Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015














Out in the dark
 


Η μάχη του Βερολίνου ήταν η τελευταία μεγάλη πολεμική επιχείρηση του ΠΠ2 στο έδαφος της Ευρώπης. Διήρκησε από τις 16 Απριλίου μέχρι τις 2 Μαΐου 1945 όταν οι υπερασπιστές της πόλης παραδόθηκαν στις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού - όλοι  έχουμε δει την ασπρόμαυρη φωτογραφία με την έπαρση της κόκκινης σημαίας στο Ράιχστανγκ. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν την άλλη πλευρά της κατάληψης του Βερολίνου κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα της "Μια γυναίκα στο Βερολίνο" (Anonyma - Eine Frau in Berlin) - μια ταινία που σοκάρει με την ήρεμη, απτόητη οξυδέρκεια της πρωταγωνίστριας και το πολύπλοκο ανθρώπινο συναίσθημα που αναδύεται μέσα από μία συγκεκριμένη κτηνωδία του πολέμου - τον βιασμό. 

Ένας Γερμανός αξιωματικός, ο Γκερντ, αποχαιρετά την αγαπημένη του, μια
μορφωμένη δημοσιογράφο γύρω στα τριάντα, και φεύγει για την πρώτη γραμμή με την αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά. Λίγο καιρό πριν, το ζευγάρι περνoύσε μια ανέμελη βραδιά  με γνωστούς και φίλους θριαμβολογώντας για την υπεροχή της πατρίδας τους. Η εικόνα διακόπτεται· το Βερολίνο βομβαρδίζεται. Στο επόμενο καρέ βλέπουμε την ανώνυμη γυναίκα να περνά μέσα από πεδία μάχης και ερείπεια για να φτάσει στο υπόγειο της πολυκατοικίας όπου περνά τις πρώτες μέρες της πτώσης του Βερολίνου μαζί με τους άλλους ενοίκους και γείτονες  - ο Κόκκινος Στρατός με μάχες σε κάθε δρόμο κατευθύνεται προς το Ράιχστανγκ λεηλατώντας σπίτια και βιάζοντας γυναίκες, κάθε ηλικίας και εμφάνισης. Οι Ρώσσοι στρατιώτες θα εισβάλλουν και στο υπόγειο πειράζοντας και παίρνοντας μαζί τους τις γυναίκες που βρίσκονται εκεί. Η Ανώνυμη θα δώσει τα κλειδιά του διαμερίσματός της σε μια νεαρή κοπέλα διώχνοντάς την πριν την δουν οι Ρώσοι ενώ γλιτώνει ακόμη μία Γερμανίδα από τις ορέξεις τους. Εκείνη όμως θα υποστεί τον πρώτο βιασμό. Θα ακολουθήσουν κι άλλοι, πολλοί βιασμοί. Όπως θα συμβεί και σε περισσότερες από 100.000 Βερολινέζες. "Πόσες φορές;" ρωτά τη φίλη της όταν συναντιούνται μετά από καιρό και είναι σαν να ρωτά "Τι κάνεις;" 


Οι μέρες περνούν  και οι συνθήκες γίνονται όλο και πιο σκληρές - η πόλη έχει αποκλειστεί από τον έξω κόσμο, η πείνα θερίζει κι εκείνες δεν έχουν καμμία απολύτως προστασία από τις ζωώδεις επιθέσεις των στρατιωτών.  Η Ανώνυμη, που μιλά ρωσικά, θα ζητήσει την βοήθεια του Ρώσου διοικητή δύο φορές. Εκείνος θα της αντιπαραθέσει την εύρωστη υγεία των στρατιωτών του και το τετριμμένο των ελάχιστων λεπτών που διαρκεί η πράξη. Τότε η Ανώνυμη παίρνει την απόφαση να επιλέγει εκείνη ποιός θα την πλησιάζει και ψάχνει, πάσει θυσία, να βρει έναν μεγαλόβαθμο Ρώσο αξιωματικό για προστάτη, κάτι που αποφασίζουν και πολλές άλλες γυναίκες ως το απολύτως απαραίτητο κακό για την επιβίωσή τους. Ο πρώτος που εντοπίζει είναι ο Ανατόλ - ένας υπολοχαγός που πριν στρατολογηθεί στον Κόκκινο Στρατό ήταν Τσιγγάνος κτηνοτρόφος. Μην γελάτε, είναι τραγικό - τα πρώτα τμήματα εφόδου του Κόκκινου Στρατού  αποτελούνταν σε μεγάλο ποσοστό από άμαθους Ασιάτες (Καλμούχους, Τατάρους, Κιργίσιους, Αρμένιους, Τσετσένους, Αζερμπαϊτζανούς) στους οποίους κι αποδίδεται το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τις κτηνώδεις βιαιοπραγίες εναντίων των αμάχων γυναικών. 

Ο δεύτερος θα είναι ο διοικητής  που θα την επισκεφθεί στο διαμέρισμα της χήρας Witwe όπου φιλοξενείται. O ταγματάρχης Αντρέι Ρίμπκιν, ανήκει στους μορφωμένους Σοβιετικούς αξιωματικούς οι οποίοι, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν απόφοιτοι στρατιωτικών σχολών με υψηλού επιπέδου μόρφωση -  οι περισσότεροι γνώριζαν την γερμανική γλώσσα και σε πολλές περιπτώσεις εμπόδισαν τους Σοβιετικούς ασιατικής καταγωγής που είχαν υπό τις διαταγές τους να διαπράξουν βαρβαρότητες. Όπως όταν κάποιος χαμηλόβαθμος αξιωματικός ανακαλύπτει στο μισοκατεστραμμένο διαμέρισμα της Ανώνυμης έναν Γερμανό στρατιώτη με όπλο και απειλεί να τον σκοτώσει, ο ταγματάρχης Ρίμπκιν παρεμβαίνει δυναμικά και τον σώζει διακινδυνεύοντας την θέση του καθώς ο χαμηλόβαθμος τον προειδοποιεί πως θα τον αναφέρει. Είναι μια από τις φορές που ο ταγματάρχης αποδεικνύει το ενδιαφέρον του για την Ανώνυμη που δεν περιορίζεται στην απλή εναπόθεση υγρών. Εκτός από την Ανώνυμη, ο ταγματάρχης παίρνει υπό την προστασία του όλη την πολυκατοικία και τους προμηθεύει με άφθονα τρόφιμα και ποτά, κάτι που χαροποιεί ιδιαίτερα την χήρα Witwe που λειτουργεί ως διαχειρίστρια, κατά μία έννοια, της κατάστασης.


Η ταινία βασίζεται στο πραγματικό ημερολόγιο μιας ανώνυμης γυναίκας που κάθε βράδυ, για οκτώ εβδομάδες, καταγράφει τις προσωπικές εμπειρίες της από όλη ετούτη την περίοδο με απίστευτη νηφαλιότητα, πικρό χιούμορ και δίχως καμμία ενοχή - "Γελάω μέσα σε όλη αυτή την φρίκη. Τι πρέπει να κάνω; Στο κάτω-κάτω, είμαι ζωντανή, όλα θα περάσουν!" λέει. Το ημερολόγιο εκδόθηκε αρχικά στην Αμερική το 1954 και το 1959 στη Γερμανία όπου κατακρίθηκε σφοδρά για τον εντελώς πραγματιστικό τρόπο που η συγγραφέας αντιλαμβάνεται την επιβίωση. Περισσότερο όμως από αυτό, οι Γερμανοί κριτικοί θεώρησαν ύστατη προσβολή το ότι φανερώνει το αόρατο, δλδ το σώμα, τον πολλαπλό βιασμό του και, ιδίως αυτό, την αποδοχή του ως μέσο επιβίωσης - "σπήλωσε την τιμή των Γερμανίδων" είπαν.  Θιγμένη η συγγραφέας απαγόρευσε την επανέκδοση του για όσο διάστημα ζει και το ημερολόγιο περιέπεσε στην συλλογική σιγή με την οποία η Γερμανία χειρίστηκε αρχικά τον αποτροπιασμό για το άμεσο παρελθόν της.

