Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016







Αυτοί που

υπήρξαν παράλληλα





Οι επικίνδυνοι καιροί φαίνεται πως επιφέρουν την αναμέτρηση με την Ιστορία. Ο Pierre Assouline, ένας από τους σημαντικούς σύγχρονους Γάλλους συγγραφείς, το κάνει με ιδιαίτερα ατμοσφαιρικό τρόπο με ένα μυθιστόρημα χαμηλών τόνων, το "Ένας πύργος στη Γερμανία, Ζιγκμαρίνγκεν" (μτφρ. Μαρίζας Ντεκάστρο - Πόλις, 2016), εισχωρεί στην σκοτεινή πλευρά της Γαλλικής ιστορίας  με αποκαλυπτική διάθεση και εγείρει ενδιαφέροντα ζητήματα για το αξιακό σύστημα και την ερμηνεία της αντίστασης.

Βρισκόμαστε στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 σε μία επαρχιακή κωμόπολη της νοτίου Γερμανίας, το Ζιγκμαρίνγκεν γνωστό κυρίως για το Schloss Sigmaringen τον πύργο της περιοχής που ήταν έδρα του πριγκιπάτου των Χοεντσόλερν-Ζιγκμαρίνγκεν. Εκεί καταφεύγει εσπευσμένα, με διαταγή του Χίτλερ, η  φιλογερμανική κυβέρνηση του Βισύ – πριν από λίγες ημέρες οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στη Γαλλία και τώρα έχουν ήδη απελευθερώσει το Παρίσι όπου ο στρατηγός Ντε Γκωλ αναλαμβάνει την ηγεσία της χώρας. Σχηματίζει νέα κυβέρνηση η οποία καταργεί άμεσα το προηγούμενο καθεστώς και όλους τους νόμους που αυτό είχε θεσπίσει στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Με επικεφαλής τον στρατάρχη Πεταίν, ο Πιέρ Λαβάλ, ο Μαρσέλ Ντεά και όλο το επιτελείο της κυβέρνησης του Βισύ μαζί με τις συζύγους, τις ερωμένες, τους ακολούθους και το αντίστοιχο γαλλικό υπηρετικό προσωπικό εγκαθίστανται στον πύργο των Χοεντσόλερν ενώ η οικογένεια των Χ. υποχρεώνεται να μετακομίσει
στο γειτονικό Βίλφλιγκεν. Αν και μοιρασμένοι σε τρεις ορόφους, οι Γάλλοι επιτελείς δημιουργούν πολιτικές έριδες και μανούβρες συνεχώς έχοντας βέβαιη -γι' αυτούς- την προοπτική της επιστροφής στη Γαλλία ως νικητές. Ιδρύουν, μάλιστα, μία κυβέρνηση-μαριονέτα και επιδίδονται σε ασκήσεις εξουσίας επί χάρτου. 

Εκτός από τους περιορισμούς του χώρου και της προμήθειας των τροφίμων, η ζωή στο Ζιγκμαρίνγκεν ακολουθεί απαρέγκλιτα το τυπικό της πριγκιπικής οικογένειας. Για αυτό φροντίζει ο αρχιοικονόμος του πύργου και αφηγητής του μυθιστορήματος Γιούλιους Στάιν – επιβλέπει με απαράμιλλο επαγγελματισμό τα γεύματα να είναι πάντα στην ώρα τους και, στον βαθμό που το επιτρέπουν οι συνθήκες, πλήρη· τα σερβίτσια και τα έπιπλα γυαλισμένα, το ίδιο και οι ενδυμασίες του προσωπικού· οι αβλεψίες, τα κουτσομπολιά και η μελαγχολία του Νοσφεράτου (ενός ψηλόλιγνου υπηρέτη) να μην παίρνουν διαστάσεις. Η εμπειρία του Στάιν στην θέση αυτή σε συνδυασμό με την σχεδόν τυφλή υπακοή στο πρωτόκολλο (ως ένδειξη σεβασμού στην οικογένεια των Χοεντσόλερν) τον κάνει να βρίσκεται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή και να αποσοβεί οτιδήποτε θα μπορούσε να ανατρέψει την εύθραυστη ισορροπία των καταστάσεων μέσα στον πύργο. Αυτή η ικανότητά του ενοχλεί και τους Γάλλους εξόριστους και τους αξιωματικούς των Ες Ες που έχουν εγκατασταθεί σε ένα μικρό δωμάτιο στο ισόγειο του πύργου.  Αμφότεροι τού δημιουργούν διάφορες σκηνές με σκοπό να τον ταπεινώσουν. Ο Στάιν, όμως, ανταπεξέρχεται με διπλωματία και με την έμφυτη τώρα πια ψυχραιμία του, χαρακτηριστικά που του έχει εμφυσύσει ο θείος Έλκε – ο γηραίος προκάτοχος της θέσης του Γιούλιους είναι το πρότυπό του και ζει σε ένα δωμάτιο στα βορεινά του πύργου. Μόνη επαφή του με τον έξω κόσμο είναι το καθημερινο χρονικό των γεγονότων που του εξιστορεί ο Στάιν. Στα περίεργα που συμβαίνουν και στις ανησυχίες που του εμπιστεύεται, η συμβουλή του γερο-Έλκε είναι το καθήκον και η σιωπή. 



 
Ένα ακόμη αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του Στάιν είναι η μουσική. Ο Γιούλιους διαθέτει μια χαρισματική φωνή και σε νεαρή ηλικία, ο πατέρας του με την συνδρομή των Χοεντσόλερν τον βοήθησαν να σπουδάσει και να ξεκινήσει μία θαυμάσια πορεία στο λυρικό τραγούδι. Σε μία από τις πρώτες συναυλίες του, ωστόσο, κλήθηκε να τραγουδήσει μπροστά σε ένα κοινό ναζιστών και αρνήθηκε. Στην συνέχεια αποσύρθηκε στον πύργο αναλαμβάνοντας την θέση του αρχιοικονόμου. Κανείς ποτέ δεν έμαθε για το ταλέντο του. Εκτός από την δεσποινίδα Βόλφερμαν το γαλλικό αντίστοιχο του Στάιν, στην υπηρεσία του στρατάρχη Πεταίν στην οποία το εμπιστεύτηκε ο ίδιος όταν την έπιασε επ' αυτοφώρο να ψάχνει το δωμάτιό του.

Η κλασική μουσική θα μπορούσε να είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος καθώς ο συγγραφέας την χρησιμοποιεί ως αντίστοιξη αφενός στην υποτιθέμενη ανωτερότητα των δωσίλογων και των ναζιστών, κι αφετέρου στην μιζέρια του πολέμου – πολλοί από τους κατοίκους της πόλης προσέρχονταν στην κυριακάτικη λειτουργία στο παρεκκλήσι περισσότερο ως φιλόμουσοι παρά ως πιστοί.
"Έπρεπε να τους συγκρατήσεις για να μην χειροκροτήσουν" σχολιάζει ο Στάιν που είναι ο μόνος από τους ενοίκους του πύργου που δεν συμμετέχει. Εκείνες τις ώρες απομονώνεται στο δωμάτιό του και δείχνει να το απολαμβάνει, κάτι που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στην δεσποινίδα Βόλφερμαν. 
 

 

Η Ζαν Βόλφερμαν είναι ένα δυναμικό στοιχείο και από την πρώτη στιγμή επικοινωνεί με το γερμανικό προσωπικό που στέκεται αμήχανο μπροστά σε όλη τούτη την αναστάτωση. "Κάθε μέρα που περνούσε γινόμασταν όλο και περισσότερο βουβοί μάρτυρες των γεγονότων, σοκαρισμένοι με όσα συνέβαιναν. Μόνο η δεσποινίς Βόλφερμαν επιχειρούσε να καταλάβει προτού δώσει κάποια εξήγηση και, αναπόφευκτα, διατυπώσει την κρίση της για τα τεκταινόμενα." Στην προσπάθειά της να εξηγήσει στον Στάιν την νοοτροπία των Γάλλων και τη Γαλλία, η δεσποινίς Βόλφερμαν τον παίρνει μαζί της σε μια βόλτα μέχρι το Καφέ Σεν, το γνωστότερο μέρος της πόλης για τους κατοίκους της που τώρα ήταν αποκλειστικά στην διάθεση των εξόριστων Γάλλων. Στο δρόμο ο Στάιν παρατηρεί το πόσο πολύ έχει αλλάξει το Ζιγκμαρίνγκεν. Δικαίως η δεσποινίς Βόλφερμαν το αποκαλεί "μικρή Γαλλία" – μαζί με την κουστωδία των δωσίλογων πολιτικών, στην πόλη είχε συρρεύσει κι ένα πλήθος υποστηρικτών τους από κάθε κοινωνική τάξη  εντείνοντας έτσι την πείνα και τις στερήσεις του πολέμου.

Ανάμεσα στους εξόριστους είναι και ο γνωστός συγγραφέας Louis-Ferdinand Céline. Ο δόκτωρ Ντεστούς, όπως είναι η βασική ιδιότητά του, είναι ένα από τα πιο ζωντανά πορτραίτα που σκιαγραφεί ο Ασσουλίν – ένας φυγάς με ρακένδυτη εμφάνιση, ακραία ιδιόρρυθμος στην ζωή του αλλά και στον τρόπο που παρέχει τις υπηρεσίες του, στην σχέση με την δεύτερη σύζυγό του και κυρίως με τον Μπεμπέρ, τον γάτο που δεν αποχωρίζεται. Κάποια στιγμή ο δόκτωρ Ντεστούς θα κληθεί να αναλάβει τον στρατάρχη Πεταίν κι έτσι θα επισκέπτεται συχνά τον πύργο στο διάστημα των οκτώ μηνών που διήρκησε η διαμονή των Γάλλων εκεί. Την εμπειρία του αυτή ο Σελίν θα την αποτυπώσει στο μυθιστόρημά του "Από τον έναν πύργο ο άλλος" όπου περιγράφει την πτώση του πύργου, και υποθέτω και της πόλης η οποία είχε στο μεταξύ καταστεί μία ιδιότυπη πόλη-κράτος που διέθεται  επιπλέον και πρεσβείες των χωρών που ήταν φιλικά προσκύμενες στην κυβέρνηση του Βισύ. Οι τρεις πρέσβεις, μάλιστα, είχαν επιφορτιστεί να δώσουν κύρος στην περίσταση. Ο Γερμανός Ναζί  Όττο Άμπετς είναι αυτός που επισκέπτεται πιο συχνά το επιτελείο του στρατάρχη και συμμετέχει στην μάταιη κινητικότητα επανεκκίνησης της έκπτωτης κυβέρνησης.


Κριτικός και δημοσιογράφος, ο Πιερ Ασσουλίν με τούτο το μυθιστόρημά του σηματοδοτεί μία τάση της εποχής μας στην διερεύνηση των μαύρων σελίδων της γαλλικής ιστορίας – εκτός από τις αμιγώς ιστορικές μελέτες που εκδίδονται σήμερα για ετούτη την παράλληλη περιόδο, στο πεδίο της λογοτεχνίας ο Ρομαίν Σλοκόμπ έχει δώσει στο  "Κύριε Διοικητά" μία πρώτη, άκρως γλαφυρή, αφήγηση του δωσιλογισμού από την πλευρά της γαλλικής αστικής τάξης. Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλα δείγματα που δεν γνωρίζω. Εκείνο, ωστόσο, που γνωρίζω είναι πως o Πατρίκ Μοντιανό προηγείται όλων – πριν ακόμη και από τους Γάλλους ιστορικούς ερεύνησε τα παρισινά αρχεία για την συγκεκριμένη περίοδο και στο πρωτόλειό του "Η Πλατεία του Αστεριού" ( La Place de l'étoile - Gallimard, 1968)  έχει για πρωταγωνιστή έναν Εβραίο αντισημίτη που υπηρετούσε στην γαλλική Γκεστάπο ενώ ο πρώην καθηγητής του (του πρωταγωνιστή) υπήρξε πεταινιστής.

Η δεινότητα του Πιερ Ασσουλίν στην συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων είναι αναμφισβήτητη. Τα ιστορικά γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους, ωστόσο, φαίνεται να επιβάλλουν ετούτη τη φορά τον ρυθμό τους – η γραφή του είναι σαφής και περιγραφικά εγκρατής, δεν επαναλαμβάνει ούτε διανθίζει τα διάφορα στοιχεία του. Πιθανώς ο συγγραφέας να ήθελε να αποφύγει διάφορες συγγραφικές κακοτοπιές μιας και το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο και ο ίδιος προσπαθεί να παρουσιάσει μία όψη της γαλλικής ιστορίας που ξεφεύγει από την κοινώς αποδεκτή αντίληψη· το αποτέλεσμα όμως μοιάζει σαν μία απλή καταγραφή συμβάντων  – οι πολλές λεπτομέρειες της ζωής  των ενοίκων του πύργου δεν έχουν τον χρόνο να αφομοιωθούν στην φαντασία του αναγνώστη ενώ  η συναρμολόγηση των χαρακτήρων είναι χωρίς εμβάθυνση παρόλο που οι παρατηρήσεις του συγγραφέα είναι οξυδερκείς κι αβανταδόρικες.

Ο συγγραφέας βρίσκει τον αφηγηματικό ρυθμό του σταδιακά και ο ειρμός του δημιουργεί μία μυθιστορία με ενσυναίσθηση και διακριτικές αποχρώσεις, απολαυστικά πνευματώδεις-ειρωνικούς διαλόγους, ανατροπές και αποκαλύψεις - και είναι αρκετές αυτές οι τελευταίες. Δεν θα το συνέκρινα με τα προηγούμενα έργα του, ωστόσο ο συναισθηματικός κόσμος του Γιούλιους και η στάση του απένταντι στον ναζισμό, η σχέση πάθους με τα λίντερ του Σούμπερτ, η πλατωνική σχέση με την δεσποινίδα Βόλφερμαν, οι μικρές ανατάσεις της σκέψης του με την επέλαση των συμμαχικών δυνάμεων και την επιστροφή της πριγκιπικής οικογένειας στον πύργο δημιουργούν ζωντανές εικόνες που συγκινούν. Και που θέτουν προκλητικά ερωτήματα για τα όρια του επαγγελματικού καθήκοντος κι εκείνα της προσωπικής συνείδησης· για το πόσο ισχυρή είναι η αίσθηση του ανήκειν και της υπακοής και πού μπορεί να οδηγήσουν. 


Μετά το τέλος του μυθιστορήματος  ο Πιερ Ασσουλίν μας πληροφορεί, σε ξεχωριστή ενότητα όπως στα ντοκυμαντέρ, για την τύχη των πρωταγωνιστών της κυβέρνησης του Βισύ και των συνεργών τους. Κι αμέσως μετά, ακολουθεί ένα παράρτημα με τις επιρροές του από κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, δημοσιογραφικά αρχεία και βιβλία που θεωρώ πως περιορίζουν κατά πολύ την δυναμική του μυθιστορήματος – η γνώση συγκεκριμένων τηλεοπτικών και κινηματογραφικών αναφορών εγκλωβίζουν την εικονοποιία του. Αντίθετα, οι απαραίτητες σημειώσεις της έμπειρης μεταφράστριας Μαρίζας Ντεκάστρο στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου φινίρουν τον μύθο του Στάιν και την Ιστορία με αρκετές πληροφορίες και διευκρινίσεις.

Διάβασα το βιβλίο σχετικά γρήγορα και φορτισμένη –όποιος έχει διαβάσει το θαυμάσιο "Ξενοδοχείο Lutetia"  καταλαβαίνει ακριβώς τι εννοώ–  και ίσως γι' αυτό να συγχέω σε κάποιον βαθμό την ανυπομονησία μου με την αίσθηση βιασύνης που σου δημιουργεί η αφήγηση.  Η αίσθηση όμως της ατελούς επιμέλειας του κειμένου βασίζεται σε απτά στοιχεία. Ένα παράδειγμα – η συχνή και ελαφρώς εξεζητημένη χρήση της άνω και κάτω τελείας διέκοπτε τον ρυθμό της ανάγνωσης και μου δημιουργούσε απορίες για το νόημα και την λογική ακολουθία της πρότασης.
 

Τελειώνοντάς το όμως, εκείνο που υπερισχύει των τεχνικής φύσεως ατελειών είναι η διττή υπόσταση του πολέμου, η δύναμη της Ιστορίας να τραβά μπροστά και η ανάγκη για μία "εμπλουτισμένη" Μνήμη με την εξισορροπητική τάση της. Και, μαζί με την μουσική, η εικόνα ενός μυθιστορηματικού ήρωα που διαθέτει ισχυρό επαγγελματισμό μα αντιστέκεται τελικά στον μιμιτισμό της απάθειας και την ομογενοποίηση που επιφέρει η τυφλή εκπλήρωση του καθήκοντος.  

Το "Ένας πύργος στη Γερμανία, Ζιγκμαρίνγκεν" είναι εντέλει ένα απροσδόκητα όμορφο μυθιστόρημα.










Σημειώσεις: Η ζωγραφιά είναι με μελάνια από τον Victor Hugo.  Η λεπτομέρεια του ανδρικού χεριού είναι από πίνακα του Αμερικανού αγγλικής καταγωγής John Singer Sargent. Η σελίδα με τα ασπρόμαυρα σκίτσα, στη συνέχεια, από το γράφικ νόβελ  "La Cavale du Dr Destouches" (Futuropolis, 2015)  που αναφέρεται στην ζωή του Σελίν την συγκεκριμένη περίοδο. Η φωτογραφία των  γυαλιών του Franz Schubert αντλήθηκε από την  Le Monde. // Δείτε εδώ μία μικρή περιήγηση από την Madame Destouches στο Πύργο και την Πορτογαλική Πινακοθήκη όπου έκανε την καθημερινή εξάσκησή της στο χορό· και όπου η Ζαν συνόδευσε στο πιάνο τον Γιούλιους στο "Nacht und Träume".

Μετα-σημείωση: πρέπει να βρω έναν τρόπο να γράφω πιο συμπυκνωμένα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: