Διαβάζοντας Εικόνες
Δεν υπάρχει θεωρητική περιγραφή, ούτε αναλύσεις της θεωρίας της τέχνης και σαφείς ορισμοί ή περιγραφές για αυτό το καλλιτεχνικό κίνημα. Ωστόσο, η σύγχρονη σειριακή τέχνη, ή αλλιώς Ένατη Τέχνη, είναι μια από τις πιο ευέλικτες και συμπεριληπτικές μορφές τέχνης στη σημερινή οπτική κουλτούρα και αποτελεί πλέον σταθερό κομμάτι της εκδοτικής παραγωγής.
Ένα πρώτο αντιπροσωπευτικό δείγμα της είναι το "Έχεις ήδη πεθάνει" (Ελληνοεκδοτική, 2024) το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, εάν αποτελούνταν απoκλειστικά από πυκνογραμμένο κείμενο. Το δημιούργημα των Θ. Τσίλη και Φρ. Νικολαΐδη, όμως, είναι ένα ατμοσφαιρικό graphic noir, το πρώτο ελληνικό του είδους, που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ήδη από το τίτλο του – είναι η φράση στο σημείωμα που κρατά η Λίντα, μία εντυπωσιακή ντιζέζ της αθηναϊκής νύχτας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν επισκέπτεται τον Μάνο Βρεττό στο γραφείο του και του ζητά να την προστατεύσει.
Την επόμενη νύχτα, ο Βρεττός την επισκέπτεται στο κέντρο που εργάζεται αλλά δεν προλαβαίνουν να μιλήσουν – μια ξαφνική αδιαθεσία αναγκάζει την Λίντα να αποσυρθεί. Λίγα λεπτά αργότερα, θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου, χωρίς προφανή αιτία, πεθαίνει. Αυτό θα είναι το σημείο εκκίνησης για τον πρώην αστυνομικό επιθεωρητή και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ. Η διαλεύκανση της υπόθεσης δεν θα είναι εύκολη: θα περάσει από κακόφημα μπαρ, μοντέρνα γραφεία και λαϊκές γειτονιές· θα συναντήσει πρώην συναδέλφους, εχθρούς και φίλους· θα μιλήσει με καθημερινούς ανθρώπους αλλά και ανθρώπους της νύχτας· θα αντιπαρέλθει συμφέροντα, θα συγκρουστεί με μεγαλοβιομηχάνους και θα ξεφύγει από τους μπράβους τους για ανακαλύψει τον δολοφόνο της πρώην συμμαθήτριάς του. Και όχι μόνον αυτής.
Οι χαρακτήρες είναι οι τυπικοί του είδους, εκτός ίσως από την βοηθό του Βρεττού – η νεαρά που τυγχάνει ανηψιά του αναλαμβάνει δράση όταν ο ίδιος κωλύεται. Η εικονογραφία παραπέμπει εμφανώς στο ιδίωμα του Φ. Δελλή, ενός από τους εικονογράφους των μυθιστορημάτων του Γ. Μαρή, με το χαρακτηριστικό ύφος και κιαροσκούρο της δεκαετίας του ΄50. Ωστόσο, σε τούτη την σύγχρονη ψηφιακή εκδοχή τους, και παρά τον τυποποιημένο και στυλιζαρισμένο ρεαλισμό της δισδιάστατης απεικόνισης, οι σιλουέτες αποπνέουν κίνηση και ζωντάνια. Ορισμένες δε λεπτομέρειες (πχ, το μικρό μαντήλι που συγκρατεί τα μαλλιά της νεαρής βοηθού) προσθέτουν με ακρίβεια στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Κάποιες άλλες, όπως η κεφαλίδα και τα στοιχεία μιας εφημερίδας, κλείνουν χιουμοριστικά το μάτι στον αναγνώστη.
Υπάρχουν βεβαίως και κείμενα – ολιγόλογες λεζάντες που πλαισιώνουν επιλεκτικά τις εικόνες εισάγοντας τον αναγνώστη στην σκηνή που διαδραματίζεται στο καρέ. Εκεί, οι διάλογοι στα μπαλονάκια, έχουν την αμεσότητα και την σπιρτάδα των προφορικών παρασύροντας αβίαστα το βλέμμα του αναγνώστη μέχρι το τέλος της αγωνιώδους, πράγματι, πλοκής. Η οποία, σε συνδυασμό με τις φειδωλές κοινωνικές νύξεις, κάνουν ετούτο το γκράφικ νουάρ ένα πλήρες κι ευχάριστο ψυχαγωγικό ανάγνωσμα.
Ένα δεύτερο, εξαιρετικά ενδιαφέρον δείγμα είναι το "Οι Όμηροι του Γκαίρλιτζ" (Ίκαρος, 2020) όπου εξιστορείται ένα άγνωστο στους πολλούς περιστατικό του Α' ΠΠ – την αμαχητί παράδοση του Δ' Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία των περίπου 7.000 αξιωματικών και οπλιτών που το αποτελούσαν στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας.
Συνέβη ως εξής: Το 1916 είναι ο τρίτος χρόνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η κορύφωση του Εθνικού Διχασμού. Με την Ελλάδα να προσπαθεί να διατηρήσει στάση ουδετερότητας, η τότε κυβέρνηση αποφασίζει την παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ. Συνέπεια αυτού, η Βουλγαρία εισβάλλει στην Ανατολική Μακεδονία. Το Δ΄ Σώμα Στρατού βρίσκεται αποκλεισμένο και χωρίς δικαίωμα να αντισταθεί. Μετά από δραματικές διαβουλεύσεις και αφόρητες πιέσεις, ο επικεφαλής του Σώματος προτείνει την κατ' ευφημισμό φιλοξενία των ανδρών στην Γερμανία προκειμένου να αποφευχθεί η επώδυνη βουλγαρική αιχμαλωσία. Απίστευτο, κι όμως.
Αφηγητής είναι ο σαλονικιός Οικονόμου. Δεν είναι μόνον αυτός, ωστόσο, που μιλά σε τούτο το οδοιπορικό που εκτείνεται σε εκατό σελίδες: ξεκινά από το Σαρή Σαμπάν κοντά στον ποταμό Νέστο (η σημερινή Χρυσούπολη), κατευθύνεται στην Καβάλα, διασχίζει την βόρειο Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Σερβία και καταλήγει στη ανατολική Γερμανία· για να επιστρέψει τρία χρόνια αργότερα και πάλι στην πατρίδα. Στα καρέ του μυθιστορήματος, εμφανίζονται και παίρνουν τον λόγο πολλοί άλλοι στρατιωτικοί, βαθμοφόροι και μη – χαρακτήρες με διακριτό ύφος και ρόλο πλαισιωμένοι από το αντίστοιχο, υποβλητικό στην σκληρότητά του, περιβάλλον.
Ως έμπειρος κομίστας, ο Θανάσης Πέτρου απεικονίζει τον σουρεαλισμό και την παραφροσύνη του πολέμου με μια λιτή γήινη παλέτα, ιμπρεσιονιστικές πινελιές και ημι-αδρές γραμμές. Ως συγγραφέας επίσης, καθώς έχει γράψει ένα ολοκληρωμένο πρωτότυπο σενάριο, αντιμετωπίζει τα ρεαλιστικά και σύνθετα, ώριμα, θέματα που απορρέουν με στοχασμό κι ενίοτε δεικτικό χιούμορ. Εξερευνά δε τις ψυχολογικές και σωματικές βλάβες του πολέμου όχι μόνον με τις μουντές τονικότητες του χρωστήρα του, αλλά και με την γλώσσα – οι άνδρες του Σώματος μιλούν με τους ιδιωματισμούς και τις ιδιαίτερες λέξεις του τόπου απ' όπου προέρχονται. Έτσι ακούς τη Θεσσαλονίκη, τη Μάνη, τη Σμύρνη ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβάνεσαι και την κουλτούρα του κάθε τόπου, στοιχείο που δρα αντιστικτικά με το περιβάλλον του πολέμου και προσδίδει ξεχωριστή ενάργεια και πιστότητα στην αφήγηση.
Ο τόμος ετούτος είναι ο πρώτος από μία σειρά πέντε, μέχρι στιγμής, τόμων που ο Θ. Πέτρου έχει δημιουργήσει γύρω από συγκεκριμένα ορόσημα της ιστορίας της Ελλάδας και κατ' επέκταση της Ευρώπης. Συμπληρώνεται με ένα επιλογικό σημείωμα και σχετική βιβλιογραφία στις τελευταίες σελίδες του, είναι εξαιρετικής αισθητικής και γραφιστικής επιδεξιότητας, και σε απορροφά· τόσο που ξεχνάς πως διαβάζεις ένα μυθιστόρημα σε εικόνες.
Γραφιστική και οπτικά εφέ, design, εικονογράφηση, λογοτεχνία και τεχνικές του βιβλίου, comics, εννοιολογική τέχνη είναι τομείς που συγκλίνουν, αλληλοδιαχέονται και επηρεάζουν το πεδίο του graphic storytelling/novel – ένας ευρύς όρος που αφορά κατά κύριο λόγο σε ενήλικες καθώς έχει πλέον διαχωριστεί από τον όρο comics που απευθύνεται σε νεαρότερες ηλικίες και συνδέεται με σύντομα αφηγήματα σε περιοδικές εκδόσεις, και γελοιογραφίες.
Να όμως που το εικονογραφικό “Ένας Κόσμος Χωρίς Τέλος” (μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου / επμέλεια: Γιάννης Ζηρίνης – Κριτική, 2024) κοντράρει τον πιο πάνω διαχωρισμό – μοιάζει με τα μαμούθ-κόμικς κι έχει πρωταγωνιστή έναν σούπερ-ήρωα που παραπέμπει στον IronMan της Marvel. Συμπρωταγωνιστούν οι δημιουργοί του βιβλίου – δύο ανθρώπινα καρτούν που μιλούν, με αρκετό χιούμορ, σε διαλόγους-μπαλονάκια θυμίζοντας έντονα τα "μίκυ μάους" των παιδικών μας χρόνων. Κι επιπλέον, δεν σχετίζεται αμιγώς με το παρελθόν, ούτε είναι μυθοπλασία ή κάποιο άλλο λυρικό πεζογραφικό είδος όπως είναι η επικρατούσα μορφολογία των γκράφικ νόβελ.
Ο Jean-Marc Jancovici, διακεκριμένος μηχανικός, καθηγητής και συγγραφέας, έχει συντάξει μία εμβριθή μελέτη που αντλεί από το φλέγον παρόν – την ενέργεια, το κλίμα και το περιβάλλον. Και μέσω της έγχρωμης κι ευφυούς εικονογραφίας του βραβευμένου Christophe Blain, οπτικοποιεί με κάθε λεπτομέρεια τα ευρήματα: την εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από τα ορυκτά καύσιμα, τις βαθιές αλλαγές που επιφέρει η ανθρώπινη δραστηριότητα στο φυσικό περιβάλλον, και τις συνέπειες όλου αυτού του συστήματος αλληλεπίδρασης, από τις απαρχές της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα, στο σύνολο της κοινωνίας. Ως επίλογο, η γνώση και τα δεδομένα των πρότερων σελίδων προβάλλουν το επιτακτικό ερώτημα για το μέλλον της υφηλίου – μία αίσθηση υπεραρκετή για την αφύπνιση της κοινωνικής, κι όχι μόνον οικολογικής, συνείδησης των ενήλικων αναγνωστών. Οι δύο Γάλλοι προτείνουν, επίσης, την ανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών της καθημερινότητας για την άσκηση ενεργειακής εγκράτειας. Όχι ακριβώς ανάλαφρο και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα, σίγουρα όμως ένα καλαίσθητο, έγκυρο κι αντισυμβατικό εργαλείο μόρφωσης, προβληματισμού κι ευαισθητοποίησης.
H εικόνα είναι νόημα και μεταφορική πληροφορίας. Εντείνει σημαντικά την κατανόηση ενός κειμένου ενώ παράλληλα καλλιεργεί την οπτική και γενικότερη αισθητική του αναγνώστη – μερικά από τα οφέλη των γκράφικ νόβελ που γνωρίζουν ραγδαία εξέλιξη την τελευταία, περίπου, δεκαετία. Η μεγάλη δημοφιλία τους, ωστόσο, με κάνει να σκέφτομαι πως μπορεί να θεωρηθούνται επαρκής ανάγνωση λογοτεχνίας. Δεν είναι παράλογο: στην εποχή της κυριαρχίας της εικόνας και της συμπυκνωμένης ψηφιακής πληροφορίας, της αμέτοχης αντίδρασης και των μονολεκτικών συμπερασμάτων είναι πολύ πιθανό έως φυσιολογικό επακόλουθο.
Τα όρια του κόσμου μας είναι τα όρια της γλώσσας μας, είπε ο Wittgestein. Κι έχει δίκιο: όσο και αν οι εικόνες εμπλουτίζουν, θέλγουν ή κινητοποιούν έναν κόσμο –με την ευρεία ή την στενά προσωπική ερμηνεία του–, με τις λέξεις, και κατ’ επέκταση τα μεγάλα κείμενα, είναι που μαθαίνουμε να βλέπουμε κι όχι απλώς να κοιτάμε· να αναπτύσσουμε τις διαστάσεις της σκέψης και να ολοκληρώνουμε ένα σκεπτικό· να ασκούμε την πολυπόθητη κριτική εκδοχή της και να ερμηνεύουμε, όπως έδειξαν ο Italo Calvino και ο Jürgen Buchmann, γλαφυρές εκφάνσεις της σιωπής. Διαφορετικά, μιλάμε για απλή κατανάλωση εικόνων και εικονική επικοινωνία.
* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό των βιβλίων The Books' Journal ( τ.174 / Μάρτιος 2026 )
Σημειώσεις: Η πρώτη και η τρίτη εικόνα είναι αντλημένες από την εικονογράφηση των αντίστοιχων βιβλίων. Η δεύτερη, όπου ο δημιουργός του "Γκαίρλιτς", αντλήθηκε από το διαδίκτυο. Το εικαστικό "Καταφύγιο" ( 2015 ) είναι της Τζούλιας Ανδρειάδου.


.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου