Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012







Νέμεσις
 ή 
ο εαυτός του ενοχή




Δεν πιάνω εύκολα ή συχνά τα βιβλία του Philip Roth στα χέρια μου. Για την ακρίβεια, καθόλου. Eίναι η εμμονή του με το σεξ, το άχθος της εβραϊκότητάς του και ο έκδηλος μισογυνισμός  του που εντόπισα σ' εκείνο το πρώτο -και μοναδικό- βιβλίο του που ξεφύλλισα  κάπου στο τέλος της εφηβείας μου που ευθύνεται γι' αυτό. Συνέβαλλαν, επίσης, και οι κριτικές που ανέφεραν μέχρι πρόσφατα πως ο σχεδόν ογδοντάχρονος συγγραφέας έχει αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Όπως και να ΄χει, η ίδια εκείνη αίσθηση του παρελθόντος παρέμενε αμείωτη μέχρι πριν από λίγες μέρες όταν, μετά από την επιμονή γνωστών μου, διάβασα το "Νέμεσις" (Πόλις, 2011, σε εξαιρετική -ως συνήθως- μετάφραση της Κατερίνας Σχινά). Προς μεγάλη μου έκπληξη, κι αντίθετα με όλες τις επιφυλάξεις που διατηρούσα κατά την ανάγνωση, τολμώ να πω ότι μου άρεσε. Αρκετά.

Καμβάς του μυθιστορήματος είναι η επιδημία της πολυομυελίτιδας στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϋ, την αμερικανική πόλη όπου γεννήθηκε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Μια τέτοια επιδημία συνέβει πράγματι το 1916 όμως ο Ροθ την μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1944 - ενώ στην Ευρώπη εκτελείται η απόβαση στην Νορμανδία, στην Αμερική μαίνεται ένας άλλου είδους πόλεμος: η πολυομυελίτιδα "χτυπά" ανελέητα και ο αριθμός των θυμάτων της αυξάνεται ραγδαία μιας και δεν έχει βρεθεί ακόμη η κατάλληλη θεραπεία  - και ούτε θα βρεθεί για τις επόμενες δύο σχεδόν δεκαετίες.

Εκείνο το καλοκαίρι, ο Γιουτζήν -Μπάκυ- Κάντορ, ο 23χρονος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, διορίζεται υπεύθυνος του Υπαίθριου Κέντρου Άθλησης της περιοχής, το οποίο  θα γίνει, τελικά, το δικό του πεδίο μάχης. Ο Μπάκυ διοχετεύει όλη την ενέργειά του στο να απασχολήσει τα παιδιά του Νιούαρκ και να τα προστατεύσει  από την επιδημία και το κάνει με πολύ ενθουσιασμό και μεγάλη αίσθηση καθήκοντος. Κάποιες φορές μάλιστα και με γενναιότητα - όταν  δέκα Ιταλοί από μια άλλη συνοικία της πόλης όπου η επιδημία είχε "εγκατασταθεί" για τα καλά, πηγαίνουν στο Κέντρο Άθλησης για να μεταδώσουν την ασθένεια, ο Μπάκυ τους αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο και τους τρέπει σε φυγή. Μόλις οι Ιταλοί φεύγουν, ο Μπάκυ ξεπλένει με νερό και αμμωνία τις φτυσιές τους από το πεζοδρόμιο και φροντίζει να ηρεμήσει τόσο τα παιδιά όσο και τους γονείς τους -οι οποίοι εξαγριώνονται μόλις το μαθαίνουν- ενημερώνοντάς τους με ψυχραιμία για την πραγματική φύση της ασθένειας και τους τρόπους μετάδοσής της. Γι' αυτήν του την στάση, αλλά και γενικότερα για την γεμάτη κατανόηση κι ενδιαφέρον συμπεριφορά του προς τον καθένα -γονέα ή παιδί- ξεχωριστά, ο κύριος Κάντορ είναι ο αγαπημένος όλων. Ωστόσο, παρ' όλους τους αυστηρούς κανόνες υγινεινής που τηρεί στο Κέντρο Άθλησης, η επιδημία προσβάλλει  δύο από τους μαθητές του που, τελικά, πεθαίνουν. Όταν κι άλλοι μαθητές του  θα αρρωστήσουν βαριά από τη νόσο ο Μπάκυ αρχίζει σοβαρά ν' αναρωτιέται για τον βαθμό ευθύνης του γι' αυτό.

