Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014











Inside Time



Συνηθίζουμε να αποκαλούμε μελλοντολογικά τα μυθιστορήματα που οι πρωταγωνιστές τους ζουν βαθιά στο μέλλον και χρησιμοποιούν  προηγμένα επιτεύγματα της τεχνολογίας τα οποία οδηγούν σε δυστοπίες με τερατώδη συστήματα κοινωνικού προσδριορισμού. Πως χαρακτηρίζουν, όμως, μία νουβέλα που όταν εκδόθηκε πριν λίγα χρόνια θεωρήθηκε μελλοντολογική ενώ σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας και συμβαδίζει με την πραγματικότητα;

Στην "Παραβολή" (Καστανιώτης, 2006), το τέταρτο βιβλίο του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, ο πρωταγωνιστής Χ. Α. Ρόντας αναλαμβάνει εκ μέρους της εταιρείας που εργάζεται, την τρισδιάστατη απεικόνιση προσώπων. Ως ειδικός παραλήπτης, επισκέπτεται τους ενδιαφερόμενους πελάτες και μιλά μαζί τους προσπαθώντας να αντλήσει όσες περισσότερες προσωπικές πληροφορίες μπορεί καθώς και να συλλέξει τα κατάλληλα αντικείμενα που θα προσδώσουν αληθοφάνεια στο ολόγραμμα που θα δημιουργήσει  στην συνέχεια το οποίο πρέπει να είναι πιστό ομοίωμα του ανθρώπινου πρωτοτύπου. Η Ισμήνη Καπάτου, μία μεγάλης ηλικίας χήρα, θα του αναθέσει την φασματική ανασύσταση του νεκρού συζύγου της. Το αποτέλεσμα θα την ικανοποιήσει τόσο που θα αναθέσει στον Χ. Α. Ρόντα ακόμη μία, πιο απαιτητική εργασία - την ανασύσταση και της υπόλοιπης οικογένειάς της σε μία γιορτινή συγκέντρωση, κάτι που τελικά θα αποβεί μοιραίο για κείνη. Μια άλλη ανάθεση θα γίνει από έναν αρκετά ευκατάστατο πατέρα που, γνωρίζοντας τον επικείμενο θάνατό του, δεν θέλει να αναστατώσει την πολύ άρρωστη κόρη του και προτιμά να διατηρήσει, έστω με αυτόν τον ψεύτικο τρόπο, την συνήθειά του να της διαβάζει κάποιες ώρες κάθε βράδυ. Τα πράγματα θα αποβούν κι εδώ το ίδιο μοιραία και για τον πατέρα αλλά και για τον Χ. Α. Ρόντα που θα ερωτευτεί την άρρωστη κοπέλα. 


Με σπουδές στον κινηματογράφο, εμπειρίες από τον διαφημιστικό χώρο και την τηλεόραση καθώς και τη συγγραφή ενός θεατρικού έργου, ο Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης είναι μία ξεχωριστική περίπτωση στον χώρο της πεζογραφίας. Η ιδιότυπη και αναγνωρίσιμη γραφή του σε υποβάλλει με την ισορροπία της μεταξύ ενός έντονα δοκιμιακού λόγου και μιας λογοτεχνικής voice-over αφήγησης. Ο απαιτητικός αυτός λόγος του συγγραφέα μού θύμισε τον W.G.Sebald αν και κατά έναν περίεργο τρόπο, η αφήγηση του Τζαμιώτη ρέει πιο εύκολα - οι δυνατές σκηνές που περιγράφει, όπως πχ εκείνες μεταξύ του Ρόντα και της άρρωστης κοπέλας που βρίσκεται απομονωμένη σ' ένα γυάλινο κουβούκλιο,  ή απλώς η άνεσή του στον χειρισμό της γλώσσας σε παρασύρουν, δεν σ' αφήνουν να εφησυχάσεις. Είναι σαν να διαβάζεις τον τριτοπρόσωπο, μακροπερίοδο λόγο του αγαπημένου Σαραμάγκου με μία πιο σφιχτή, όμως, υφή.

Εκτός από την γλώσσα, εκείνο που διαφοροποιεί την "Παραβολή" από τα άλλα μελλοντολογικά πεζογραφήματα είναι ο χρόνος της. Ρευστός κι άδηλος μπορεί να αναφέρεται σε εκατό χρόνια από τώρα ή ακριβώς στο τώρα - καθόλου μα καθόλου, απίθανο τη στιγμή που τα ολογράμματα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για την διασκέδασή μας. Εξού και η απορία μου πιο πάνω. "Ο χρόνος κάποτε γίνεται χώρος, μικραίνει όταν οι άνθρωποι μεγεθύνονται" γράφει ο συγγραφέας μεταθέτοντας την
σημασία του χρόνου στον ιδιωτικό χώρο και στο ίδιο το άτομο κι αυτό είναι ένα δεύτερο στοιχείο της νουβέλας που την κάνει κάπως "ανησυχητική" - η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι καταφεύγουν στην high-tech επιστήμη για να αντλήσουν την ελπίδα, τον έρωτα, την φροντίδα που αδυνατούν να παράξουν οι ίδιοι αλλά και να εισπράξουν από έναν άλλο άνθρωπο μεταβάλλουν την αίσθηση του πραγματικού και του σύνηθες που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις.
 

Αν δεν ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας που διαρρέει από την πυκνότητα της γραφής και τις λογοτεχνικές-υπαρξιακές αναζητήσεις του συγγραφέα, η νουβέλα θα ήταν ένα πανέξυπνο διανοητικό παιχνίδι. Δεν είναι. Ή μάλλον, δεν είναι μόνο αυτό. Ο ανθρώπινος παράγοντας, που φαίνεται να καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος στην θεματογραφία του Κ.Δ.Τζαμιώτη, εμφανίζεται ιδιαίτερα δηκτικός και καταλυτικός στην "Παραβολή" - το ολόγραμμα του νεκρού συζύγου δεν θα μπορέσει να σώσει την κα Καπάτου που τελικά θα πνιγεί από ένα κομματάκι κόρας ψωμιού που σκαλώνει στο λαιμό ενώ η εικονική οικογένειά της συνεχίζει να διασκεδάζει στο γιορτινό τραπέζι που είχε στήσει η ίδια. Στην δεύτερη περίπτωση η κόρη ανακαλύπτει την πλάνη και ο πατέρας αποδεικνύεται ολοζώντανος ενώ ο Χ. Α. Ρόντας, έχοντας παραβεί όλους τους όρους της ανάθεσης, σκοτώνει τον πατέρα και κατακτά το αντικείμενο του πόθου του έστω και εικονικά.

Η πρωτότυπη νουβέλα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη θέτει αρκετά ζητήματα για την ίδια τη ζωή και τον θάνατο αλλά και το διάστημα μεταξύ των δύο που τις περισσότερες φορές αφορά στην επίμονη επιδίωξη της ευτυχίας, την εξουσία, την αποστασιοποίηση, την απόρριψη, την έλλειψη. Και βεβαίως τον έρωτα. Η απάντηση που φαίνεται να αναδύεται μέσα από τις γραμμές είναι ο Άνθρωπος και η θέλησή του και, είτε επιστημονικής ή ρεαλιστικής φαντασίας, τούτη η λογοτεχνική παραβολή σε βοηθά να το αντιληφθείς αυτό πιο εύκολα και πιο απολαυστικά. 





 
Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι του D. T. Halloway. Στη δεύτερη, σχετικά πρόσφατη, φωτογραφία εμφανίζεται ο συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: