Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015





 





 Word of Mouth






Το "ΜεταΠοίηση", η πρώτη συλλογή διηγημάτων του ήταν ένα αναγνωστικό σοκ. Πιο εξοικιωμένη μετά απ' αυτό αλλά κάπως επιφυλακτική με το ύφος του Δημοσθένη Παπαμάρκου ξεκίνησα το "Γκιακ" (Αντίποδες, 2015), τη δεύτερη και πρόσφατη συλλογή του, για να διαπιστώσω στη συνέχεια με έκπληξη πως εκείνο που θεωρούσα ενδιαφέρον, ή έστω περιέργεια για το παρακάτω, ήταν ανυπομονησία.

Τα εννέα διηγήματα της συλλογής έχουν τον ίδιο τύπο αφηγητή  που συναντούμε και στην "ΜεταΠοίηση" - γέροντες βετεράνους της Μικρασιατικής Εκστρατείας οι οποίοι διηγούνται ιστορίες όχι μόνο του πολέμου αλλά και των μαχών που έδωσαν με την πραγματικότητα όταν επέστρεψαν στον τόπο τους. Κι ενώ η θεματολογία είναι παρόμοια στα δύο βιβλία, το "Γκιακ" διαφέρει αρκετά στο ότι το σκηνικό  του πολέμου, όχι λιγότερο βίαιο ή αιμοβόρο, λειτουργεί ως φόντο, ή αφορμή αν θέλετε, για να αναδυθεί το πιο προσωπικό στοιχείο των αφηγητών - το θερμό συναίσθημα, η αδυναμία, η συνείδηση. Κυρίως όμως η εντιμότητα και το κόστος της - το γκιακ, που τα συνδέει. Γκιακ (αρσ. εν. με οριστ. άρθρο γκιάκου) στην αρβανίτη διάλεκτο σημαίνει:
  • αίμα
  • (νομ.) δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος (αντιθ. εξ αγχιστείας)
  • Φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση
  • Φυλή
Το γκιακ οδηγεί τον αφηγητή του πρώτου διηγήματος να εντοπίσει και να σκοτώσει με αγριότητα τον φονιά της μεγαλύτερης αδελφής του. Στο "Ο αρραβώνας" ο αφηγητής, αντί του φόνου, βρίσκει έναν  ηθικά  σκληρό τρόπο για το γκιακ στο όνομα του νεκρού φίλου του και του ανάπηρου πατέρα του. Στο "Ήρθε καιρός να φύγουμε" ο αφηγητής μιλά για τον φίλο του που όταν υπηρετούσε στη Σμύρνη, ερωτεύτηκε μια εύπορη κοπέλα κι έδωσε τον λόγο του ότι θα την παντρευτεί. Ο πόλεμος, όμως, τους χώρισε. Όταν κάποια στιγμή επέστρεψε στο χωριό του, οι δικοί του κουκούλωσαν το μαράζι του παντρεύοντάς τον με μια συγχωριανή. Λίγο καιρό αργότερα, ο Κυριάκος αναγνωρίζει την Σμυρνιά αγαπημένη ανάμεσα στους πολλούς Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν οι υπόλοιποι χωριανοί περικυκλώσει στην πλατεία του χωριού και ταλαιπωρούσαν βάναυσα.



Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος διαθέτει ισχυρό βίωμα. Μέχρι τα 18 του έζησε στην Μαλεσσίνα Λοκρίδας, στη Φθιώτιδα, και μιλά ο ίδιος (κατ' επιλογή, βέβαια) τα αρβανίτικα - γι' αυτό η αρβανίτικη διάλεκτος στην μεταγραφή της απηχεί (παρά τις όποιες αστοχίες) με τόση πιστότητα την ευθύβολη, τραχειά κι αφτιασίδωτη γλώσσα των ανθρώπων της γης. Έχει, επίσης, ερευνήσει εκτεταμένα για το υλικό του ως υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης  (στην πραγματικότητα, αυτή η έρευνα στάθηκε η αφορμή για την συγγραφή των διηγημάτων) κι έτσι, αυτό το λογοτεχνικό κράμα ιστορίας, παράδοσης και μυθοπλασίας προκαλεί θαυμασμό για την αληθοφάνειά του. Ο ιδιόρρυθμος δε τρόπος που ο Παπαμάρκος αποδίδει την προφορική αφήγηση στα κείμενά του προκαλεί, επίσης, ξάφνιασμα - διαβάζεις κι έχεις την αίσθηση πως ακούς.

Η γλώσσα και ο ρυθμός της παραμένουν εξαιρετικά και, αναπόφευκτα, η πρόσμειξη τούτη -της αρβανίτικης διαλέκτου με την ελληνική γλώσσα-  φέρνει στο νου τα αντίστοιχα πεζογραφικά ιδιώματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γεώργιου Βιζυηνού. Ωστόσο, η γραφή του Παπαμάρκου δεν είναι τόσο στοχαστική ή εκλεπτυσμένη όσο του Παπαδιαμάντη (ίσως και λόγω θέματος) ούτε διέπεται από την λυρική διάθεση και την αβρή μελαγχολία του Βιζυηνού.  Μοιάζει περισσότερο με τον αφαιρετικό ρεαλισμό του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, την αγροτική ηθογραφία και την αποστασιοποιημένη οπτική του. Είναι όμως δωρική και  πιο ορμητική από τα ιδιώματα που αναφέρω πιο πάνω, κι αυτό σε συνδυασμό με την απενοχοποιημένη στάση του απέναντι στη συγγραφή
-όπως ο ίδιος έχει πει στο παρελθόν-, τον οδηγεί στο να εξελίξει τους πρωταγωνιστές του - το κοινωνικό προσωπείο του κάθε βετεράνου διαρρηγνύεται και αναβλύζει η πραγματική, αποκαλυπτική μοναξιά τους. Στο "Γυάλινο μάτι" ο αφηγητής εκμυστηρεύεται τον έρωτά του με έναν συμπολεμιστή και συγχωριανό του από τον οποίο μένει τελικά μόνος με τις μνήμες, το παραμορφωμένο πρόσωπο και τον οίκτο του. Ο μονήρης και σιωπηλός Αργύρης, ο νόκερ στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου, εξιστορεί μεμιάς όλο το τραύμα της ζωής του στον νεαρό μετανάστη που βοηθά να εγκατασταθεί στην Αμερική. 

Ταυτόχρονα με τους ήρωες του βιβλίου, εξελίσσεται υφολογικά και ο ίδιος ο συγγραφέας - συνθέτει  μία μεγαλύτερης έκτασης (και πιο απαιτητική αφηγηματικά) Παραλογή από εκείνη που βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες της "ΜεταΠοίσης", και "τολμά" να βάλει μία γυναίκα να πρωταγωνιστεί - κόντρα στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, μια "κόρη νιούτσικη" εκδικείται τον χαμό του άντρα της υποχρεώνοντάς τον Χάρο να υποχωρήσει.

 

Ωμή βία, αρχέγονα ένστικτα· κοινωνική υποταγή, άγραφοι νόμοι, ηθικό χρέος· φιλία, έρωτας, θάνατος.  Κι ανάμεσα σε όλο τον νατουραλισμό των καταστάσεων, το κωμικό στοιχείο και η ειρωνία της τύχης -που παραδόξως ενσωματώνονται ομαλά στην αφήγηση- προκαλούν αμηχανία. Στο "Μπουκουμπάρδια" ένας στρατιώτης στη Μικρά Ασία αστειεύεται για τον λοχαγό του ο οποίος αφήνει το στρατόπεδο για να επισκευθεί ένα αρχαίο θέατρο, ενώ στο "Ταραραρούρα" ο αφηγητής που στα νειάτα του βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν βρυκόλακα, πιστεύει τα λόγια του ότι θα πεθάνει στον πόλεμο. Έτσι, όταν αργότερα υπηρετούσε στην Μικρά Ασία "Είπα, να φυλαχτώ δεν μπορώ, άμα είναι να πεθάνω στα πόδια μ'. Κι έτσι ήμανε παντού ο πρώτος και μ' είχανε για παλικάρι."   

Θα μπορούσα να σχολιάσω, επίσης, τις ανισότητες στην αφηγηματική έκφραση του συγγραφέα ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω πως, πέρα από τις συγκρίσεις και τις διάφορες επισημάνσεις που μου έρχονται στο νου, το "Γκιακ" είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, συναρπαστικό όσο και συγκινητικό. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος αποδεικνύεται μ' αυτό ένας χαρισματικός συγγραφέας που νοηματοδοτεί εκ νέου τη δύναμη του συγγραφικού λόγου και της προφορικότητάς του.









Σημειώσεις: Το βιβλίο απέσπασε το Α' Βραβείο Διηγήματος (2015) του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης. // Η λεπτομέρεια της πρώτης φωτογραφίας είναι από πορτραίτο του συγγραφέα που αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο. "Η νύφη της Αβύδου" είναι του Eugene Delacroix. Στην  τελευταία φωτογραφία είναι η Ελεωνόρα Σταθοπούλου σε σκηνή από το "1922" του Νίκου Κούνδουρου. Ακούστε εδώ το παραδοσιακό αρβανίτικο τραγούδι στο οποίο αναφέρεται το ομότιτλο πρώτο διήγημα του βιβλίου "Ντο τ' α πρες κοτσσίδετε" και το οποίο ο συγγραφέας μετέγραψε στο βιβλίο με την βοήθεια του πατέρα του.