Σάββατο 19 Ιουνίου 2010








"Ορισμένοι άνθρωποι...






...περνούν όλη τους τη ζωή διαβάζοντας δίχως ποτέ να μπορέσουν να δουν πέρα από τις λέξεις που είναι τυπωμένες στη σελίδα, δεν καταλαβαίνουν ότι οι λέξεις είναι απλώς σκαλοπάτια τοποτετημένα κατά πλάτος ενός ορμητικού ποταμού, και ο λόγος που βρίσκονται εκεί είναι για να μπορέσουμε εμείς να φτάσουμε στην μακρινότερη όχθη, την άλλη όψη των πραγμάτων."








Τρίτη 15 Ιουνίου 2010





Μία κουκκίδα στην άμμο


     "Δεν είναι τόσο εύκολο να διαβάσεις στην παραλία. Ξαπλωμένος ανάσκελα είναι σχεδόν αδύνατο. Ο ήλιος σε τυφλώνει, πρέπει να κρατάς το βιβλίο με τεντωμένο χέρι πάνω απ' το πρόσωπό σου. Καλά είναι για μερικά λεπτά, αλλά έπειτα αλλάζουμε θέση. Στα πλάγια, στηριγμένοι στον αγκώνα του ενός χεριού, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στον κρόταφο, κρατώντας με το άλλο το ανοιχτό βιβλίο και γυρίζοντας τις σελίδες, είναι επίσης κάπως άβολα. Τότε, γυρίζουμε μπρούμυτα, με τα δύο χέρια διπλωμένα μπροστά μας. Πάνω απ' την άμμο φυσάει πάντα το αεράκι. Οι μικροί κρυστάλλινοι κόκκοι μπαίνουν μέχρι την ράχη του βιβλίου. Στο γκριζωπό και ελαφρύ χαρτί των βιβλίων τσέπης, μαζεύονται κόκκοι άμμου, χάνουν τη λάμψη τους, ξεχνιούνται - δεν είναι παρά ένα επιπλέον βάρος, που αφηρημένα τινάζουμε ύστερα από μερικές σελίδες. Όμως στο βαρύ, τραχύ και λευκό χαρτί των αυθεντικών εκδόσεων, η άμμος διεισδύει. Απλώνεται στις κιτρινισμένες  διακυμάνσεις της επιφάνειας του χαρτιού και λάμπει εδώ κι εκεί. Είναι άλλη μια στίξη, άλλος ένας ανοιχτός χώρος.    
      (...)
      Όμως, είναι επίσης ωραίο να βυθίζεσαι "στο χρώμα": να προεκτείνεις μέχρι τέλους την Έρημο του Λε Κλεζιό στη δική σου έρημο, και τότε η σκορπισμένη άμμος στις σελίδες κλέβει τα μυστικά της φυλής των Τουαρέγκ, τις αργές και γαλάζιες σκιές.  
       Όταν διαβάζεις πολλή ώρα με τα χέρια απλωμένα μπροστά σου, το πιγούνι σου βυθίζεται στην άμμο, το στόμα σου ρουφάει την παραλία - τότε, ισιώνουμε το σώμα μας, σταυρώνουμε τα χέρια μας στο στήθος, και μόνο το ένα χέρι μας γλιστράει πού και πού για να γυρίσει τις σελίδες και να τις σημειώσει. Είναι μια εφηβική στάση. Γιατί; Δίνει στην ανάγνωση μια κάπως μελαγχολική διάσταση. Όλες οι επόμενες στάσεις, οι δοκιμές, η κόπωση, οι περιοδικές απολαύσεις συνθέτουν  την ανάγνωση στην παραλία. Έχουμε την αίσθηση ότι διαβάζουμε με το κορμί μας."


Απόσπασμα από το διήγημα "Διαβάζοντας στην παραλία" του Φιλίπ Ντελέρμ που βρίσκεται στην συλλογή διηγημάτων του με τίτλο "Η πρώτη γουλιά της μπίρας, κι άλλες μικρές απολαύσεις" (Πατάκης, 2000).

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010







Είναι κάτι ώρες...


που τρέχουν πιο γρήγορα από τις σκέψεις και ξεθωριάζουν...
Πόσο με κουράζουν...


Κυριακή 6 Ιουνίου 2010





New Age ή μεταμοντέρνο;

Η δυσκολία που είχα, τελικά,  με  το "Κουρδιστό πουλί" του Χαρούκι Μουρακάμι (Ωκεανίδα, 2005, μτφρ. από τα αγγλικά Λεωνίδας Καρατζάς)  δεν ήταν  η ανάγνωση των 862 σελίδων του αλλά το πως θα μπορούσα να  σχολιάσω το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίς να επιδοθώ σε διθυράμβους αλλά και δίχως, από την άλλη, να το αδικήσω.

Το πρώτο που σκέφτομαι όταν  ακούω να γίνεται λόγος για την Ιαπωνία είναι  το τσάι και  το σούσι, η μίνιμαλ ιαπωνική αισθητική,  οι hi-tech ουρανοξύστες και  τα στελέχη πολυεθνικών εταιριών που τρέχουν αγχωμένα να προλάβουν το επόμενο meeting. Κάτι ανάλογο είχα κατά νου  και για το "Κουρδιστό πουλί" μιας και το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην σύγχρονη Ιαπωνία. 

 
Ο  πρωταγωνιστής του βιβλίου, ωστόσο, με διέψευσε. Ο Τόρου Οκάντα  έχει χάσει την δουλειά του  ως ασκούμενος, δλδ άνθρωπος για όλες τις δουλειές,  σε μια νομική εταιρία και ασχολείται με τα οικιακά όσο περιμένει τη γυναίκα του να  επιστρέψει από τη δουλειά.  Η Κουμίκο, άτομο αυτόνομο και δραστήριο, εργάζεται ως  αρχισυντάκτης σε περιοδικό και μολονότι είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος διαθέτει κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις πνευματιστικού είδους - όταν η  γάτα τους εξαφανίζεται, η Κουμίκο  εμπιστεύεται δύο μέντιουμ για να την ανακαλύψουν. Ο Τόρου  όμως, αναλαμβάνει ο ίδιος να τη βρει διότι η γάτα έχει συμβολική αξία  για  την Κουμίκο και τον γάμο τους. Σ' αυτήν την περιπλάνησή του θα συναντήσει διάφορους ιδιόρρυθμους  χαρακτήρες.

Οι αδερφές Κάνο, η Μάλτα και η Κρέτα, είναι τα δύο  μέντιουμ που με εντολή της Κουμίκο  και  υπερβολικό ενδιαφέρον προθυμοποιούνται να βοηθήσουν τον Τόρου να  βρει τη γάτα του χρησιμοποιώντας τις μεταφυσικές δυνάμεις που κατέχουν. 

Η Τζίντζερ Ακασάκα και ο γιός της Κάρυ, ένας αυτάρεσκος μα ήπιων τόνων νεαρός που έχει να μιλήσει από την ηλικία των 6  -με δική του απόφαση  κι όχι εξαιτίας κάποιας βλάβης στην ομιλία του-  προσφέρουν στον Τόρου  οικονομική ανεξαρτησία με αντάλλαγμα  τις μεταφυσικές δυνάμεις που με κάποιον παράδοξο τρόπο έχει, στο μεταξύ, αποκτήσει.

Η Μαγιού Κασαχάρα είναι μία δεκαεξάχρονη που ο Τόρου γνωρίζει σε μία από τις περιπλανήσεις του στο αδιέξοδο δρομάκι στο πίσω μέρος του σπιτιού του. Παρ' όλο το νεαρό της ηλικίας της, η Μαγιού  έχει πλήρη συναίσθηση της ενήλικης πραγματικότητας, δεν πάει στο σχολείο από δική της επιλογή και μοιράζεται τις υπαρξιακές ανησυχίες της με τον Τόρου. Οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι καλοί φίλοι εάν η Μαγιού δεν μετατόπιζε την διάθεσή της από την καλή στην κακή της πλευρά και τούμπαλιν.