Ο Μπάκυ Κάντορ, όμως, δεν νιώθει ενοχές μόνο γι' αυτό. Η καταγωγή του έχει αφήσει το στίγμα της μέσα του. Ο πατέρας του. ένας υπάλληλος που καταχράστηκε χρήματα από τον εργοδότη του και φυλακίστηκε, τους εγκατέλειψε ενώ η μητέρα του πέθανε στη γέννα. Έτσι ο Μπάκυ μεγάλωσε με τους γονείς της: τον μετανάστη παππού που τον δασκάλευε συνεχώς να υπερασπίζεται πάντοτε τον εαυτό του και ως άντρα και ως Εβραίο. Και τη γιαγιά του, μια μικροσκοπική φιγούρα-στήλο του σπιτιού που συμπλήρωνε την παρουσία του παππού. Παρ' όλες τις φροντίδες και την αγάπη της, όμως, ο Μπάκυ Κάντορ, κρατά μέσα του αυτές τις ενοχικές σκέψεις. Όπως κι εκείνη που αφορά στην αδύναμη όρασή του - η αιτία που τον κρατά πίσω αντί να βρίσκεται στην Ευρώπη και να πολεμά με τις συμμαχικές δυνάμεις όπως κάνουν όλοι οι συνομήλικοί του.


Ο Μπάκυ όμως διαθέτει και την αισιόδοξη πλευρά του - έχει δεσμό με την όμορφη Μάρσια και η οικογένειά της, μία από τις πιο ευκατάστατες και σεβαστές οικογένειες στο Νιούαρκ τον έχουν δεχθεί με πραγματικό ενθουσιασμό κι αγάπη ως μέλλοντα γαμπρό τους. Ο Μπάκυ νιώθει ευτυχισμένος και προσβλέπει με σχετική σιγουριά στην ασφάλεια και σε μια ομαλή και άνετη οικογενειακή ζωή που ο ίδιος δεν είχε - αυτό, υποθέτω, πως πρέπει να είναι καινούργιο στοιχείο στο ύφος του Φίλιπ Ροθ μιας και απ' όσο μπορώ να πω, η ευτυχία δεν είναι κάτι που οι ήρωες του Ροθ συνηθίζουν να έχουν ή ν' αναζητούν. Πόσο μάλλον να ασχολούνται με τη διαπαιδαγώγιση των παιδιών, κάτι που ο Ροθ σχολιάζει εδώ εκτεταμμένα .

Την ίδια εποχή, η Μάρσια δουλεύει ως ομαδάρχισσα σε μια καλοκαιρινή κατασκήνωση στο καθαρό κι αμόλυντο, ορεινό Ίντιαν Χιλ. Μόλις "αδειάζει" μία θέση γυμναστή τον καλεί αμέσως να δουλέψει κοντά της. Ο Μπάκυ δεν θέλει γιατί είναι αντίθετο προς την αίσθηση χρέους που αισθάνεται απένταντι στους μαθητές του. Καθώς, όμως, η επιδημία εξαπλώνεται ολοταχώς στην πόλη, το καθήκον του να κρατήσει το Κέντρο Άθλησης ανοιχτό και να είναι εκεί για όσο τα παιδιά τον χρειάζονται γίνεται ολοένα και πιο φορτικό. Τελικά, ο Μπάκυ θα παραιτηθεί από την θέση του λίγες μέρες πριν την απόφαση της κεντρικής διεύθυνσης να κλείσει όλα τα Κέντρα Άθλησης της πόλης λόγω της επιδημίας.

Η ζωή στην ορεινή κατασκήνωση κυλά με τις καλύτερες και υγιεινότερες συνθήκες και οι δύο νέοι έχουν την ευκαιρία να βρίσκονται περισσότερο καιρό μαζί συντροφικά. Ακόμη και ερωτικά μα ο συγγραφέας, όμως, δεν ενδίδει στις περιγραφές αυτού του τελευταίου - ένα επιπλέον αντι-Ροθ στοιχείο που με εξέπληξε ευχάριστα. Η επιδημία, ωστόσο, δεν αργεί να εμφανιστεί προσβάλλοντας αρκετά παιδιά. Ο Μπάκυ καταβάλεται και νιώθοντας αβάσταχτη την δική του ευθύνη προς αυτό, ζητά να υποβληθεί σε εξετάσεις για να διαπιστώσει εάν είναι φορέας της ασθένειας.  Οι εξετάσεις βγαίνουν θετικές, χωρίς να επιβεβαιώνεται πως  εκείνος ήταν που μετέφερε και μετάδωσε την ασθένεια στα παιδιά της κατασκήνωσης. Για τον Μπάκυ όμως αποτελεί αδιάσειστη απόδειξη. Λίγο καιρό αργότερα, θα ασθενήσει και ο ίδιος με την σειρά του και μετά από χρόνια θεραπείας και προσπάθειας θα καταφέρει να αποκαταστήσει ένα μέρος της ζωής του.


