Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013









We live, but we do not 
feel the land beneath us

Osip Mandelstam





Για πολλές μέρες τριγύριζα στα χέρια μου το "Χίλιες και δύο νύχτες" (μτφρ. από τα γερμανικά Γιώργος Δεπάστας, Ολκός, 2012) μην ξέροντας τι να κάνω - δεν ήθελα να το διαβάσω λόγω του τίτλου του που παραπέμπει ευθέως στη γνωστή συλλογή παραδοσιακών ιστοριών της αραβικής λογοτεχνίας, κάτι με το οποίο δεν είχα καθόλου διάθεση να ασχοληθώ. Από την άλλη, κάτι με ωθούσε συνεχώς να το αγγίζω. Το πολλαπλό φυλλομέτρημα με μπέρδευε ακόμη περισσότερο. Τελικά, εμπιστεύτηκα το όνομα και την εξαιρετική γραφή του Joseph Roth, ενός από τους κορυφαίους κεντροευρωπαίους πεζογράφους, κι έτσι βρέθηκα να διαβάζω ένα μικρό, θαυμάσιο, έπος της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας και των ανθρώπων της. Ή μάλλον, των υπηκόων της.

Η αφήγηση ξεκινά με τον Σάχη της Περσίας να ανησυχεί για την υγεία του - νομίζει πως είναι βαριά άρρωστος γιατί δεν μπορεί να απολαύσει τίποτα στη ζωή του. Ο αρχιευνούχος του, Πατομίνος, τού προτείνει ένα μακρινό ταξίδι στην εξωτική Αυστρία γιατί "οι Μωαμεθανοί είχαν πάει εκεί πριν από πολλά χρόνια." Με την άφιξη του Σάχη στη Βιέννη, παρατίθεται χορός όπου παρευρίσκεται όλη η αριστοκρατία της πόλης. Εκεί, ο Σάχης διακρίνει την όμορφη κόμισσα Β. και, συνηθισμένος όπως είναι από τα ήθη της πατρίδας του, ζητά την συντροφιά της για τη νύχτα. Οι Αυστριακοί, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον Σάχη αλλά ούτε και να του εξηγήσουν -ποιός ο λόγος άλλωστε αφού ο Σάχης αδυνατεί να καταλάβει;- ψάχνουν απελπισμένοι μια λύση.

Bασική μορφή του μυθιστορήματος είναι ο ίλαρχος βαρώνος Τάιτινγκερ ο οποίος είχε στο παρελθόν μια σύντομη σχέση με την κόμισσα Β. πριν εκείνη παντρευτεί τον κόμη. Όταν η σχέση τους έληξε, ο Τάιτινγκερ βρήκε παρηγοριά στην νεαρή Μίτσι Σίναγκλ η οποία έμοιαζε εκπληκτικά με τη κόμισσα. Και τούτη η σχέση, όμως, έληξε άδοξα, όπως είναι άλλωστε φυσικό για τον επιπόλαιο χαρακτήρα του Τάιτινγκερ, παρά το παιδί που απέκτησαν. Ο Τάιτινγκερ, ωστόσο, σε μια κίνηση αβροφροσύνης, φρόντισε να εξασφαλίσει την Μίτσι ανοίγοντάς της ένα μαγαζί με ψιλικά και συστήνοντάς της στην κυρία Μάντσερ, στο σπίτι της οποίας η κοπέλα θα δουλέψει ως πόρνη. Οι δυό τους θα συνεχίσουν να διατηρούν μία τυπικά φιλική, κοινωνική, σχέση. Έτσι, όταν  βρεθεί στην πιο πάνω απόγνωση, ο ίλαρχος Τάιτινγκερ, με αρμοδιότητα τις ειδικές ανάγκες, θα προτείνει ως αντικαταστάτρια της κόμισσας την Μίτσι Σίναγκλ. 

Η νύχτα περνά και την επόμενη μέρα ο Σάχης, για να εκφράσει τις ευχαριστίες του, χαρίζει στην Μίτσι ένα πολύτιμο κολιέ μαργαριταριών. Αυτό το κολιέ θα είναι ουσιαστικά η αρχή της περιπέτειας και των δύο (του Τάιτινγκερ και της Μίτσι). Καθόλου τυχαία, λοιπόν, που ο Άγγλος μεταφραστής του βιβλίου  το επέλεξε ως τίτλο του παραβαίνοντας το πρωτότυπο - προσωπικά το βρίσκω πολύ επιτυχημένο τόλμημα καθώς δίνει έναν γήινο, πραγματιστικό τόνο στο μυθιστόρημα.   Η Μίτσι θα πουλήσει το κολιέ κι αυτό θα της δώσει  μεγάλη οικονομική άνεση και την ευκαρία να αλλάξει τη ζωή της - θα σταματατήσει να δουλεύει στο σπίτι της κυρίας Μάντσερ, θα μετακομίσει σε μια πολύ καλύτερη συνοικία και θα αποκτήσει κοινωνικές σχέσεις με άτομα των ανωτέρων τάξεων. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή θα είναι επιφανειακή - η Μίτσι θα κλείσει το παιδί της εσωτερικό στο πρώτο σχολείο που θα της υποδείξουν, θα γίνει παθιασμένη παίκτρια στοιχημάτων στον ιππόδρομο, θα συνεχίσει να βλέπει ξένους άντρες, επιλεκτικά όμως τώρα, και θα εμπιστευτεί τα λεφτά της σ' έναν από αυτούς, τον Φραντς Λισάουερ, για να τα επενδύσει σε μια αίωλη επιχείρηση πώλησης δαντέλας Βρυξελλών. Η επιχείρηση φυσικά θα πέσει έξω και η Μίτσι θα καταλήξει στην φυλακή.
 

Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Τάιτινγκερ συνεχίζει απτόητος τον τρυφηλό βίο του. Κάποια στιγμή θα νιώσει τύψεις για την κατάσταση της Μίτσι και του παιδιού του κι αυτό θα τον κάνει να αρχίζει να την επισκέπτεται  στη φυλακή και να της συμπαραστέκεται. Όταν η Μίτσι αποφυλακίζεται θα κάνουν συχνή παρέα και ο Τάιτινγκερ θα την εξασφαλίσει οικονομικά και πάλι αγοράζοντάς της, αυτή τη φορά, ένα μερίδιο του Μεγάλου Βιοσκόπιου του Κόσμου, ενός χώρου κέρινων ομοιομάτων που παρουσιάζει ιστορικά θεματικές εκθέσεις. Εκείνη την περίοδο, ένας μίζερος φτωχοδιάβολος που κάνει τον δημοσιογράφο θα μάθει την ιστορία τους και θα εκβιάσει τον Τάιτινγκερ αποσπώντας του ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο δημοσιογραφίσκος αυτός θα βγάλει, τελικά, την ιστορία στην εφημερίδα, σε μια σειρά άρθρων με παραλλαγμένο τίτλο και ονόματα. Όλοι, όμως, γνωρίζουν σε ποιούς αναφέρονται κι έτσι, όταν τα δημοσιεύματα φτάσουν στα χέρια του διοικητή του Τάιτινγκερ, εκείνος θα τον αποστρατεύσει από το Ιππικό με συνοπτικές διαδικασίες. Ο Τάιτινγκερ θα χάσει την σιγουριά του Στρατού και θα αναγκαστεί για πρώτη φορά στη ζωή του να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του. Κι όχι μόνον αυτό. Το υποστατικό του, που έχει χρόνια να επισκεφτεί, καταρρέει ενώ παράλληλα πληροφορείται από τον έμπιστο και συνετό Τσένοβερ πως δεν του έχουν απομείνει χρήματα  ούτε για μια απλή επισκευή. Η απότομη γείωση του Τάιτινγκερ θα τον καταβάλλει - αποκόβεται από τους παλιούς γνώριμούς του και προσπαθεί να ενσωματωθεί στο νέο του περιβάλλον χωρίς όμως καμμία απολύτως επιτυχία. Η άρνηση του Πεζικού δε, να εξετάσει την αίτησή του για επαναστράτευση  στο Σώμα, θα τον οδηγήσει στο τέλος του.  



Γεννημένος στην μικρή πόλη Μπρόντυ, στο ανατολικό άκρο της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, ο  Moses Joseph Roth μεγάλωσε με την μητέρα του και τους εύπορους γονείς της καθώς ο πατέρας του εξαφανίστηκε πριν ακόμη αυτός γεννηθεί. Εγκατέλειψε τις σπουδές του που κατευθύνονταν με επιτυχία σε μια ακαδημαϊκή καριέρα, για να υπηρετήσει τον αυτοκρατορικό στρατό και κατόπιν αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία όπου και διέπρεψε - ο Ροτ ήταν από τους πιο επιφανείς και καλοπληρωμένους δημοσιογράφους της εποχής. Η μακρόχρονη θητεία του στο επάγγελμα που δεν έπαψε ποτέ να εξασκεί, τον εκπαίδευσε στην μικρή φόρμα του βιεννέζικου feuilleton, δηλαδή του σύντομου δημοσιογραφικού άρθρου, κι αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου του - στο "Χίλιες και δύο νύχτες" το μυθιστόρημα είναι διαρθρωμένο σε 34 σύντομα κεφάλαια όπου η πλοκή δεν καθυστερεί καθόλου: οι μικρές προτάσεις και οι αναπάντεχες μεταφορές και παρομοιώσεις είναι εξαιρετικά δουλεμένες εμπεριέχοντας έναν λυρισμό άψογα τιθασευμένο κι αυτό δίνει ζωηρό ρυθμό στην αφήγηση. Τούτος ο τρόπος γραφής του Ροτ τον ενέταξε στο πρωτοποριακό για την εποχή ρεύμα της Νέας Αντικειμενικότητας αλλά εκείνος δεν το αποδέχτηκε - οι εκφραστές του ρεύματος απέρριπταν την προσωπική εμπλοκή και τους συναισθηματισμούς στην περιγραφή των γεγονότων καθώς και τον ρομαντικό ιδεαλισμό ενώ στα έργα του ο Ροτ  διαχέει μία έντονη νοσταλγία  για την Αυτοκρατορία και το χαμένο μεγαλείο της. Ωστόσο, κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο, δεν παρασύρεται σε μελοδραματισμούς  και χρησιμοποιεί πάντοτε καθαρές γραμμές - ετούτη η άρνησή του να εισέλθει στην νέα εποχή και να πειραματιστεί με την γλώσσα και την μορφή των μυθιστορημάτων του καθώς και με τις πρωτοπορίες που εμφανίζονταν καθημερινά, π.χ. η εξερεύνηση του υποσυνειδήτου, ο αισθητισμός, κ.λπ. είναι εντέλει η επιλογή του να συνεχίσει να αφηγείται ιστορίες.

Το πρώτο -ατελές- μυθιστόρημα του Γιόζεφ Ροτ δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1923 ενώ τον επόμενο χρόνο θα δημοσιευτεί το όμορφο "Hotel Savoy". Παρόλο που εξακολουθεί να εργάζεται ως δημοσιογράφος και να πίνει επικίνδυνες ποσότητες αλκοόλ, θα ακολουθήσουν κι άλλα πεζογραφήματα που θα του προσδώσουν μια μικρή αναγνωρισιμότητα. Η πραγματική αναγνώριση θα έρθει οκτώ μυθιστορήματα μετά, με την δημοσίευση του "Job" (1930) και του αμέσως επόμενου "Το Εμβατήριο Ραντέτσκυ" (1932) που θεωρείται το αριστούργημά του. Ένα χρόνο αργότερα, διαβλέποντας την άνοδο του φασισμού και τις συνέπειες που θα είχε αυτό για τους συγγραφείς και τα βιβλία, ο Ροτ εγκαταλείπει την Γερμανία απ' όπου έστελνε ανταποκρίσεις εκείνη την περίοδο κι επιλέγει το Παρίσι ως μόνιμη κατοικία του.  Λίγο αργότερα, θα γράψει στον φίλο του, τον Αυστριακό Stefan Zweig: "Θα έχεις συνειδητοποιήσεις μέχρι τώρα πως οδεύουμε προς μεγάλες καταστροφές. Εκτός από την ιδιωτική μας ζωή - η λογοτεχνική και η οικονομική μας ύπαρξη έχουν καταστραφεί - όλα οδηγούν σ' έναν νέο πόλεμο. Δεν ποντάρω δεκάρα στις ζωές μας. Πέτυχαν να εγκαθιδρύσουν ένα βασίλειο βαρβαρότητας. Μην γελιέσαι. Η κόλαση βασιλεύει."   

Η αποτυχία και η ατίμωση φαίνεται πως ελκύουν ιδιαίτερα τον Αυστρο-Ούγγρο συγγραφέα, άνθρωπο που φέρει ανοιχτές πληγές μέσα του. Ο ίδιος έχει πει πως  η συμμετοχή του στον ΠΠΠ και η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων -που τον άφησε κυριολεκτικά άπατρι κι ανέστιο- ήταν οι πιο έντονες εμπειρίες της ζωής του, κάτι που είναι ολοφάνερο στα έργα του. Ωστόσο, και η ανατολική (δλδ υποδεέστερη σε σύγκριση με εκείνη της δυτικής Αυστρο-Ουγγαρίας, δλδ ανώτερη) εβραϊκή του ταυτότητα, και η σχιζοφρένεια της συζύγου του τον επηρρέασαν βαθύτατα ενώ η δύσκολη σχέση πατέρα-γιου επανέρχεται ξανά και πάλι σε όλα σχεδόν τα έργα του - στο "Χίλιες και δύο νύχτες" ο υπερφίαλος Τάιτινγκερ αδιαφορεί πλήρως για το παιδί του με αποτέλεσμα αυτό να γίνει παραβατικό, άξεστο, ενοχλητικά άσχημο και μόνιμα νόθο.  Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι εξίσου χαρακτηριστικοί της εποχής και των εμμονών του Ροτ - η  Γιοσεφίνα Μάντσερ, η επαγγελματίας προαγωγός της Μίτσι, γερνάει μόνη της με το φόβο της φτώχειας, οι λαϊκοί φίλοι της Μίτσι, η συγκρατούμενή της στη φυλακή Μαγκνταλένε Κρόυτσερ και ο γιγάντιος φίλος της Ίγκνατς Τρούμερ, προσπαθούν με τον γκροτέσκο τρόπο τους να δουλέψουν και να βγάλουν χρήματα. Ο Λάτσικ εκθέτει τις ζωές ανθρώπων στον κίτρινο τύπο της εποχής καταστρέφοντάς τους χωρίς τύψεις και ο τυχοδιώκτης Φρανς Λισάουερ την γλιτώνει σε βάρος άλλων. 

Ετούτο είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Γιόζεφ Ροτ το 1939 κι ενώ ο αλκοολισμός του τον είχε καταρρακώσει. Ωστόσο, αποδίδει την πορεία του Τάιτινγκερ και των υπόλοιπων χαρακτήρων  από την ακμή έως την εξαθλίωση με τόσο λεπτεπίλεπτο τρόπο που αναιρεί τον σκληρό ρεαλισμό των καταστάσεων που περιγράφει - σαν η χρυσή, μελαγχολική αχλή που εκλύει η ζωγραφική του Κλιμτ να καλύπτει την ντικενσιακή πατίνα του κειμένου. Η μετάφραση του μυθιστορήματος είναι πολύ προσεγμένη, όμως, παρά την εξαιρετική γραφή του ο  Ροτ, εδώ,  θυμίζει ευθέως την γραφή της Μαρίας Ιορδανίδου - δεν σου προσφέρει κάτι περισσότερο από την πληθώρα εικόνων που διαβάζεις. Και είναι πραγματικά κρίμα γιατί ενώ  θα μπορούσε να είναι μια υπέροχη κοινωνικο-πολιτική κριτική, το "Χίλιες και δύο νύχτες" παραμένει ένα απολαυστικό παραμύθι.









Σημειώσεις: Η επιστολή του Γιόζεφ Ροτ προς τον Στέφαν Τσβάιχ που αναφέρω πιο πάνω, γράφτηκε τον Φεβρουάριο 1933 κι ενώ ο Χίτλερ είχε ήδη ανέβει στην εξουσία. Η φρικιαστική επαλήθευση του προαισθήματος που εκφράζει ο Γ.Ροτ άρχισε λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Μαΐου -σαν τρεις μέρες πριν-, όταν οι Ναζί επιδώθηκαν σε μαζική καύση βιβλίων στην Γερμανία. Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από το "Stalin epigram" ένα σατυρικό, και ιδιαίτερα επικριτικό για τον "Ορεσίβιο του Κρεμλίνου" (βλ. Στάλιν), ποίημα, το οποίο ο Mandelstam διάβαζε μόνο σε μικρές ιδιωτικές συγκεντρώσεις με φίλους. Λέγεται πως ήταν η αιτία να συλληφθούν ο ίδιος και η οικογένεια της Άννας Αχμάτοβα με την οποία ο Ρώσος ποιητής διατηρούσε τότε σχέση. Το εικαστικό θέμα είναι ένα κολάζ, το "Idole", του σύγχρονου Λευκορώσου  καλλιτέχνη Andrey Sokolov ενώ το πορταίτο του Γιόσεφ Ροτ σχεδιάστηκε από τον φίλο του Mies Blomsma το 1938 κι αντλήθηκε από εδώ.

2 σχόλια:

flamencologio είπε...

Εξαιρετική παρουσίαση του βιβλίου εκ μέρους σας!

Sue είπε...

Ευχαριστώ, flamencologio!