Ο υπολοχαγός Μαμίγια, μπαίνει στην ζωή του Τόρου για να του παραδώσει ένα πακέτο που του κληροδότησε με τον θάνατό του ο κοινός γνωστός τους, ο κύριος Χόντα.  Ο υπολοχαγός Μαμίγια διηγείται  -και στην διάρκεια της μακράς επίσκεψής του και αργότερα, μέσω επιστολών- την ιστορία όλης του της ζωής η οποία ουσιαστικά είναι η περίοδος που έζησε ως στρατιωτικός στον πόλεμο της Ιαπωνίας με την Ρωσία, το '30.  Η αφήγηση εκείνης της περιόδου  -ιδίως των πολεμικών επεισοδίων στη Μαντσουκουό όπου έλαβε μέρος- είναι  τόσο εκτενής και  περιγραφική που θα μπορούσε να σταθεί από μόνη της ως ξεχωριστό διήγημα.

Ο Νομπόρου Γουατάγια είναι ο μεγαλύτερος αδερφός της Κουμίκο. Μεγαλωμένος για να εκπληρώσει  τις προσδοκίες των γονιών του και να σταδιοδρομήσει στον ανώτερο δημόσιο τομέα   μετατρέπεται -με αφορμή την βουλευτική έδρα που "κληρονομεί"  από τον θείο του- σ' έναν  αριβίστα ολκής, ένα γυαλιστερό πρόσωπο των μίντια με μεγάλο έρεισμα στο τηλεοπτικό κοινό. Θεωρεί τον Τόρου  το απόλυτο μηδενικό και του φέρεται απαξιωτικά.  Ο Τόρου  τρέφει ιδίας έντασης συναισθήματα για τον Νομπόρου. Όταν η Κουμίκο τον εγκαταλείπει και ο Νομπόρου Γουατάγια επικοινωνεί μαζί του για να του μεταφέρει την επιθυμία της να χωρίσουν άμεσα, ο Τόρου αρνείται κατηγορηματικά να τον πιστέψει και να κάνει ό,τι του υποδεικνύει εάν δεν  ακούσει την ίδια να του το ζητά. 

Στο βιβλίο, βέβαια, υπάρχουν και οι  "μικροί ρόλοι". Ανάμεσά τους και ένας ιδιοκτήτης στεγνοκαθαριστηρίου που ακούει μονίμως τζαζ στο μαγνητόφωνό του.   Γνωστός λάτρης της τζαζ -υπήρξε ιδιοκτήτης τζαζ μπαρ στο Τόκιο-  ο Μουρακάμι βάζει την προτίμησή του αυτή να "παίζει"  στο μυθιστόρημα. Ωστόσο, ο ρυθμός της "Κλέφτρας Κίσσας" του Ροσσίνι  είναι εκείνος που πρωταγωνιστεί - τον σφυρίζει ο Τόρου καθώς μαγειρεύει, τον ακούει στο ραδιόφωνο,  τον "βλέπει" στον βηματισμό  του γκρουμ ενός ξενοδοχείου.  

Εκτός από τα πρόσωπα, στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν και ορισμένα αντικείμενα.  Καταρχήν, ένα στεγνό πηγάδι - είναι ο τόπος όπου ο Τόρου απομονώνεται και  καταδύεται  στον εσώτερο εαυτό του.  Ένα ρόπαλο του μπέηζμπωλ παίζει, επίσης, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη - σαν  μια σκυτάλη που περνά από την μια διάσταση στην άλλη  μεταδίδοντας μηνύματα και μνήμες του παρελθόντος. Και φυσικά,  ένα πουλί. 


Πότε ως αγαλματάκι στον κήπο ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού κι  άλλοτε πάλι  ως ζωντανό πουλί το "κουρδιστό πουλί" του τίτλου σηματοδοτεί κρίσιμες φάσεις στην ζωή του  Τόρου  και των υπολοίπων χαρακτήρων του βιβλίου είτε αυτές αναφέρονται στο παρελθόν είτε στο παρόν. Το πουλί τούτο -που  ποτέ δεν γίνεται ορατό- βρίσκεται σε συγκεκριμένο μέρος  την συγκεκριμένη ώρα και με το τιτίβισμά του, ένα κρρρρρραααακ που ακούγεται μεταλλικό -σαν κάποιος να το κουρδίζει- ρυθμίζει  την καθημερινότητα του Τόρου  ο οποίος είναι πολύ άβουλος και αναποφάσιστος για να κάνει το οτιδήποτε - άγεται συνεχώς απο τις επιθυμίες των άλλων. Ωστόσο, όταν στο τέλος θα εξαφανιστεί, ο Τόρου θα αναλάβει, πια,  να "κουρδίσει" την  ζωή του μόνος του. 

Το "Κουρδιστό πουλί" θα μπορούσε να τοποθετηθεί δίπλα στην "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" στο ράφι των new age μυθιστορημάτων  - μυστικισμός, συμβολισμός, έκτη άισθηση, μετεωρισμός,  zen.  Ωστόσο, η συνύπαρξη του Χαρούκι με τον Πάολο Κοέλιο (που κι αυτός έχει χαρακτηριστεί new age) είναι ανατριχιαστική και μόνο  ως σκέψη - αν μη τι άλλο, ο Μουρακάμι δεν είναι καθόλου παρηγορητικός. 

Το "Κουρδιστό πουλί" θα ήταν ένα καλό δείγμα μεταμοντέρνου μυθιστορήματος μιας και το λεξιλόγιο του Μουρακάμι είναι  εκπληκτικά απλό και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο τόσο άμεση και φυσική που οτιδήποτε κι αν διαβάσεις, όσο παράλογο και να φαντάζει, το θεωρείς εξίσου φυσιολογικό.  Ωστόσο, δεν υπάρχει καμμίας μορφής αμφισβήτηση καθώς ο Τόρου δεν φέρει ουδεμία αντίρρηση σε ότι του συμβαίνει ούτε και αναλαμβάνει κάποια πρωτοβουλία για  οτιδήποτε. Ακόμη και η περιγραφή του  παραδοσιακού τρόπου ζωής των Ιαπώνων δεν περιέχει κάτι δηκτικό.  Νέες  ιστορίες προσώπων ανοίγουν διαρκώς  και παρεμβάλλονται στην βασική αφήγηση αποπροσανατολίζοντας τον Τόρου όπως και κάθε αναγνώστη,  εξάλλου, που αφήνεται σε μια νωχελική ανάγνωση. Είναι αλήθεια ότι ενώ κάποιες ιστορίες έχουν ένα σημείο σύνδεσης με τον κεντρικό άξονα της πλοκής, κάποιες άλλες είναι εντελώς ασύνδετες και δεν προσφέρουν στην τελική έκβαση. Ίσως σ' αυτό να οφείλεται το ότι η αγγλική έκδοση του βιβλίου είναι αρκετά διαφοροποιημένη από την αρχική γιαπωνέζικη - δεν υπάρχει μία ενιαία συλλογιστική που να συνδέει όλες ετούτες τις ιστορίες και καθώς διάβαζα,  αναρωτιόμουν συνεχώς για τον λόγο ύπαρξης της κάθε επιμέρους ιστορίας  που ξεπηδούσε στην ζωή του Τόρου 

Αστικό μυθιστόρημα, τότε; Στο κάτω κάτω πρόκειται για μια περιπλάνηση στους δρόμους  ενός  προαστίου μιας σύγχρονης πόλης  και μέσα από την παρατηρητικότητα του Τόρου διαφαίνονται οι  βασικές συντεταγμένες της ζωής μας σήμερα: ταχύτητα και αποξένωση.

Η  απάντηση, δυστυχώς,  δεν είναι εύκολη, ούτε μονολεκτική - το καταλάβατε, άλλωστε, για να φτάσετε να διαβάζετε την ανάρτηση μέχρι εδώ.  Μπορώ, ωστόσο, άνετα να πω ότι ο  Μουρακάμι  αποτελεί μία ξεχωριστή κατηγορία από μόνος του. Στο "Κουρδιστό πουλί"  (υποθέτω και στα υπόλοιπα βιβλία του μα δεν τα έχω διαβάσει ακόμη για να το γνωρίζω) δημιουργεί ένα ολοκληρωτικά προσωπικό σύμπαν, ένα εξαιρετικό δείγμα του πως συνδυάζεται η ρεαλιστική αφήγηση με τον μαγικό ρεαλισμό και την μεταφυσική - το ανεξήγητο, το άλογο, το ασύνδετο είναι κυρίαρχα στην αφήγηση. Θυμίζει  πολύ έντονα Ντέιβιντ Λιντς ωστόσο, αντίθετα με τον σκηνοθέτη που σε αφήνει να χαθείς στις παραισθήσεις του ασυνειδήτου, ο Μουρακάμι σε οδηγεί  σε ένα συμπέρασμα που  είναι απολύτως σαφές και ορθολογιστικό: τα εμπόδια που νόμιζες ότι υπήρχαν και τα όρια που ένιωσες ότι δεν έπρεπε να ξεπεραστούν, δεν υπάρχουν. 



 Σημειώσεις: Η πρώτη υδατογραφία είναι του Ιάπωνα καλλιτέχνη Takeuchi Seiho. Το δεύτερο  έργο είναι άτιτλο και έχει φιλοτεχνηθεί με μελάνι - το είδα σαν  μια απεικόνιση  κινέζων στρατιωτών. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για την αρχαία πόλη Anghor Thom στην Καμπότζη. Το σκίτσο ανήκει στον επίσης Ιάπωνα-Αμερικανό εικαστικό Ισάμου Νογκούτσι, το έργο του οποίου θα εκτεθεί στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου  φέτος το καλοκαίρι. Η τρίτη φωτογραφία απεικονίζει τον μηχανισμό ενός  κουρδιστού πουλιού. 

Σάββατο 29 Μαΐου 2010





Forever young ?


"Because Dickens and Dostoyevsky and Woody Guthrie
were telling their stories much better than Ι ever could,
I decided to stick to my own mind."



Ίσως αυτό να είναι το μυστικό της αιώνιας νεότητας -  to stick to your own mind. Ο Μπομπ Ντύλαν  αποτελεί  ζωντανή απόδειξη η οποία, βέβαια, δεν έχει καμμία σχέση με εξωτερική εμφάνιση, διάφορες χειρουργικές πρακτικές και συμπεριφορές που αγγίζουν τα όρια του παλιμπαιδισμού. 

Από την  αρχή της πορείας του ο Ντύλαν είχε ένα διακριτό, απολύτως προσωπικό ύφος ως  μουσικός και  συνθέτης το οποίο και συνεχίζει να διατηρεί έως και τις μέρες μας και το οποίο  τον έχει κατατάξει και στο πεδίο της λογοτεχνίας - οι στίχοι των τραγουδιών του  έχουν κατηγοριοποιηθεί ως καθαρή ποίηση. Αν και δεν του άρεσε να τον αποκαλούν ποιητή, με αυτήν την ιδιότητα προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1997 ενώ το 2008 του απονεμήθη εύφημη μνεία της επιτροπής των Βραβείων Πούλιτζερ για "την βαθιά επιρροή του στην αμερικανική μουσική και τον αμερικανικό πολιτισμό, η οποία χαρακτηρίζεται από λυρικές συνθέσεις ασυνήθιστης ποιητικής έντασης."

Δεν είναι ευρύτερα γνωστό, ωστόσο, παράλληλα με την μουσική ο Ντύλαν ασχολήθηκε και με την συγγραφή βιβλίων. Το  αυτοβιογραφικό "Χρονικά, τόμος πρώτος"  συμπεριλαβάνεται στην ύλη τμημάτων  Λογοτεχνίας των Αμερικανικών πανεπιστημίων μαζί με εκείνα των Τζακ Κέρουακ, Άλεν Γκίνζμπεργκ και Άλις Ουόκερ ως έργα αντιπροσωπευτικά της λογοτεχνίας του '60. Ο Μπομπ Ντύλαν υπήρξε στενός φίλος του Άλεν Γκίνζμπεργκ αποκομίζοντας καθοριστικές εμπειρίες  από το κίνημα της Beat Generation - ο λόγος του χαρακτηρίζεται τόσο από αντίδραση ενάντια σε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα όσο και από τις απαντήσεις που έδωσε σε πιο ατομικούς προβληματισμούς όπως η προσωπική έκφραση και η υπευθυνότητα. 

Ίσως, τελικά, το μυστικό του να μένει κανείς νέος να είναι αυτό: η προσωπική έκφραση και η υπευθυνότητα. Μια συνεχής δημιουργία που να προέρχεται από και να απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως. Ιδίως, όμως,  στα παιδιά.

Κυριακή 23 Μαΐου 2010







A - C - L






"Ο κινηματογράφος δεν είναι μία τέχνη που καταγράφει τη ζωή: ο κινηματογράφος είναι κάτι ανάμεσα στην τέχνη και στη ζωή.  Αντίθετα με την ζωγραφική και τη λογοτεχνία, ο κινηματογράφος και δίνει στη ζωή και παίρνει από αυτή και εγώ προσπαθώ να αποδώσω αυτή την αντίληψη στις ταινίες μου. Η λογοτεχνία  και η ζωγραφική υπάρχουν, και οι δυο, από την αρχή, ο κινηματογράφος όχι." 



Ζαν Λυκ Γκοντάρ, (1970)






Σημείωση: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι από τα αρχικά των λέξεων Art, Cinema, Literature.

Τρίτη 18 Μαΐου 2010






Το θεώρημα
ενός παπαγάλου


Συνήθως ανεβάζω αναρτήσεις για βιβλία που έχω διαβάσει και τα οποία μπορώ να σχολιάσω και να σας προτείνω. Σήμερα, όμως, θα γράψω για ένα βιβλίο που δεν έχω διαβάσει -αν και προσπάθησα- κι αυτό διότι έχει σχέση με τα μαθηματικά - βλέπετε, ανήκω στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που οτιδήποτε έχει σχέση με τα μαθηματικά αποτελεί γι' αυτούς terra incognita. 

Επιχείρησα, λοιπόν,  χωρίς επιτυχία να διαβάσω το  μυθιστόρημα του  ακαδημαϊκού Ντενίζ Γκετζ "Το θεώρημα του παπαγάλου" (Πόλις, μτφρ.Τεύκρος Μιχαηλίδης). Πρόκειται για το πιο δημοφιλές, ίσως, μεταφρασμένο πεζογράφημα μίας κατηγορίας η οποία συνδυάζει σε μεγάλες δόσεις τα ανώτερα μαθηματικά με τη λογοτεχνία - συνδυασμός που  είναι γοητευτικός για τους μυημένους στην φιλοσοφία των αριθμών, για κάποιους άλλους όμως -εμού συμπεριλαμβανομένης- απλώς ακατανόητος. Ωστόσο. Όταν κυκλοφόρησε, το 2001 το ξεφύλισσα, θυμάμαι, με περιέργεια και ανέτρεξα στη σύνοψη του οπισθόφυλλου με ένα αρκετά έντονο συναίσθημα τόλμης αλλά κι επιφύλαξης μαζί.  "Παρίσι, ταξιδιωτικές περιγραφές, περιπετειώδης αφήγηση, ένα γράμμα κάποιου φίλου από τα παλιά, ένα φορτίο πολύτιμων βιβλίων και ένας φλύαρος παπαγάλος που  έρχονται να κάνουν άνω κάτω την ήρεμη ζωή των ενοίκων της οδού Ραβινιάν στους πρόποδες της Μονμάρτρης" . Αν μη τι άλλο, σκέφτηκα, το μυθιστόρημα αυτό θα διέθετε και ατμόσφαιρα και χιούμορ. Αλλά... ο φόνος και  η διαλεύκανσή του -ο βασικός πυρήνας της αφήγησης- που εκτυλίσσονται στις σελίδες του μυθιστορήματος έχουν  άμεση συνάφεια με  μαθηματικές θεωρίες. Πως θα παρακολουθούσα την υπόθεση εάν δεν  μπορούσα να εντοπίσω τα σημεία σύνδεσης της πλοκής με τις θεωρίες του Πυθαγόρα, του Αρχιμήδη και του Ευκλείδη;  εάν δεν είχα την αίσθηση του κειμένου; Η σύνοψη ήταν σαφής -  τα μαθηματικά δεν επρόκειτο να είναι μόνο ένα μέρος της  αφήγησης,  ήταν η ίδια η αφήγηση. Συνεπώς, επέστρεψα τον τόμο στο ράφι του. 

Οι φίλοι και οι θαυμαστές των μαθηματικών έχουν σχολιάσει   πολύ εγκωμιαστικά το  εν λόγω μυθιστόρημα και έχουν, πιθανόν, δίκιο  δεδομένου ότι "το θεώρημα..." έθεσε γερά τα θεμέλια της μαθηματικής λογοτεχνίας στην Ευρώπη. Στα καθ'ημάς, μεγάλη ώθηση  στο είδος έδωσε  ο Απόστολος Δοξιάδης με το δικό του  "ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ", βιβλίο που απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στο εξωτερικό. Οι κριτικές αναφέρουν ότι ο συγγραφέας καθηλώνει τον αναγνώστη και κάνει τα μαθηματικά  κατανοητά ακόμη και σε κάποιον που είναι μαθηματικά αδαής. 


Έχοντας κατά νού το ότι παρόμοια σχόλια έχουν γραφεί και για τον Ντενίζ Γκετζ, πριν λίγες ημέρες βρήκα  αφορμή από τον θάνατο του συγγραφέα για να  επιχειρήσω την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου για ακόμη μία φορά. Θέλω να πιστεύω ότι  έχω αποκτήσει την "ευκολία" να απολαμβάνω ένα κείμενο υπερπηδώντας τις όποιες επιμέρους δυσκολίες που ορισμένες φορές παρουσιάζονται - γι' αυτό, άλλωστε, υπάρχουν  και τα λεξικά. Έτσι, αφού διάβασα το σύντομο βιογραφικό του Γκετζ, άνοιξα το βιβλίο και περιδιάβηκα τις σελίδες του  με αυτοπεποίθηση.  Τυχαία στάθηκα σε μια σελίδα όπου περιγράφονταν η παρασκευή ενός γεύματος - όσσο μπούκο με ριζότο. Αρκετά ενθαρρυντικό στοιχείο η μυρωδιά ενός φρεσκομαγειρεμένου πιάτου να ξεπηδά από τις γραμμές, δεν βρίσκετε; Αλλά φευ! στην επόμενη σελίδα που γύρισα ανέφερε κάτι  για  άρρητους αριθμούς και λίγο πιο κάτω επαλαμβάνονταν κάτι  το οποίο  παρ' όλη την επιμονή μου αδυνατούσα να καταλάβω - δεν χρειαζόμουν κάτι περισσότερο για να πεισθώ ότι δεν  θα κατόρθωνα  ούτε "διεκπεραιωτικά" να ολοκληρώσω την ανάγνωση του συγκεκριμένου μυθιστορήματος. Δεν απογοητεύτηκα, βέβαια, ούτε πείσμωσα για το αντίθετο. Απλώς,  επέστρεψα τον τόμο στο ράφι του για δεύτερη φορά και χωρίς δεύτερη σκέψη.

Ο λαλίστατος παπαγάλος του μυθιστορήματος του Γκετζ  δεν είχε, τελικά, την ευκαιρία να μου διδάξει  το θεώρημά του ωστόσο, μου  θύμησε  εκείνον τον  εμπνευσμένο καθηγητή της 1ης λυκείου  ο οποίος μου άνοιξε, στην κυριολεξία, τα παράθυρα του μυαλού μου κι άρχισα να κατανοώ όλα εκείνα τα αλγεβρικά  που  έγραφαν οι υπόλοιποι (ορισμένοι  από τους οποίους παπαγαλία) στον πίνακα. Ήταν, όμως, μόνο για δύο μήνες. Στο τμήμα κατόπιν ήρθε ένας "παπαγάλος" του είδους, δλδ ένας καθηγητής που από την στιγμή που έμπαινε στην αίθουσα μέχρι τη στιγμή που θα χτυπούσε το κουδούνι  παρέδιδε  αποστήθιση τους κανόνες και τους τύπους του εκάστοτε κεφαλαίου. Μετά από αυτό, έχασα κάθε  διάθεση να συμμετάσχω κι από τότε, εξακολουθώ να βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο το να συντονίσω τη σκέψη μου με τον μαθηματικό τρόπο σκέψης και λύσης  σχετικών ασκήσεων - όποτε αντικρίζω εκείνες τις μακροσκελέστατες εξισώσεις με τα γράμματα και τους αριθμούς σε ευθύγραμμη παράταξη και περίτεχνους συνδυασμούς  ανατρέχω στις παρτιτούρες του Ιάννη Ξενάκη και στην ζωγραφική του Βίκτωρ Βαζαρελί (κάντε κλικ στην περίοδο Vega, 1968-1974), του Μ.Σ.Έσερ και του δικού μας Νίκου ΑλεξίουΠραγματικά, απολαμβάνω τις εφαρμογές των μαθηματικών θεωριών  σε τομείς όπως η γραφιστική, το ντιζάιν και η αρχιτεκτονική -τομείς που που συνδυάζουν εικαστικά, αισθητική και  πρακτικότητα- δίχως να χρειάζεται να γνωρίζω  ακριβώς ποιες   βρίσκονται από πίσω. 

Ο Άλμπερτ Άινστάιν είπε ότι τα μαθηματικά είναι η ποίηση των λογικών ιδεών. Οι επιστήμονες λένε ότι τα μαθηματικά εκτός του ότι υπηρετούν την τέχνη είναι και αδελφό πεδίο διότι εμπεριέχουν την ίδια τρέλα και ευφυϊα κι  έτσι πρέπει να είναι αν λάβουμε υπόψιν τον κορυφαίο μαθηματικό Τζον Φορμπς Νας και την εύθραστη ψυχική του υγεία.

Στην λογοτεχνία, ωστόσο, προτιμώ τις αναλύσεις -όσο εξαντλητικές και να είναι- χαρακτήρων και συμπεριφορών ατόμων και ομάδων, όχι αριθμών. Η μόνη αριθμητική που με προβληματίζει σ' ένα βιβλίο  είναι, προς στιγμήν, οι σελίδες του. Για παράδειγμα, το βιβλίο που διαβάζω τώρα έχει 862 σελίδες. Εάν  συνεχίσω την ανάγνωση με ρυθμό 70 σελίδων την ημέρα και χρειάζομαι δύο με τρεις ημέρες για να γράψω ένα κείμενο για το μπλογκ, υπολογίζω ότι θα μπορέσετε να διαβάσετε την σχετική ανάρτηση σε  14 ή 15 ημέρες. Αρκεί, μόνο, να μην παρεμβληθεί η θεωρία του χάους. 






Σημειώσεις:  1) Η πρώτη εικόνα ζωγραφίστηκε από ένα παιδί της φυλής των  Καλάς, στο Πακιστάν, και είναι μέρος αντίστοιχης συλλογής του Μουσείου Ελληνικής Παιδικής Τέχνης. Η ιστορία τούτης της ζωγραφιάς είναι πολύ συγκινητική: οι Καλάς ήταν χρόνια απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο και μόλις το 1996 δέχθηκαν ξένους επισκέπτες. Από τους πρώτους που βρέθηκαν εκεί, ως μέλη της ελληνικής αποστολής, ήταν οι εκπρόσωποι του ΜΕΠΤ οι οποίοι μετέφεραν μαζί τους μολύβια, χρώματα, νερομπογιές κ.ά. σύνεργα ζωγραφικής. Τα παιδιά των Καλάς δεν είχαν δει ποτέ πριν στην ζωή τους κάτι τέτοιο και  τα χρησιμοποίησαν με πολύ δισταγμό. Η συγκεκριμένη εικόνα είναι μία από εκείνες τις πρώτες πρώτες ζωγραφιές τους. 
2) Η δεύτερη εικόνα είναι η γραφική απεικόνιση της θεωρίας του χάους.
3) Το Μουσείο Ηρακλειδών  έχει διοργανώσει αναδρομικές εκθέσεις και των δύο καλλιτεχνών -  Βαζαρελί και Έσερ. Αυτή την περίοδο "τρέχει" μορφωτικό πρόγραμμα για μαθητές της Α'βάθμιας και Β'θμιας εκπαίδευσης που αφορά  στη σχέση των Μαθηματικών με την Ζωγραφική και τη Γλυπτική.