Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013









Οι μεγάλες σιωπές  

                                                    
                                  

Κι εκεί που στεκόμουν αναποφάσιστη για το ποιό θα είναι το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω, το "Οι Οχιές" (Ψυχογιός, 1983, μτφρ.Δημ. Ζορμπαλάς) του François Mauriac ήρθε από το πουθενά και καρφώθηκε στην κυριολεξία στο μυαλό μου. Μην έχοντας  κάποια συγκεκριμένη (για την ακρίβεια, καμμία) προτίμηση ανάγνωσης εκείνη τη στιγμή, σκέφτηκα γιατί όχι; Θα ήταν μια πολύ καλή ιδέα να φρεσκάρω τη μνήμη μου και ν' ανακαλύψω από την αρχή το κείμενο ετούτο του Γάλλου νομπελίστα που γράφτηκε την περίοδο του μεσοπολέμου (1932) και μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις το 1983.


Σε νεαρή ηλικία ο Λουί, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, παντρεύεται μια κοπέλα ανώτερης κοινωνικής τάξης και, παρ' όλες τις υπόνοιες ότι ο γάμος έγινε για την περιουσία του, στην αρχή ήταν μια ευτυχισμένη ένωση. Ώσπου ένα βράδυ, η Ίζα θα του εξομολογηθεί μία προηγούμενη σχέση της. Αυτό θα προκαλέσει τις ανασφάλειες του Λουί που θα πάρουν το πάνω χέρι. Ο γάμος θα διαλυθεί στην ουσία του και τα επόμενη σαράντα χρόνια θα μαίνεται ένας σιωπηλός πόλεμος ανάμεσά τους. Όμηρος των τύπων, ο Λουί θα υπομείνει και θα παρατηρεί σιωπηλά την σχεδόν ολική αποξένωση του από τα παιδιά και τα εγγόνια του, ακόμη και από τον κοινωνικό του περίγυρο.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με τον Λουί, 65χρονο πια μεγαλοδικηγόρο και κτηματία,  να γράφει μια επιστολή εν είδει διαθήκης στη σύζυγό του όπου, κατ' αρχάς, αναγνωρίζει πως σε όλη του τη ζωή δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να επενδύει τα πάντα στην δημιουργία της περιουσίας του την οποία η οικογένειά του είναι αποφασισμένοι να κληρονομήσουν με κάθε τρόπο - ο γιός του Ουμπέρτο, η κόρη του Ζενεβιέβ και η εγγονή του Ζανίν με τον άντρα της, Φίλη, συνομωτούν για να βγάλουν τρελό τον πατέρα τους και να καρπωθούν έτσι την περιουσία του. Ο Λουί είναι εξίσου αποφασισμένος να αποκληρώσει την οικογένειά του για να τους τιμωρήσει που τον παραγκώνισαν. Ιδίως όμως θέλει να πονέσει γι' αυτό την σύζυγό του, Ίζα. Στην επιστολή περιγράφει κι αιτιολογεί με κάθε λεπτομέρεια τις σκέψεις και τις ενέργειές του, από την δική του σκοπιά βέβαια, ως τον πιο σίγουρο τρόπο για να εκδικηθεί την στάση της: "...Όμως έχει κάτι, υπάρχει σ' εσένα κάτι που πρέπει να νικήσω, - είναι η σιωπή σου. Ω! Προσπάθησε να με καταλάβεις. η γλώσσα σου κρέμεται, μπορείς να συζητάς ώρες ολόκληρες με τον Καζώ για τα πουλερικά ή τον λαχανόκηπο. Με τα παιδιά, ακόμα και με τα πιο μικρά, φλυαρείς και σαχλαμαρίζεις μέρες ολόκληρες. (...) Μα όχι, δεν πρόκειται ούτε γι' αυτό, είναι για μιαν άλλη σιωπή που θέλω να εκδικηθώ: τη σιωπή στην οποία επέμενες σχετικά με την ένωσή μας, με την απόλυτη ασυμφωνία μας. Πόσες φορές, στο θέατρο, ή διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν πραγματικά στη ζωή ερωμένες ή σύζυγοι που κάνουν 'σκηνές', που εξηγούνται και τα λένε όλα, μ' ανοιχτή καρδιά, που βρίσκουν ανακούφιση στο να εξηγηθούνε.  Όλα αυτά τα σαράντα χρόνια που υποφέραμε πλάι-πλάι, βρήκες την δύναμη ν' αποφύγεις κάθε κουβέντα λίγο βαριά, σταματούσες πάντοτε απότομα."


 Η έκφραση στο πρόσωπο και οι αντιδράσεις της Ίζα όταν θα διαβάζει την επιστολή είναι εκείνο που κάνει τον Λουί να γράφει συνεχώς αν και στα πρόθυρα του θανάτου. Καθώς γράφει, όμως, αρχίζει να αναθεωρεί τα συναισθήματά του και να επανεξετάζει τις πηγές της υπεροψίας, της φιλαργυρίας  και του μίσους του κι εκείνο που  ξεκίνησε ως μία επιστολή αποκλήρωσης, μετατρέπεται σε ημερολογιακή καταγραφή των σκέψεων και της δικής του σιωπής, μια εξολομόληγηση. 


Πρόεδρος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1933 και βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1952, ο Φρανσουά Μωριάκ ήταν ήδη γνωστός πριν εκδόσει τις "Οχιές" του, βιβλίο που θεωρείται αντιπροσωπευτικό της θρησκευτικής (βλ. Καθολικής) λογοτεχνίας. Με το "Η έρημος της αγάπης" είχε κερδίσει το Grand Prix du roman de l'Académie française (1926), ενώ με το  "Τερέζ Ντεκερού" (1927) ξεκινά μια άτυπη τετραλογία με το ομότιτλο μυθιστόρημα να είναι το πιο δημοφιλές. Μάλιστα μεταφέρθηκε στον κιν/φο δύο φορές με πιο πρόσφατη αυτή του 2012 με την Ωντρέυ Τοτού στον ομώνυμο ρόλο. Γενικά, το σύνολο του έργου του Φρανσουά Μωριάκ χαρακτηρίζεται απο έντονη θρησκευτικότητα, κάτι που έχει προβληματίσει τους κριτικούς κι έχει συγκεντρώσει, επίσης, αρκετές αρνητικές κριτικές καθώς ο συγγραφέας εμφανίζει μονίμως και σε μεγάλη έκταση την σκοτεινή πλευρά της ζωής ενώ οι θρησκευτικές (βλ. καλές) ανησυχίες του δεν είναι το ίδιο φανερές - όπως και στα έργα του Βρετανού  Γκράχαμ Γκριν  που βρίσκεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο την ίδια περίοδο με τον Μωριάκ, ο καθολικισμός παρουσιάζεται μόνο στο φόντο ενός καμβά με πολλαπλή επίστρωση κακίας, αμαρτίας, αμφιβολίας. 

Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς καθολικός για να εκτιμήσει το μυθιστόρημα. Παραβλέποντας τις αναφορές στην εκκλησία και τους ιερείς, θα επέλεγα να αντιπαραβάλλω το ιδίωμα του συγγραφέα με τον αγωνιώδη αγνωστικισμό του Τερζάκη περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο - η περιπέτεια και οι απορίες της ψυχής δεν γνωρίζουν θρησκευτικούς τύπους και χρονικές περιόδους. Ο ρεαλισμός  του Μωριάκ ζωντανεύει με αρκετά αδρές περιγραφές την γαλλική κοινωνία στο Μπορντώ και το Παρίσι του προηγούμενου αιώνα ενώ  η εσωστρέφεια του Λουί  δίνει στο μυθιστόρημα μια μοντερνιστική χροιά. Αυτό τώρα ακούγεται πολύ περίεργο  αν σκεφτεί κανείς ότι ο μοντερνισμός έρχεται σε ευθεία αντίθεση με κάθε έννοια θρησκείας και θρησκευτικότητας. Κι όμως! Το κείμενο διαπνέεται κι από μια αίσθηση φρεσκάδας αλλά για χάρη συντομίας, δεν θα αναφέρω ότι σε κάποιο σημείο μου θύμισε έντονα την Αργώ του Γ.Θεοτοκά, ελάχιστο ίχνος από την ρομαντική τάση του Έλληνα συγγραφέα.



Ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίου αφενός μεν από περιέργεια για το πόσο μπορεί ένα τόσο παλιό μυθιστόρημα να διαβάζεται σήμερα και ποιον ενδεχομένως να αφορά. Λοιπόν, οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις υπήρξαν ανέκαθεν πρωτογενές υλικό για την λογοτεχνία, πόσο μάλλον δε όταν αποτυπώνουν την πολύ αρνητική τους πλευρά - η αδυναμία, οι ανασφάλειες και η παράνοια του Λουί είναι πράγματα που σκέφτεται ο καθένας μας μα συνήθως τα διαβάζουμε καλλωπισμένα. Εδώ όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο και, παρ'  όλο το δυσάρεστο θέμα και  την μονόπλευρη αφήγηση (εκτός από τα δύο τελευταία κεφάλαια, σε όλο το μυθιστότημα "ακούγεται" μόνο η φωνή του Λουί), ο Μωριάκ καταφέρνει να δώσει έναν πολύ αντιπαθητικό τύπο που δεν μπορείς παρά να συμπαθήσεις στο τέλος.
 
Είχα, επίσης, βάσιμες επιφυλάξεις για μία τόσο παλιά έκδοση που θα είχε αρκετά λάθη κι αβλεψίες, κάτι που πιθανότατα θα μετέτρεπε τις επιφυλάξεις μου σε ανία. Όχι πως οι λάθος (μέχρι παρωδίας) αποδόσεις των λέξεων (βλ. "βλακότητα") δεν μου δημιούργησαν προβλήματα στην κατανόηση του κειμένου και την ροή της ανάγνωσης αλλά η πλοκή τα αντιστάθμισε θαυμάσια - περιουσίες αλλάζουν χέρια, γάμοι γίνονται από συμφέρον κι άλλοι από πάθος, διαγράφεται η θαυμάσια δικηγορική πορεία του Λουί που φέρνει την επαγγελματική καταξίωσή του και μαζί εξωσυζυγικές σχέσεις, ένα παιδί πεθαίνει, ένα άλλο νόθο γεννιέται, κάποιο άλλο βρίσκει προστασία στο σπίτι του... Άντε μετά να βαρεθείς!

Απόλαυσα το βιβλίο γιατί, εκτός των πιο πάνω, επιβεβαίωσε κατά κάποιο τρόπο αυτό που κάποτε δεν είχα τις λέξεις να εκφράσω -  πως κάτω απ' όλες τις σιωπές,  κάτω ακόμη κι από ένα κουβάρι οχιές, είναι η αγάπη, η ελπίδα που δεν έχει αντίστοιχό της στο φόβο, όπως θα έλεγε ο e.e.cummings. Εντάξει, μπορεί να μην είναι μόνο η αγάπη αλλά η έλλειψή της σε συνδυασμό με μια-δυο άλλες παραμέτρους και διαθέσεις ως  πεισματικές εκδοχές της. Σε κάθε περίπτωσή όμως, η παρατεταμένη σιωπή δεν προσφέρει κάτι. Στον Λουί δεν άφησε ούτε καν την ικανοποίηση να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα της επανένωσης - η Ίζα πέθανε ξαφνικά δίχως να διαβάσει την δηλητηριώδη επιστολή του, δίχως να μιλήσουν, δίχως καν ο Λουί να ειδοποιηθεί για το γεγονός.  