Η επανέκδοση του ημερολογίου το 2003 συνοδεύτηκε απο την αποκάλυψη του ονόματος της συγγραφέως - ήταν η Γερμανίδα δημοσιογράφος Μάρτα Χίλλερς που είχε πεθάνει νωρίτερα, το 2001. Η δημοσιοποίηση του ονόματος πρόσθεσε κι άλλα στοιχεία στην διαμάχη για την αυθεντικότητα και την εγκυρότητα του ημερολογίου, όπως περίπου έγινε και με την έκδοση του "Καθαρίζοντας το Κρεμμύδι" του Γκύντερ Γκρας. Η περίπτωση της Χίλλερς ωστόσο ήταν πιο σοβαρή - ήταν ενήλικη και υπέρ της πατριωτικής πολιτικής του Χίτλερ αν και δεν συμμετείχε ποτέ ενεργά στο κόμμα του. Ομολογεί δε, πως "ο Ναζισμός είναι συναρπαστικός". Η απάντηση του εκδότη στους επικριτές της ήταν να συνοδεύσει την σύγχρονη έκδοση του ημερολογίου, που χαρακτηρίζεται πλέον ντοκουμέντο, με την επίσημη πιστοποίηση του Γερμανού ειδικού Βάλτερ Κεμπόβσκι ενώ η επόμενη του 2005 είχε και την διαβεβαίωση του Βρετανού ιστορικού Άντονι Μπίβερ για την αυθεντικότητά του - στον πρόλογο του βιβλίου που ο ίδιος έγραψε, το θεωρεί ως ένα από τα πιο αποκαλυπτικά κομμάτια κοινωνικής ιστορίας που έδωσε ο ΠΠ2.



Η ταινία του Max Färberböck είναι, όπως θα φαντάζεστε, καθηλωτική. Η επιβλητική μουσική του Zbiegnew Preisner συμβάλλει κατά πολύ όπως και η σχεδόν πιστή αναπαράσταση του κατεστραμμένου Βερολίνου. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών όμως είναι που μένουν στο μυαλό  για πολύ μετά το τέλος της - η  Nina Hoss αποδίδει με μεγάλη εκφραστική ακρίβεια τον τρόπο που κινείται η Ανώνυμη στο εφιαλτικό No man's land, τις σύνθετες ψυχολογικές διαδρομές και την στοχαστικότητά της ενώ σημαντική, επίσης, είναι και η ερμηνεία του Yevgeny Sidikhin για τις διακυμάνσεις του συγκρατημένου ψυχισμού του Αντρέι που θέτουν σε κίνδυνο την καριέρα του.  Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσά τους θα μπορούσε να είναι το γλυκερό στοιχείο της ταινίας αλλά ευτυχώς δεν είναι. Συμβαίνει με δυσκολία και αποτυπώνει εύγλωττα τον κίνδυνο και την ένσταση της κατάστασης - πότε απόμακρη και τεταμένη, πότε τρυφερή κι άλλοτε μόνο μια διεκπεραίωση, ο ταγματάρχης Ρίμπκιν και η Ανώνυμη κινούνται με ένα είδος ενστικτώδους διπλωματίας που θα μπορούσε να θεωρηθεί καθρέφτης της πολιτικής κατάστασης των ημερών. Γύρω από τούτη την ευαίσθητη πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης αναπτύσσει  και τις ιστορίες των άλλων γυναικών του κτηρίου που προσθέτουν διαφορετικές διαστάσεις στην τραγική θέση τους. Όπως εκείνη της Ίλσε, του κάτω ορόφου, που δεν μπορεί τελικά να πείσει τον άντρα της, Ρώσος αξιωματικός που έχει αποσκιρτήσει, να παραμείνει μαζί της. Ή της νεαρής που ζει στο διαμέρισμα της Ανώνυμης - δηλώνει φασίστρια μπροστά στον Αντρέι εκθέτοντάς την Ανώνυμη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου όλες οι γυναίκες της πολυκατοικίας συγκεντρώνονται στην κουζίνα του διαμερίσματος της χήρας Witwe και  γύρω από μια αχνιστή μυλόπιτα σχολιάζουν  και περιγελούν τους "ιππότες" τους. Πως αλλιώς να ξορκίσουν την φρίκη από τη ζωής τους; 

Το σπουδαίο με την ταινία είναι πως δεν παίρνει πολιτική θέση - παρουσιάζει και την ανθρώπινη πλευρά των Ρώσσων στρατιωτών ενώ δεν δικαιολογεί τις βαρβαρότητές τους ως αντίποινα στις φρικαλεότητες των Ναζί. Ο σκηνοθέτης έχει ισορροπήσει θαυμάσια σε ένα τόσο εύθραστο "σκοινί" αποφεύγοντας κάθε συναισθηματισμό και γραφική υπερβολή στην κινηματογράφηση των βιασμών που θα παρέπεμπε σε κάτι εύπεπτο κι επιφανειακό. Αντ' αυτού, δίνει έμφαση στον φόβο, την ξαφνική βία και τον αγώνα των γυναικών να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους σε μια περίοδο όπου, σύμφωνα με τους ιστορικούς, καταγράφηκε ο μεγαλύτερος μαζικός βιασμός γυναικών στην Ιστορία. 


Το οριστικό τέλος του ΠΠ2 για την Ευρώπη, ωστόσο, τέθηκε λίγο μετά την πτώση του Βερολίνου, στις 8 Μαΐου - σαν σήμερα, πριν από 70 ακριβώς χρόνια η Γερμανία συνθηκολόγησε άνευ όρων με τους Ρώσσους. Κάπου σε αυτό το σημείο τελειώνει και η ταινία - με την διάδοση της είδησης της λήξης του πολέμου γίνονται αλλαγές στην διοίκηση του Βερολίνου. Ο Γκερντ επιστρέφει και ο Αντρέι παίρνει τιμητική μετάθεση - έτσι αποκαλούνταν υπηρεσιακά η Σιβηρία. Η Ανώνυμη αφήνει τον Γκερντ να παλεύει με την πραγματικότητα και πηγαίνει στο Διοικητήριο. Λίγες στιγμές πριν ο Αντρέι φύγει, τον αποχαιρετά σε μια από τις πιο έντονες σκηνές της ταινίας - οι τελευταίες της λέξεις είναι ένα ερώτημα που θα απαντήσει η σιωπή και η Ιστορία. Ο Γκερντ θα την εγκαταλείψει.

Όλη η ταινία είναι ένα συνεχές ερώτημα - πως χειρίζεται κανείς τον εαυτό του σε μια περίοδο όπου τα όρια της ηθικής και οι αξίες έχουν καταρρεύσει; Πως συνυπάρχεις όταν ο πόλεμος έχει αλλάξει τις έννοιες των λέξεων;  Και με ποιόν; 

Δύσκολες σκέψεις.









Σημειώσεις: Μπορείτε να δείτε το trailer της ταινίας (χωρίς την μουσική του Preisner). // Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε το 2007 από δύο εκδοτικούς οίκους (1 & 2) // Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι στιγμιότυπα της ταινίας. Ο πίνακας, στην συνέχεια, ανήκει στον  Igor Babailov κι έχει τίτλο "My grand-mother told me". Στην δεύτερη φωτογραφία βλέπετε έναν κατεστραμένο δρόμο στο κέντρο του Βερολίνου στις 3 Ιουλίου 1945. Το εικαστικό είναι του Ρώσου καλλιτέχνη El Lissitzky που την περίοδο του μεσοπολέμου εργάστηκε στο Βερολίνο ως καλλιτεχνικός αντιπρόσωπος της Ρωσσίας προωθώντας την σύγχρονη Ρωσική Τέχνη στην Δυτική Ευρώπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: