Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012







It is by acts 
and not by ideas that people live.



Ψάχνοντας στις κούτες με τα βιβλία μου, πριν από λίγες μέρες, για το "Το έγκλημα του Συλβέστρoυ Μποννάρ" (Ψυχογιός, 1984, μετάφραση Δημήτρης Ζορμπαλάς) είχα κατά νου ότι θα διάβαζα ένα μυθιστόρημα τύπου "Το έγκλημα της Μητρός μου" του Γεωργίου Βιζυηνού ή στην καλύτερη περίπτωση μία γαλλική εκδοχή της Άγκαθα Κρίστυ. Πλάνην οικτράν! Παρά τον ευκρινέστατο τίτλο του, ο Ανατόλ Φρανς, γιος βιβλιοπώλη και μεγαλωμένος ανάμεσα σε βιβλία και σε διακεκριμένους συγγραφείς και μελετητές που επισκέπτονταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα του, γράφει  ένα βιβλίο για τα βιβλία, την βιβλιοφιλία και τους βιβλιόφιλους. Όχι τόσο οικτράν η πλάνη, τελικά. Και ο ήρωάς του δεν θα μπορούσε παρά να έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.



Ο Συλβέστρος Μποννάρ είναι ένας γηραιός βιβλιοδίφης, φιλόλογος ειδικευμένος στην Παλαιογραφία, διάσημος και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Έχει αφιερώσει όλη την ζωή του στην έρευνα, ανακάλυψη κι επεξεργασία αρχαίων συγγραμμάτων - τίποτα δεν τον ευχαριστεί περισσότερο από αυτό. Μπορείτε, λοιπόν, να φανταστείτε την συγκίνηση και την ταραχή του  όταν ανακαλύπτει ένα δυσεύρετο χειρόγραφο "την χρυσή παράδοση του Ιακώβου της Γένουας, γαλλική μετάφρασις, σχήμα 4ον, μικρόν. (...) Η μετάφρασις αύτη, οι παραδόσεις και το ποίημα, οφείλονται εις τον κληρικόν Ιωάννη Τουμουιγιέ. Το χειρόγραφον είναι επί περγαμηνής. Περιέχει μέγαν αριθμόν διακοσμημένων γραμμάτων, και δύο μικρογραφίας, λεπτοτάτης εκτελέσεως, αλλά κακώς διατηρημένας."  Παρ' όλη την φυσική του ροπή προς την ακινησία, ο Συλβέστρος Μποννάρ αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι την Σικελία για να το αποκτήσει. Θα  επιστρέψει όμως άκαρπος και στη συνέχεια, ακολουθώντας τα ίχνη του χειρογράφου, θα επισκεφθεί ένα παλαιοπωλείο ενώ θα πάρει μέρος και σ' ένα δημόσιο πλειστηριασμό όπου εκτείθεται το συγκεκριμένο χειρόγραφο χωρίς όμως να μπορέσει να διαθέσει το ποσό πώλησής του. Το χειρόγραφο τελικά θα φτάσει στα χέρια του μέσα σ' ένα κούφιο κούτσουρο γεμάτο με βιολέτες της Πάρμας - η  σύζυγος του πρίγκηπα Τρεπώφ (με την οποία ο κύριος Μποννάρ είχε γνωριστεί στο ταξίδι του) θα του ανταποδώσει την καλοσύνη και  την φροντίδα που της έδειξε όταν κάποια Χριστούγεννα, ως κακόφημη  κυρία Κοκόζ γεννούσε το μωρό της στην παγωμένη σοφίτα του κτηρίου όπου ζούσαν. Τούτο είναι το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος που έχει τον τίτλο "το Κούτσουρο".

Μετά απ' αυτό, η ζωή του Συλβέστρου Μποννάρ συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό και τρόπο που κινούνταν και πριν δλδ μέσα στην βιβλιοθήκη του καθώς και σε άλλα μέρη όπου βρίσκεται πάντοτε περιστοιχισμένος από βιβλία (υπάρχει μια θαυμάσια περιγραφή υπαίθριου πάγκου με βιβλία κάπου κοντά στον Σηκουάνα). Μέχρι που μια μέρα, κατά τύχη, εμφανίζεται μπροστά του η εγγονή της Κλημεντίνης, της πρώτης του αγάπης. Η Ιωάννα Αλεξάνδρου, που έχει δώσει τον τίτλο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, θα  δώσει νόημα στην ύπαρξή του. Ο κύριος Μποννάρ θα αρχίσει να ζει και να δρα - μετά από προσεκτικές (κι απρόσεχτες) κινήσεις  θα αναλάβει την κηδεμονία της νεαρής από τον μαιτρ Μους τη στιγμή που μαθαίνει πως είναι ορφανή κι άπορη.

Το "Έγκλημα του Συλβέστρου Μποννάρ" είναι το δεύτερο βιβλίο του Ανατόλ Φρανς κι εκείνο που του άνοιξε τον δρόμο προς το πάνθεον της Γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας - το 1921, θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ για το  όλο έργο του που αποτελείται από άρθρα, κριτικές, ποίηση, πεζογραφία, θεατρικά έργα και κριτικά δοκίμια.  Η αρχή, ωστόσο, έγινε με το "Το έγκλημα..." που κέρδισε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας.  Γραμμένο με την μορφή ημερολογίου, το μυθιστόρημα τούτο δεν προέταξε στην εποχή του, ούτε σήμερα προτάσσει κάτι ξεχωριστό στο ύφος ή στην μορφή της πεζογραφίας.  Μάλλον αρκετά συμβατικό θα το έλεγα. Τα δύο κεφάλαιά του θα μπορούσαν κάλλιστα να δημοσιευτούν ως ξεχωριστά διηγήματα μιας και το μόνο κοινό στοιχείο που έχουν, εκτός από τον Συλβέστερ Μποννάρ είναι η γερασμένη υπηρέτριά του, η Τερέζα και οι παραξενιές του γήρατός της.  Εκείνο, ωστόσο, που χαρακτηρίζει έντονα το μυθιστόρημα είναι η ανεπιτήδευτη απλότητα της γραφής του Φρανς μα κυρίως η κομψή ειρωνεία με αρκετές δόσεις λεπτού αυτοσαρκασμού - ακριβώς αυτά τα σχεδόν φλεγματικά σχόλια του κυρίου Μποννάρ "πιάνουν" την αύρα της Γαλλίας και δίνουν ενδιαφέρον σε μια κατά τα άλλα άτονη αφήγηση. 

Ποιό, όμως, είναι το έγκλημα του  αξιαγάπητου Συλβέστρου Μποννάρ που αναφέρεται στον τίτλο; Τι εγκληματικό θα μπορούσε να έχει διαπράξει ένα γεροντοπαλίκαρο με συμπεριφορά λεπτεπίλεπτου μπουφόνου που ζει κι αναπνέει για τα βιβλία του; Η απαγωγή της Ιωάννας μέσα από τα χέρια της δεσποινίδος Πρεφέρ, της ιδιοκτήτριας του οικοτροφείου όπου φιλοξενείται η κοπέλα, για να την απαλλάξει από την συμπεριφορά της στεγνής κι άτεγκτης γεροντοκόρης δεν γίνεται καν αντιληπτό από τις Αρχές χάρη σ' ένα νεύμα της τύχης και στην δολιότητα  του μαιτρ Μους  - ο συμβολαιογράφος εξαφανίζεται παίρνοντας μαζί του όχι μόνο τα χρήματα των πελατών του αλλά και την κόρη ενός περουκιέρη. Συνεπώς, αυτό το με αντικειμενικά κριτήρια έγκλημα ούτε καν του καταλογίζεται. 

Το "κακό" ξεκινά όταν ο Συλβέστερ Μποννάρ αποφασίζει να πουλήσει το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης του για να προικίσει την Ιωάννα που θα παντρευτεί τον μαθητή του, Ζελίς. Στην πράξη, όμως, δεν μπορεί να αποχωριστεί κάποια βιβλία που του χάρισαν για ενθύμια. "Και τότε, ενώ όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, σηκωνόμουν κι έβγαινα στα κλεφτά από το δωμάτιό μου" λέει, και τρύπωνε στις μύτες των ποδιών του στη βιβλιοθήκη όπου "αρπούσα έναν τόμο απ' το τραπεζάκι που αναφερόταν σε κάποιον σεβαστό γοτθικό ναό ή σε κανέναν ευγενικό ποιητή της αναγέννησης, το κόσμημα, το θησαυρό που ονειρευόμουν όλη νύχτα, τον έπαιρνα λοιπόν και τον καταχώνιαζα στο βάθος του ντουλαπιού που έβαζα τους τόμους που θα κρατούσα, και που ήταν φίσκα. Είναι φριχτό που το λέω: έκλεβα την προίκα της Ιωάννας." Να λοιπόν το έγκλημά του!

Η έκδοση που έχω είναι μια παλιά λευκή δερματόδετη, με χρυσά στοιχεία και βινιέτες στο εξώφυλλο, δίχως όμως τις ξυλογραφίες που κοσμούσαν την πρώτη έκδοσή του (1921). Έχοντάς τη στα χέρια, ήταν εύκολο να με μεταφέρει χρόνια, δεκαετίες, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 1980 όταν απέκτησα το συγκεκριμένο βιβλίο. Το ίδιο καταφέρνει να κάνει και το κείμενο μόνο που σε πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στο Παρίσι του τέλους του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Η μετάφρασή του είναι σύγχρονη και διαβάζεται χωρίς δυσκολία, είναι φανερό ωστόσο πως χρειάζεται ένα γερό, επιμελές "ξεσκόνισμα". 

"Το έγκλημα..." μου άφησε καλή εντύπωση, ωστόσο, δεν νομίζω ότι θα το πρότεινα παρά μόνο σε όσους έχουν υπομονή και θέλουν να πάρουν μια γεύση από το Παρίσι του παρελθόντος και την λογοτεχνική γραφή της εποχής - ευκαιρία να "ανακαλύψουν" τον άνθρωπο που όπως λέγεται ενέπνευσε τον Bergotte, έναν από τους πρωταγωνιστές του "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Proust. Θα το πρότεινα επίσης, σε περίπτωση ανάγκης - οι  μικρές αβλεψίες,οι αφηρημάδες και οι παρατηρήσεις του κυρίου Μποννάρ προκαλούν γέλιο και λειτουργούν αγχολυτικά.



Σημείωση: Το σκίτσο απεικονίζει τον συγγραφέα και είναι αγνώστου -σε μένα- καλλιτέχνη. 

2 σχόλια:

Γιώργος Μητάς είπε...

Αγαπητή Sue,
το κείμενό σας με πήγε πολλά χρόνια πίσω - ανατρέχοντας στη βιβλιοθήκη μου, βρήκα τον "Συλβέστρο Μποννάρ", με το χαρακτηριστικό λευκό εξώφυλλο του παλιού Ψυχογιού λίγο κιτρινισμένο, να μου θυμίζει υπέροχες εφηβικές -ακόμα- εξορμήσεις στα βιβλιοπωλεία της εποχής (ημερομηνία αγοράς: 2/6/84). Δεν θυμάμαι πολλά από το κείμενο, θυμάμαι όμως ότι είχα περάσει πολύ ωραία μαζί του. Πέρασα ωραία και με το δικό σας - γράφετε ήρεμα και προσεκτικά, σε έναν χρόνο που μοιάζει να κρατά αποστάσεις από την "βιασύνη" των διαδικτυακών κειμένων. Καλή συνέχεια!

Sue είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, κύριε Μητά - χαίρομαι που σας "ταξίδεψα" σε όμορφα μέρη!
Αυτή η σειρά του Ψυχογιού (λέγονταν "Μεγάλοι Κλασικοί Λογοτέχνες") έχει ιδιαίτερη θέση μέσα μου - εκτός από την λογοτεχνική αξία των κειμένων της, μού θυμίζει τον περιπετειώδη (κι απερίσκεπτο) τρόπο που την απέκτησα. Όσο για την γραφή μου, όταν διδάσκεις παιδιά "υποχρεώνεσαι" να προσαρμοστείς στους χρόνους τους κι αυτό σε διαπερνά - είναι πραγματικά ενθαρρυντικό να το κατανοούν και να το σχολιάζουν θετικά οι άλλοι. Καλό καλοκαίρι εύχομαι!