Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014









 What a strain it is 
to be evil




Ένα από τα λιγότερα γνωστά έργα της Anna Seghers  είναι μία νουβέλα που γράφτηκε το 1948, όταν η συγγραφέας βρισκόταν ήδη στο Μεξικό όπου είχε καταφύγει μετά  την σύλληψή της που ακολούθησε την άνοδο του Γ' Ράιχ στην εξουσία - οι Ναζί που την συνέλαβαν για κάποιο διάστημα τον Φεβρουάριο 1933 είχαν όχι έναν αλλά τρεις σοβαρούς λόγους: ήταν εβραϊκής καταγωγής, κομμουνίστρια και συγγραφέας. Στο Μεξικό η Ζέγκερς  έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, το οποίο και την καταξίωσε ωστόσο "Το τέλος" (μτφρ. Γιώργος Δεπάστας - Άγρα 2003) δεν αναφέρεται συχνά. Αυτό δεν το κάνει λιγότερο ενδιαφέρον ή αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής της σημαντικής τούτης Γερμανίδας συγγραφέως.

Η δράση εκτυλίσσεται στο τέλος του Β' ΠΠ που βρίσκει την Γερμανία μουδιασμένη - τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν εκκενωθεί, οι κρατούμενοι έχουν ελευθερωθεί ψάχνοντας είτε τους δικούς τους είτε ένα μέρος να στεριώσουν και οι Αμερικανοί καταγράφουν τους ναζί και τις καταστροφές. Ο Τσίλλιχ, ένας επιστάτης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιστρέφει στη νότιο Γερμανία, στον Αμερικανικό τομέα όπου είναι το σπίτι του. Στο χωριό, κρατά χαμηλούς τόνους κι ελπίζει πως κανείς δεν θα τον αναγνωρίσει ή δεν θα τον καταδώσει για τις πράξεις βίας που διέπραξε. Δεν είναι όμως τόσο τυχερός. Ο Φόλπερ, ένας πρώην κρατούμενος και τώρα μηχανικός, τον αναγνωρίζει. Με τον βοηθό του, Έρνστ Χένις, πηγαίνει στο χωριό του για να ζητήσει δήθεν βοήθεια. Βρίσκει τον ίδιο και στην αρχή ο Τσίλλιχ είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να τους βοηθήσει και τους χαρίζει τα σκοινιά που χρειάζονται για να στερεώσουν τα εξαρτήματα για την επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών που είχαν φορτωμένα στο φορτηγάκι τους. Όταν όμως αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του ξένου, υποκρίνεται πως πάει να βοηθήσει τον γιο του -που είχε στείλει νωρίτερα στο κτήμα- να φέρουν τα σχοινιά και το σκάει. Ο Τσίλλιχ θεωρεί πως όσο απομακρύνεται από το χωριό και το σπίτι του τόσο πιο ασφαλής θα είναι. Κι έτσι, με διαφορετικό όνομα κάθε φορά, προσπαθεί να βρει καταφύγιο σε εργοτάξια αναστήλωσης. Και κάθε φορά το σκάει  καθώς τραβά την προσοχή για την εντατική εργασία και την σιωπή του.  

Στην νουβέλα βλέπουμε τις δύο ζωές του Τσίλλιχ: το παρελθόν - ένας βίαιος, είρων και προσβλητικός  άντρας που όλοι στο χωριό απεχθάνονταν. Τα κτηνώδη χαρακτηριστικά του ωστόσο ήταν κάτι που οι Ναζί εκτίμησαν ιδιαίτερα και γι' αυτό και τον στρατολόγησαν. Για πρώτη φορά στην ζωή του ο Τσίλλιχ καταφέρνει να  διακριθεί σε κάτι - κάνει τους άλλους να κατεβάζουν το κεφάλι όταν περνά και στο στρατόπεδο, η προθυμία του να κάνει όλες τις "βρωμοδουλειές" -από βασανιστήρια μέχρι φόνους- του εξασφαλίζει μια προαγωγή. Και το παρόν - τα θύματα του Τσίλλιχ δεν τον ξεχνούν. Σε κάθε εργοτάξιο, σε κάθε στροφή, εμφανίζεται  ένας ξένος, πότε ο Πήτερ Νήμαντ (Πέτρος Κανένας) πότε κάποιος άλλος από τους πολλούς ανώνυμους εργάτες που δουλεύουν μαζί του στο ίδιο εργοτάξιο και που φαίνεται να γνωρίζει το παρελθόν του.


Η Άννα Ζέγκερς υποστήριξε ένθερμα τον μοντερνισμό σε κάθε έκφανσή του στην τέχνη και στην λογοτεχνία ωστόσο γράφει συντηρητικά, χωρίς εξάρσεις αν και η βασική αντίθεση του σκηνικού θα το δικαιολογούσε - οι εξπρεσιονιστικές περιγραφές του  τοπίου δεν σε αφήνουν να ξεχνάς την θηριωδία ενώ από την άλλη, το ποτάμι  που διασχίζει ο Τσίλλιχ σού δίνει την αίσθηση της ανοιχτωσιάς της υπαίθρου και της ελευθερίας. Η γραφή της είναι δυνατή και πυκνή,  σφιχτοδεμένη, σαν η ίδια να μην επιτρέπει την πένα της να παρεκτραπεί από το κεντρικό της θέμα - την αποτύπωση των εμπειριών του πολέμου από την ηθική τους πλευρά, ακόμη και μέσω των λιγότερο σημαντικών ηρώων της. Όπως για παράδειγμα του νεαρού που κάθεται ζαρωμένος δίπλα στον Τσίλλιχ στην γκρεμισμένη εκκλησία όπου οι δυο τους, ανάμεσα σε πολλούς άλλους αστέγους, βρίσκουν καταφύγιο τη νύχτα.

"Μα τι έχεις επιτέλους;" ρώτησε ο Τσίλλιχ. Ο νέος τον κοίταξε σαστισμένος μέσα από τα δυο του χέρια. Το πρόσωπό του, βρεγμένο από το κλάμα, ήταν αδύνατο και ξανθό, με λεπτό δέρμα και πολύ χλωμό, σχεδόν όμορφο. "Το άκουσες κι ο ίδιος", είπε, "τί θα απογίνω τώρα;" "Δεν πρόσεχα. Είπε τίποτα για σένα ο γέρος εκεί πάνω;" Ο νέος απάντησε σιγανά, μάλλον στον εαυτό του: "Πως μπορώ να συνεχίσω να ζω με τέτοιο βάρος στην καρδιά; Τι θα απογίνω; Εγώ ήμουνα γιος χριστιανών. Η μητέρα μου ήταν πραγματικά καλή. Πως μπόρεσε να μου συμβεί αυτό σιγά σιγά;"

"Έλα, πες μου", είπε ο Τσίλλιχ. Ο τριανταφυλλένιος ουρανός στις τρύπες της στέγης είχε χλομιάσει από ώρα. Τα αστέρια άρχιζαν ήδη να ανατέλλουν. Ο νέος συνέχισε: "Ο εχθρός μάς ακολουθούσε κατά βήμα. Εκκενώσαμε το χωριό Σάκογιε. αναγκάσαμε τον πληθυσμό να προχωρήσει μπροστά μας - σκέφτηκα: για κανένα στρατόπεδο - μπορεί να μη σκέφτηκα και τίποτα. Τότε ήρθε η διαταγή: Ανοίξτε πυρ! Τους εκτελέσαμε όλους, γυναίκες, παιδιά, γέρους". Ο Τσίλλιχ είπε: "Τέτοια πράγματα  έχουν γίνει συχνά". "Ακριβώς. Συχνά, αυτή ήταν μόνο η αρχή. Εγώ γιατί να πυροβολήσω; Παιδιά, καταλαβαίνεις; Γιατί να κάνω τέτοιο πράγμα;"
    "Μα αυτό ήταν ευνόητο. Ήταν η διαταγή σου". 
   "Μα αυτό ακριβώς εννοώ. Γιατί δεν αρνήθηκα; Γιατί να υπακούσω σε μια τέτοια διαταγή;"
    "Τι εννοείς;" είπς ο Τσίλλιχ, "τι άλλο θα μπορούσες να είχες κάνει;"
  "Γιατί δεν σκέφτηκα τίποτα πια; Όπλισα, πυροβόλησα. Γιατί δεν υπάκουσα στην ανώτερη διαταγή; Μήπως είχε βουβαθεί; Μήπως ήμουν κουφός;" "Ποιά ανώτερη διαταγή;" ρώτησε ο Τσίλλιχ, "αφού τότε δεν υπήρχαν για σας αντίθετες διαταγές. Την ανώτερη διαταγή την είχε πάρει σίγουρα πρώτος ο λοχαγός σας". "Μα δεν καταλαβαίνεις; Την πραγματική, την εσωτερική. Την εσωτερική φωνή, που ποτέ δεν βουβαίνεται στον άνθρωπο. Ούτε σε σένα ούτε σε μένα, αφού το ξέρεις".



Η ματιά της Ζέγκερς δεν είναι πολυδιάστατη - πιο ευθεία από εκείνη του Μπέρνχαρντ Σλινκ, δεν σε κάνει  να νιώσεις ούτε ίχνος κατανόησης για τον Τσίλλιχ όπως συμβαίνει με την Χάννα. Η Ζέγκερς εστιάζει στον ίδιο τον Τσίλλιχ και στο "έργο" του. Ακούμε την σκέψη του και τον βλέπουμε να αλλάζει τόπους συνεχώς, δίχως να αλλάζει ο ίδιος καθόλου - παντού ολιγόλογος, αυστηρά πειθαρχημένος και σκληραγωγημένος, σε καμμία στιγμή δεν εκφράζει μετάνοια ή κάποιο είδος ενοχής γι' αυτά που έκανε. Αντίθετα, το μόνο που τον πειράζει ακόμη είναι το πως δεν διακρίθηκε περισσότερο για την συνεπή κι αποτελεσματική "εργατικότητά" του.  Τον πειράζει, επίσης, όλο και περισσότερο το ότι πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση για να αποφεύγει τους πρώην κρατούμενους και τους καταδότες.

Ο Τσίλλιχ είναι πειστικός ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας κι αυτό ίσως οφείλεται και στο ότι η Ζέγκερς  τον "ντύνει" με ένα προσωπικό της βίωμα - "διορίζει" τον  Τσίλλιχ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Πιάσκι, εκεί που, το 1942,  εκτοπίστηκε  η μητέρα της.  Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που η συγγραφέας ασχολείται μαζί του - ο Τσίλλιχ εμφανίζεται στο βραβευμένο έργο της Ζέγκερς "Οι επτά σταυροί" ως αξιωματικός των Ταγμάτων Εφόδου με μεγάλες ποσότητες κτηνωδίας που υπηρετεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Osthofen. Εκεί, δεν καταφέρνει να συλλάβει τον Χέισλερ -έναν από τους δύο πρωταγωνιστές της νουβέλας- που έχει δραπετεύσει. Στο "Τέλος"  η συγγραφέας τον βάζει να διασχίσει την ηττημένη Γερμανία, όταν οι φριχτές αναμνήσεις και η σκληρή πραγματικότητα συνυπάρχουν και συμπορεύονται μαζί του.

Η πραγματικότητα θα αποδειχθεί πιο δυνατή και θα οδηγήσει τον Τσίλλιχ στο ίδιο πανδοχείο με τον  Πήτερ Νήμαντ ο οποίος υπονοεί ευθέως πως θα τον καταδώσει. Ο Τσίλλιχ όμως δεν θα του δώσει την ικανοποίηση - λίγη ώρα μετά την συνάντησή τους θα κρεμαστεί από το παράθυρο του δωματίου. Το τέλος της νουβέλας ωστόσο είναι αισιόδοξο για τον Άνθρωπο - πικρό αλλά αισιόδοξο. Ο δάσκαλος του χωριού ανακοινώνει στον μικρό Τσίλλιχ τον θάνατο του πατέρα του και ο μικρός λάμπει από χαρά κι ανακούφιση. Κι ο Ντέγκράϊφ καταπίνοντας  ένα σκίρτημα αποστροφής για την ντροπή και την αηδία που γνώρισε το παιδί από τον πατέρα του, αναλαμβάνει σιωπηλά να το φροντίζει. 
 
Μια νουβέλα που θα έπρεπε να μνημονεύεται πιο συχνά, "Το τέλος" είναι μια θαυμάσια αρχή για να γνωρίσει κανείς την ζωντανή, δυνατή κι ευαίσθητη γραφή της Άννας Ζέγκερς.





Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το ποίημα του Bertolt Brecht "The Mask of Evil". Το πρώτο εικαστικό είναι το Wild Chase (1889) του Franz-von Stuck ενώ το δεύτερο έχει τίτλο "Βραχώδες τοπίο με έναν περιπατητή" και ανήκει στον Δανό Hercules Pietersen Seghers, ζωγράφο  από τον οποίο λέγεται πως πήρε το ψευδώνυμό της η Anna (Netty) Reiling - η συγγραφέας. Η ασπρόμαυρη προσωπογραφία της Άννας Ζέγκερς, είναι της Edeltraud Willjung.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Δεν μπορούσα να μη σας πω ένα "εύγε" για το εκπληκτικό βιβλίο της Ζέγκερς, όχι από ξερολίαση, όσο γιατί πολύ συχνά ταιριάζουν οι προτιμήσεις μας. Οπότε, στην ουσία, χαίρομαι όταν βρίσκω ...ομοϊδεάτες στα διαβάσματά μου. Και μαζί μεγαλώνει και η συμπάθειά μου για σας.

(Ολόκληρη ...ερωτική εξομολόγηση για ένα "μου αρέσει η ματιά σας πάνω στο βιβλίο". Κάποιος πρέπει να μου μιλήσει για το ...λακωνίζειν.)


κ.κ.

Sue είπε...

Χαίρομαι πολύ, κ.κ., για την συμπάθεια για το ότι έχουμε κοινή ματιά για την Ζέγκερς. Ελπίζω κάποια στιγμή να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία της που είναι, απ' ότι μου έχουν πει, ακόμη καλύτερα από τούτο.

Πάντως, δεν θα είμαι εγώ που θα δώσω συμβουλή για το "λακωνίζειν" - νομίζω πως την χρειάζομαι πολύ περισσότερο! (βλ. κείμενα-σεντόνια) :-))