Το "Νέμεσις"  είναι γραμμένο με απλή γλώσσα και ο Φίλιπ Ροθ καταφέρνει να πει πάρα πολλά με τόσο λίγα - κι άλλο ένα στοιχείο πρωτόγνωρο, πιστεύω, για τον Ροθ της αναλυτικής -άλλοτε ερωτικής κι άλλοτε χιουμοριστικής- αυτοαναφορικότητας. Και ναι μεν βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος, βλ. οι Εβραϊκές γειτονιές της παιδικής του ηλικίας, ωστόσο τούτο είναι μόνο το μέσο για να θέσει την αντιπαραβολή της ζωής τότε με την ζωή τώρα. Χωρούν, έτσι, οι αναφορές του για τον αντισημιτισμό, την άγνοια, τον πανικό, τον τρόμο, την οργή, τον πόνο που προκαλεί μια καινούργια ασθένεια, την αντιμετώπιση των σωματικά αδύναμων, δλδ των παραπληγικών και των παράλυτων, και τα δικαιώματά τους σε μια φυσιολογική ζωή. Τηρουμένων των -μικρών εδώ- αναλογιών, θα έλεγα πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά με το σήμερα - βλ.ρατσιστικές επιθέσεις, AIDS, κ.λπ.  Σ' αυτό το πλαίσιο, ο Ροθ εγείρει και άλλα ζητήματα. Η ηθική, είναι ένα από αυτά - τι συμβαίνει όταν απιστείς στον  εαυτό σου και πας κόντρα στα πιστεύω σου ακόμη και στους ανθρώπους που σε εμπιστεύονται; Ο λόγος ύπαρξης και η καλοσύνη του Θεού είναι ακόμη ένα ζήτημα. Οι ενοχές και τα όριά τους, ένα -σημαντικό- τέταρτο.

Υπήρξαν φορές που διαβάζοντας τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αναρωτιόμουν για το τέλος της υπόθεσης - ποτέ δεν ξέρεις με τον Φίλιπ Ροθ μιας και σ' αυτό το βιβλίο φαίνεται πως έχει αφήσει την πεπατημένη του.  Το τρίτο κεφάλαιο με έπιασε απροετοίμαστη - εκεί που η περιγραφή των τελετουργιών της κατασκήνωσης -στο 2ο κεφάλαιο- είχε αρχίσει να με "βασανίζει", οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου με αποζημίωσαν για την υπομονή μου. Σαν σε αρχαία τραγωδία όπου ο κορυφαίος του χορού  συνδιαλέγεται με τους πρωταγωνιστές και "διευθύνει" τον ρυθμό του κειμένου οδηγώντας το στην κορύφωση, ένας πρώην μαθητής του κυρίου Κάντορ μας αφηγείται όχι μόνο την μετά-την-κατασκήνωση πορεία του αλλά και το βάθος και την σφοδρότητα των ενοχών του κυρίου Κάντορ -  στο τέλος της μέσης ηλικίας, ο κύριος Κάντορ  θεωρεί ακόμη πως το ότι άφησε την θέση του στο Κέντρο Άθλησης ήταν κατάφωρη αδιαφορία για το γενικό καλό.  Το ότι η εξάπλωση της νόσου τόσο στο Κέντρο Άθλησης όσο και στην κατασκήνωση, ήταν εγκληματικό από μέρους του. Και το γεγονός πως επέτρεψε στον εαυτό του την ελπίδα για μια ευτυχισμένη ζωή εγωιστικό.

Για όλα αυτά ο κύριος Κάντορ δέχεται την αρρώστεια και τις επιπτώσεις της ως Νέμεση. Μόνο που στην περίπτωση του, η Νέμεσις δεν είναι τίποτα άλλο παρά η θέληση του να επιτρέψει στις ενοχές να του κατευθύνουν την ζωή. Κι εδώ, παράλληλα με τις ενοχές ο Φίλιπ Ροθ θέτει ακόμη ένα ζήτημα: το πόσο οι καταστάσεις μας ορίζουν ή εμείς ορίζουμε τις καταστάσεις με την στάση μας. Ο Andy Warhol, αρκετά χρόνια αργότερα από εκείνο το καλοκαίρι του '44, θα απαντήσει σε τούτη την στωικότητα του κυρίου Κάντορ που φτάνει τα όρια της μοιρολατρίας: "They always say that time changes things, but you actually have to change them yourself."







Σημείωση: Η ακουαρέλα απεικονίζει, όπως καταλάβατε ήδη, τον Φίλιπ Ροθ και ανήκει στην Tina Berning.  Η δεύτερη εικόνα είναι λεπτομέρεια από ζωγραφική ελληνικού αμφορέα κι ονομάζεται "Νέμεσις" - δυστυχώς, δεν συγκράτησα το site απ' όπου το άντλησα. Το τρίτο εικαστικό θέμα είναι του Ιταλού Paolo Veronese κι έχει τίτλο -τι άλλο;- "Νέμεσις".

Δεν υπάρχουν σχόλια: