερισμός στο λεξιλόγιο του Τζούλιαν και ο κάθε Εβραίος "μετονομάζεται" σε Φινκλέρο, ασχέτως αν ο ίδιος ο Σαμ Φίνκλερ πρωτοστατεί στην ίδρυση ενός κινήματος ενάντια στους Εβραίους. Κι ενώ ο Σαμ και ο Λίμπορ από την δική του μεριά, δεν αποδέχονται τα όποια θρησκευτικά δόγματα τούς μετέδωσαν οι παλιοί ερήμην τους, ο Τζούλιαν αρχίζει μια επίμονη προσπάθεια να διευθετήσει το ζήτημα του μη-Εβραϊσμού του, ή καλύτερα να πω, την υπόθεση του Φινκλερισμού του για να είμαι σύμφωνη με τον τίτλο του βιβλίου. Ερωτεύεται την (Εβραία, φυσικά) Εφσιβά και μέσω αυτής, παίρνει μέρος στα επετειακά δείπνα της οικογένειάς της όπου μυείται στις τελετουργίες και τους συμβολισμούς της Εβραϊκής θρησκείας ενώ αργότερα θα πάρει ακόμη πιο ενεργό μέρος στον εξ-Εβραϊσμό του βοηθώντας την Εφσιβά στην δημιουργία ενός μουσείου στο Λονδίνο, όπου θα καταγράφονται η ιστορία και η παρουσία των Άγγλων Εβραίων.

Ο Χάουαρντ Τζέικομπσον καταγράφει τα αιώνια ζητήματα της απώλειας και των επιθυμιών με αρκετά ενδοσκοπικό τρόπο.  Το ίδιο κάνει και με τις ιδιαίτερες αποχρώσεις που παίρνει η αντρική φιλία - αγγίζει τη ζήλεια και την μεγάλη πικρία του ενός για την επιτυχία του φίλου του μ' έναν ιδιαίτερα  χουμοριστικό τρόπο που ωστόσο, εγώ δεν απόλαυσα στο βαθμό που ήθελα και περίμενα. Η μετάφραση απέδωσε με πολύ ευφυή τρόπο τα αγγλικά λογοπαίγνια, ωστόσο, η αίσθηση που είχα κατά διαστήματα ήταν περισσότερο της γραφής του μεταφραστή (ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης είναι και συγγραφέας) και λιγότερο του Τζέικομπσον. Ήταν και κάποια άρθρα που είχαν "ξεφύγει", κι έτσι υπήρξαν φορές που συνέλαβα τον εαυτό μου  να σκέφτεται πως θα ήταν καλύτερα να είχα διαβάσει το πρωτότυπο.

Σκεφτόμουν επίσης πως είναι απορίας άξιον που άργησε τόσο να βραβευθεί ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα. Ίσως επειδή δεν θεωρείται τόσο "σοβαρό" ως είδος - στην πραγματικότητα, όμως, αναγνωρίζουμε σε όλο του το βάθος  πως το χιούμορ είναι μια πολύ καλή μάσκα που καλύπτει την μελαγχολία και την σοβαρότητα μιας κατάστασης. "Γέλα παλιάτσο" δεν λέμε; Ο Αριστοτέλης το θέτει καλύτερα: "το χιούμορ είναι το μόνο μέτρο της σοβαρότητας, και η σοβαρότητα [το μόνο μέτρο] του χιούμορ. Διότι, ένα θέμα το οποίο δεν "σηκώνει" μια τρυφερή αστειότητα είναι ύποπτο, και ένα αστείο που δεν επιδέχεται καμία σοβαρή εξέταση είναι απλώς εξυπνάδα."  

Στο μυθιστόρημα τα όρια μεταξύ μιζέριας και  σχεδόν κατάθλιψης, και στο χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και την γελοιότητα είναι ορατά αν και ιδιαίτερα λεπτά. Ο Τζέικομπσον ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσά τους. Κι  αν υπάρχει ένα πράγμα που τελικά βράβευσε η επιτροπή του Man Booker Prize είναι η διαπίστωση πως τελικά, η ζωή είναι μια τραγωδία γεμάτη χιούμορ. 







Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από το ομότιτλο έργο του Gelah Penn. Το πρώτο έργο είναι το "The Wall of the Temple" του Robert Motherwell. Το τρίτο σκίτσο μού θύμισε τον Λίμπορ Σέβτσικ - πρόκειται για τον Ερίκ Σατί δια χειρός Καρλ Λάγκερφελτ. Το άντλησα από το "η Αύρα της Σανέλ" του Paul Morand (Άγρα, 2011).  Τα δύο προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.