Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009





"What lies behind us and what lies before us
are tiny matters compared to
what lies within us"

Ralf Waldo Emerson


Έχοντας υπάρξει για μεγάλο διάστημα το μικρότερο μέλος μιας ευρύτερης οικογένειας μεσηλίκων και υπερηλίκων, μπορώ να πω άνετα ότι μεγάλωσα μέσα σε αναμνήσεις. Οι αναπολήσεις για ανθρώπους, συνήθειες και καταστάσεις κάποιων άλλων (πολύ) περασμένων εποχών με "περικύκλωναν" από παντού. Ξεκινώντας να διαβάσω το "Αναμνήσεις μιας κυρίας" του Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο (Καστανιώτης, 2009) περίμενα κάτι από τις υπερβολές που άκουγα μικρή, εκείνες τις ωραιοποιημένες εικόνες για μια καλή ζωή, με "μικρές" μεν δυσκολίες αλλά γεμάτη χοροεσπερίδες και διασκέδαση - η άλλη όψη εκείνων των εποχών αποσιωπούνταν, όπως ήταν φυσικό, όταν ήμουν εγώ μπροστά.


Δεν έπεσα και πολύ έξω διότι η ηρωίδα του βιβλίου, μια εκλεπτυσμένη εκατομμυριούχος στο κατώφλι των 70 χρόνων της, αυτήν την πρόθεση έχει: να καταγράψει σ' ένα βιβλίο τις αναμνήσεις της από μια ζωή που περιελάμβανε άψογους τρόπους καλής συμπεριφοράς, δεξιώσεις της υψηλής κοινωνίας του Αγίου Δομήνικου, βεβιασμένες μετακομίσεις της οικογένειάς της -λόγω πολιτικών αναταραχών- στην Κούβα πρώτα και
κατόπιν στις ΗΠΑ, και συναναστροφές με το διεθνές τζετ σετ. Το μόνο μελανό σημείο είναι οι εχθρικές, στην πραγματικότητα ανύπαρκτες πλέον, σχέσεις με τα δυο παιδιά της που είναι και ο δεύτερος, εξίσου σημαντικός λόγος για την συγγραφή αυτού του βιβλίου - η μαντάμ Μινέτι θέλει με αυτόν τον τρόπο να κάνει τα παιδιά της να πονέσουν για το γεγονός ότι της υπεξαίρεσαν με δόλο την τεράστια περιουσία του πατέρα της "πετώντας" εκείνη και την μητέρα της -την γιαγιά τους- έξω από κάθε σημαντική απόφαση και διεκδίκηση.

Η Ντιάνα Μινέτι προσλαμβάνει γι΄αυτόν το λόγο έναν συγγραφέα. Πρόκειται για έναν ταλαίπωρο Περουβιανό μετανάστη που κατοικεί στην Ισπανία. Έχει τελειώσει τις σπουδές του και επιδιώκει με κάθε τρόπο να πραγματοποιήσει το όνειρό του - να γίνει, δηλαδή, διάσημος και να ζήσει από τα βιβλία του. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, κάνει τις πιο απίθανες δουλειές.

Κάτω από τις άθλιες έως κωμικές συνθήκες που ζει, η συνεργασία που του προσφέρει η Ντιάνα τού έρχεται "κουτί". Οι φιλοδοξίες του για την συγγραφή ενός μπεστ σέλερ περιορίζονται μεν στα τυπικά και ανούσια πράγματα που του εξιστορεί η μαντάμ Μινέτι αλλά είναι ευτυχισμένος δε - η παχυλή μηνιαία αμοιβή του και οι διευκολύνσεις που του παρέχει του αρκούν. Δεν διστάζει να μηχανευτεί τρόπους παράτασης ετούτης της εργασιακής κατάστασης κι έτσι, αποφασίζει να ψάξει και την άλλη πλευρά της ζωής της Ντιάνα, πλευρά που και η ίδια αγνοεί σε μεγάλο βαθμό. Ταξιδεύει στην Κούβα και συνομιλεί με άτομα που γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα της εποχής της. Από το σημείο αυτό κι έπειτα η "καλή" ζωή της Ντιάνα ανατρέπεται και τα γεγονότα εξελίσσονται εντελώς διαφορετικά από τις αρχικές προθέσεις και των δύο.

Κομβικό πρόσωπο ο Τζόρτζο Μινέτι, ο πατέρας της Ντιάνα, που από τρυφερός τζέντλεμαν αποδεικνύεται ένας αδίστακτος αριβίστας που δεν αφήνει καμμία ευκαιρία ανεκμετάλλευτη - ελίσσεται στα υψηλά πολιτικά στρώματα και συναλλάσσεται με τρεις δικτάτορες προκειμένου να κερδίσει χρήματα και κύρος. Τα πατήματά του θα ακολουθήσουν ο αδερφός της Ντιάνα και μετά από αυτόν ο γιος της. Η ίδια, όπως αποκαλύπτεται, είναι για όλους τους άλλους αδιάφορη έως αόρατη. "Ήμουν τόσο εύθραυστη, τόσο αδύναμη που το μοναδικό πράγμα που είχα στον κόσμο ήταν ένας μεγάλος σωρός λεφτά. Και εκείνος (ο πατέρας της) με είχε σαν ένα ακόμα αντικείμενο, ακριβώς όπως και όλοι οι άντρες που είχαν περάσει από τη ζωή μου." Ο Μανουέλ, ο πρώτος της σύζυγος και πατέρας των δύο παιδιών της, της φέρεται σαν να μην υπάρχει, ο Φρανσίσκο, την θέλει, την αγαπά αλλά λόγω της επαγγελματικής του θέσης δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να συντηρεί την εξωσυζυγική σχέση τους, ο Αντρές, ο δεύτερος σύζυγος μετατρέπεται σε κηφήνα μετά τον γάμο τους και τέλος, ο Αμερικανός εραστής της, Τζων Τέιτ, που από μια ατυχή συγκυρία μένει μακριά της.

Θα μπορούσα να είμαι σκεπτική έως θλιμμένη για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εκείνων των χρόνων, για την ασφυξία που προκαλούν οι "ετικέτες", για την απαράδεκτη θέση και διαπαιδαγώγηση των γυναικών σε εκείνες τις συνθήκες αλλά... διασκέδασα τις "Αναμνήσεις..." αφάνταστα κι αυτό γιατί ο Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο χρησιμοποιεί αφειδώς το χιούμορ στο κείμενο. Γέλασα πολύ (μα πάρα πολύ) με τα παθήματα του συγγραφέα/αφηγητή του μυθιστορήματος και με τον χαρακτήρα του Χάβυ ενώ βρήκα θαυμάσια τα περιστατικά αυτοαναφορικότητας του Σαντιάγκο Ρονκαλιόλο. Έχω όμως την αίσθηση ότι αυτό ακριβώς το χιούμορ ευθύνεται για ένα "κάτι" που λείπει από την αφήγηση: εκεί που παρουσιάζεται μια σοβαρή πτυχή της ιστορίας, στο σημείο εκείνο που η συγκίνηση αρχίζει να κορυφώνεται, ένα αστείο συμβαίνει και η ατμόσφαιρα επιστρέφει πάλι στην απλή, καθησυχαστική εξιστόρηση. Για παράδειγμα, το γεγονός της απομυθοποίησης του πατέρα της Ντιάνα - ενώ σε προϊδεάζει για μία συναισθηματική ταραχή (όπως περίπου συνέβει και με την πρωταγωνίστρια του "Μουσικού Κουτιού" του Γαβρά) αυτό παραμένει στις διαστάσεις της συνηθισμένης διήγησης της Ντιάνα, διανθισμένης με αστεία περιστατικά. Σαν να φοβάται ο Ρονκαλιόλο να αφήσει την ηρωίδα του να σπάσει την επιφάνεια και να κάνει ένα βήμα προς την συνειδητοποίησή της, την αυτογνωσία.

Σε κάποιο σημείο, η Ντιάνα αναφέρει: "Κανείς δεν μπορεί να μας διδάξει μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε, ...εμείς μόνες έπρεπε να μάθουμε... ".
Και φαίνεται ότι σχεδόν τα καταφέρνει. Λέω σχεδόν διότι ο νεαρός συγγραφέας/αφηγητής άθελά του την διδάσκει κατά κάποιο τρόπο, την κάνει να δει και να βρει τον πραγματικό εαυτό της. Λίγο πριν πεθάνει η Ντιάνα γράφει ένα γράμμα που απευθύνεται σ' αυτόν όπου διαφαίνεται καθαρά ότι έχει αντιληφθεί την πραγματικότητά της: "...Αλλά η ζωή μου, τουλάχιστον, τώρα έχει ένα μάρτυρα: εσένα. Προσπάθησα πολύ για να με γνωρίσει κάποιος. Εσύ είδες το παρελθόν μου και το παρόν μου, δηλαδή, τα πάντα, γιατί δεν έχω μέλλον. Ό,τι είδες είναι ό,τι υπάρχει με τα σκαμπανεβάσματά του. Μια καλή ζωή, έτσι;"

Τελικά, για να παραφράσω ελαφρώς τον Μπόρχες, "μερικές συναντήσεις είναι ραντεβού".




Σημείωση: η πρώτη φωτογραφία είναι το εξώφυλλο του βιβλίου χωρίς τα τυπογραφικά στοιχεία του. Στην δεύτερη, είναι η Άνν Μπάνκροφτ στην τηλεοπτική σειρά "Haven".

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009






Love Knows no border


Δεν είχα σκοπό να διαβάσω το "Μετάξι" του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο (μτφρ. Λένα Ταχματζίδου, Πατάκης, 1996) για δεύτερη φορά αλλά "παρεσύρθην" από την εγκωμιαστική γνώμη του καλού φίλου και συν-blogger Librofilo γι' αυτό το βιβλίο και ιδίως για τον συγγραφέα του.

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο γεννήθηκε στο Τορίνο το 1958 κι έχει γράψει μεταξύ άλλων, δύο -βραβευμένα- μυθιστορήματα κι έναν θεατρικό μονόλογο. Ωστόσο, το "Μετάξι" (που έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1997 μεταφέρθηκε και στον κιν/φο) αποτελεί ένα έργο ανένταχτο. Θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα αλλά δεν είναι - "περιορίζεται" σε 111 σελίδες κι αυτές όχι πυκνογραμμένες. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι ούτε διήγημα. Η ιστορία ετούτη, παρ'όλα αυτά, είναι δομημένη σε εξήντα πέντε κεφάλαια στα οποία αποδίδονται πλήρως και με μυθιστορηματικό τρόπο η ζωή των ηρώων του.

Ο Ερβέ Ζονκούρ ζει σ' ένα χωριό στην Γαλλία του 19ου αι. όπου η πατρική φιλοδοξία τον προορίζει για λαμπρή σταδιοδρομία στο στρατό. Όμως, από ένα γύρισμα της τύχης ή καλύτερα από την επιβολή της γνώμης του Μπαλνταμπιού, ο Ερβέ γίνεται έμπορος -εμπορεύεται μεταξοσκώληκες- και παράγει μετάξι. Είναι παντρεμένος με την Ελέν και ζουν στο Λαβιλλεντιέ μία ήσυχη, προβλέψιμη ζωή. Και οι δυο τους είναι ευχαριστημένοι απ' αυτό. Μόνος στενός τους φίλος και μέντορας του Ερβέ είναι ο Μπαλνταμπιού, ο παράξενος τύπος που είχε έρθει στο χωριό τους από το πουθενά, εγκαταστάθηκε εκεί και δίδαξε στους ντόπιους τα μυστικά της σηριοτροφίας με αποτέλεσμα ο τόπος να γίνει ένα από τα κυριότερα ευρωπαϊκά κέντρα σηριοτροφίας και μεταξοκλωστικής.

Το 1861 οι πρώτες επιδημίες έχουν ήδη αρχίσει να προσβάλλουν την ευρωπαϊκή παραγωγή αβγών μεταξοσκώληκα και το Λαβιλλεντιέ θα καταστρεφόταν οικονομικά εάν δεν βρισκόταν άμεσα μία λύση. Ο Ερβέ Ζονκούρ, με την προτροπή του Μπαλνταμπιού, φεύγει για να προμηθευτεί αβγά από την Ιαπωνία. Το ταξίδι του μέχρι "το τέλος του κόσμου" θα διαρκέσει έξι μήνες. Όταν θα φτάσει εκεί, θα φιλοξενηθεί από τον Χάρα Κέι, τον άρχοντα ενός χωριού που θα του προμηθεύσει τα αβγά. Στο σπίτι του θα γνωρίσει την παλλακίδα του, μια γυναίκα που "τα μάτια της δεν είχαν ανατολίτικη κοψιά και το πρόσωπό της ήταν πρόσωπο παιδούλας". Δύο έντονα κοιτάγματα, η νωχελική κίνηση του χεριού της που άγγιξε το φλιτζάνι απ' όπου είχε πιει προηγουμένως το τσάι του, το πορτοκαλί ρούχο της εγκατελειμένο στην όχθη μιας λίμνης ήταν αρκετά για να κάνουν τον Ερβέ να επαναλάβει αυτό το πολύμηνο ταξίδι τρεις ακόμη φορές χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να δει αυτή την απόκοσμη γυναίκα ξανά.

Οι απλές λέξεις και η ευθύτητα της γραφής του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο αλλά κυρίως η λιτότητά του είναι αφάνταστα ελκυστικές. Είναι τέτοια η πυκνότητα των συναισθημάτων που σκιαγραφεί πολύ έντεχνα ο Μπαρίκκο που σου έρχεται στο νου η ποίηση. Τα μικρά κεφάλαια, δε, ανεβάζουν τον ρυθμό της ανάγνωσης κι έτσι βρέθηκα στην τελευταία σελίδα χωρίς να το καταλάβω και για τρίτη φορά!

Σ' όλη την διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν ότι τα γεωγραφικά σύνορα (σε αντίθεση με τα σύνορα που εμείς ορίζουμε μέσα μας) δεν είναι σοβαρό εμπόδιο μπροστά στην επιθυμία, στον πόθο, στο ανεκπλήρωτο που επιμένει να ολοκληρωθεί, όσο αντίξοοες κι αν είναι οι συνθήκες. Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Άμος Οζ, τα όρια (γεωγραφικά κι άλλα) πρέπει να υπάρχουν για να τα ξεπερνούμε. Μ' αυτό κατά νου, δεν μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση η ένταση της επιμονής του Ερβέ να επιστρέφει ξανά και ξανά για τη νεαρή γιαπωνέζα. Η Ελέν, η συνεσταλμένη και χαμηλών τόνων σύζυγος του Ερβέ, ήταν αυτή που μου "έκλεψε" την προσοχή. Ίσως τελικά, σκέφτηκα, ο τίτλος του βιβλίου να μην αφορά μόνο στην πρώτη ύλη για την δημιουργία ενός υφάσματος ή την αφορμή γι' αυτή την ερωτική ιστορία. Ίσως να αναφέρεται και στο υλικό της ψυχής της Ελέν που δώρισε στον Ερβέ αυτό που ο ίδιος δεν μπόρεσε να αποκτήσει για τον εαυτό του - την ψυχική ικανοποίηση της ανταπόκρισης του έρωτά του - ενώ η ίδια πέθανε "... με τη νοσταλγία για κάτι που δεν θα ζούσε ποτέ".




Σημείωση: Η εικόνα είναι η καλλιγραφική γραφή της λέξης "αγάπη" στα γιαπωνέζικα.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009





Πιάνω...



... τον εαυτό μου τον τελευταίο καιρό να ακούει πολύ τζαζ - παλιά κομμάτια που τώρα μου φαίνονται καινούργια, ή ακόμη κι εντελώς πρωτάκουστες συνθέσεις που με κάνουν να νιώθω ότι ο ρυθμός αυτός μού είναι πολύ γνωστός, το ηχόχρωμα ετούτο μού είναι απίστευτα οικείο. Παλιότερα "χρησιμοποιούσα" κάθε είδους μουσικής για να συγκεντρωθώ στο διάβασμα, σήμερα όμως μάλλον το αντίθετο συμβαίνει - ιδιαίτερα με τη τζαζ. Ίσως αυτό να οφείλεται στην ήρεμη δύναμη της μουσικής που σε διαπερνά και στην "διάθεσή" της να σε ξεσηκώνει ομαλά, χωρίς "αναταράξεις". Ίσως πάλι να είναι οι αυτοσχεδιασμοί των μουσικών που με εξιτάρουν. Ίσως επίσης να με ελκύει και να με κρατά αυτή η συνεργασία, ή καλύτερα η αμοιβαία "συννενοχή" που υπάρχει μεταξύ μουσικού και ακροατή (ιδίως στις live παραστάσεις και στις συναυλίες) ώστε να δημιουργήσουν μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, αυτά τα δυο-τρία σκαλάκια που θα σε ανεβάσουν λίγο ψηλότερα όταν ακούς το κομμάτι. Αυτού του είδους η επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλων είναι δύσκολο να επιτευχθεί - δεν είναι λίγοι οι καλλιτέχνες (όχι μόνο μουσικοί αλλά και ζωγράφοι, γλύπτες, λογοτέχνες, ποιητές) που βυθίζουν τον εαυτό τους τόσο βαθιά στην τέχνη τους που, στη συνέχεια, αδυνατούν να βγουν στην επιφάνεια και να αφουγκραστούν αυτούς που βρίσκονται απέναντί τους. Ή δίπλα τους.

Μία τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση "καταραμένου" καλλιτέχνη είναι και ο Λούκα Φλόρες - μουσικός με κλασική κατεύθυνση που όμως άφησε έντονο το σημάδι του στην ιστορία της τζαζ του 20ου αιώνα. Ως παλιά ρόκερ (ή ροκού που λέγαμε κάποτε) δεν είχα ιδέα για ετούτο τον μουσικό με τη σύντομη ζωή, τον βίαιο θάνατο και το σημαντικό έργο. Τον "γνώρισα" ωστόσο, μέσα από την ταινία "Πιάνο Σόλο" (Ιταλία, 2007) η οποία βασίζεται στο βιβλίο του Ιταλού πολιτικού, πρώην δημάρχου της Ρώμης, Ουόλτερ Βελτρόνι "Il disco del mondo. Vita breve di Luca Flores, musicista"

Η υπόθεση της ταινίας έχει ως εξής: Ο Λούκα μεγαλώνει σε μια οικογένεια με άλλα τρία αδέρφια κι έναν πατέρα που φεύγει συνεχώς λόγω δουλειάς (είναι γεωλόγος). Έτσι ο μικρός αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με την μητέρα του. Σε κάποιες διακοπές τους στην Αφρική, όπου ο πατέρας φεύγει πάλι για δουλειά, η μητέρα του σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα από το οποίο εκείνος και η μία από τις αδερφές του που επέβαινε στο αυτοκίνητο μαζί τους, σώζονται. Μετά από αυτό, η οικογένεια διαλύεται. Πολύ αργότερα, βρίσκουμε τον Λούκα να γίνεται δεκτός με επαίνους στο πανεπιστήμιο. Στο διάστημα αυτό έρχεται σε επαφή με την τζαζ για πρώτη φορά και δέχεται να γίνει μέλος ενός μουσικού τρίο που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και εγκωμιαστικές κριτικές. Ο Λούκα αφοσιώνεται στο πιάνο του - δεν κάνει όμως το ίδιο και για την γυναίκα της ζωής του. Οι ενοχές του για το ατύχημα του παρελθόντος στέκονται εμπόδιο - ο Λούκα θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τον θάνατο της μητέρας του και δεν μπορεί να το ξεπεράσει, γεγονός που θα τον οδηγήσει μοιραία στην τρέλα και τελικά, στην αυτοκτονία.

Βλέποντας την ταινία σκεφτόμουν ότι κάποια ζητήματα θα μπορούσαν να είναι λίγο πιο τονισμένα όπως για παράδειγμα οι μουσικές/πνευματικές αναζητήσεις του Λούκα μιας και πρόκειται για έναν από τους δύο λόγους που τον οδήγησαν στην καταστροφή. Αλλά ο σκηνοθέτης Ρικάρντο Μιλάνι (που έχει συνεργαστεί με τον Νάνι Μορέττι στο "Αγαπημένο Ημερολόγιο") εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στο στοιχείο της παιδικής ενοχής και της απώλειας χωρίς να δείχνει καθαρά τα όποια βάσανα της τέχνης ταλαιπώρησαν τον καλλιτέχνη. Γενικά, η ταινία είναι ισορροπημένη αν και χωρίς έντονες κλιμακώσεις - η γραμμική του αφήγηση δεν επιφυλάσσει καμμία έκπληξη. Η ενστικτώδης ερμηνεία του Κιμ Ρόσσι Στούαρτ ωστόσο σε αποζημιώνει. Ο πρωταγωνιστής ήταν υποψήφιος για το βραβείο καλύτερου ηθοποιού το 2008 στα βραβεία Νταβιντ ντι Ντονατέλλο (το ιταλικό αντίστοιχο των Όσκαρ) - μία από τις πέντε συνολικά υποψηφιότητες της ταινίας εκείνη τη χρονιά. Καθόλου άσχημα, τελικά, για ένα φιλμ τόσο χαμηλών τόνων.

Όσο για μένα, χάρηκα πραγματικά γι' αυτήν την "γνωριμία" με τον signore Flores...



Σημείωση: Ο πίνακας λέγεται "piano with high heel" κι ανήκει στην σύγχρονη καλλιτέχνιδα Anita Burgermeister.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009






Σήμερα είναι μια άλλη μέρα...


Εδώ και μέρες προσπαθούσα να βρω κάτι να γράψω αλλά μου ήταν δύσκολο. Βουνό. Η γη γυρνούσε, πράγματα συνέβαιναν κι εγώ δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι, οτιδήποτε, για να γράψω στο μπλογκ. Εκείνο που με πείραξε όμως περισσότερο είναι το ότι δεν μπόρεσα να διαβάσω ούτε μία γραμμή ενώ είχα άπλετο χρόνο στην διαθέσή μου και θα μπορούσα κάλλιστα να διαβάσω όχι μόνο ένα αλλά και περισσότερα βιβλία. Είχα κατά νου, βλέπετε, τον Όσκαρ Ουάιλντ που είπε ότι "Εάν κάποιος δεν μπορεί να απολαύσει την ανάγνωση ενός βιβλίου, δεν υπάρχει λόγος να το αρχίσει καν" και με βόλεψε να κάνω τις σχετικές αναγωγές και να το επεκτείνω και στην υπόλοιπη ζωή μου...

Μα κάτι ο ήλιος της Δευτέρας, κάτι ο ευγενικός τεχνικός του υπολογιστή που με εξυπηρέτησε γρήγορα, κάτι τα τόσο αισιόδοξα μπλογκς των διαδικτυακών φίλων που διάβασα αμέσως μετά, ήταν και η "απαίτηση" της Αγάπης να βγούμε το βράδυ κι έτσι, δεν χρειάστηκε πολύ για να αλλάξει η διάθεσή μου. Η μέρα κύλησε χωρίς καλά καλά να το καταλάβω. Αυτή τη στιγμή, μόλις επέστρεψα από μια βραδιά με καλούς φίλους και κόκκινο κρασί κι όπως βλέπετε (και διαβάζετε ελπίζω) κάτι "χτύπησα" στο πληκτρολόγιο. Πράγματι, σήμερα είναι μια άλλη μέρα...



Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009





Η επανάσταση


πρέπει να είναι η ανατροπή του παρελθόντος κι όχι
η επανάληψή του με άλλη μορφή.



Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009





Το άψυχο παίρνει ζωή όταν το νοιαστείς...



Έχω πολύ καιρό να δω κάποιο παιδί να διαβάζει βιβλίο γενικώς, και λογοτεχνίας ειδικώς, πόσο μάλλον να το αποκτά μόνο του. Περνώντας κάποιον χρόνο σε βιβλιοπωλεία, σπάνια συναντώ κάποιο παιδί να περιδιαβάζει στα ράφια, να ξεφυλλίζει, να επιλέγει μόνο του κι απορώ γιατί η σοδειά της βιβλιοπαραγωγής για ετούτη την συγκεκριμένη κατηγορία αναγνωστών έχει να παρουσιάσει πολλά και αξιόλογα δείγματα βιβλίων, ικανά να εγείρουν την περιέργεια και την προσοχή των παιδιών (και των μεγάλων, εδώ που τα λέμε) με πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες και χωρίς να είναι εξώφθαλμα έντονα ή κραυγαλέα. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και "το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας" του Βασίλη Παπαθεοδώρου (Καστανιώτης, 2008).

Τα περισσότερα σχόλια που διάβασα για ετούτο το βιβλίο τονίζουν την περιέργεια, το μυστήριο, την αγωνία και κυρίως τις οικολογικές ανησυχίες που κεντρίζονται από την πένα του συγγραφέα. Και δεν έχουν άδικο. Ο Β.Παπαθεοδώρου θίγει με χιούμορ αλλά και σοβαρότητα απολύτως σύγχρονα θέματα και ο γρήγορος ρυθμός της γραφής σε συνδυασμό με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις κάνουν το βιβλίο ένα κανονικό μίνι αστυνομικό μυθιστόρημα. Η όμορφη γλώσσα του κειμένου προσθέτει στο ενδιαφέρον της ανάγνωσης αν και μια-δυο λέξεις, φαντάζομαι, θα δυσκολέψουν τους μικρούς αναγνώστες. Ωστόσο, εγώ θα σταθώ σε δύο σημεία που με εντυπωσίασαν και δεν έχουν να κάνουν με κάτι από τα πιο πάνω.

Το πρώτο, που ήταν και η αφορμή για να αγοράσω το βιβλίο μιας και δεν γνώριζα τον συγγραφέα από προηγούμενες δουλειές του, είναι η εικονογράφηση. Πρωτότυπη, εικαστική, αφαιρετική, η ζωγραφική άποψη του Πέτρου Μπουλούμπαση μακράν απέχει από τους καθιερωμένους παιδικούς χρωματισμούς και τις πολύχρωμες περικοκλάδες που συναντάμε σε αρκετές εκδόσεις.

Η αυτοθυσία ως ζεστό συναίσθημα και ως πράξη είναι το δεύτερο στοιχείο που ξεχώρισα και αυτό γιατί -διορθώστε με αν κάνω λάθος- είναι έννοια ξεπερασμένη στις μέρες μας. Στο βιβλίο όμως είναι σε πρώτο πλάνο. Μερικά παραδείγματα:
η πραγματική πάπια ταξιδεύει στην απέραντη θάλασσα ελπίζοντας να βρει κάποια ξηρά για να βγεί ενώ την ίδια στιγμή, αφήνει ευκαιρίες για να σωθεί η ίδια πότε για να σώσει μια πληγωμένη φάλαινα και πότε έναν τραυματισμένο ψαρά που κινδυνεύει να του επιτεθεί καρχαρίας. Έχει ήδη χάσει στην θύελλα τα παπάκια της καθυστερώντας για να σώσει το νεαρό Γιαν, τον άνθρωπο-φίλο της, ο οποίος προηγουμένως είχε διακινδυνεύσει κι εκείνος για να την σώσει από πνιγμό. Υιοθέτησε όμως, τα πλαστικά παπάκια ως δικά της "παιδιά" κι εκείνα με την σειρά τους την προστατεύουν σαν αληθινά γιατί "το άψυχο παίρνει ζωή όταν το νοιαστείς".


Συμφωνώ με την στροφή που έχει πάρει η θεματολογία της σύγχρονης ελληνικής παιδικής/εφηβικής λογοτεχνίας:
σήμερα είναι απολύτως αναγκαία η ενημέρωση, η ευαισθητοποίηση και η άμεση δραστηριοποίηση του καθενός μας για όλα τα θέματα που αφορούν στο περιβάλλον και την προστασία του αλλά αναρωτιέμαι - πως να πείσεις κάποιον που δεν έχει μάθει να προσφέρει την έγνοια του και την προσοχή του στον συνάνθρωπο του, να το κάνει για τα ζώα και πολύ περισσότερο για την φύση; Πως να τον πείσεις, όταν δεν ξέρει να θυσιάζει το προσωπικό του συμφέρον και τη βολή του για έναν συλλογικό σκοπό, για ένα παγκόσμιο καλό;



Σημείωση: Ο πρώτος πίνακας είναι της σύγχρονης Αμερικανίδας ζωγράφου Ελίζαμπεθ Πέυτον από την ενότητα "Live Forever". Η δεύτερη εικόνα είναι από την εικονογράφηση του βιβλίου.
Update: Σε δημοσίευμα εφημερίδας αναφέρεται ότι από το συγκεκριμένο περιστατικό της "απελευθέρωσης" των πλαστικών παιχνιδιών στον Ειρηνικό, κάποια από αυτά ξεβράστηκαν στις ακτές της Αλάσκας
τον Ιούλιο του 2004. Αρκετά όμως συνεχίζουν να περιπλανούνται στις θάλασσες.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009





Άτιτλο



"Ένα μυθιστόρημα είναι η ισορροπία ανάμεσα σε
μερικές αληθινές εντυπώσεις και στο πλήθος των ψεύτικων που
συγκροτούν αυτό που αποκαλούμε ζωή."