Έχοντας συνηθίσει να ερμηνεύουμε  ό,τι ακριβώς βλέπουμε με politically correct τρόπο μάς διαφεύγει το πόσο ενδιαφέρον έχουν οι αρνητικές όψεις των πραγμάτων που τις περισσότερες φορές είναι η άλλη, η ακατέργαστη, όψη του ίδιου νομίσματος. Κι αυτός είναι ακόμη ένας λόγος για να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε την λογοτεχνία - σύγχρονη ή κλασική.
 








Σημειώσεις: Ο πρώτος πίνακας είναι το  "At the core" του Paul Klee και ο δεύτερος το "Νεαρός άντρας στο παράθυρο" του René Caillebotte. Η φωτογραφική σύνθεση με το πορτραίτο του Φρανσουά Μωριάκ από τον Yousuf Karsh αντλήθηκε από εδώ.

4 σχόλια:

ναυτίλος είπε...

Πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφεις. Δεν έχω διαβάσει τίποτα του Μωριάκ. Πάντως στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει ξεχασμένο το ίδιο βιβλίο με τίτλο: "Κόμπος από οχιές" (ακριβέστερη μετάφραση του τίτλου), εκδ. Συρόπουλοι (1962) σε μετάφραση Μ. Οικονόμου.

Sue είπε...

Είμαι περίεργη για το πόσο επιμελημένη είναι η έκδοση που έχεις, ναυτίλε. Στην σελίδα του Μωριάκ στην ελληνική Wikipedia, ο τίτλος έχει μεταφραστεί ως "Ο κόμπος των εχιδνών" ενώ θα μπορούσε να είχε κι άλλες -εξίσου πιστές- εκδοχές - η ελληνική γλώσσα το επιτρέπει άνετα. Πάντως, από το 1983 (που εκδόθηκε το βιβλίο που έχω και είναι μάλλον η πιο πρόσφατη έκδοσή του) δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια καινούργια μετάφραση του πιο δυνατού, για μένα, έργου του Μωριάκ και είναι κρίμα μιας και είναι εκπληκτική περίπτωση - ακόμη και σήμερα ο Λουί (και ο Μωριάκ) φαντάζει εντελώς "μαύρος", πεσσιμιστής ολκής.

ναυτίλος είπε...

Την Κυριακή που θα πάω στο παράρτημα της βιβλιοθήκης μου, όπου βρίσκεται, θα ρίξω μια ματιά. Από όσο γνωρίζω έχουν εκδοθεί και κάποια άλλα δικά του (πέρα από την ομιλία του για το βραβείο Νόμπελ), αλλά από εκδότες που δεν εγγυώνται ούτε καλές μεταφράσεις ούτε καλές επιμέλειες.

Sue είπε...

Η Βιβλιονέτ, ναυτίλε, δίνει αυτά και μόνο τα στοιχεία για τις εκδόσεις του Μωριάκ. Η έκδοση του "Κόμπου από οχιές" που έχεις, φυσικά, δεν αναφέρεται, ούτε κι αυτή που έχω εγώ και την βρήκα μόνο στο λινκ που παραθέτω στην ανάρτηση. Γι' αυτές τις παλιές εκδόσεις δεν περιμένω βέβαια κάτι άρτιο, με τα σημερινά δεδομένα, αλλά τουλάχιστον να είναι η ανάγνωσή τους σε κάποιο βαθμό αποδεκτή και ρέουσα. Αν δεν σου κάνει κόπο, πες μου σχετικά όταν το διαβάσεις.

Επίσης, τώρα που το ξανασκέφτομαι, μου κάνει μεγάλη εντύπωση πως κανένας από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους που έχουν εκδώσει λιγότερο δημοφιλείς νομπελίστες δεν έχει ασχοληθεί με τον Μωριάκ που θεωρείται ολόκληρο, σημαντικό, κεφάλαιο της Γαλλικής λογοτεχνίας.