Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012







           The We of Me




Απέσπασε την εύνοια του Τεννεσί Ουίλιαμς που είπε για εκείνη πως "τόση ένταση και ευγένεια πνεύματος έχει να φανεί από τον καιρό του Χέρμαν Μέλβιλλ". Ο  Γκράχαμ Γκριν την τοποθετεί δίπλα στον Φώκνερ εγκωμιάζοντας την έλλειψη κάθε "μηνύματος" στα κείμενά της, την ποιητική συναίσθηση και την σαφήνεια της γραφής της - αυτή είναι άλλωστε μία εξίσου ακριβής περιγραφή του σύντομου έργου της Carson McCullers. Η σαφήνεια, μαζί με μία σπαραχτική μοναχικότητα κι έναν στιλπνό λυρισμό είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν και το "Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου" (Κέδρος, 2008 σε μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα).

Πρόκειται για την ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια Ήβανς, μιας τριαντάχρονης, ψηλής κι άχαρης γυναίκας με γκρι αλλήθωρα μάτια που φορά αντρικές μπότες και
κάθε Κυριακή ένα κατακόκκινο φόρεμα. Μιας γυναίκας δικομανούς, φιλοχρήματης, ελαφρώς άξεστης και βίαιης η οποία, κατά περίεργο τρόπο, μένει δεμένη κι αφοσιωμένη στους ανθρώπους της πόλης της. Όλοι την σέβονται και κανείς  δεν την κακολογεί ενώ εκείνη με  το περίφημο γιατροσόφι της, το Κρουπ-Κιουρ, θεραπεύει αφιλοκερδώς τον κάθε πόνο.  

Η σκληραγωγημένη Αμέλια ζει κλεισμένη στον εαυτό της και δεν θα αλλάξει ούτε με τον γάμο της  με τον πανέμορφο Μάρβιν Μέισυ. Ο ερωτευμένος Μάρβιν θα κάνει στην κυριολεξία τα αδύνατα δυνατά για να την πλησιάσει - από ρεμάλι και διαφθορέας των νεαρών κοριτσιών της περιοχής θα γίνει  ένας συμπονετικός άντρας και πειθήνιος σύζυγος, θα δείξει πολύ υπομονή στην "ακαμψία" της και θα της γράψει όλα του τα υπάρχοντα ως ύστατη κίνηση για να την συγκινήσει. Η έλλειψη όμως και της παραμικρής τρυφερότητας από την πλευρά της τον κουρελιάζει. Θα εγκαταλείψει την πόλη, θα περιφερθεί αλλού, θα αναμειχθεί και πάλι με τον υπόκοσμο, θα ληστεύσει τρία βενζινάδικα και θα καταλήξει στη φυλακή. 

Η Αμέλια θα συνεχίσει να ζει αποκλειστικά κι επίμονα μόνη της μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ένας καμπούρης νάνος και δηλώνει πως είναι ξάδελφος της. Στην αρχή θα του προσφέρει φιλοξενεία και στην συνέχεια, προς έκπληξη όλων, θα τον σπιτώσει. Για χάρη του εξάδελφου Λάιμον, η Αμέλια θα ανοίξει τις πόρτες του εμπορικού και θα το μετατρέψει σε ένα ζωντανό, φωτεινό καφενείο. Ακόμη και το φως όμως μπορεί να θεωρηθεί ένας βαθμός του σκοταδιού - ο αρρενωπός Μάρβιν, ο σύζυγος-των-δέκα-ημερών θα επιστρέψει στην πόλη αλλάζοντας άρδην το κλίμα. Η ένταση πλανάται παντού αλλά η ΜακΚάλλερς δεν θα ενδώσει σε προβλέψιμους διαλόγους και διαπληκτισμούς. Οι εκρηκτικές διακυμάνσεις του αφηγηματικού ρυθμού εκδηλώνονται με μικρές λεπτομέρειες, κοφτερά βλέμματα και συγκρατημένες κινήσεις, απότομες και φαινομενικά αναίτιες συμπεριφορές μέχρι την τελική εκτόνωση. Ο Μάρβιν και η Αμέλια θα παλέψουν και ο νικητής θα φύγει από την πόλη παίρνοντας την εκδίκησή του και τον ερωτευμένο εξάδελφο Λάιμον. Η Αμέλια θα μείνει μόνη αν και τούτη τη φορά δεν το επιδίωξε.  



Προσπαθώ να βρω τις αιτίες που έκαναν τον Άρθρουρ Μίλλερ να την αποκαλέσει ελάσσονα συγγραφέα. Υποθέτω πως εγκλωβίστηκε στην εικόνα - οι χαρακτήρες της ΜακΚάλλερς στην συγκεκριμένη νουβέλα είναι η προσωποποίηση του γκροτέσκου, του εκκεντρικού, του περιθωριακού. Η μικρή, μίζερη πόλη  όπου ζουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, "χαμένοι" στον αμερικανικό Νότο, είναι όντως το περιθώριο. Ωστόσο, σαν μια άλλη Diane Arbus, η ΜακΚάλλερς  προβάλλει μέσα από την πρόζα της θέματα "αλλόκοτα": η μοναξιά και η ιδιωτικότητα, η αιώνια αναζήτηση της αγάπης, ο αναπάντητος έρωτας και τα αταίριαστα ζευγάρια - ο εραστής και ο αγαπημένος, λέει η συγγραφέας μοιάζουν να 'ρχονται  από διαφορετικούς πλανήτες. "Συχνά ο αγαπημένος", λέει η ίδια, "δεν είναι παρά ένα κέντρισμα στην αγάπη που βρίσκεται τόσο καιρό θαμμένη μέσα στον εραστή. Τούτο, λίγο πολύ, κάθε εραστής το ξέρει. Νιώθει βαθιά μέσα του πως η αγάπη του είναι κάτι μοναχικό. Μαθαίνει να ζει σε μια καινούργια, παράξενη μοναξιά και είναι η γνώση αυτή που τον κάνει να πονά".

H μοναξιά και  η αγάπη, ωστόσο, δεν είναι τα μόνα που κυριαρχούν εδώ. Στις 136 σελίδες της νουβέλας (ο πρόλογος του Μ.Κουμανταρέα είναι επιπλέον 21), η Lula Carson Smith -όπως είναι το πραγματικό όνομα της συγγραφέως- καταφέρνει  να μιλήσει και για τον γάμο, τον κοινωνικό περίγυρο, την οικονομική ανεξαρτησία της γυναίκας, τον ρόλο των δύο φύλων και να θέσει ακόμη και υπό αμφισβήτιση τον προσδιορισμό του κάθε φύλου - η Δεσποινίδα Αμέλια κάθε άλλο παρά θηλυκά χαρακτηριστικά εμφανίζει ενώ αντίθετα ο Εξάδελφος Λάιμον είναι η προσωποποίηση του πονηρού θηλυκού που γνωρίζει τους τρόπους να γοητεύει το αρσενικό. Η ΜακΚάλλερς αγγίζει ακόμη και την παιδική ηλικία και τις επιπτώσεις της στον ανθρώπινο ψυχισμό. "…Όμως οι καρδιές των μικρών παιδιών είναι ευαίσθητα όργανα. Ένα κακό ξεκίνημα σ’ ετούτο τον ντουνιά μπορεί να τις λυγίσει και να τους δώσει σχήματα παράξενα. Η καρδιά ενός πληγωμένου παιδιού μπορεί να ζαρώσει τόσο που να μείνει για πάντα σκληρή και βλογιοκομμένη σαν το κουκούτσι του ροδάκινου. Ή, πάλι, μπορεί ν’ αφορμίσει και να πρηστεί έτσι που καταντά βάρος αβάσταχτο, μυγιάγγιχτη και πονεμένη…".



Αν και σύντομο το έργο της -μόλις τέσσερις νουβέλες- την τοποθέτησε σε μία από τις κορυφαίες θέσεις της αμερικανικής λογοτεχνίας. "Η μπαλάντα..." διασκευάστηκε για το θέατρο από τον Έντουαρντ Άλμπι, το "Ανταύγειες σε χρυσά μάτια" μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον μεγάλο Τζον Χιούστον  (ναι, αυτό όπου η Ελίζαμπεθ Τέηλορ δίνει μια από τις καλύτερες αισθαντικές ερμηνείες της), o Τεννεσί Ουίλλιαμς και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι της αφιερώνουν ποιήματα ενώ μόλις χθες -το 2011- η Σούζαν Βέγκα εμπνέεται από την ζωή της για ένα μιούζικαλ. Φυσικό επακόλουθο θα έλεγε κανείς της βιωματικής πεζογραφίας. Η ΜακΚάλλερς έχει ομολογήσει πως ότι κι αν έχει γράψει, το έχει πρώτα ζήσει η ίδια. Έκανε διάφορες δουλειές παράλληλα με τις σπουδές της και την συγγραφή των μυθιστορημάτων της. Παντρεύτηκε, χώρισε και ξαναπαντρεύτηκε τον ίδιο άντρα - τον ματαιωμένο συγγραφέα και κατοπινό αυτόχειρα Ρις ΜακΚάλλερς. Επίσης, υπέφερε από κατάθλιψη, αλκοολισμό, ρευματικό πυρετό και αρκετές συμφορήσεις. Σ' αυτά ας προσθέσουμε και το ότι βρέθηκε στη δίνη ερωτικών τριγώνων, ενδεχομένως άθελά της (μετά τον -πρώτο- γάμο τους,  ο σύζυγός της αποκτά εραστή) και την σύγχυση της ερωτικής της ταυτότητας (σύντομα απέκτησε κι εκείνη ερωμένη) ενώ κάποια στιγμή αποπειράθηκε και να αυτοκτονήσει. Η επικοινωνία, έχει γράψει κάποια στιγμή, είναι  ο μόνο δρόμος προς την αγάπη αλλά όπως φαίνεται αυτό ήταν κάτι που αγνοούσαν οι άνθρωποί της - οι πραγματικοί και οι επί χάρτου. Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η γραφή  της σπαράζει από τρυφερότητα και επείγουσες εκκλήσεις για προσοχή κι αποδοχή.

Η γλώσσα της μετάφρασης διατηρεί την πατίνα του χρόνου
(πρόκειται για την πρώτη μετάφραση του κειμένου το 1969 με ελάχιστες αλλαγές)  και μεταδίδει σχεδόν στο ακέραιο το ιδιαίτερο ύφος του αμερικανικού Νότου. Γράφω "σχεδόν" γιατί δεν έχω διαβάσει το πρωτότυπο και, μεταξύ μας, το κείμενο δεν με άφησε στιγμή να σκεφτώ ότι πρόκειται για μετάφραση. Βέβαια γι' αυτό ευθύνεται και η πλοκή. Ο Μένης Κουμανταρέας που το μετέφρασε και το επιμελήθηκε για την επανέκδοσή του, γράφει στο επιλογικό του σημείωμα: "... η ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια με άρπαξε ξανά και με καθήλωσε, περιμένοντας με αγωνία το τι θα συμβεί παρακάτω. (...) η καθημερινότητά της και η ανία που τη χαρακτηρίζουν περιγράφονται μ' έναν εξαιρετικό, σχεδόν ποιητικό τρόπο. Ποίηση που δεν εξωραΐζει. Πρόζα που δεν ποιητικίζει. Δεν είναι ανάγκη να είσαι Αμερικανός του Νότου για να καταλάβεις αυτή την ιστορία και να την νιώσεις στο πετσί σου."
 

Τι περισσότερο να σχολιάσω; 
   




Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από την εγκατάσταση της Lis Rhodes "Light Music" (1975) ενώ η δεύτερη τιτλοφορείται "Χήρα" (2000/2010) κι ανήκει στον σύγχρονο Αμερικανό φωτογράφο Matthew Benedict. Στην τρίτη φωτογραφία απεικονίζεται η συγγραφέας. 

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πάντα ήθελα να διαβάσω τη "Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου".
Να φανταστείτε ότι βρίσκω τον τίτλο ξανά και ξανά στις σημειώσεις μου των τουλάχιστον 20 τελευταίων χρόνων.
Μου φαίνεται δε ότι η παρουσίασή σας το κάνει περισσότερο επείγον.

Πριν μερικά χρόνια και κατά σύσταση ενός από τους κυρίους της Πολιτείας, που είναι εκπληκτικά ενημερωμένοι και διαβάζουν πολύ όλοι τους μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο, διάβασα "Η καρδιά κυνηγάει μονάχη".
Εξαίσια ΜακΚάλλερς!
Σας το συνιστώ κι εγώ με τη σειρά μου.
Δεν θα μετανιώσετε...

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=158605&option=com_virtuemart&Itemid=89&lang=el

Η αλήθεια είναι ότι χρόνια αντιστεκόμουνα στην αμερικάνικη λογοτεχνία. Συνειδητοποίησα όμως, πόσο φάουλ ήμουνα γενικεύοντας τόσο, που μόλις την τελευταία πενταετία ανακάλυψα το Φώκνερ(!!!).


κ.κ.

Sue είπε...

Όχι ότι αντιστεκόμουν, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε κι εμένα ιδιαίτερα η αμερικανική λογοτεχνία - υπάρχει ένας παλιός Στάινμπεκ που περιφέρεται εδώ και πολύ καιρό από ράφι σε κούτα και τούμπαλιν... Όμως έχω καταρρίψει τα αναγνωστικά τείχη από καιρό. Το μόνο που έχω διατηρήσει είναι το θεματικό. Εάν το θέμα ενός βιβλίου δεν με ενδιαφέρει, δεν το διαβάζω αν και είμαι απόλυτη ακόμη και σ' αυτό - μετά την "Στρατιά" του E.L.Doctorow άρχισαν να μου αρέσουν και τα πολεμικού περιεχομένου μυθιστορήματα.

Η αλήθεια είναι ότι οι μεγάλοι συγγραφείς κάθε χώρας έχουν ιδιαίτερη "γεύση" όταν τους διαβάζεις με ώριμη σκέψη - τους ανακαλύπτεις εκ νέου, σαν να είναι η πρώτη φορά. Συνεπώς μην αισθάνεσθε άσχημα, κ.κ.

"Η καρδιά..." είναι ήδη σημειωμένη. Βάζω ένα "+" ακόμη εκ μέρους σας. :-))

Καλό βράδυ.

Sue είπε...

..."δεν είμαι απόλυτη" ήθελα να γράψω.

lemon είπε...

Ευχαριστώ πολύ που μαςα γνώρισες μ'αυτόν τον άνθρωπο. Θα ψάξω να την διαβάσω :)

Sue είπε...

Ελπίζω, lemon, να σας αρέσει το ίδιο μ΄εμένα :-)