Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010





Ξενοδοχείο Lutetia

Προσπαθώ να βρω έναν τίτλο για τούτη την ανάρτηση αλλά δυσκολεύομαι. Είναι γεγονός ότι όταν μου αρέσει κάτι πολύ, δεν αποδίδω! Και το Ξενοδοχείο Lutetia (Πόλις, 2006, μτφρ. Σπύρος Παντελάκης) μου άρεσε πολύ. Όχι μόνο γιατί ο συγγραφέας, Πιερ Ασσουλίν, με μετέφερε στην ατμόσφαιρα μιας σαγηνευτικής για μένα εποχής -αυτής του Μεσοπολέμου- αλλά και διότι το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα είναι μία δυνατή αφήγηση που "σκαλίζει" σημαντικά ιστορικά γεγονότα και τα κάνει να μένουν στη μνήμη.

Το Lutetia είναι ένα ξενοδοχείο-σύμβολο του Παρισιού. Χτισμένο στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, το πρώτο δείγμα Αρ Ντεκό αρχιτεκτονικής κι ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία της γαλλικής πρωτεύουσας ακόμη και σήμερα είναι αναμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος - το ύφος και η προσωπικότητα του κτηρίου διαπνέουν μέχρι τέλους τις σελίδες και κυριαρχούν και στα τρία μέρη που είναι χωρισμένο το βιβλίο.

Το πρώτο μέρος, Ο Κόσμος Πριν, είναι το πιο ανάλαφρο. Το ξενοδοχείο είναι στις δόξες του και ο κοσμοπολιτισμός του υποβλητικός. Οι φιλοξενούμενοί του όσο και οι επισκέπτες καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων: αριστοκράτες, επιφανείς εμιγκρέδες, ιδιόρρυθμοι μικροαστοί, πολιτικοί αλλά και άνθρωποι του πνεύματος και των Τεχνών. Ματίς, Τόμας Μαν, Αντρέ Ζιντ, Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, Σάμιουελ Μπέκετ είναι μόνο μερικοί από αυτούς που παρουσιάζονται. Ο συγγραφέας αφιερώνει 8 σελίδες στον Τζαίημς Τζόυς που είναι από τις πιο τρυφερές σε όλο το βιβλίο. Βρισκόμαστε στο 1938-'39, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου και κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί τι μέλλεται να συμβεί - παντού φυσά μια ευθυμία και μια εκλεπτυσμένη τρυφηλότητα. Είναι αυτό που ο αφηγητής αποκαλεί "γλυκιά ζωή".

Το δεύτερο μέρος, Στο μεταξύ, εκτυλίσσεται στο διάστημα της κατοχής. Το Lutetia επιτάσσεται από τους Γερμανούς και γίνεται κέντρο της Άμπβερ - η υπηρεσία αντικατασκοπείας της Γκεστάπο. Η ζωή στο ξενοδοχείο αρνείται να αλλάξει ρυθμούς αν και επιβάλλονται αυστηροί περιορισμοί και λογοκρισία. Η παλιά αίγλη και η πολυχρωμία του δίνουν την θέση τους στην ομοιομορφία των στρατιωτικών στολών και των άψογων γυαλισμένων αρβυλων των αξιωματικών του γερμανικού στρατού. "Παρ' όλα αυτά δεν τα κατάφεραν να μας κλέψουν τα όνειρά μας. Μπορούσαν να μας εμποδίσουν να έχουμε μυστικά, αλλά δεν μπορούσαν να καταργήσουν την εσωτερική μας πατρίδα. Χωρίς αμφιβολία, ποτέ άλλοτε δεν ονειρευτήκαμε όσο κατά τη διάρκεια της κατοχής."

Το τρίτο μέρος, Η ζωή μετά, είναι το πιο συγκινητικό καθώς μετά την Απελευθέρωση του Παρισιού, το 1944, το ξενοδοχείο μετατρέπεται σε κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων, των ανθρώπων δλδ που γυρνούσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ίσως σ' αυτό το σημείο σκεφτεί κανείς ότι θα υπάρχουν σοκαριστικές αφηγήσεις ανθρώπων που γύρισαν από την κόλαση των στρατοπέδων αλλά δεν είναι έτσι. Οι περιγραφές, οι άπειρες μικρές ιστορίες, των τραγικών αυτών μορφών γίνονται με ήπιο τόνο κι ετούτη η αντίστιξη είναι που τονίζει περισσότερο την φρίκη και την τερατώδη "έμπνευση" των Ναζί. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η συμπεριφορά ορισμένων από αυτά τα "δείγματα" ανθρώπων που δεν έχουν χάσει το σθένος, την αξιοπρέπεια και την υπόστασή τους - στάση που με έκανε να νιώσω δέος και σεβασμό απέναντί τους έστω κι αν τώρα βρίσκονταν τυπωμένοι στο χαρτί.

Ανάμεσα σε αυτό το πλήθος των χαρακτήρων και την εναλλαγή των χρόνων κινείται ο Εντουάρ Κιφέρ, ο διακριτικός υπεύθυνος ασφαλείας του ξενοδοχείου και ο βασικός δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος.

Πιο ταιριαστό θα ήταν αν έγραφα "στέκεται" γιατί ο Αλσατός στην καταγωγή Κιφέρ δίνει την εντύπωση του άκαμπτου, του ακίνητου - η αίσθηση ευθύνης που τον διακατέχει τον κάνει τυπικό και απρόσιτο στους άλλους. Προφανώς αυτή η αίσθηση έχει εισχωρήσει στα τρίσβαθα της ψυχής του και δεν τον αφήνει να συμμετέχει και ο ίδιος στη ζωή παρά να την παρατηρεί στους άλλους και να καταγράφει τα στοιχεία και τις κινήσεις τους στις μικρές λευκές καρτέλες που κρατά στο αρχείο του "... κάτι σαν ιδιόμορφο προσωπικό ημερολόγιο.... Είναι απίστευτο πόσα όνειρα μπορείς να συσσωρεύσεις σε ένα τέτοιο καταφύγιο". Η μοναχικότητά του είναι χαρακτηριστική, τα πραγματικά του "θέλω" ανεξιχνίαστα "...το ράγισμα το κρατούσε καλά κρυμμένο μέσα του..." Η επιστροφή της επί χρόνια εξαφανισμένης μητέρας του και οι εξηγήσεις για την απουσία της δεν τον συγκινούν. Ακόμη κι αυτή η αυτοκτονία της δεν θα τον βγάλει από το κέλυφός του. Η αποστασιοποίηση αυτή δεν του επιτρέπει να εκδηλωθεί ούτε στην κόμισσα Κλαρύ, τη Ν., παιδική του φίλη και μυστικό, βαθύ έρωτα της ωριμότητας αν και "... αυτή και μόνο αυτή, είχε πετύχει να δώσει ποιητική διάσταση στη ζωή μου." Παρ' όλο που σε όλο το διάστημα του πολέμου -και του βιβλίου- παλεύει και υπερασπίζεται την ακεραιότητα και την αξιοπρέπειά του, καταλύτης του θα είναι η Απελευθέρωση του Παρισιού - σαν να επρόκειτο για τη δική του απελευθέρωση. Έχει ήδη βρει τον τρόπο να "έρθει σε συμφωνία" με την συνείδησή του και έχει δώσει απάντηση στο ερώτημα που τον βασανίζει: "μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του;" Στο τέλος τέλος, η ζωή τον υπερβαίνει και δίνει τις δικές της απαντήσεις. Και η Ναταλί, έχοντας επιστρέψει ζωντανή από την κόλαση των στρατοπέδων, θα φύγει με την οικογένειά της αφήνοντάς του ένα αδύναμο χαμόγελο και μία αφιέρωση σε μία καρτ ποστάλ από τη λίμνη Γκάρντα. "Η θέα της απέπνεε ηρεμία, γαλήνη, ευτυχία. Τη γύρισα ανάποδα.

Στην αφιερώνω, μπορεί όμως κανείς να αφιερώσει μια
φωτογραφία σε έναν άνθρωπο στον οποίο θα ήθελε να

αφιερώσει τη ζωή του; θα τα πούμε σύντομα καρδιά μου.

Ναταλί"




Σημειώσεις:
Ο πρώτος πίνακας είναι το "Ντεκό Πάρτυ" του Νικ Γκαετάνο. Η φωτογραφία δείχνει το Lutetia την περίοδο που ήταν κέντρο υποδοχής των εκτοπισμένων και την αλίευσα από εδώ. Το πορτραίτο είναι του πρίγκηπα Έριστοφ από την Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα, αντιπροσωπευτική περσόνα και ζωγράφο της Αρ Ντεκό. Η τέταρτη εικόνα είναι το γραμματόσημο που έχει εκδώσει το ξενοδοχείο για φέτος καθώς γιορτάζει τα εκατό χρόνια από την δημιουργία του. Στα πλαίσια του εορτασμού δε, διοργανώνονται και λογοτεχνικά απογεύματα κάθε Σάββατο...

Για το βιβλίο έχουν γράψει ήδη ο Librofilo, η anagnostria και ο οικοδεσπότης του Πανδοχείου.

2 σχόλια:

MAXIMUS είπε...

Δελεαστική η πρότασή σας! Η αφιέρωση δε, είναι "επιεικώς".. συγκλονιστική

Καληνύχτα

Sue είπε...

Να το διαβάσετε το βιβλίο, maximus - δεν απογοητεύει καθόλου τον αναγνώστη και θα περάσετε πολύ ωραία στις σελίδες του.

Καλή εβδομάδα. :-)