Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009





Όσο να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι...



Εδώ και μέρες προσπαθώ να γράψω κάτι για τον "μικρούλη έρω" (sic) του Πασκάλ Κινίαρ (Μελάνι, 2008) αλλά μου είναι δύσκολο. Πως περιγράφουν τον καύσωνα του πόθου, το σκοτάδι της απόγνωσης, τον δραματικό ήχο του βιολοντσέλου που ξεπηδά ανάμεσα απ' τις λέξεις;

Ας το πάρω από την αρχή. Ο Πασκάλ Κινίαρ είναι ένας συγγραφέας όχι ιδιαίτερα γνωστός σε μας. Γεννήθηκε το 1948, στη Γαλλία, σε οικογένεια εκπαιδευτικών - γονείς καθηγητές κλασικών σπουδών, ο ένας παππούς, από την μεριά της μητέρας, συγγραφέας, ο άλλος, από την μεριά του πατέρα, μουσικός. Αναπόφευκτο, σχεδόν, να ασχοληθεί με τις Τέχνες και τα Γράμματα. Σπουδάζει Φιλοσοφία, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο και για σειρά ετών συνεργάζεται με τον Gallimard. Tο 1994 εγκαταλείπει όλες τις θέσεις του και αφιερώνεται στο γράψιμο. Μεταφράζει, γράφει αρκετά δοκίμια αλλά και μυθιστορήματα με πιο γνωστό το "Όλα τα πρωινά του κόσμου" που μεταφέρθηκε στον κιν/φο με μεγάλη επιτυχία. Σ' αυτήν την πολύ ατμοσφαιρική -σχεδόν εικαστική- ταινία πρωταγωνιστεί ένας μουσικός της βιόλα ντα γκάμπα και η οικογένειά του. Στον "μικρούλη έρω" πρωταγωνίστρια είναι μία δεξιοτέχνης του βιολοντσέλου και η αδυσώπητη μοναξιά της.


Τότε, ήταν μια ασχημούλα δεκαεννιάχρονη σπουδάστρια βιολοντσέλου κι εκείνος, ένας τριανταπεντάρης γόης. Στη Νίκαια της Γαλλίας. Καλοκαίρι. Καύσωνας. Ένα απόγευμα.


Μεταξύ των δυο τους δεν έχει προηγηθεί κάποια έλξη, ή έστω κάποια φιλία. Δεν υπάρχει κάτι που να τους συνδέει. Για τον Γκέρχαρντ Μπιελέ, η νεαρή βιολοντσελίστρια είναι απλώς η εκτόνωση μιας "... βασανιστικής, επιτακτικής φαντασίωσης, μιας αγωνίας που άγγιζε τα όρια της αγωνίας."


Για την Πωλίν Αρλέ όμως είναι αλλιώς. Βασανίζεται να καταλάβει τι ήταν αυτό που έζησε, κι αν ήταν έρωτας, πέφτει σε κατάθλιψη, προσπαθεί να επαναλάβει εκείνο το απόγευμα μα ο Γκέρχαρντ "... είπε σε τόνο απαγγελίας, σιγοτραγουδώντας σαν τα μικρά παιδιά του δημοτικού: "Δεν σου δίνω άλλη ελπίδα, δεν με είδες, δεν σε είδα...'"


Πολλές φορές σε στιγμές αμηχανίας -κυρίως στον έρωτα- λέμε ή και κάνουμε ανόητα, αψυχολόγητα πράγματα. Είμαι σίγουρη ότι όλοι μας έχουμε κάτι ασυνάρτητο, "τρελό" ή "ευφυέστατο" να θυμηθούμε που μας έχει φέρει σε δύσκολη θέση. Κατόπιν εορτής βέβαια, το απωσιοπούμε, ναι, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το αρνούμαστε ή ότι δεν έγινε. Έγινε και υπήρξε και οι πιο "γενναίοι" από εμάς που το διακωμωδούν, γνωρίζουν κάτι περισσότερο για την απόλαυση ενός τέτοιου λάθους - με ή χωρίς εισαγωγικά. Στο κάτω κάτω, για να "παίξω" με μια αγγλική παροιμία,"love isn't love without a cello-playing goat".* Και αν η αντίδραση της Πωλίν να δεχθεί τον βιαστή της εξηγείται από τον Ρόμπερτ Φρόστ που είπε ότι "Αγάπη είναι η ακαταμάχητη επιθυμία να είσαι ακαταμάχητα επιθυμητός/η", πως μπορεί να ερμηνεύσει κανείς τον Γκέρχαρντ ο οποίος υπακούει στο "θύμα" του και κατόπιν επιστρέφει στην κενότατη ζωή του σαν να μην συνέβη τίποτα;


Η Πωλίν δεν ξεχνά τι συνέβει εκείνο το απόγευμα - εκείνον τον βουβό κι αδιέξοδο έρωτα που στην πραγματικότητα ήταν "... ένα μικρούλι ραγισμένο άγαλμα του θεού Έρωτα, με υπερβολικά φουσκωτά μάγουλα, με πολύ μεγάλο πισινό, άγαλμα φτιαγμένο από γύψο και ξύλο, τελείως σκασμένο, φαγωμένο από την υγρασία..." Εξήντα τρία χρόνια μετά, η γερασμένη πια μουσικός, με φανερές τις φθορές του χρόνου πάνω της και το κορμί της να έχει πάρει τη στροφή του θανάτου, διηγείται αυτήν την ερωτική ιστορία σε έναν θαυμαστή της, ο οποίος και την καταγράφει με αρκετά στυλιζαρισμένο ύφος και λέξεις σωστά αρμολογημένες, σε μόλις 45 μικρές σελίδες.



* play the giddy goat: κάνω τρέλες.


 
Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου - το "Γυναίκα που παίζει Τσέλο" του Ούγγρου Róbert Berény Ο δεύτερος πίνακας είναι λεπτομέρεια από τoν "la mariee" του Μαρκ Σαγκάλ. Μπορείτε να ακούσετε τον παραπλήσιο με βιολοντσέλο ήχο της βιόλα ντα γκάμπα - έχει την γοητεία και την μελαγχολία της νουβέλας. Και τα δύο είναι το ίδιο έντονα και διαρκούν λίγο. Όσο να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι...