Πέμπτη 9 Απριλίου 2015










Αυτή η νύχτα μένει




Η θέση σου ήταν στο πλάι μου
και ήσουν περήφανος γι' αυτό.
Όμως, όπως καθόσουν με το χέρι στο τιμόνι
είπες "Δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να μείνω εδώ, μόνος."

Εάν παραμείνεις σε τούτο το στενόμυαλο χωριό θα πέσεις σε παγίδα.
Όλοι μας πέφτουμε. Δεν ξέρω πως ή πότε αλλά θα πέσεις.
Τα χρόνια που συνθέτουν μια ζωή εξαφανίζονται στη στιγμή.

Είσαι ήσυχος, σκεφτικός. Ξέρω πως είναι έρωτας
αυτό που μας χωρίζει.

Σου έχω δώσει
όλη την δύναμη της ύπαρξής μου,
κι όμως είσαι ταπεινός και περήφανος, υπακούοντας το πεπρωμένο
που σε θέλει να μένεις φτωχός. Δεν ξέρεις
τι να κάνεις, να ενδώσεις ή όχι.

Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι η αντίστασή σου
δεν μου προκαλεί πόνο.
Μπορώ να δω το μέλλον. Υπάρχει αίμα στην άμμο.


(Καντέρμπερυ)


*


 Your place was at my side,
and you were proud of this.
But, sitting with your arm on the steering wheel
you said, “I can’t go on. I must stay here, alone.”

If you remain in this provincial village you’ll fall into a trap.
We all do. I don’t know how or when but you will.
The years that comprise a life vanish in an instant.

You are quiet, pensive. I know it is love
that is tearing us apart.

I have given you
all the power of my existence,
yet you are humble and proud, obeying a destiny
that wants you to remain impoverished. You don’t know
what to do, whether to give in or not.

I can’t pretend your resistance
doesn’t cause me pain.
I can see the future. There is blood on the sand.
                                          

(Canterbury)





Σημειώσεις: Το ποίημα ανήκει στον Pier Paolo Pasolini  που, εκτός από μεγάλος κινηματογραφιστής, θεωρείται κι ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αι. στην Ευρώπη σύμφωνα με τον Harold Bloom.  Είναι μέρος μιας συλλογής που απευθύνεται στον αγαπημένο του Giovanni (“Ninetto”) Davoli  και αποτελείται από 112  έργα, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν στην διάρκεια των γυρισμάτων του "Canterbury Tales" στην Αγγλία. Η συλλογή ολοκληρώθηκε με την επιστροφή του Παζολίνι στην Ιταλία όπου και το ζευγάρι χώρισε. Ο Ninetto ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία ως κομπάρσος στο εμβληματικό "Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". / Η απόδοση του ποιήματος είναι της υποφαινόμενης. // Το εικαστικό του Χρήστου Μποκόρου.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015











Άτιτλο



"Κρατώ σαν κόρη οφθαλμού απ' όλα αυτά τα χρόνια ένα σημείωμα του Γαλανόπουλου που βρήκα μια μέρα του Αυγούστου του 2002 στο γραφείο μου. Ήταν πια συνταξιούχος. Ξεκινούσε έτσι: 'Ακόμη και μία λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται' Δεν θα το ξεχάσω ποτέ." 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του γνωστού δημοσιογράφου Μιχάλη Μητσού που μόλις κυκλοφόρησε. Ωστόσο, το "Οι ιστορίες θα μας σώσουν - Ένα ημερολόγιο του 2014" (Πόλις, 2015)  δεν είναι μυθοπλασία. Είναι, όπως λέει ο τίτλος του, ένα ημερολόγιο· ένα ιδιαίτερο, όμως, ημερολόγιο γεμάτο ιστορίες, μία για κάθε ημέρα του χρόνου, όπου τα δημόσια γεγονότα που άντλησε ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του 2014 από εφημερίδες, βιβλία και ταινίες συνδέονται με προσωπικές σκέψεις, κρίσεις, μνήμες και την καθημερινότητά του μέσα από την οπτική του δημοσιογράφου κι όχι την τυπική γλώσσα του επαγγέλματος. 

Ο Μητσός  διασχίζει, χωρίς να καταργεί διόλου, τα ρευστά σύνορα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού διατηρώντας την οικειότητα του προσωπικού και την σημασία του συνόλου. Πριν, όμως, αρχίσω να καταγράφω τον πολυδιάστατο κι ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, θα σας πω ότι είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τελειώνουν γρήγορα· ή μάλλον, δεν θέλεις να τελειώσουν γρήγορα - θα το διαβάζω για πολύ ακόμη ψάχνοντας τις δικές μου συντεταγμένες. 

Όπως στις γραμμές  που παραθέτω πιο πάνω: θα με κάνουν, τελικά, να συνεχίσω να γράφω στο μπλογκ και να επιμένω να "κυνηγώ" τα λάθη μου, έστω κι αν πάντα θα ξεφεύγουν κάποια.




Σημείωση: Το εικαστικό είναι του Paul Klee.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015








 




 


True Grit 





Μία από τις πιο τραγικές ηρωίδες της Λογοτεχνίας, η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ, βρίσκεται στις σελίδες του "Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" (μτφρ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη - Πόλις, 2014). Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της Αμερικανίδας Melanie Wallace η οποία συνθέτει μια ιστορία απόλυτης παράδοσης στην μνήμη, την θλίψη και τον πόνο και παρουσιάζει την πραγματική αγριότητα της αμερικανικής Δύσης σε όλες τις προεκτάσεις της - από την αποσάθρωση ενός οχυρού στην ανθρώπινη κι από εκεί, στις θεμελιώδεις δομές της πολιτισμένης αμερικανικής κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα.

Έχοντας ανταλλάξει τρεις πολεμιστές με τις δύο λευκές γυναίκες που η ινδιάνικη φυλή των πρώτων είχε απαγάγει και κρατούσε αιχμάλωτες, δύο Αμερικανοί έποικοι μαζί με μια ομάδα έφιππων στρατιωτών επιστρέφουν στο οχυρό 2881, κάπου στην αμερικανική Δύση. Η Κόνστανς Σμιθ, έχοντας υποστεί κακουχίες στον καταυλισμό των Ινδιάνων, είναι κάτι παραπάνω από ευτυχισμένη που επέστρεψε - ενδύεται αμέσως τα ρούχα και την πολιτισμένη συμπεριφορά της κατηγορώντας την άλλη γυναίκα για ανηθικότητα και προδοσία. Η Άμπιγκεϊλ Μπιούελ είνα κάτι παραπάνω από τρομοκρατημένη - την έχουν αποσπάσει βίαια από τον Ινδιάνο σύζυγό της και τον γιο τους ενώ βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Επιπλέον, ένας από τους ελευθερωτές της είναι ο Τζωρτζ Μπιούελ, πρώην κουνιάδος της που στο παρελθόν τής είχε επιτεθεί  και τώρα απαιτεί να την πάρει μαζί του γιατί, όπως δηλώνει θρασύτατα, μετά τον θάνατο του αδερφού του από τους Ινδιάνους η γυναίκα τού ανήκει. Σοκαρισμένη από την παρουσία του και συνειδητοποιώντας ότι δεν θα υπάρξει ποτέ επιστροφή στην οικογένειά της, η Άμπιγκεϊλ καταφεύγει στην απόλυτη σιωπή, στις μνήμες και στον τρομερό πόνο που επιβάλλει στον εαυτό της ώστε να εκριζώσει από το μυαλό και το σώμα οτιδήποτε την συνδέει με τον κόσμο των λευκών. Αρνείται ακόμη και να ζήσει το μωρό που θα γεννηθεί. "...τεντώνει το χέρι κι ακουμπά την κουβέρτα για μια ακόμα φορά. Αυτή τη φορά δεν το τραβάει μακριά, μα αισθάνεται την τραχύτητα του υφάσματος, πολεμώντας να ηρεμήσει, να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, φυσάει μέσα στα τυφλά μάτια του μωρού της και περνάει το χέρι της από πάνω τους, γητεύοντας τον θάνατο να έρθει. Δεν είναι κόσμος αυτός, ψιθυρίζει στο ακίνητο βρέφος, για να γεννηθεί κανείς. Δεν είναι κόσμος αυτός."

Ο διοικητής του οχυρού είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, με εξίσου τραγική πορεία. Ο  ταγματάρχης Ρόμπερτ Κάτερ έχει σοβαρά προβλήματα να επιλύσει - ο Εμφύλιος  έχει λήξει αφήνοντάς τον ξεχασμένο σε ένα απομακρυσμένο οχυρό να περιμένει εντολές και να ηγείται ενός μεγάλου αριθμού στρατιωτών που βρίσκονται σε επιφυλακή για εχθρούς που ποτέ δεν εμφανίζονται. Η εξουσία του φθίνει με την ίδια ταχύτητα που το οχυρό αποσυντίθεται. Οι προμήθειες του οχυρού έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα και κάθε ίχνος σκοπού ή αίσθηση καθήκοντος εκλείπει. "Δεν υπάρχουν πια καθήκοντα, πέραν του άρρητου καθήκοντος της επιβίωσης". Κι ενώ οι στρατιώτες του λιμοκτονούν,  βρομεροί κι απελπισμένοι, εκείνος αποσύρεται στο διαμέρισμά του γράφοντας επιστολές στην γυναίκα του και παρατηρώντας το φάντασμα ενός αγοριού να περιφέρεται τριγύρω. Όπως και το φάντασμα του εαυτού του στον καθρέφτη - αξύριστος, άπλυτος, μισοντυμένος με το βρώμικο φανελάκι του να εξέχει από το παντελόνι, τις γκέτες του ξεκούμπωτες κι εκείνη την μπόχα απ' τα σωθικά του, τον πόνο που τον δαγκώνει στο γόνατο και το γάντζωμα στον ώμο που του κόβει την ανάσα. Η ψυχική του κατάσταση είναι η αντίστοιχη. Ωστόσο, στη θέα της εξίσου τρωτής Άμπιγκεϊλ κάτι μέσα του τον παρακινεί  και την προστατεύει. Συγκρούεται με τον Τζωρτζ Μπιούελ και τον διώχνει από το οχυρό με συνοπτικές υπηρεσιακές διαδικασίες. Ξέρει ότι η γυναίκα μιλά ακόμη την γλώσσα του αλλά δεν την "προδίδει" στον Ριντ, ούτε αργότερα στον δικαστή. Η Άμπιγκεϊλ αναγνωρίζει την καλή προαίρεση του ταγματάρχη και τον εμπιστεύεται. Κάθεται με τις ώρες στο δωμάτιό του σιωπηλή και τον ακούει να της μιλά. Τον αφήνει να καθαρίσει το αποκρουστικά λερωμένο πρόσωπό της. Και ο Κάτερ, στον δρόμο της επιστροφής καθώς διαισθάνεται την δυσοίωνη εξέλιξη των πραγμάτων, καταρρέει στα πόδια της. Τούτη η ιδιαίτερη και δυνατή μορφή εμπιστοσύνης θα έχει συνέχεια (δίχως, όμως, να κάνει την Άμπιγκεϊλ να σπάσει τον όρκο σιωπής της) και θα λήξει μόνο με τον θάνατο του ενός από τους δύο.


Στο μυθιστόρημα υπάρχουν και δευτερεύοντες χαρακτήρες με πολύ σημαντικό, ωστόσο, αποτύπωμα στη μνήμη του αναγνώστη. Ο υπολοχαγός Χέιστινγκ και ο γιατρός Μάθιους είναι δύο από αυτούς - προστατεύουν το κύρος και την σωματική ακεραιότητα του ταγματάρχη ενώ ο γιατρός φροντίζει επιπλέον, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες, την Άμπιγκεϊλ που ζει απομονωμένη σε μια γωνιά του στάβλου. Ο Ριντ Γκάμπριελ, επίσης - νέος δημοσιογράφος που φτάνει στο οχυρό για να ερευνήσει την ιστορία των δύο γυναικών που απελευθερώθηκαν μετά από τέσσερα χρόνια αιχμαλωσίας. Η Σμιθ θα αποδειχθεί ιδιαίτερα συνεργάσιμη σε αντίθεση με την Άμπιγκεϊλ που μένει απόλυτα σιωπηλή. Ο Ριντ την ερωτεύεται και θα προσπαθήσει με πολλή υπομονή κι ευγένια να την κάνει να του μιλήσει χωρίς ωστόσο κανένα αποτέλεσμα. Το ένα και μοναδικό πράγμα που εκείνη θα του πει είναι "Εύχομαι μόνο να μη με είχαν βρει" κι αυτό, πολλά πολλά χρόνια αργότερα, λίγο πριν πεθάνει.  Ο Κόουλ, ο μαύρος σιδεράς του οχυρού είναι, θα έλεγα, ο φύλακας άγγελος και του ταγματάρχη και της Άμπιγκεϊλ - ως παρίας και ο ίδιος λόγω του χρώματός του, αναγνωρίζει τις ανάγκες τους και τους φροντίζει διακριτικά: δίνοντας τροφή και σκεπάσματα στην Άμπιγκεϊλ και το μωρό της, και θάβοντάς το αργότερα μυστικά σώζοντας έτσι τον Κάτερ από βέβαιη ανταρσία καθώς ο ινδιάνικος τρόπος που η Άμπιγκεϊλ πενθεί το νεκρό μωρό της εξαγριώνει τους στρατιώτες. Ο Κόουλ είναι το μόνο άτομο που μπορεί να πλησιάσει το γαλάζιο άλογο του τίτλου - το υπέροχο κυανόστικτο ζώο που πήρε μαζί της από την φυλή η Άμπιγκεϊλ και το οποίο την φρουρεί με τρυφερότητα αποτρέποντας οποιονδήποτε κινείται απειλητικά προς αυτήν· και υπάρχουν πολλοί μέσα στο οχυρό που το προσπαθούν - η ασυνήθιστη, εξαθλιωμένη και ρυπαρή μορφή της γυναίκας την καθιστούν ιδανική προσωποποίση του δαίμονα που κατατρέχει τους στρατιώτες. Υπάρχουν αρκετές σελίδες στο βιβλίο που εξηγούν την απίστευτη κατανόηση και προστασία που δείχνει το άλογο στην πληγωμένη γυναίκα και εκπλήσσουν με την δύναμη των περιγραφών. (Μικρό spoiler: το όνομα που έχουν δώσει οι Ινδιάνοι στην Άμπιγκεϊλ είναι Εκείνη-που-την-ονειρεύτηκε-το γαλάγιο-άλογο).



Tο βιβλίο διαθέτει εκείνο που ο Terry Eagleton θεωρεί ένα από τα βασικά στοιχεία της καλής λογοτεχνίας: είναι κατά βάση μυστηριώδες ακόμη κι όταν όλα τα δομικά στοιχεία του, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα πρωτόλεια λάθη, είναι σε κοινή θέα - ενώ πιστεύεις ότι τίποτα καινούργιο, διαφορετικό ή χειρότερο δεν μπορεί να συμβεί στο ερεβώδες οχυρό, η συγγραφέας δίνει τη συνέχεια με μικρές ανατροπές και μεγάλα πετάγματα του χρόνου μπρος και πίσω. Με flashbacks μαθαίνουμε  το παρελθόν της Άμπιγκεϊλ -  μεγαλωμένη σε πορνείο δίνεται από την μητέρα της, έναντι αμοιβής, σε ένα άκληρο ζευγάρι που την έχουν ως υπηρέτρια. Όταν η μοχθηρή σύζυγος του άντρα με τα μαύρα πεθάνει, αυτός θα την πουλήσει σε ένα  γυρολόγο της εποχής που πουλάει γιατρικά. Ξέρετε, σαν κι εκείνους τους αλητήριους στις ταινίες - με κάρο γεμάτο με  διάφορα φίλτρα, βότανα και αλοιφές, και διαφορετική κάθε φορά σκηνοθεσία της παράστασης ώστε να τραβήξει την προσοχή και τα χρήματα των εύπιστων χωρικών. Για να είναι πιο πειστικός, ο Χίραμ Γουώρθ επιδεικνύει τα πόδια της Άμπιγκέϊλ τα οποία σημάδεψε φριχτά γι' αυτό το σκοπό. Όταν δεν θα μπορεί πλέον να ελέγχξει την σιωπηρή εξέγερσή της θα την πουλήσει για σύζυγο σε έναν συνεσταλμένο έποικο με τον οποίο συνταξιδεύουν σε ένα καραβάνι. Ο Γιουτζίν Μπιούελ της φέρεται με σεβασμό και θα μπορούσαν να έχουν μαζί μια οικογένεια εάν δεν τον σκότωναν οι Ινδιάνοι σε μια επιδρομή τους. Εκείνη την ημέρα ήταν που αιχμαλώτισαν την Άμπιγκεϊλ - ακούγοντας τις φωνές του Γιουτζίν από το λιβάδι όπου είχε πάει να οργώσει, έτρεξε να τον βοηθήσει.  

Με flashbacks μαθαίνουμε επίσης και το παρελθόν του ταγματάρχη με τη διαφορά όμως ότι δίνονται με την μορφή επιστολής - ο Κάτερ γράφει συχνά στη Λαβίνια, τη γυναίκα του, για το πως νοσταλγεί την κοινή ζωή τους και πως αντιμάχεται τις ενοχές για τον θάνατο των παιδιών τους. Για
την επιδείνωση των συνθηκών στο οχυρό και το πως καταβυθίζεται σταδιακά στη θλίψη, την παραίτηση και τις παραισθήσεις. Οι επιστολές δεν θα επιδοθούν ποτέ στην παραλήπτριά τους - ελλείψει ταχυδρομείου, ο Κάτερ κρατά τις επιστολές, δεμένες σε πακέτο με μια κορδέλα, στο γραφείο του. Πολύ αργότερα το επιστολικό ετούτο ημερολόγιο  θα χρησιμοποιηθεί στο στρατοδικείο, μαζί με το επίσημο βιβλίο καταγραφής συμβάντων του οχυρού, ως αποδεικτικό στοιχείο για την ακατάλληλη ψυχική κατάσταση του ταγματάρχη και την παράβαση καθήκοντος - αυτό το μαθαίνουμε αρκετά νωρίς στην εξέλιξη της πλοκής καθώς η συγγραφέας ενσωματώνει πολύ ομαλά στην αφήγηση flashforwards με το μέλλον των πρωταγωνιστών της. 


Η Μέλανι Ουάλλας ανατρέπει την μέχρι σήμερα western αφήγηση αποφεύγοντας κάθε εξωτικό πλαίσιο που συνήθως αφορά στο θέμα - δεν παρουσιάζει το γνωστό δίπολο "καλοί Λευκοί V κακοί Ινδιάνοι" και δεν καταφεύγει στον περιπετειώδη ρομαντισμό του James Fenimore Cooper ή στο ύφος των ευγενών αγρίων του Michael Blake. Συνδυάζει φρίκη και λυρισμό με δωρικό τρόπο και γράφει ένα εφιαλτικό μυθιστόρημα για  ανθρώπους που αναμετριούνται με τον Άνθρωπο και τη Φύση - τα τοπία είναι αχανή και ανελέητα ενώ οι ακραίες συνθήκες που επικρατούν στο οχυρό ωθούν τους στρατιώτες σε αποτρόπαιες πράξεις. Οι δυσειδαιμονίες και η βία γεννιούνται το ίδιο αυτόματα με την νωθρότητα και την ανυπακοή. Και οι αξιωματικοί εγκαταλείπουν την υπηρεσία - ο γιατρός Μάθιους θα συνοδεύσει την άρρωστη γυναίκα του στην πλησιέστερη πόλη με τον υπολοχαγό Χέιστινγκς, τον επικεφαλής του αποσπάσματος που ο Κάτερ στέλνει για βοήθεια. Κι έτσι, μένουν μόνο ο ταγματάρχης Κάτερ, η Άμπιγκεϊλ και ο Κόουλ να αντιστέκονται στην αποκτήνωση - στρέφονται στο μόνο πράγμα που τους έχει απομείνει: την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη. Και είναι τουλάχιστον απογοητευτικό να διαβάζεις ότι, τελικά, δεν τους αποδίδεται κάποιου είδους επιείκια όταν ο συνταγματάρχης Τσάπμαν τους μεταφέρει πίσω στον πολιτισμό - o ταγματάρχης Κάτερ θα περάσει στρατοδικείο όπου δεν θα του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, παρ' όλες τις καταθέσεις υπέρ του, και θα καταδικαστεί με ατιμωτικό τρόπο: στρατιωτική καθαίρεση και φυλάκιση. Όταν εκτίσει την ποινή του και αποφυλακιστεί θα αποτραβηχτεί σε ένα μικρό αγρόκτημα, μόνος με δύο άλογα (το δικό του και της Άμπιγκεϊλ), περιμένοντας την τελειωτική φθορά του χρόνου. Η Άμπιγκεϊλ θα δωθεί, επίσης, στα χέρια της δικαιοσύνης η οποία της κυρώνει "ανίατη ηθική παραφροσύνη" και αποφασίζει τον εγκλεισμό της στο άσυλο Κλίαργουότερ. Εκεί, θα της επιτρέψουν να ζήσει ως γραφική τρελή, θεωρώντας ασυναρτησίες τους τρόπους και τα έθιμα των Ινδιάνων που επιμένει να τηρεί.

"Το γαλάζιο άλογο ονειρεύεται" εντυπωσιάζει όχι μόνο με την σκληρή ζοφερότητα του θέματος αλλά κυρίως με την γλώσσα του· μια γλώσσα με όλο τον πολύσημο πλουραλισμό  που της καταλογίζει -και πάλι- ο Terry Eagleton - εύρωστο λεξιλόγιο με πολλές αποχρώσεις συναισθημάτων και  έντονη δυναμική. Μακροπερίοδος λόγος, έλλειψη εισαγωγικών στους διαλόγους, συχνή κι απότομη εναλλαγή αφηγηματικού προσώπου και ύφους ίσως παραξενεύσουν, η ομορφιά της γραφής ωστόσο κρατά τον αναγνώστη προσηλωμένο σε ένα κείμενο του οποίου το δηκτικό σχόλιο της συγγραφέως για το τι πραγματικά είναι πολιτισμός και τι πρωτόγονη ζωή  το καθιστούν  κλασικό. 


Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη λόγος για τούτο: η Μέλανι Ουάλλας πετυχαίνει να συνδέσει εκείνη την εποχή με την δική μας μ' έναν αρκετά στενάχωρο τρόπο: υπενθυμίζοντάς μας ότι η μοναχικότητα και η απομόνωση, η απώλεια της γλώσσας και της ταυτότητας, η έννοια της τρέλας και της επιβίωσης είναι ζητήματα που μας αφορούν πολύ, ακόμη. Όπως και το ποιά, εντέλει, είναι η στάση μας απέναντι στο διαφορετικό, κάτι που αποδεικνύεται σήμερα πολύ τραγικά επίκαιρο.






 




Σημειώσεις: Η αρχική φωτογραφία είναι από την παράσταση "We Were Horses" του Bartabas το 2011 ενώ η επόμενη είναι από το σκηνικό της παράστασης "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Samuel Beckett που ανέβηκε  στο Haymarket Theatre το 2009. O πίνακας του γαλάζιου αλόγου φιλοτεχνήθηκε από την Trish Stevenson. Μετά από την φωτογραφία της συγγραφέως, η τελευταία φωτογραφία, του Καναδού φωτογράφου Richard Throssel, απεικονίζει "Το εσωτερικό της Καλύτερης Ινδιάνικης Κουζίνας στον Καταυλισμό της φυλής των Κρόου" (1910). Η φωτογραφία χρησιμοποιήθηκε σε έκθεση  με θέμα την αντιπαράθεση μεταξύ υγιεινού και ανθυγιεινού τρόπου ζωής. Αντλήθηκε από την σελίδα του  Metropolitan Museum of Art  όπου αυτή τη στιγμή (τι σύμπτωση!) λειτουργεί  η έκθεση "The Plain Indians: Artists of Earth and Sky".

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015









Ξεφυλλίζοντας



...διάφορες σελίδες διαπιστώνω πως η έμπνευση και η δημιουργικότητα  είναι κάπως παρεξηγημένες  έννοιες στις μέρες μας. Ιδίως στον χώρο του παιδικού βιβλίου όπου η εικονογράφηση πολύ εύκολα τραβά την προσοχή και παρασύρει, αναρωτιέμαι αν μια δόση εντονότερου χρώματος ή λίγο γκλίττερ και γκλος παραπάνω είναι αρκετά για την αγορά ενός βιβλίου. Και το κείμενο; Είναι άραγε αρκετό ένα ανέμπνευστο κοπιάρισμα ιδεών ή ένα συμπίλημα παλιών παραμυθιών για να θεωρηθεί μία αφήγηση αξιανάγνωστη; Η στυλιστική εικονογράφηση μιας απλοϊκής σκέψης, ή έστω η βιαστική αναπαλαίωση μιας παλιάς αφήγησης προσφέρουν κάτι στα παιδιά σήμερα;   

Αυτά και άλλα σκεφτόμουν έχοντας στα χέρια το πρόσφατο παιδικό βιβλίο του Αντώνη Παπαθεοδούλου, ενός συγγραφέα που με το έργο του διευκρινίζει με σαφήνεια τον όρο "δημιουργικότητα" - η επινοητικότητά του στην περίπτωση του "Όταν μεγαλώσω μπορώ να γίνω..." (Ίκαρος, 2014) δεν περιορίζεται στην ευρυματική, χιουμοριστική και κάθε φορά διαφορετική πλοκή των ιστοριών του αλλά εκτείνεται και στον σχεδιασμό και την κατασκευή του ίδιου του βιβλίου - δανείζεται, αρχικά, μια ιδέα από το παρελθόν και την μεταποιεί σε κάτι εντελώς καινούργιο που ελάχιστα θυμίζει εκείνα τα παλιά βιβλία που έμοιαζαν με τετράδια σπιράλ και είχαν τις σελίδες τους χωρισμένες συνήθως σε δύο ή τρία μέρη έτσι ώστε γυρίζοντας το κάθε μέρος της οποιαδήποτε σελίδας, ο μικρός αναγνώστης μπορούσε να σχηματίσει διάφορες παράδοξες κι αστείες εικόνες ανθρώπων. Για παράδειγμα, έναν άνθρωπο με το κεφάλι ενός πυροσβέστη που φορά το ειδικό κράνος, το σώμα μίας καλοβαλμένης κυρίας με ταγιέρ και τα πόδια ενός ποδοσφαιριστή.

Tο βιβλίο του Παπαθεοδούλου διαθέτει και σπιράλ και η κάθε σελίδα του είναι χωρισμένη σε τρία μέρη, δεν είναι όμως τόσο αφηρημένο ως ανάγνωση. Είναι δομημένο γύρω από έναν άξονα τριών ερωτήσεων που πρέπει να έχουν κατά νου τα παιδιά σε κάθε γύρισμα σελίδας και οι οποίες τα καθοδηγούν όχι μόνο για να κατανοήσουν το βιβλίο αλλά και να το χαρούν πραγματικά διότι έχουν στα χέρια τους όχι μόνο δέκα, ούτε εκατό, ούτε καν χίλια αλλά 15.625 διαφορετικούς, αστείους αλλά και σοβαρούς, παράξενους και πρωτότυπους συνδυασμούς επαγγελμάτων για να παίξουν και να επιλέξουν.  Λοιπόν, τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Τί είδους; Και πού;

Μερικές επιλογές: 
  • καθαριστής ειδήσεων στην τηλεόραση (και στο ραδιόφωνο), 
  • μεταφορέας αρκούδων σε δημοτικό σχολείο
  • δημιουργός μουστακιών στο Παρίσι
  • διακοσμητής μπουλντόζας σε συναυλίες
  • φρουρός παγωτών σε παραλία
  • ξεναγός καμήλας σε θέατρο
  • γιατρός έργων τέχνης σε άλλο πλανήτη
  • μαέστρος ορχήστρας σε τράπεζα
  • διακοσμητής δεντρόσπιτων σε ουρανοξύστες 
Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να βρω τη νταλίκα που ήθελε να γίνει κάποτε ο μικρούλης Θ. - λίγο δύσκολο να πραγματοποιηθεί ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα της τεχνολογιας γι'αυτό ίσως δεν συμπεριλαμβάνεται στις επιλογές του βιβλίου. Υπάρχουν, όμως, λευκές σελίδες για να γράψουν τα παιδιά τους δικούς τους συνδυασμούς που μπορεί να είναι κι εντελώς διαφορετικοί από αυτούς του βιβλίου - καθόλου περίεργο για την ευελιξία του παιδικού νου. Και στις τελευταίες σελίδες υπάρχουν μικρές ξεκαρδιστικές ιστορίες που εντείνουν την απλή μα τόσο σημαντική χαρά του παιχνιδιού και της ανάγνωσης. Ωστόσο, το βιβλίο τούτο επιτελεί και κάτι άλλο, εξίσου βασικό για την ανάπτυξη των παιδιών - τα εξοικιώνει με την εξερεύνηση και τον πειραματισμό, την απόρριψη (μιας ιδέας) και φυσικά το σκεπτικό μιας επιλογής. Η ελευθερία που δίνεται στο κάθε παιδί να παρακάμψει καθιερωμένα πρότυπα και να εμπλακεί σε συζητήσεις σχετικά με το "μπορώ"  αντί του απόλυτου "θέλω"  είναι θεμελιώδης. 



Το βιβλίο απευθύνεται ενδεικτικά σε παιδιά από πέντε ετών και η εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά ανταποκρίνεται στην προσχολική διάθεση για διασκέδαση και σκανταλιές με μια θαυμάσια γκάμα χρωμάτων και ζωηρά ανθρωπάκια. Από τούτη την παιγνιώδη ανάγνωση δεν αποκλείονται, ωστόσο, και οι υπόλοιποι  - όπως είπε ο C.S. Lewis  μια πραγματικά καλή παιδική ιστορία την απολαμβάνουν όλες οι ηλικίες.




 



Σημειώσεις: Το ηλεκτρονικό περιοδικό Ο Αναγνώστης διοργανώνει σήμερα, 25.02, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μία πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση - το "Πως γράφεται ένα κακό παιδικό βιβλίο" αφορά όχι μόνο όσους σχετίζονται με τον χώρο του παιδικού βιβλίου αλλά κυρίως όλους εκείνους που βρέθηκαν ή θα βρεθούν κάποια στιγμή στο μέλλον μπροστά στα ράφια των παιδικών βιβλίων προσπαθώντας να επιλέξουν. Η εκδήλωση ξεκινά  στις 7:00μμ. //  Η εικαστική εγκατάσταση είναι του Βρετανού YBA Liam Gillick.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015








                                     Masquerade 

                                     
  

'All the world's a stage,
And all the men and women merely players:
They have their exits and their entrances;
And one man in his time plays many parts,

      

                                                               William Shakespeare








Σημείωση: Το απόσπασμα είναι από μονόλογο του Ζακ στο  θεατρικό "Όπως σας αρέσει". Το εικαστικό ανήκει στον Αμερικανό θεατρικό συγγραφέα  Tennessee Williams στην πατρίδα του οποίου, το Tennessee, το Καρναβάλι έχει ισχυρή παράδοση, όπως και η τζαζ. Στις παρελάσεις της Αποκριάς δε, κάθε άρμα και οι ακόλουθοί του συνήθως "εξιστορούν" ιστορίες από την λογοτεχνία - κλασσική ή σύγχρονη· ακόμη και από την ελληνική μυθολογία!