Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015








The Journey

Of The Magi




  'A cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.'
And the camels galled, sorefooted, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
and running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.

Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kiking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arriving at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you might say) satisfactory.

All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly
We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.



*

Το Ταξίδι
Των Μάγων

«Μας έκανε φοβερή παγωνιά,
Ακριβώς η χειρότερη εποχή του έτους
Για ταξίδι, και μάλιστα ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι:
Τα μονοπάτια βαθιά και ο καιρός δριμύς
Μέσα στην καρδιά του χειμώνα».
Κι οι καμήλες γδαρμένες, με πόδια πληγιασμένα, πεισματάρες
Πλαγιάζοντας πάνω στο χιόνι που έλειωνε.
Έρχονταν στιγμές που μετανοούσαμε
Για τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τις ταράτσες,
Και τις γλυκές κοπέλες που έφερναν σερμπέτια.
Κ’ ύστερα οι καμηλιέρηδες βρίζοντας και γκρινιάζοντας
Και τρέχοντας μακριά, και ζητώντας το γλυκό πιοτό τους και γυναίκες
Κ' οι φωτιές της νύχτας που έσβηναν, κι ούτε ένα αποκούμπι,
Κ' οι πολιτείες εχθρικές κι οι πολίχνες αφιλόξενες
Και τα χωριά βρωμερά ζητώντας ακριβές τιμές:
Μας βρήκαν δυσκολίες πολλές.
Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη νύχτα,
Παίρνοντας στα κλεφτά έναν ύπνο,
Με τις φωνές που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μας λέγοντας
Πως όλα αυτά ήταν μια τρέλα.

Κι ύστερα την αυγή φτάσαμε σε μια εύκρατη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη χιονογραμμή, που μύριζε βλάστηση·
Με τρεχούμενα νερά κι ένα νερόμυλο χτυπώντας το σκοτάδι
Και τρία δέντρα πάνω στο χαμηλό ουρανό
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο κάλπαζε μακριά στο λιβάδι·
Κ' ύστερα φτάσαμε σ’ ένα καπηλειό μ’ αμπελόφυλλα πάνω απ’ τ’ ανώφλι,
Έξι χέρια σε μια πόρτα ανοιχτή παίζοντας ζάρια μ’ ασημένια νομίσματα,
Και πόδια κλωτσώντας τους άδειους ασκούς του κρασιού.
Όμως δεν υπήρχε καμμιά είδηση, κι έτσι συνεχίσαμε
Και φτάσαμε κατά το δειλινό, ούτε στιγμή νωρίτερα
Βρίσκοντας το μέρος· ήταν (θα ’ λεγες) ικανοποιητικό.

Όλα ετούτα έγιναν πριν από πολύν καιρό, θυμάμαι.
Και πάλι θε να τ’ αποφάσιζα, όμως σημείωσε
Αυτό σημείωσε 
Αυτό: κάναμε τόσο δρόμο για Γέννηση ή για Θάνατο; Ασφαλώς, υπήρξε μια γέννηση,
Είχαμε αποδείξεις, δεν χωρούσε αμφιβολία. Είχα δει γεννήσεις και θανάτους
Είχα νομίσει όμως πώς ήσαν διαφορετικοί· η Γέννηση αυτή
Ήταν σκληρή και πικρή αγωνία για μας, όπως ο Θάνατος, ο δικός μας θάνατος.
Ξαναγυρίσαμε στον τόπο μας, σ’ αυτά τα Βασίλεια,
Όμως δε νιώθουμε άνετα πια εδώ, με τις παλιές εντολές,
Μ’ έναν ξένο λαό που κρατάει γερά τους θεούς του.
Θα ήμουν ευχαριστημένος μ’ έναν αλλιώτικο θάνατο.










Σημείωση: Λέγεται πως τούτος ο δραματικός μονόλογος εκφράζει ουσιαστικά την δύσκολη πορεία του ποιητή προς τον χριστιανισμό και τον προσηλυτισμό του, εντέλει, στην αγγλικανική εκκλησία. Η πιο πάνω μετάφραση ανήκει στον Κλείτο Κύρου. Διαβάστε εδώ την μετάφραση του Βασίλη Πολύζου. Και ακούστε εδώ τον Δημήτρη Χορν να απαγγέλει μία τρίτη, διαφορετική, απόδοση του ποιήματος, αγνώστου μεταφραστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: