Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010





Mauvaise foi


Η τελευταία ταινία που είδα το 2009 ήταν αισιόδοξη αν και η σύνοψη που διάβασα στην εφημερίδα προϊδέαζε για κάτι αιχμηρό.

Η Κλάρα, εβραϊκής καταγωγής και ο Ισμαήλ, άραβας, ζουν μαζί για καιρό κι έχουν μια ευτυχισμένη κι αρμονική σχέση. Όταν η Κλάρα μένει έγκυος η σχέση τους περνά σε άλλο επίπεδο και αυτό τους προκαλεί φόβο και αμηχανία. Δεν τους προβληματίζουν στιγμή οι φυλετικές διαφορές τους - και μόνο το γεγονός μιας καινούργιας ζωής είναι αρκετό.


Αποφασίζουν να κρατήσουν το μωρό και ξεκινούν το στήσιμο της οικογένειάς τους. Η Κλάρα μετακομίζει στο σπίτι του Ισμαήλ και η επόμενη κίνηση είναι να το ανακοινώσουν στις οικογένειές τους. Οι γονείς της Κλάρα, εύποροι συντηρητικοί αστοί, σοκάρονται και με πολύ κομψό τρόπο εναντιώνονται στον γάμο τους. Ο Ισμαήλ, από την άλλη, συνεχώς το αναβάλλει ψάχνοντας να βρει την κατάλληλη στιγμή για να το εκμυστηρευτεί στην χήρα μητέρα του. Στο μεταξύ, παρ' όλο που κανείς από τους δύο δεν ασχολείται με θρησκεύματα και συμβολισμούς -του ιουδαϊσμού και του ισλαμισμού αντίστοιχα- αρχίζουν και χρησιμοποιούν τα σύμβολα και τις παραδόσεις της δικής του θρησκείας ο καθένας γιατί έτσι πιστεύουν ότι είναι πιο σωστό για την ανατροφή του παιδιού που θα έρθει. Αναπόφευκτα, η σχέση τους δυσκολεύει πολύ καθώς τίθεται και το "ακραίο" τελεσίγραφο "αν το παιδί είναι αγόρι θα πάρει το όνομα του πατέρα μου και θα γίνει μουσουλμάνος". Η Κλάρα, άτομο ανεξάρτητο και διαλλακτικό, επιστρέφει στο πατρικό της αντιμέτωπη με την νέα πραγματικότητα - το μωρό ή η σχέση;


Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το τέλος της υπόθεσης - "η αγάπη όλα τα νικά" κι έτσι πρέπει να είναι, στην τελική. Το ενδιάμεσο όμως μέρος θα μπορούσε να είναι σαφώς καλύτερο. Το "Λάθος Πίστη" είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν σου τραβούν την προσοχή και δικαίως γιατί δεν έχουν κάτι ιδιαίτερο ούτε από εικαστική προσέγγιση ούτε από σεναριακή επεξεργασία. "Χαϊδεύει" σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως αυτά της προκατάληψης, της ανεξιθρησκείας και της αποδοχής παραμένοντας politically correct. Είναι όμως μια ταινία κωμική και ειλικρινής - ακριβώς ό,τι είχα ανάγκη να δω την προηγούμενη Τρίτη. Αν ήθελα κάτι διαφορετικό θα επέλεγα να δω σε DVD το πιο παλιό "Ένα τρυφερό φιλί" του Κεν Λόουτς που είναι κλάσεις ανώτερο και χτυπά συνέχεια στο καρφί κι όχι μόνο στο πέταλο.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009





Τι να ευχηθώ;



Προσπαθώ να διαλέξω μία ευχή για να σας γράψω αλλά τα λόγια του Τ.Σ.Έλιοτ με κάνουν λίγο σκεπτική "...διότι οι λέξεις του περασμένου χρόνου ανήκουν στη γλώσσα του περασμένου χρόνου και οι λέξεις της επόμενης χρονιάς περιμένουν μιαν άλλη φωνή." (Little Gidding).

Χμ! Παρ' όλα αυτά, θα χρησιμοποιήσω μια φράση του ποιητή από το ίδιο έργο για να σας ευχηθώ να είστε γεροί και δυνατοί για να δώσετε ένα τέλος σε ό,τι σας ενοχλεί και να κάνετε μια νέα αρχή όπως ακριβώς επιθυμείτε. Και είμαι σίγουρη ότι θα βρείτε αυτή την άλλη φωνή, τη φωνή της επόμενης χρονιάς που λέει και ο Έλιοτ .

Cheers!


Σημείωση: Το σκίτσο είναι του εικονογράφου Τζεφ Τζόουνς.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009





Ευχές


για
όμορφες στιγμές σε όλους.
Καλά Χριστούγεννα!



Σημείωση: Το εικαστικό θέμα σήμερα είναι μία κάρτα φιλοτεχνημένη από τον Άντυ Ουόρχωλ (π.1958).

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009






Christmas actually

  
is...
Ο Ντίκενς που γνωρίζουμε και ο άγνωστος Ντίκενς, η ταινία του σήμερα, οι χριστουγεννιάτικες κάρτες για την υφή του χαρτιού και την σκέψη του αποστολέα, οι γυάλινες μπάλες που με πολύ φροντίδα βγάζω από το κουτί για να διακοσμήσω το τραπέζι, ο Τζιμ, η Ντέλλα και το δώρο τους, να κάνω "άχρηστα" δώρα, να ανοίγω τα δικά μου δώρα ακούγοντας μουσική, να μαλώνω με την ανηψιά μου για το ποιός θα φάει τα περισσότερα γλυκά από την κρυμμένη πιατέλα της γιαγιάς, τα μελομακάρονα, οι δίπλες, το μέλι από κάστανο σε τσάι, το μέλι από κάστανο - σκέτο, η ζάχαρη άχνη όταν πέφτει... πάνω στα ρούχα, το χιόνι που δεν πέφτει, η παγωνιά με ήλιο, η Χοπερική μελαγχολία των γιορτών, η συγκίνηση από την ανάμνηση ενός ζευγαριού απαλά χέρια στο πρόσωπο, το κόκκινο κρασί, τα βιβλία που έχω στήσει μπροστά στο τζάκι, το τζάκι -αναμμένο, τα σημάδια πάνω στη μοκέτα από τις καύτρες που ξεπηδούν από τη φωτιά και προσγειώνονται μπροστά στα πόδια μου, οι μαύρες γόβες με τα μικρά γυαλάκια σε σχήμα σταγόνας, όλοι εκείνοι που δεν είναι εδώ και όλοι εσείς που είστε εκεί και σας σκέφτομαι γράφοντας ετούτη την ανάρτηση,


καλοί φίλοι και συν-bloggers,


I wish you be very...

Merry!

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009







"... no ordinary eyes..."






Το "Εκατό μπουκάλια στο ράφι" (Ποταμός, 2004, μτφρ. Τασία Παναγοπούλου) είναι ένα προκλητικό βιβλίο που κατατάσσεται στο είδος του road novel. Μην ψάχνεται να βρείτε τι σημαίνει ετούτος ο όρος - δεν υπάρχει ερμηνεία. Είναι η αίσθηση που είχα διαβάζοντάς το: αμέσως ήρθαν στο νου μου το "On the Road" του Τζακ Κέρουακ και οι road movies.

Το μυθιστόρημα καταγράφει την ιστορία δύο γυναικών που είναι επιστήθιες φίλες από τα σχολικά τους χρόνια: της Ζέτα Άλβαρεθ, μίας εικοσάχρονης εκκεντρικής μποέμ με αντιαισθητική -σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα- εμφάνιση, "...πολύ αργή για να ζήσει στη Δύση...", μα υπερβολικά συναισθηματική και γενναιόδωρη. Και της Λίντα Ροθ που είναι το ακριβώς αντίθετο: καλλιεργημένη, σκληρή και αριβίστρια. Μια φιλόδοξη συγγραφέας που έχει τον έλεγχο της ζωής σχεδόν σε απόλυτο βαθμό. Βρισκόμαστε στην Αβάνα της Κούβας, στα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας, εποχή που κυβερνά ακόμη ο Κάστρο, το να βρεις έστω κι ένα κιλό πατάτες παραμένει κατόρθωμα ενώ οι "πατατούλες τηγανητές" θεωρούνται λουκούλειο γεύμα.

Αντίθετα με τα "πιστεύω" και τις πράξεις των πρωταγωνιστών ενός road movie, η Ζέτα δεν αρπάζει τη ζωή, απλώς ζει με νωχέλεια ό,τι της τυχαίνει ή καλύτερα, ό,τι της προσφέρει η καλοσύνη -και το πείσμα- των γνωστών και φίλων - εάν δεν υπήρχε η Λίντα δεν θα έκανε τον κόπο ούτε καν να σπουδάσει. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το ότι η Ζέτα έχει πλήρη επίγνωση του εαυτού της από μικρή ηλικία και τον αποδέχεται χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό ή σκέψη. Είναι δε τόσο παθητική που προκειμένου να μην αλλάξει κάτι, δέχεται το οτιδήποτε με ευχαρίστηση όπως π.χ. την βίαιη, σαδιστική φύση του ψυχασθενή εραστή της.

Η Ζέτα δεν ωριμάζει, ή μάλλον αρνείται πεισματικά να ωριμάσει, αντίθετα
με ότι συνήθως συμβαίνει με τον αντίστοιχο ήρωα ενός road movie. "Ζωή είναι η πάλη ενάντια στην ωριμότητα" φαίνεται να είναι το μότο της. Παρ' όλες τις εμπειρίες που "συλλέγει" στην διάρκεια αυτών των 364 σελίδων και τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να σμιλέψει τα κακώς κείμενα του εαυτού της, δεν το κάνει. Εκείνο που κάνει είναι να τραγουδά ένα συγκεκριμένο παιδικό τραγουδάκι που ξεκινά από το εκατό και αριθμώντας αντίστροφα φτάνει μέχρι το μηδέν μετά από πολλά ρεφρέν γιατί έτσι καλύπτει τον ενδόμυχο φόβο της, κερδίζει χρόνο και δεν παίρνει τις αποφάσεις που οφείλει στον εαυτό της. Ακόμη και στο τέλος, όταν της προσφέρονται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για εκείνη και για το πέντε μηνών μωρό που κουβαλά μέσα της, η Ζέτα δεν αποφασίζει - μόνο που τώρα δεν τραγουδά εκείνο το τραγουδάκι που πάει ως εξής: "εκατό μπουκάλια στο ράφι.../ αν πέσει το ένα.../ ενεννήντα μπουκάλια στο ράφι..."

Η μεγαλύτερη
όμως διαφοροποίηση -σε σχέση με ένα road movie- βρίσκεται στην πλοκή. Τα γεγονότα δεν συμβαίνουν καθ' οδών, δεν υπάρχει γεωγραφικό ταξίδι, εξωτικά μέρη και ειδυλλιακές περιγραφές. Αφετηρία και κατάληξη όλων των περιπετειών της ηρωίδας είναι η Γωνία του Χαρούμενου Σφυριού, η ετοιμόρροπη πολυκατοικία όπου κατοικεί από τη στιγμή που γεννήθηκε μέχρι και τώρα στα είκοσί της που γράφει ετούτη την εξιστόρηση. Αυτό το απομεινάρι της αριστοκρατίας του '30 μαζεύει σαν μαγνήτης πολλούς "εξωτικούς" ανθρώπους, ανθρώπους του περιθωρίου που βρίσκονται με ένα σφυρί στο χέρι όλη την ώρα "αναπαλαιώνοντας", "ανακατασκευάζοντας" το κτήριο - εξού και το όνομά του. Ετούτοι οι άνθρωποι γεμίζουν τα διαμερίσματα του κτηρίου και τις σελίδες του βιβλίου και μπορεί να καταλάβει κανείς που οφείλεται το τόσο χαρακτηριστικό χρώμα και ύφος της Αβάνα "βλέποντάς" τους. Η Ζέτα συναναστρέφεται και περιγράφει αυτούς τους γραφικούς ανθρώπους και "ταξιδεύει" μέσω αυτών - κάθε άνθρωπος κι ένα ταξίδι, έτσι δεν λένε;

Διαβάζω στο αφτί του βιβλίου ότι η συγγραφέας Ένα Λουτσία Πορτέλα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας περίεργος συνδιασμός του Σάλιντζερ και του Μπόρις Βιαν. Δεν είναι υπερβολή. Η Πορτέλα γράφει με αναίδεια και βάλλει κατά ριπάς σε οτιδήποτε, είτε αυτό είναι λέγεται παιδική ηλικία, πατρότητα και φεμινισμός, είτε πρόκειται για φιλία, έρωτα, συντροφικότητα και ομοφυλοφιλία, είτε ακόμη αφορά στην πολιτική και την κοινωνία στην Κούβα. Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χρησιμοποιώντας μια ανελέητη αργκό. Η αθυροστομία της δεν περιέχει βωμολοχίες, μόνο καθημερινές λέξεις και εκφράσεις που, ωστόσο, δεν χωρούν σε καθωσπρέπει συμπεριφορές. Η πλούσια, μοναδική -
η γεμάτη επίθετα και ρήματα- γλώσσα που χρησιμοποιεί αποδομεί τα πάντα, από το πιο κωμικό έως το πιο τραγικό. Η φαντασία ξεχειλίζει από κάθε γραμμή.

Η γραφή της συγγραφέως είναι αιρετική, έντονη, γρήγορη και καλά δομημένη. Αν και υπήρχε παντού διάχυτη μια παραίτηση, μια αδράνεια και η απουσία κάθε επιθυμίας για οτιδήποτε από την πλευρά της Ζέτα, το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου καταθλιπτικό ή οτιδήποτε παρόμοιο. Το αντίθετο μάλιστα. Με συνεπήρε άθελά μου και γι' αυτό
θα το τοποθετήσω δίπλα στον Τζακ Κέρουακ - τηρουμένων, όμως, των πιο πάνω παρατηρήσεων και δίχως να χρειαστεί να τραγουδίσω το "εκατό μπουκάλια στο ράφι..."



Σημείωση: Η εικόνα είναι το εξώφυλλο του βιβλίου και πρόκειται για τη "Γυναίκα-φρούτο", λεπτομέρεια από φωτό του Μπρασσάι (1935).
O Χένρι Μίλλερ σχολίασε για τον Γάλλο φωτογράφο : "Όταν συναντήσεις αυτόν τον άντρα βλέπεις αμέσως ότι είναι εξοπλισμένος με ασυνήθιστα μάτια" - "When you meet the man you see at once that he is equipped with no ordinary eyes" . Από εδώ δανείστηκα τον τίτλο της σημερινής ανάρτησης που ταιριάζει χωρίς κόπο και στην συγγραφέα για την ξεχωριστή συγγραφική της ματιά.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009





Χωρίς λόγια...


Είναι από εκείνες, τις ελάχιστες, φορές που ο ορισμός του ήθους, της σιωπής και της δημιουργίας, η έννοια του όρου "δάσκαλος" βρίσκουν το πρόσωπό τους. Και όταν αυτό το πρόσωπο φεύγει, οι λέξεις σου φαίνονται τόσο φτωχές, τόσο λίγες...


Σημείωση: Το εικαστικό θέμα είναι λεπτομέρεια από το μεγάλων διαστάσεων έργο του Γ.Μόραλη που βρίσκεται στο γραφείο του σπιτιού του Μάνου Χατζηδάκι. Το φιλοτέχνησε το 1962 και υπήρξε δώρο του καλλιτέχνη και της μητέρας του συνθέτη προς τον τελευταίο.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009





Bonjour Tristesse...


Η προηγούμενη εβδομάδα πέρασε βιαστικά, ανάμεσα στα μαθήματα, στις δουλειές του σπιτιού (ενόψει Χριστουγέννων) και στις ελάχιστες σελίδες που κατόρθωσα να γυρίσω προσπαθώντας να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά δίπλα στο πορτατίφ του κομοδίνου. Έτσι, το Σάββατο κατέληξε γεμάτο με ένα περίεργο μείγμα κούρασης κι έντασης. Ήταν μέρα εξετάσεων, ήταν και η βροχή που σκούρυνε κατά πολύ την μέρα και από τις τέσσερις και μισή νύχτωσε με αποτέλεσμα να μην αποφύγω τις θλιμμένες σκέψεις. Μια δύσκολη επαγγελματική συνεργασία πέντε χρόνων είχε φτάσει στο τέλος της. Από τη μια ένοιωθα ανακουφισμένη, από την άλλη, όμως, οι προοπτικές δυσοίωνες. Και τώρα τι; Τελευταία, νιώθω όλο και πιο ανεπαρκής, λίγη, ελάχιστη, ένα μυρμήγκι, ένας γραφικός και μίζερος Δον Κιχώτης που προσπαθεί για κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί. Κι όσο κι αν αποδιώχνω αυτή την αίσθηση, εκείνη επιμένει. Και οι καταστάσεις δεν βοηθούν. Ο Β. έδινε εξετάσεις και ήταν σαν να έδινα κι εγώ τις δικές μου.

Αργά το απόγευμα, μετά το τέλος των εξετάσεων οι γονείς του παιδιού, ο μαθητής μου κι εγώ πήγαμε στο σπίτι τους για ένα ποτό. Για την ακρίβεια εμείς οι μεγάλοι ήπιαμε, ο νεαρός αρκέστηκε στους ξηρούς καρπούς. Με τη συζήτηση ελάφρυνε κάπως η διάθεση. Επέστρεψα στο σπίτι μου στις δέκα και μισή μα δεν άναψα τα φώτα. Το μόνο που έσπαγε τη σιωπή του σκοταδιού ήταν το ψιλόβροχο που χτυπούσε στο τζάμι του φεγγίτη. Κοιμήθηκα αργά με την αίσθηση ότι κάτι, κάπως πήγε στραβά.

Χθες επικοινώνησα με τη μητέρα του Β. Περίμενα να ακούσω κάτι αποθαρρυντικό ή στην καλύτερη περίπτωση κάτι ουδέτερο, τυπικό. Αντίθετα, πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, με δυο κουβέντες που είπε μού διέλυσε τις όποιες κακές ιδέες κλωθογύριζαν στο νου μου μέχρι τότε. Κλείνοντας το τηλέφωνο, διάβασα και πάλι το mail ενός φίλου που είχε προηγηθεί. Χαμογέλασα. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που ένας καλός λόγος, μία σκέψη που εκφράζεται από εκεί που δεν το περιμένεις είναι ικανά να σε κάνουν να νιώσεις ξεχωριστή. Αν και συνεχίζω να νιώθω λίγη κι ανεπαρκής, μου φαίνεται ότι τουλάχιστον γι' αυτούς τους δύο τρεις ανθρώπους είμαι κάτι παραπάνω από έναν κόκκο σιταριού. Και ξέρετε κάτι; Είναι...


...έστω και για λίγο.


Σημείωση: Το έργο είναι της Τρέισυ Έμιν. Εμπνεύστηκα τον τίτλο της ανάρτησης από την ομώνυμη νουβέλα της Φρανσουάζ Σαγκάν.