Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014











 Sites of Reason 

 

Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομα του Hans Fallada ακούγεται πια συχνά. 
Η παραμονή του στην Γερμανία του Γ' Ράιχ τη στιγμή που όλοι οι ομότεχνοί του την εγκατέλειπαν με συνοπτικές διαδικασίες, ίσως είναι ο λόγος που ο Ρούντολφ Βίλχελμ Φρίντριχ Ντίτσεν -όπως είναι το πραγματικό του όνομα- παρέμενε στην αφάνεια και μόλις πρόσφατα το έργο του έχει αποκτήσει την αναγνώριση και την αποδοχή των βιβλιόφιλων καθώς  το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματά του μεταφράζονται κι επανεκδίδονται γνωρίζοντας επιτυχία σε πολλές χώρες. Στο τραγικό "Ο Πότης" (σε μετάφραση και με επίμετρο της Έμης Βαϊκούση - Κίχλη, 2013), ο Φάλλαντα καταγράφει με ανατριχιαστικό ρεαλισμό την πορεία του  Έρβιν Ζόμερ, ενός επιτυχημένου κι ευϋπόληπτου επιχειρηματία, προς την εκούσια κατάστροφή του.

Ο Πότης χωρίζεται σε 64 μικρά κεφάλαια που διευκολύνουν τον ρυθμό της ανάγνωσης, ιδίως στις πρώτες σελίδες όπου ο Ζόμερ αφηγείται αρκετά προβλέψιμες καταστάσεις: μία λάθος κίνηση αποφέρει σημαντική ζημία στην επιχείρησή του κι εκείνος προσπαθεί να το κρύψει από την σύζυγό του, Μάγδα. Αρχίζει να πίνει για να κατευνάσει τις ενοχές του -
το αλκοόλ μετασχηματίζει θαυμάσια και το αίσθημα κατωτερότητας που βρίσκει ευκαιρία να εκδηλωθεί. Όταν η Μάγδα τον ρωτά για το ποτό, ο Έρβιν την κατηγορεί ότι είναι δικό της το φταίξιμο γιατί διευθύνει την επιχείρηση καλύτερα από εκείνον κι επίσης ότι θέλει να του πάρει την περιουσία του.  Μετά από αυτό, η Μάγδα επιμένει να συμβουλευτεί έναν ειδικό γιατρό, ο Έρβιν όμως αρνείται, εγκαταλείπει την συζυγική εστία και καταφεύγει σ' ένα πανάθλιο δωμάτιο που νοικιάζει από έναν Πολωνό απατεώνα. Σύντομα όμως θα επιστρέψει - νύχτα, μεθυσμένος και με σκοπό να κλέψει το ασημένιο σερβίτσιο της Μάγδας -κι ό,τι άλλο με εμπορεύσιμη αξία μπορέσει να βάλει στην βαλίτσα του- για να αγοράσει αλκοόλ και να πληρώσει το νοίκι.  Η Μάγδα θα τον αντιληφθεί, ο Έρβιν θα την απειλήσει και η υπηρέτρια του σπιτιού θα καλέσει την αστυνομία.
 

Από την στιγμή αυτή και μετά, η ανάγνωση σε απορροφά - ο Έρβιν αφηγείται με άκρως παραστατικό τρόπο την φυλάκισή του πρώτα και κατόπιν την εισαγωγή του στο άσυλο όπου μεταφέρεται μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του. Σε τούτη την πινακοθήκη ψυχικά και σωματικά ταλαιπωρημένων ανθρώπων, όπως το περιγράφει ο ίδιος, οι συνθήκες διαβίωσης και οι χαρακτήρες είναι ενοχλητικά ευκρινείς.  Ο κοντούλης και κουτσός Κούρμαν, ένας άκακος τρόφιμος  που εχθρεύονταν τους κομμουνιστές· ο εντυπωσιακός εξηντάρης Κεμπ που ήταν ακατάβλητος στην δουλειά, και ο μικρόσωμος πενηντάρης Τσάιζε, αδιόρθωτος κλέφτης, ήταν οι τρεις έγκλειστοι με τους οποίους ο Ζόμερ μπορούσε να πει δυο ήρεμες κουβέντες. Υπήρχαν όμως μαζί τους  ο σχιζοφρενής Σάξονας, ο Λαξ, ένας νεαρός άδωνις που προερχόταν από καλή οικογένεια και είχε διαπράξει  κάποτε ένα ποινικό αδίκημα κι ένας ηλικιωμένος επιληπτικός, διαβόητος “ξυλοκοπηματίας” που ήταν εξαιρετικά ευέξαπτος και χωρίς αναστολές – και να σκοτώσει θα μπορούσε και δεν θα ξάφνιαζε και κανέναν. Ο άξεστος και δειλός Μπουκ, ένας  τσαγκάρης που εξακολουθούσε να ασκεί την τέχνη του και μέσα στο άσυλο, έμπλεκε συνεχώς σε καβγάδες, που συνοδεύονταν από αισχρότατο υβρεολόγιο κι εξελισσόταν σε άγριους ξυλοδαρμούς. Ο Χανς Χάγκεν, με μια ομορφιά απαστράπτουσα και αθλητικό παρουσιαστικό, ήταν παθολογικός απατεώνας  κι έκανε οχτώ εβδομάδες στην απομόνωση γιατί έσπασε κάποιον στο ξύλο. Κάποια στιγμή πέρασε από εκεί και ο Πολιακόφ, ο Πολωνός απατεώνας από τον οποίο ο Έρβιν νοίκιασε το άθλιο δωμάτιο  και ο οποίος έκλεψε τελικά τα ασημικά και τις καταθέσεις του Έρβιν. Από εκδίκηση που ο Έρβιν τον κατέδωσε στην αστυνομία, ο Πολιακόφσκι τον δαγκώνει στην μύτη σημαδεύοντάς τον για πάντα.  Η λίστα -και η φρίκη- δεν έχει τελειωμό. 


Στο εκτενέστατο επίμετρο, όπως και στο φωτογραφικό παράρτημα που βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες της καλαίσθητης τούτης έκδοσης, δίνεται η επεισοδιακή ζωή του συγγραφέα πλαισιωμένη με σημαντικές λεπτομέρειες που θα μπορούσε να επισκιάσει το μυθιστόρημα  καθώς "Ο Πότης" συνιστά ουσιαστικά μια μικρή αυτοβιογραφία του Φάλλαντα. Το εξής, πραγματικό, επεισόδιο έγινε αφορμή για την συγγραφή του: πάνω σε έναν διαπληκτισμό με την πρώτη του σύζυγο Σούζε με την οποία είχε ήδη χωρίσει, ο Φάλλαντα πυροβολεί στον αέρα. Το περιστατικό καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τους γείτονες και καταγράφεται  ως απόπειρα φόνου που ακολουθείται από την φυλάκισή του και στην συνέχεια, την αναγκαστική εισαγωγή του Φάλλαντα σε ίδρυμα.  Η διαβίωση, ή καλύτερα η επιβίωσή του, εκεί αποτελεί το υλικό του Πότη καθώς λίγες ημέρες μετά από την εισαγωγή του, ο Φάλλαντα ζήτησε γραφική ύλη για να γράψει με την πρόφαση ότι πρέπει να ολοκληρώσει την εργασία που του είχε αναθέσει ο Γκέμπελς - ναι, ο διαβόητος αξιωματικός των Ες Ες είχε ενθουσιαστεί με το προηγούμενο βιβλίο του, το "Λύκος ανάμεσα σε Λύκους", που θεώρησε εξόχως επικριτικό για την Δημοκρατία της Βαϊμάρης και γι' αυτό του ανέθεσε να συγγράψει, μεταξύ άλλων, ένα μυθιστόρημα που θα προοριζόταν για σενάριο μιας ταινίας που θα χρηματοδοτούσε το Ναζιστικό κράτος και θα κατέγραφε τη ζωή μιας γερμανικής οικογένειας στις αρχές της δεκαετίας 1930, την άνοδο των Ναζί και την δύναμη τους να επιλύουν τα προβλήματα που δημιουργούσαν ο πόλεμος και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Αδύναμος ως χαρακτήρας και πιεσμένος από τα άθλια οικονομικά του ο Φάλλαντα δέχτηκε αλλά ποτέ δεν το ολοκλήρωσε. "Ο Πότης" πήρε την θέση του.  

Το μυθιστόρημα θεωρείται, πλέον, ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα που γράφτηκαν την περίοδο του ναζισμού. Ωστόσο, δεν περίεχει ίχνος σχετικής αναφοράς - η χρονική τοποθέτηση του συγγραφέα είναι ασαφής. Υποθέτω πως ο  Φάλλαντα τοποθετεί την πλοκή του Πότη στην περίοδο του Μεσοπολέμου από τον τρόπο ντυσίματος του Ζόμερ και την ανεμπόδιστη τρυφηλότητα που απόλαυσε με τα λεφτά που σήκωσε από την τράπεζα θέλοντας να δραπευτεύσει από τις ευθύνες του. Όπως επίσης και από το μεσοαστικό σπίτι του, η φροντίδα, η τάξη και η ασφάλεια του οποίου κάνει τις περιγραφές της διαβίωσης των κατώτατων κοινωνικών στρωμάτων ιδιαίτερα ζοφερές κι ανάγλυφες - έδαφος ιδανικά εύφορο για την καλλιέργεια της ναζιστικής ιδεολογίας που ακολουθεί. Η αποπνικτική πανσιόν του Πολωνού Πολιακόβσκι είναι ένα παράδειγμα· το χάνι που μπεκροπίνει ο Ζόμερ κι ερωτεύεται την σερβιτόρα, επίσης. 

Η γραφή του Χανς Φάλλαντα  είναι συνταρακτική - η πολύ προσεγμένη μετάφραση της Έμης Βαϊκούση αναδεικνύει το με ακρίβεια και λιτό ύφος του ενώ το δράμα και η τραγικότητα που εκλείονται από την κοινωνική διάσταση του μικρόκοσμου του ασύλου έχει οδηγήσει αρκετούς στη σύγκρισή του με τους Ρώσους κλασικούς. Καθόλου άδικα ως προς αυτό. Όμως, η νατουραλιστική, σαν ρεπορτάζ, καταγραφή των όσων συμβαίνουν στο άσυλο δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την μύχια ενδοσκόπηση που "ειδικεύονται" οι Ρώσοι κλασικοί. Το παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας (εδώ): "...δεν κρίνω, αλλά προσπαθώ να περιγράψω το Κακό, χωρίς να παρεμβάλλω δικές μου αξιολογικές κρίσεις".  Δεν θυμάμαι κάτι σχετικό στους Ρώσους κλασικούς αλλά το χιούμορ του Φάλλαντα είναι αυτοσαρκαστικό, υπονομευτικό, καυστικό, σαν την πρώτη γουλιά του ποτού: "Σήκωσα το ποτήρι, δίστασα λίγο, το κατέβασα μονορούφι. Το κάψιμο έκοβε την ανάσα, στραβοκατάπια, όμως υποχρέωσα το υγρό να κατέβει στο λαρύγγι μου. Το ένιωσα να κυλάει καυτό, καυστικό, οξύ, και το στομάχι μου κατακλύστηκε από ένα ξαφνικό αίσθημα θέρμης, μιας απολαυστικής θέρμης." Όσο για την ρωσική λογοτεχνική παράδοση στους απαγορευμένους έρωτες, ο Φάλλαντα απέχει παραγάγγας - η ιστοριούλα του Έρβιν με την σερβιτόρα είναι ανάξια λόγου μιας που γίνεται από την αρχή φανερό πως είναι δημιούργημα του αλκοόλ ενώ η σχέση του Έρβιν με την Μάγδα έχει ουσιαστικά τελειώσει πριν καν από το επεισόδιο με τα ασημικά. Και η Μάγδα, αποξενωμένη εντελώς πλέον από τον Έρβιν κι έχοντας την διαβεβαίωση του αρχίατρου πως η τωρινή υπόθεσή του βρίσκεται σε καλό δρόμο, του ανακοινώνει πως συνδέεται με τον Χάινριχ Χάιντσε και σκοπεύουν να παντρευτούν.


"Ο Πότης" θα μπορούσε να είναι μία αλληγορία για τον κόσμο του Κακού όπως εκδηλώθηκε με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, και ένα θαυμάσιο παράδειγμα του διλήμματος μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας, προσωπικότητας και ιδεολογίας - η επιλογή φαντάζει εύκολη αρκεί να βρει κανείς την κατάλληλη δικαιολογία. Και ο Έρβιν Ζόμερ την έχει στο μπουκάλι: από την αστική αξιοπρέπεια και την προσπάθεια να ανακτήσει μια καινούργια νηφαλιότητα που θα του επιτρέψει να ανακτήσει τον έλεγχο της επιχείρησης, της οικογένειας και της ζωής του επιλέγει να παραμείνει σ' έναν τόπο μηδενισμένο και χαμερπή, όπου ακόμη και η σκέψη, κάθε φορά που προσπαθεί να δραπετεύσει, αποτυγχάνει με μπεκετικό τρόπο - κάθε φορά και καλύτερα.







Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι στιγμιότυπο από βίντεο της Emily Roysdon με τίτλο Sense and Sense. Στην ενδιάμεση φωτογραφία είναι ο συγγραφέας και το επιτοίχιο γλυπτό στο τέλος είναι του Tim Hawkinson.

Δεν υπάρχουν σχόλια: