Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018













Σφύζων βωβός






Πριν από λίγες ημέρες, αναζητούσα κάτι να με αποσπάσει από διάφορες σκέψεις και το άγχος ενός επικείμενου ταξιδιού. Εκ των πραγμάτων, μυαλό για διάβασμα δεν υπήρχε κι έτσι κατέληξα στο ότι μία ταινία θα ήταν το ιδανικό αντίδοτο για τον διανοητικό αποσυντονισμό μου. Ξεκίνησα, λοιπόν, και πάλι την αναζήτηση, για την κατάλληλη ταινία αυτή τη φορά, μέχρι που βρήκα μία, με αέρα διεθνούς παραγωγής, εντυπωσιακές κριτικές και πολυβραβευμένη. 


Η υπόθεσή της, σχετικά απλή: στα μέσα της δεκαετίας του '60, ένα παιδί μεγαλώνει στο Παρίσι με την πορτογαλίδα γιαγιά του που το υπεραγαπά και κάνει τα πάντα για να το ευχαριστήσει – οι γονείς του έχουν πεθάνει και ο νεαρός Γάλλος είναι μονίμως μελαγχολικός. Το αγόρι λατρεύει τα ποδήλατα και η γιαγιά θα του αγοράσει ένα μικρό στην αρχή. Αργότερα, το αγόρι θα εξελιχθεί σε πρωταθλητή της ποδηλασίας. Στην διάρκεια του φημισμένου Γύρου της Γαλλίας, η Μαφία θα τον απαγάγει και θα τον μεταφέρει σε μια μεγαλούπολη, την Μπελβίλ. Η επίμονη γιαγιά, που την ακολουθεί ο σκύλος της οικογένειας, θα κάνει και πάλι τα πάντα για να τον σώσει – θα διασχίσει τον Ατλαντικό και θα βρεθεί άφραγκη, νηστική  κι εξαντλημένη κάτω από μια γέφυρα να περνά τις νύχτες της προσπαθώντας να σκεφτεί μία λύση. Εκεί θα συναντήσει τρεις ηλικιωμένες αδερφές – οι πάλαι ποτέ διάσημες Τρίδυμες της Μπελβίλ θα της προσφέρουν φιλοξενία και θα την βοηθήσουν να εντοπίσει τον εγγονό της και να τον απελευθερώσει από τους μαφιόζους.  

Κι αυτό είναι το μόνο απλό στο Belleville Rendez-vous, μια ιδιότυπη, περίεργα όμορφη ταινία κινουμένων σχεδίων για ενήλικες. Όχι ότι δεν μπορούν να την δουν παιδιά (από 13+) αλλά δεν θα μπορέσουν να βγάλουν νόημα από τις πολλές συνδηλώσεις των εικόνων. Για παράδειγμα, η αρχική σεκάνς της ταινίας είναι ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι σαν τα πρώιμα του Ντίσνευ όπου δείχνει τους Django Reinhardt, Τζοζεφίν Μπέικερ, Φρέντ Ασταίρ σε μια σειρά σουρρεαλιστικών σκηνών. Υπάρχουν επίσης και μερικά γκροτέσκα πλάνα από τα παρισινά καμπαρέ. Και τα δύο παραδείγματα μεταφέρουν μεν άψογα το κλίμα εκείνης της εποχής και τις περσόνες των καλλιτεχνών, είναι δε μη πολιτικώς ορθά σήμερα και θα χρειαστεί να εξηγήσετε αρκετά πράγματα.

Στον μακρυνό αντίποδα των φορμαλιστικών καρτούν της Ντίσνεϋ, η ταινία ετούτη έχει πολλές κι έντονες χρωματικές παλέτες ενώ μία επίστρωση σέπιας της προσδίδει την αχλή του παρελθόντος. Οι χαρακτήρες (οι πρωταγωνιστές αλλά και οι δεύτεροι ρόλοι)  είναι ιδιόρρυθμες καρικατούρες – η γιαγιά έχει τραχιά χαρακτηριστικά, μια μικρή αναπηρία στο ένα της πόδι και την επιμονή παλαιάς κοπής· οι ποδηλάτες τεράστιους, τετραγωνισμένους μυς στα πόδια· ο πιστός Μπρούνο μεγάλες  ολοστρόγγυλες διαστάσεις από την ακινησία κι  επίσης μια ιδιαίτερη "παβλόφια" σχέση με τα τραίνα που περνούν έξω από το σπίτι. Οι  δε Τρίδυμες της Μπελβίλ... Με κορμούς και κινήσεις που μιμούνται εκείνα των ψηλών παικτών του μπάσκετ, διατηρούν ακόμη τα μακριά μαλλιά και την κοκεταρία της νεότητάς τους, ακόμη και στον ύπνο. Και παρόλο που είναι γερασμένες εξακολουθούν να τζαμάρουν θαυμάσια επί σκηνής (χρησιμοποιώντας τις οικιακές συσκευές τους).





Έπρεπε να το είχα καταλάβει. Η ταινία είναι του Sylvain Chomet.  Οι συνολικά έξι ταινίες που έχει σκηνοθετήσει μέχρι σήμερα –ανάμεσά τους το The Illusionist– αν και εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, είναι όλες συναρπαστικές, πολυεπίπεδες και με σημαντικό συναισθηματικό αντίκτυπο. Αυτό ισχύει και στο Belleville Rendez-vous όπου ο γάλλος σκηνοθέτης καταφέρνει να συνδυάσει πολλά ετερόκλητα ποτ πουρί στοιχεία και να συγχρονίσει τα ονειρικά τοπία με τον ρεαλισμό και τα διακριτικά πολιτισμικά σχόλια  με την οξυδερκή σάτυρα. Ένα μικρό παράδειγμα: η Μπελβίλ. Η πόλη είναι μία μείξη χαρακτηριστικών της Νέας Υόρκης, του Μόντρεαλ και του Κεμπέκ ενώ οι κάτοικοί της παραπέμπουν ευθέως στην αμερικανική ευζωία των χάμπουργκερς και τον καπιταλισμό. 

Η πλοκή εκτυλίσσεται αργά, κατανοητά και δίχως λόγια. Ακριβώς. Τα πάντα στην κινηματογραφική αφήγηση δίνονται με παντομίμα. Οι εύγλωττες κινήσεις του σώματος, του προσώπου και των ματιών· η θέση και η κίνηση των αντικειμένων, η διαρρύθμιση των χώρων – όλα επικοινωνούν άπταιστα τις διαθέσεις, τις προθέσεις  και τις αντιδράσεις των χαρακτήρων: την πολυμήχανη κι αντιδραστική γιαγιά και την επιθυμία της να προστατεύσει τον εγγονό της· την πειθήνια μελαγχολία του εγγονού· τις προπονήσεις· την δυσαρέσκεια της γιαγιάς για τα παράδοξα της φιλοξενίας των τριών αδερφών· τις μυστικές κινήσεις των μαφιόζων που μοιάζουν με όρθια μαύρα φέρετρα που όταν βρίσκονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο "κουμπώνουν" σαν τα τουβλάκια των Lego. 

Πώς να μην αλλάξει μετά η διάθεση; Το εκκεντρικό ύφος της ταινίας είναι καταλυτικό. Έπαιξε όμως ρόλο και το βασικό κομμάτι της μουσικής επένδυσης που επαναλαμβάνεται συχνά στην διάρκεια των 78 λεπτών που διαρκεί η ταινία. Το ομότιτλο ρυθμικό Belleville Rendez-vous μοιάζει να βγήκε από τα roaring '30s. Σε όλη την ταινία άλλωστε υπάρχει πολύ μουσική τζαζ –αλλά και Μότσαρτ, Γκλεν Γκουλντ να παίζει Μπαχ, Αμάλια Ροντρίγκεζ να τραγουδά φάντος– που συνοδεύει την εξέλιξη της πλοκής και μοιάζει να περιδιαβαίνει τις δεκαετίες – από την δεκαετία του 1930 περνά στις επόμενες για να φτάσει στο τέλος της ταινίας με μια υποψία σόουλ των '70s. Είναι σχεδόν ανεπαίσθητο αυτό το πέρασμα μα εξισορροπεί θαυμάσια την αρκετά μεγάλη δόση νοσταλγίας που αποπνέει η κωμική ετούτη περιπέτεια. Σαν μια μετα-σύγχρονη παραγωγή του Μπάστερ Κίτον.




Ίσως είμαι υπερβολική. Ελάχιστα όμως. Ετούτη η ταινία είναι ό,τι πιο πρωτότυπο, γοητευτικό και ευφυές έχω δει τελευταία. Πραγματική ψυχαγωγία.














Σημείωση: Η ταινία έχει βραβευτεί με César για την Καλύτερη Μουσική Επένδυση Ταινίας, και με τα Genie Award για την Καλύτερη Ταινία Κινημένων Σχεδίων και  BBC Four World Cinema Award το 2004. Ήταν υποψήφια για δύο βραβεία  Όσκαρ το 2004 και για το βραβείο Grammy Καλύτερου Τραγουδιού την επόμενη χρονιά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: