Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013










Η μεταγραφή της 
πραγματικότητας

 


Το "Οι άρχοντες των σκουπιδιών" (Καστανιώτης, 2012)  είναι είναι μια δυστοπία του Βασίλη   Παπαθεοδώρου, με κινηματογραφική ένταση και, κοινωνικές και ιστορικές αναφορές που απευθύνεται σε εφήβους και νέους ενήλικες αλλά και σε ενήλικες που έχουν διάθεση να συναντήσουν τα αναγνώσματα της νεότερης γενιάς. Με μία λέξη, θα το χαρακτήριζα page-turner ή λογοτεχνικό blockbuster αν εξαιρέσουμε, όμως, από τον όρο την ελαφράδα και την ρηχότητα που αυτός υπονοεί.

Ο μεγαλύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος και το φόντο όπου θα εκτυλιχθεί η ιστορία  είναι τα σκουπίδια - αντικείμενα και  άνθρωποι. Στην κοινωνία που περιγράφεται στο βιβλίο τα ανθρώπινα ράκη αυξάνονται συνεχώς και κάνουν τα πάντα για ένα κομμάτι σκουπιδιού, ό,τι και νά 'ναι αυτό, καθώς τα σκουπίδια έχουν γίνει πλέον η μόνη πηγή πλούτου και δύναμης στη χώρα και στα περισσότερα μέρη του πλανήτη. Μέσα σ' αυτό το βρομερό κι απάνθρωπο σκηνικό θα συναντηθούν ο καθηγητής Πελεγκρίτι και ο Ρίτσαρντ - κάποτε οι δυο τους είχαν συνεργαστεί για να παρουσιάσουν στο Πανεπιστήμιο μία μελέτη η οποία προέβλεπε, ανάλογα με τα δεδομένα και τις μεταβλητές διαφόρων οικονομικών δείκτων, την Ώρα Μηδέν - το χρονικό σημείο δλδ όπου η χώρα θα περιέλθει στο χάος. Η μελέτη χαρακτηρίστηκε "σκουπίδι" και ο καθηγητής εκδιώχθηκε από την έδρα του κι από τότε είναι εξαφανισμένος από κάθε προσκήνιο. Tο ίδιο αν θυμάμαι καλά συνέβη και στον Ρίτσαρντ. Ο Γιόνας, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο που ζει μεταξύ twitter και facebook, θα τους βοηθήσει να σώσουν κάποια στοιχεία της μελέτης λίγο πριν ξεσπάσει η Ώρα Μηδέν κι έτσι θα αναγκαστεί να βγει στον έξω κόσμο.
 
Ο υπουργός και κατόπιν Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Χάρυ Τζέφερσον πρωταγωνιστεί κι αυτός στο μυθιστόρημα. Η Σουζάνα, η γυναίκα του, και η Νίκη, η κόρη τους, ζουν μέσα στην πολυτέλεια μέχρι τη στιγμή που η κυβέρνηση θα ανατραπεί, λίγο πριν την Ώρα Μηδέν. Μαζί με την κυβέρνηση, θα ανατραπεί όπως είναι φυσικό και η τόσο απαθής και σπάταλη ρουτίνα της οικογένειας και θα αναγκαστούν να δραπευτεύσουν από το ίδιο το σπίτι τους για να γλυτώσουν από τους σκουπιδανθρώπους που λεηλατούν τα πάντα.

Παράλληλα, σε μιαν άλλη ήπειρο που μοιάζει με την Αφρική, οι μισθοφόροι Μαξ, Πολ και Ντιέγκο είναι υπεύθυνοι ενός απέραντου σκουπιδοχώρου όπου εργάζονται οι ντόπιοι για ένα κομμάτι ψωμί ξεδιαλέγοντας τα σκουπίδια, τα οποία κατόπιν εμπορεύεται η  μαφία πουλώντας τα στις τοπικές κυβερνήσεις. Σε μία από αυτές τις "επιθεωρήσεις" ο Πολ θα σώσει από τις κάννες των όπλων των άλλων δύο ένα μωρό. Η μικρούλα Τζίμπα που θα μεγαλώσει δίχως να μιλήσει ποτέ και σε κανέναν, ακολουθεί πιστά τον Πολ και μεταξύ τους δημιουργείται μια σιωπηλή, ανθρώπινη σχέση από εκείνες που ένας μισθοφόρος απαγορεύεται να ζήσει. Έτσι, όταν ο Μαξ αποφασίζει να δραπετεύσει από το μέρος κλέβοντας ένα μεταγωγικό αεροπλάνο που θα τους πάει όλους πίσω στον πολιτισμό, ο Πολ παρακούει τις εντολές του και την παίρνει μαζί του. 

 

Οι ιστορίες του καθενός από τους πιο πάνω ήρωες θα διασταυρωθούν στην μυθιστορηματική ευρωπαϊκή χώρα η οποία αν και δεν κατονομάζεται με σαφήνεια είναι πλήρως αναγνωρίσιμη. Εδώ, η μελέτη του καθηγητή Πελεγκρίτι έχει επαληθευτεί και η Ώρα Μηδέν έχει χτυπήσει - παντού επικρατεί μία απίστευτα βίαιη αναρχία κι ένα χάος από σκουπίδια και σκουπιδανθρώπους. Ο Χάρυ Τζέφερσον και η οικογένειά του συνεχίζουν με πολλές κακουχίες τον δρόμο τους προς το σπίτι των γονιών του Χάρυ στο χωριό ενώ ο καθηγητής Πελεγκρίτι, ο Ρίτσαρντ και ο Γιόνας προσπαθούν να βρουν μια λύση μέσω της μελέτης τους. Την ίδια στιγμή ο Μαξ και ο Ντιέγκο κυνηγούν ανελέητα τον Πολ και την Τζίμπα, που τους έχουν ξεφύγει, για να τους σκοτώσουν. Εκείνο που θα ζήσουν όλοι τούτοι οι ήρωες μέχρι να φτάσουν στην τελευταία σελίδα του βιβλίου θα τους φέρει στα όριά τους. Ωστόσο, μέσα από τούτη την απάνθρωπη περιπέτεια, που φέρνει στο νου το θαυμάσιο "Τα παιδιά των ανθρώπων", θα αναδειχθούν οι θεμελιώδεις αξίες της συντροφικότητας, της αλληλλεγγύης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας.  



Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου έχει γράψει αγαπημένα παιδικά βιβλία  (1, 2) μένοντας από την αρχή της συγγραφικής του πορείας συνεπής στο είδος που έχει επιλέξει να υπηρετήσει, ένα είδος  που απευθύνεται σε ένα δύσκολο, εύθραστο και πολύ απαιτητικό κοινό όπως είναι οι έφηβοι. Το ζήτημα, λοιπόν, που τίθεται κάθε φορά  με τα βιβλία της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι το αν και πως ο συγγραφέας θα κερδίσει, τελικά, το κοινό του και θα τους ανοίξει την όρεξη για περισσότερη λογοτεχνία αξιώσεων. Το "Οι Άρχοντες των Σκουπιδιών" απαντούν σε τούτο τον προβληματισμό με τον καλύτερο τρόπο.  H εστίαση του συγγραφέα και ο χειρισμός των θεμάτων του μυθιστορήματος είναι εξαιρετικά  αν και ομολογώ πως απογοητεύτηκα από την απουσία θετικών γυναικείων χαρακτήρων μιας και όσοι υπάρχουν είναι δευτερεύοντες και με μη-θετική συμπεριφορά, γεγονός που κάνει το μυθιστόρημα να απευθύνεται περισσότερο σε άρρενες εφήβους. Γι' αυτό, τελειώνοντας την ανάγνωσή του σκέφτηκα το πόσο θα άρεσε το βιβλίο στον 14χρονο Β., έναν μαθητή μου που ήταν πεισματικά αρνητικός προς οτιδήποτε είχε να κάνει με την γλώσσα και το βιβλίο - σχολικό, λογοτεχνικό, οτιδήποτε. Εκτός από εκείνα των μαθηματικών στα οποία ήταν κάτι σαν διάνοια-αστραπή. Σκεφτείτε πως επί  τρία χρόνια προσπαθούσα να τον κάνω όχι απλώς να διαβάσει αλλά να αρθρώσει, έστω, κάτι στα αγγλικά. Και το κατόρθωσα όταν μία μέρα, εκτός προγράμματος κι εντελώς αυτοσχεδιαστικά, χρησιμοποίησα ένα διήγημα μιας σελίδας με ήρωα έναν έφηβο που υπήρχε κάπου στο βιβλίο με αναφορές σε δερμάτινα μπουφάν, δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και αυτοκίνητα ταχύτητας - το πιο αγαπημένο θέμα του ακόμη και πάνω από τα μαθηματικά. Δεν μπορώ να σας περιγράψω την προσύλωση με την οποία με άκουγε να του απαντώ τις ερωτήσεις που διάβαζα στην ματιά και στο ύφος του - ήταν, βλέπετε,  ζήτημα εγωισμού να μην μιλήσει αμέσως. Κι αν ένα μικρό διήγημα μπορεί να παρακινήσει έτσι ένα παιδί, σκεφτείτε τί μπορούν να κάνουν τα 58 ολιγοσέλιδα κεφάλαια (σαν μικρά διηγήματα δλδ) του βιβλίου, που αποτελούν τα τρία μέρη του.

Αν και δεν νομίζω ότι ο Β. θα εκτιμούσε, όπως εγώ, το συγκεκριμένο βιβλίο ως θαυμάσιο εκπαιδευτικό εργαλείο ωστόσο, θα του άρεσε πολύ για τους ίδιους λόγους: είναι ένα χορταστικό κείμενο που αφορά άμεσα τον κάθε έφηβο και το τώρα του - οι χαρακτήρες είναι οικείοι και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται είναι εξίσου οικείες μ' εκείνες που αντικρίζει ο καθένας στην εποχή μας, παρόλο που έχουν υποστεί σε αρκετό βαθμό την λογοτεχνική μεταγραφή.  Υπάρχει, επίσης, ένα πλήθος αναφορών σε μεγάλες στιγμές και πολεμικές περιπέτειες της πραγματικής Ιστορίας καθώς μετά την Ώρα Μηδέν, ξεκινά η αντίστροφη πορεία της και μέχρι να φτάσει στο "Απόλυτο Μηδέν" (στον απόλυτο δλδ εκμηδενισμό του πολιτισμού) κάτι που δίνει στον αναγνώστη το ερέθισμα να γνωρίσει τις διαφορετικές αποχρώσεις ενός θέματος στο διάνυσμα του χρόνου. Η πλοκή δε του βιβλίου είναι κοφτή, κινηματογραφική, χωρίς να επιβραδύνει ούτε για μια στιγμή την ένταση της αποδόμησης του κόσμου και την αγωνία.


"Οι Άρχοντες.." όμως θα άρεσαν στον Β. ιδίως για τον χαρακτηριστικό τρόπο γραφής του συγγραφέα: σύγχρονος, ειλικρινής, δίχως περιστροφές, "κι όχι λες κι απευθύνεται σε υποανάπτυκτους και ατελείς οργανισμούς με θέματα ανώδυνα και γλώσσα απονεκρωμένη και συμβατική" όπως θα έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις. Πολύ σοφά ο Β.Παπαθεοδώρου αποφεύγει κάθε είδους διδακτισμό και ηθικολογία και αφήνει τους χαρακτήρες του  -και τους αναγνώστες του, επίσης- να εξελιχθούν μέσα από την δράση. Απαντά με σεβασμό στην σημαντικότατη ανάγκη των εφήβων να κατανόησουν τα πολύ πραγματικά (δυστυχώς) σημεία των καιρών μας και του κοινωνικού γίγνεσθαι μιας και στο συγκεκριμένο έργο τούς εισάγει στην σφαίρα της Πολιτικής, των πολιτικών και της υπευθυνότητας ως στάση και συμπεριφορά  απέναντι στον συνάθρωπο και στο περιβάλλον όπως τα συναντούμε να εκφράζονται σήμερα. Η συνάφεια τούτη του μυθιστορήματος με την απτή πραγματικότητα είναι από τα σημαντικότερα ατού του βιβλίου καθώς "Οι Άρχοντες των Σκουπιδιών" δεν είναι ένα μελλοντολογικό πεζογράφημα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Αντίθετα, προσωποποιεί τις ανυπολόγιστες συνέπειες της κατάρρευσης της δημοκρατίας και της οργανωμένης κοινωνίας σ' ένα κράτος και την εξάρτηση των ανθρώπων  από τα υλικά αγαθά. Περιγράφει, με τον ευθύβολο και ζωντανό τρόπο που μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας, εφιαλτικές σκηνές αποκτήνωσης των ανθρώπων, εμφύλιες διαμάχες και την πρωτόγονη βία που επικρατεί σε κάθε σημείο του μυθιστορηματικού του κόσμου όταν καταλύεται κάθε έννοια και θεσμός.



Σε μια ηλικία όπου είναι δύσκολο να ασπαστείς την μοναχικότητα και την σιωπή μιας ανάγνωσης δίχως πολύχρωμες εικόνες, είναι ενθαρρυντικό να διαπιστώνεις πως  τα νέα παιδιά έχουν την δυνατότητα να περάσουν από την παιδική στην ενήλικη λογοτεχνία  με τους δικούς τους όρους - με καθαρή λογοτεχνική γλώσσα και συνθήκες ρεαλισμού,

ΥΓ: Το βιβλίο απέσπασε το Λογοτεχνικό Βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης (πρώην Διαβάζω) για το 2013 στην κατηγορία του Εφηβικού Βιβλίου.









Σημειώσεις: Η εγκατάσταση, ή πιο ορθά το γλυπτό σκιάς, της πρώτης φωτογραφίας είναι το "Reality is Rubbish" των Sue Webster και Tim Noble ενώ η δεύτερη και η τρίτη εικόνες είναι από την θαυμάσια κινηματογραφική ταινία "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φόλμαν. Το δρώμενο της τρίτης φωτογραφίας έχει τον εμφανή τίτλο "No More Reality" και είναι του Philippe Parreno.