Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013










Ο κύκλος της θέλησης

 


Θέλησα να διαβάσω το "Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου" (Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου) του Κάρλος Φουέντες με την σκέψη πως τα 5 διηγήματα που αποτελούν τον τόμο  θα μου επέτρεπαν αφενός να πάρω βαθιές αναγνωστικές ανάσες κι αφετέρου να γράψω -επιτέλους- μια μικρής έκτασης ανάρτηση. Όπως αποδείχθηκε, η συλλογή είναι ένα εξαιρετικής υφής βιβλίο μεν, αλλά η ιστορία του Μεξικού και η ροή του χρόνου συνδέονται με πολλούς τρόπους και με πολλές ιστορικές πληροφορίες που δεν τελειώνεις τόσο εύκολα όσο νόμιζα μ' αυτό.

Στο πρώτο διήγημα, τις "Δύο Όχθες" αφηγητής είναι ο Χερόνιμο δε Αγιλάρ, ένας επαναστάτης ναυτικός που βρέθηκε στο Μεξικό πριν ο Ερνάν Κορτές το κατακτήσει. Όταν ο Κορτές φτάνει στο Μεξικό, τον ανακαλύπτει και τον παίρνει μαζί του ως μεταφραστή. Ο Χερόνιμο όμως παίζει διπλό ρόλο: του μεταφραστή αλλά και του υπερασπιστή των αυτόχθονων του Μεξικού και γι' αυτό παραλλάσσει τα λεγόμενα του Κορτές για να τους προστατεύσει. Ο Χερόνιμο μεταφράζει παράλληλα με την επίσης αυτόχθονα σύντροφο του Κορτές την Μαλίντσε -που στην γλώσσα των Αζτέκων σημαίνει προδότρια- και προσπαθεί να την εξουδετερώσει καθώς η Μαλίντσε δεν ενδιαφέρεται για την τύχη της φυλής της και μεταφράζει ανάλογα με το συμφέρον το δικό της και του εραστή της. Από την Μαλίντσε ο Κορτές θα αποκτήσει τον πρωτότοκό του, Μαρτίν, ο οποίος θα πρωταγωνιστήσει στο δεύτερο διήγημα της συλλογής μαζί με τον μικρότερο, νόμιμο, γιο του 
Ισπανού Κονκισταδόρ που θα αποκτήσει αργότερα μια Ισπανίδα ευγενή, τον Μαρτίν Κορτές. "Οι δύο γιοί του κατακτητή", όπως και ο τίτλος του δεύτερου διηγήματος,  διαφωνούν -χωρίς καμμία αντιπαλότητα όμως-  για τον τρόπο που έπρεπε να διαχειριστούν την κληρονομιά του πατέρα τους. Μέσα από την αφήγηση του Μαρτίν, του πρώτου μιγάδα, διαφαίνεται η αρχή των αλλαγών στην Νέα Ισπανία όπως ονομάστηκε τότε το Μεξικό ενώ από εκείνη του αδερφού του Μαρτίν Κορτές φανερώνονται οι έξεις της Ισπανικής κοινωνίας που κάλλιστα, καλλιστότατα (sic), θα μπορούσαν να είναι και σημερινές. Το αποτέλεσμα της ασυμφωνίας τους όμως αφορά μόνο εκείνη την εποχή: και τα δύο αδέρφια θα εξοριστούν και θα πεθάνουν μακριά από την χώρα που ο πατέρας τους κατάκτησε.
 
Το τρίτο διήγημα διακόπτει την γραμμική ροή του χρόνου και μας πάει περισσότερο από μία χιλιετία πίσω, όταν ο Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός  κατακτά την Νουμαντία, μία σημαντική για την εποχή πόλη της Ισπανίας χτίζοντας περιμετρικά της ένα τείχος εννέα χιλιομέτρων, μία δεύτερη ουσιαστικά κενή πόλη - αυτό είναι το θέμα του "Οι δύο Νουμαντίες", όπου ο Έλληνας αφηγητής, ο Πολύβιος από τη Μεγαλόπολη -στην αρχή σκλάβος του Σκιπίωνα κι αργότερα δάσκαλος, μέντορας και πιστός φίλος του- μας δίνει το χρονικό της πολιορκίας και της κατάκτησης της πόλης. 

Το  "Ο Απόλλων και οι πουτάνες", απ' την άλλη, μας μεταφέρει κάπου στο σήμερα όταν ο Βίνσεντ Βιλάρ, ένας μαύρος Ιρλανδός και ημι-διάσημος πρωταγωνιστής δευτεροκλασάτων ταινιών, καταλύει στο Ακαπούλκο χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Θέλοντας να ζήσει την περιπέτεια, νοικιάζει ένα ιστιοφόρο με το όνομα Δύο Αμερικές και πηγαίνει για δήθεν-ψάρεμα παρέα με επτά πόρνες. Στην διάρκεια της περιπέτειας όμως πεθαίνει και τότε, ως νεκρός, θα αντιληφθεί με ανακούφιση πως δεν έχει καμμία έγνοια πλέον για την προστατευμένη ατομικότητά του και πως, επιπλέον, μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις των συνεπιβατριών του. Στο μεταξύ, το ιστιοφόρο παραμένει ακυβέρνητο για μέρες στην θάλασσα του Μεξικού και καθώς δεν υπάρχουν προμήθειες, οι γυναίκες τον ευνουχίζουν για να κατευνάσουν την πείνα τους. Η περιπέτεια παίρνει τέλος όταν θα τους περισυλλέξει η ακτοφυλακή, αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα του Ακαπούλκο, και θα τους κατευθύνει προς το κοντινότερο λιμάνι, το Μανσανίγιο

"Οι Δύο Αμερικές" όμως  είναι και ο τίτλος του πέμπτου διηγήματος που αφορά το ημερολόγιο ενός Γενοβέζου Σεφαρδίτη ναύτη που δεν είναι άλλος από τον Χριστόφορο Κολόμβο ο οποίος αυτή τη φορά ανακαλύπτει τον Νέο Κόσμο μόνος χωρίς το πλήρωμά του που έχει επαναστατήσει κι επιστρέψει στην Ισπανία - τώρα που το ξανασκέφτομαι, ένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι και ο Χερόνιμο δε Αγιλάρ. Ο Κολόμβος εμφανίζεται εδώ να ζει σ' ένα ειδυλλιακό περιβάλλον κάπου στην Κεντρική Αμερική μέχρι τη στιγμή που οι Ιάπωνες και οι Ευρωπαίοι τον ανακαλύπτουν και εγκαθιστούν στον παράδεισό του τον δυτικό πολιτισμό. Τότε ο Κολόμβος θα επιστρέψει  στην Ισπανία
για να συναντήσει τους προγόνους του και να ξαναφυτέψει την πορτοκαλιά, όπως την είχε φυτέψει και πριν πολλά χρόνια, κλείνοντας έτσι τον κύκλο - του χρόνου, της ιστορίας, της πορτοκαλιάς, του εαυτού. Όλες οι ερμηνείες συγκλίνουν.


Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φουέντες γράφει διηγήματα και τα συρράπτει με έναν συνδετικό ιστό - στο "Κρυστάλλινα σύνορα" χρησιμοποίησε τα σύνορα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- και τον πρώην υπουργό Λεονάρντο Μπαρόσο  ενώ στο "Νερό καμένο" -που ταιριάζει περισσότερο θεματικά με την "Πορτοκαλιά..." καθώς αφορά κι αυτό την Ιστορία- ήταν η ίδια η πόλη του Μεξικού και τα όνειρα των κατοίκων της. Εδώ η σύνδεση γίνεται κυρίως με κάτι πιο υλικό  - ένα δέντρο με τα παράγωγά του: η πορτοκαλιά, οι σπόροι, τα άνθη και οι καρποί με τους χυμούς τους περνούν από την μία διήγηση στην άλλη μεταδίδοντας την αίσθηση της γης και ζωής. Την μια αντιπροσωπεύουν την χαμένη αξιοπρέπεια των Μεξικανών, την άλλη είναι η δύναμη και η ελπίδα που περιμένουν οι πολιορκημένοι Νουμαντίνοι για να αντέξουν και να αντεπιτεθούν, σ' ένα διήγημα τα πορτοκάλια κρυπτογραφούν την γυναίκα-ερωμένη ενώ διάχυτη είναι η έννοια της πορτοκαλιάς ως γονιμότητα μέσω της γυναίκας-μητρικής φιγούρας.

Οι πολλοί αφηγητές που εναλλάσσονται αφηγούνται σε όλους τους χρόνους, και σε όλα τα διηγήματα, την Ιστορία  των δύο ηπείρων (Ευρώπη και Νότια Αμερική) και των δύο χωρών (Μεξικό, Ισπανία) περιγράφοντάς την με όλες τις αισθήσεις.  Έτσι, θα έλεγε κανείς, ορίζονται και οι συγγραφικές εμμονές του Φουέντες - ο πολιτισμός και η διαπολιτισμικότητα, η μετενσάρκωση των ψυχών και η φύση του Θεού, το απάνθρωπο του ανθρώπου και η διττότητά του, και τέλος οι κύκλοι του χρόνου και ο θάνατος. Είναι αξιοσημείωτο πως οι αφηγητές σε όλα τα διηγήματά του είναι νεκροί που έχουν την ευχέρεια να παρατηρούν και να αφηγούνται - ακόμη ένα χαρακτηριστικό που συνδέει τα διηγήματα. 

Η γλώσσα όμως -ως αναγκαιότητα και ως λογοτεχνία- είναι εκείνη που, μετά την πορτοκαλιά, διαπερνά τόσο έντονα τα κείμενα. Παρέχει εξουσία στον Χερόνιμο δε Αγιλάρ και στη δόνια Μαλίντσε οι οποίοι μανιπουλάρουν τον Κορτές και τον Μοντεσούμα εναλλάξ για να προωθήσουν ο καθένας τον σκοπό του. Η γλώσσα φανερώνει τις δύο όψεις μίας κατάστασης όταν οι δυο γιοί του Κορτές ερμηνεύουν διαφορετικά την πορεία του πατέρα τους. Η έλλειψή της είναι που κάνει τις γυναίκες της Νουμαντίας να παραδοθούν στους Ρωμαίους. Η γλώσσα επίσης (κακο)χαρακτηρίζει την παρέα του μεσήλικα ηθοποιού πάνω στο ιστιοφόρο κι είναι εκείνη που δείχνει την άνοδο και τον φρενήρη καταναλωτισμό  του δυτικού πολιτισμού και την ισοπέδωση που αυτός επιφέρει στο επίγειο παράδεισο του Κολόμβου.


Η  γοητευτική γραφή του Φουέντες είναι από μόνη της ισχυρό κριτήριο για την επιλογή ενός βιβλίου και συνήθως δικαιώνει κάθε επιλογή μου. Mέχρι που αυτή τη φορά -λόγω του τίτλου του βιβλίου- περίμενα πως η χυμώδης γλώσσα του Φουέντες θα ταιριάξει -με κάποιον σουρεαλιστικό τρόπο- με το άρωμα των νεραντζιών που μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο. Ωστόσο, αν και συναντούμε κι εδώ την γνωστή δυναμική γλώσσα του Μεξικανού συγγραφέα -από την οποία βέβαια δεν λείπει το χιούμορ, η ειρωνία και η τολμηρότητα- και την άρτια αφηγηματική τεχνική του  (για να μην αναφέρω και την εξαιρετική έκδοση της Άγρας) το αποτύπωμα του βιβλίου μέσα μου είναι ισχό.  Και η ανάρτηση κάθε άλλο παρά μικρής έκτασης...




 




Σημειώσεις: Η πρώτη τοιχογραφία είναι το "Το Δέντρο της Ζωής" ή το "Το Δέντρο της Επιστήμης" από τον Μεξικανό Roberto Montenegro, ο δεύτερος πίνακας είναι ο "Οι ρίζες" της επίσης Μεξικανής Frida Kahlo και στο τέλος ο "Έλικας" ανήκει στον σύγχρονο Ισπανό εικαστικό και θεωρητικό της Τέχνης Antoni Tàpies.

2 σχόλια:

irinivergopoulou είπε...

Εκτενέστατη και προσεγμένη προσέγγιση και ανάρτηση!

Ευχαριστούμε Σου ;-))

Sue είπε...

Καλημέρα, Irini!