Παρασκευή 8 Μαΐου 2015












Out in the dark
 



Η μάχη του Βερολίνου ήταν η τελευταία μεγάλη πολεμική επιχείρηση του Β΄ΠΠ στο έδαφος της Ευρώπης. Διήρκησε από τις 16 Απριλίου μέχρι τις 2 Μαΐου 1945 όταν οι υπερασπιστές της πόλης παραδόθηκαν στις δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού – όλοι  έχουμε δει την ασπρόμαυρη φωτογραφία με την έπαρση της κόκκινης σημαίας στο Ράιχστανγκ. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν την άλλη πλευρά της κατάληψης της πόλης κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα του "Μια γυναίκα στο Βερολίνο" (Anonyma – Eine Frau in Berlin) – μια ταινία που σοκάρει με την ήρεμη, απτόητη οξυδέρκεια της πρωταγωνίστριας και το πολύπλοκο ανθρώπινο συναίσθημα που αναδύεται μέσα από μία συγκεκριμένη κτηνωδία του πολέμου – τον βιασμό. 

Ένας Γερμανός αξιωματικός, ο Γκερντ, αποχαιρετά την αγαπημένη του, μια
μορφωμένη δημοσιογράφο γύρω στα τριάντα, και φεύγει για την πρώτη γραμμή με την αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά. Λίγο καιρό πριν, το ζευγάρι περνoύσε μια ανέμελη βραδιά  με γνωστούς και φίλους θριαμβολογώντας για την υπεροχή της πατρίδας τους. Η εικόνα διακόπτεται· το Βερολίνο βομβαρδίζεται. Στο επόμενο καρέ βλέπουμε την ανώνυμη γυναίκα να περνά μέσα από πεδία μάχης και ερείπεια για να φτάσει στο υπόγειο της πολυκατοικίας όπου περνά τις πρώτες μέρες της πτώσης του Βερολίνου μαζί με τους άλλους ενοίκους και γείτονες – ο Κόκκινος Στρατός με μάχες σε κάθε δρόμο κατευθύνεται προς το Ράιχστανγκ λεηλατώντας σπίτια και βιάζοντας γυναίκες, κάθε ηλικίας και εμφάνισης. Οι Ρώσσοι στρατιώτες θα εισβάλλουν και στο υπόγειο πειράζοντας και παίρνοντας μαζί τους τις γυναίκες που βρίσκονται εκεί. Η Ανώνυμη θα δώσει τα κλειδιά του διαμερίσματός της σε μια νεαρή κοπέλα διώχνοντάς την πριν την δουν οι Ρώσοι ενώ γλιτώνει ακόμη μία Γερμανίδα από τις ορέξεις τους. Εκείνη όμως θα υποστεί τον πρώτο βιασμό. Θα ακολουθήσουν κι άλλοι, πολλοί βιασμοί. Όπως θα συμβεί και σε περισσότερες από 100.000 Βερολινέζες. "Πόσες φορές;" ρωτά τη φίλη της όταν συναντιούνται μετά από καιρό και είναι σαν να ρωτά "Τι κάνεις;" 


Οι μέρες περνούν  και οι συνθήκες γίνονται όλο και πιο σκληρές – η πόλη έχει αποκλειστεί από τον έξω κόσμο, η πείνα θερίζει κι εκείνες δεν έχουν καμμία απολύτως προστασία από τις ζωώδεις επιθέσεις των στρατιωτών.  Η Ανώνυμη, που μιλά ρωσικά, θα ζητήσει την βοήθεια του Ρώσου διοικητή δύο φορές. Εκείνος θα της αντιπαραθέσει την εύρωστη υγεία των στρατιωτών του και το τετριμμένο των ελάχιστων λεπτών που διαρκεί η πράξη. Τότε η Ανώνυμη παίρνει την απόφαση να επιλέγει εκείνη ποιός θα την πλησιάζει και ψάχνει, πάσει θυσία, να βρει έναν μεγαλόβαθμο Ρώσο αξιωματικό για προστάτη, κάτι που κάνουν και πολλές άλλες γυναίκες ως το απολύτως απαραίτητο κακό για την επιβίωσή τους. Ο πρώτος που εντοπίζει είναι ο Ανατόλ – ένας Τσιγγάνος υπολοχαγός που πριν στρατολογηθεί στον Κόκκινο Στρατό ήταν κτηνοτρόφος. Μην γελάτε, είναι τραγικό – τα πρώτα τμήματα εφόδου του Κόκκινου Στρατού  αποτελούνταν σε μεγάλο ποσοστό από άμαθους Ασιάτες (Καλμούχους, Τατάρους, Κιργίσιους, Αρμένιους, Τσετσένους, Αζερμπαϊτζανούς) στους οποίους κι αποδίδεται το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τις κτηνώδεις βιαιοπραγίες εναντίων των αμάχων γυναικών. 

Ο δεύτερος θα είναι ο διοικητής  που θα την επισκεφθεί στο διαμέρισμα της χήρας Witwe όπου φιλοξενείται. O ταγματάρχης Αντρέι Ρίμπκιν, ανήκει στους μορφωμένους Σοβιετικούς αξιωματικούς οι οποίοι, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν απόφοιτοι στρατιωτικών σχολών με υψηλού επιπέδου μόρφωση –  οι περισσότεροι γνώριζαν την γερμανική γλώσσα και σε πολλές περιπτώσεις εμπόδισαν τους Σοβιετικούς ασιατικής καταγωγής που είχαν υπό τις διαταγές τους να διαπράξουν βαρβαρότητες. Όπως όταν κάποιος χαμηλόβαθμος αξιωματικός ανακαλύπτει στο μισοκατεστραμμένο διαμέρισμα της Ανώνυμης έναν Γερμανό στρατιώτη με όπλο και απειλεί να τον σκοτώσει, ο ταγματάρχης Ρίμπκιν παρεμβαίνει δυναμικά και τον σώζει διακινδυνεύοντας την θέση του καθώς ο χαμηλόβαθμος τον προειδοποιεί πως θα τον αναφέρει. Είναι μια από τις φορές που ο ταγματάρχης αποδεικνύει το ενδιαφέρον του για την Ανώνυμη που δεν περιορίζεται στην απλή εναπόθεση υγρών. Εκτός από την Ανώνυμη, ο ταγματάρχης παίρνει υπό την προστασία του όλη την πολυκατοικία και τους προμηθεύει με άφθονα τρόφιμα και ποτά, κάτι που χαροποιεί ιδιαίτερα την χήρα Witwe που λειτουργεί ως διαχειρίστρια, κατά μία έννοια, της κατάστασης.


Η ταινία βασίζεται στο πραγματικό ημερολόγιο μιας ανώνυμης γυναίκας που κάθε βράδυ, για οκτώ εβδομάδες, καταγράφει τις προσωπικές εμπειρίες της από όλη ετούτη την περίοδο με απίστευτη νηφαλιότητα, πικρό χιούμορ και δίχως καμμία ενοχή – "Γελάω μέσα σε όλη αυτή την φρίκη. Τι πρέπει να κάνω; Στο κάτω-κάτω, είμαι ζωντανή, όλα θα περάσουν!" λέει. Το ημερολόγιο εκδόθηκε αρχικά στην Αμερική το 1954 και το 1959 στη Γερμανία όπου κατακρίθηκε σφοδρά για τον εντελώς πραγματιστικό τρόπο που η συγγραφέας αντιλαμβάνεται την επιβίωση. Περισσότερο όμως από αυτό, οι Γερμανοί κριτικοί θεώρησαν ύστατη προσβολή το ότι φανερώνει το αόρατο, δλδ το σώμα, τον πολλαπλό βιασμό του και, ιδίως αυτό, την αποδοχή του ως μέσο επιβίωσης – "σπήλωσε την τιμή των Γερμανίδων" είπαν.  Θιγμένη η συγγραφέας απαγόρευσε την επανέκδοση του για όσο διάστημα ζει και το ημερολόγιο περιέπεσε στην συλλογική σιγή με την οποία η Γερμανία χειρίστηκε αρχικά τον αποτροπιασμό για το άμεσο παρελθόν της.

Η επανέκδοση του ημερολογίου το 2003 συνοδεύτηκε απο την αποκάλυψη του ονόματος της συγγραφέως – ήταν η Γερμανίδα δημοσιογράφος Μάρτα Χίλλερς που είχε πεθάνει νωρίτερα, το 2001. Η δημοσιοποίηση του ονόματος πρόσθεσε κι άλλα στοιχεία στην διαμάχη για την αυθεντικότητα και την εγκυρότητα του ημερολογίου, όπως περίπου έγινε και με την έκδοση του "Καθαρίζοντας το Κρεμμύδι" του Γκύντερ Γκρας. Η περίπτωση της Χίλλερς ωστόσο ήταν πιο σοβαρή – ήταν ενήλικη και υπέρ της πατριωτικής πολιτικής του Χίτλερ αν και δεν συμμετείχε ποτέ ενεργά στο κόμμα του. Ομολογεί δε, πως "ο Ναζισμός είναι συναρπαστικός". Η απάντηση του εκδότη στους επικριτές της ήταν να συνοδεύσει την σύγχρονη έκδοση του ημερολογίου, που χαρακτηρίζεται πλέον ντοκουμέντο, με την επίσημη πιστοποίηση του Γερμανού ειδικού Βάλτερ Κεμπόβσκι ενώ η επόμενη του 2005 είχε και την διαβεβαίωση του Βρετανού ιστορικού Άντονι Μπίβερ για την αυθεντικότητά του – στον πρόλογο του βιβλίου που ο ίδιος έγραψε, το θεωρεί ως ένα από τα πιο αποκαλυπτικά κομμάτια κοινωνικής ιστορίας που έδωσε ο Β΄ΠΠ.



Η ταινία του Max Färberböck είναι, όπως θα φαντάζεστε, καθηλωτική. Η επιβλητική μουσική του Zbiegnew Preisner συμβάλλει κατά πολύ όπως και η σχεδόν πιστή αναπαράσταση του κατεστραμμένου Βερολίνου. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών όμως είναι που μένουν στο μυαλό  για πολύ μετά το τέλος της – η  Nina Hoss αποδίδει με μεγάλη εκφραστική ακρίβεια τον τρόπο που κινείται η Ανώνυμη στο εφιαλτικό No man's land, τις σύνθετες ψυχολογικές διαδρομές και την στοχαστικότητά της ενώ σημαντική, επίσης, είναι και η ερμηνεία του Yevgeny Sidikhin για τις διακυμάνσεις του συγκρατημένου ψυχισμού του Αντρέι που θέτουν σε κίνδυνο την καριέρα του.  Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσά τους θα μπορούσε να είναι το γλυκερό στοιχείο της ταινίας αλλά ευτυχώς δεν είναι. Συμβαίνει με δυσκολία και αποτυπώνει εύγλωττα τον κίνδυνο και την ένσταση της κατάστασης – πότε απόμακρη και τεταμένη, πότε τρυφερή κι άλλοτε μόνο μια διεκπεραίωση, ο ταγματάρχης Ρίμπκιν και η Ανώνυμη κινούνται με ένα είδος ενστικτώδους διπλωματίας που θα μπορούσε να θεωρηθεί καθρέφτης της πολιτικής κατάστασης των ημερών. Γύρω από τούτη την ευαίσθητη πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης αναπτύσσει  και τις ιστορίες των άλλων γυναικών του κτηρίου που προσθέτουν διαφορετικές διαστάσεις στην τραγική θέση τους. Όπως εκείνη της Ίλσε, του κάτω ορόφου, που δεν μπορεί τελικά να πείσει τον άντρα της, Ρώσος αξιωματικός που έχει αποσκιρτήσει, να παραμείνει μαζί της. Ή της νεαρής που ζει στο διαμέρισμα της Ανώνυμης – δηλώνει φασίστρια μπροστά στον Αντρέι εκθέτοντάς την Ανώνυμη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου όλες οι γυναίκες της πολυκατοικίας συγκεντρώνονται στην κουζίνα του διαμερίσματος της χήρας Witwe και  γύρω από μια αχνιστή μυλόπιτα σχολιάζουν  και περιγελούν τους "ιππότες" τους. Πως αλλιώς να ξορκίσουν την φρίκη από τη ζωής τους; 

Το σπουδαίο με την ταινία είναι πως δεν παίρνει πολιτική θέση – παρουσιάζει και την ανθρώπινη πλευρά των Ρώσσων στρατιωτών ενώ δεν δικαιολογεί τις βαρβαρότητές τους ως αντίποινα στις φρικαλεότητες των Ναζί. Ο σκηνοθέτης έχει ισορροπήσει θαυμάσια σε ένα τόσο εύθραστο "σκοινί" αποφεύγοντας κάθε συναισθηματισμό και γραφική υπερβολή στην κινηματογράφηση των βιασμών που θα παρέπεμπε σε κάτι εύπεπτο κι επιφανειακό. Αντ' αυτού, δίνει έμφαση στον φόβο, την ξαφνική βία και τον αγώνα των γυναικών να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους σε μια περίοδο όπου, σύμφωνα με τους ιστορικούς, καταγράφηκε ο μεγαλύτερος μαζικός βιασμός γυναικών στην Ιστορία. 


Το οριστικό τέλος του Β΄ΠΠ για την Ευρώπη, ωστόσο, τέθηκε λίγο μετά την πτώση του Βερολίνου, στις 8 Μαΐου – σαν σήμερα, πριν από 70 ακριβώς χρόνια η Γερμανία συνθηκολόγησε άνευ όρων με τους Ρώσσους. Κάπου σε αυτό το σημείο τελειώνει και η ταινία – με την διάδοση της είδησης της λήξης του πολέμου γίνονται αλλαγές στην διοίκηση του Βερολίνου. Ο Γκερντ επιστρέφει και ο Αντρέι παίρνει τιμητική μετάθεση – έτσι αποκαλούνταν υπηρεσιακά η Σιβηρία. Η Ανώνυμη αφήνει τον Γκερντ να παλεύει με την πραγματικότητα και πηγαίνει στο Διοικητήριο. Λίγες στιγμές πριν ο Αντρέι φύγει, τον αποχαιρετά σε μια από τις πιο έντονες σκηνές της ταινίας – οι τελευταίες της λέξεις είναι ένα ερώτημα που θα απαντήσει η σιωπή και η Ιστορία. Ο Γκερντ θα την εγκαταλείψει.

Όλη η ταινία είναι ένα συνεχές ερώτημα – πως χειρίζεται κανείς τον εαυτό του σε μια περίοδο όπου τα όρια της ηθικής και οι αξίες έχουν καταρρεύσει; Πως συνυπάρχεις όταν ο πόλεμος έχει αλλάξει τις έννοιες των λέξεων;  Και με ποιόν; 

Δύσκολες σκέψεις.









Σημειώσεις: Μπορείτε να δείτε το trailer της ταινίας (χωρίς την μουσική του Preisner). // Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε το 2007 από δύο εκδοτικούς οίκους (1 & 2) // Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι στιγμιότυπα της ταινίας. Ο πίνακας, στην συνέχεια, ανήκει στον  Igor Babailov κι έχει τίτλο "My grand-mother told me". Στην δεύτερη φωτογραφία βλέπετε έναν κατεστραμένο δρόμο στο κέντρο του Βερολίνου στις 3 Ιουλίου 1945. Το εικαστικό είναι του Ρώσου καλλιτέχνη El Lissitzky που την περίοδο του μεσοπολέμου εργάστηκε στο Βερολίνο ως καλλιτεχνικός αντιπρόσωπος της Ρωσσίας προωθώντας την σύγχρονη Ρωσική Τέχνη στην Δυτική Ευρώπη.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015











It is not enough 


to know your craft – you have to have feeling. 
Science is all very well, but for us imagination is worth far more. 


Édouard Manet











Σημείωση: H φωτογραφία του Eduardo Longoni δείχνει τον Ernesto Roque Sábato  στο γραφείο του, το 2005, να ζωγραφίζει - ο Αργεντίνος συγγραφέας εκτός από φυσικομαθηματικός και δημοσιογράφος ήταν και ζωγράφος.

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

  







Γόνιμο βίωμα




Βραζιλιάνος κλασικός που εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Graciliamo Ramos έζησε μια πολυτάραχη ζωή με στερήσεις και πολιτική, εμπειρίες τις οποίες αξιοποίησε με τον πιο μοντέρνο λογοτεχνικά τρόπο - το "Άγονες ζωές" [μτφρ. Γιώργος Ρούβαλης, κοινωνία των (δε)κάτων, 2012] είναι ένα θαυμάσιο δείγμα γραπτού νεορεαλισμού, ένα δυνατό ψυχογράφημα που εστιάζει στην ανάλυση της στατικότητας των ηρώων του και στα αίτιά της παρά στην πλοκή. 

Βρισκόμαστε στο σερτάο, την ενδοχώρα της Βραζιλίας που είναι σε παρατεταμένη ξηρασία τη στιγμή που μια οικογένεια ρακένδυτων κι αμόρφωτων κολίγων ψάχνει να βρει το επόμενο αγρόκτημα που θα τους προσφέρει δουλειά. Με στοιχειώδη επικοινωνία μεταξύ τους, γεμάτοι φόβους και δυσειδαιμονίες οι γονείς, τα δύο παιδιά και τα κατοικίδιά τους βαδίζουν επί μέρες κάτω από τον δυνατό ήλιο της ενδοχώρας. Τα τρόφιμα και το νερό θα τελειώσουν, ο παπαγάλος θα γίνει τροφή για τα παιδιά, λίγο πριν βρουν ένα εγκατελειμένο αγρόκτημα. Θα εγκατασταθούν εκεί νοικιάζοντάς το από τον γαιοκτήμονα με επαχθείς όρους. Θα συμμαζέψουν το χώμα που έχει εισχωρήσει παντού από τις θύελλες και θα προσπαθήσουν για ακόμη μία φορά να επιβιώσουν με το μόνο "εργαλείο" που διαθέτουν - το ένστικτό τους. Ο πατέρας Φαμπιάνο, ο καλύτερος γελαδάρης κάποτε, παλεύει τώρα με την άγονη γη και τον φόβο για οποιονδήποτε θεωρεί ανώτερό του - όλοι του φέρονται περιφρονητικά, μερικοί τον κλέβουν στις πληρωμές επειδή δεν ξέρει να υπολογίζει τους αριθμούς και θα πέσει θύμα ενός "ξύπνιου" αστυνομικού στην γειτονική πόλη, ο οποίος θα τον κλείσει άδικα στην φυλακή. Η κυρα-Βιτόρια, στο σπίτι, αναμετριέται καθημερινά με τις ανθρώπινες αντοχές και αυτοσχεδιάζει με διάφορους σπόρους και ήχους για να ταΐσει την οικογένεια και να ξεγελάσει τις απορίες των δύο παιδιών τους. Το πέμπτο μέλος της οικογένειας είναι η Φάλαινα, μια πανέξυπνη γερασμένη σκύλα που τους ακολουθεί στωικά. 

Xωρίς επίθετο οι γονείς, χωρίς όνομα τα παιδιά, χωρίς γλώσσα για να μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους, οι πρωταγωνιστές του Ράμος παραπέμπουν στο αρχέτυπο των ανθρώπων της εποχής που δεν διαθέτουν τίποτα παραπάνω από τα στοιχειώδη. Οι υπαρξιακές ανησυχίες και οι επιθυμίες τους, υπερβολικά απλές και χρηστικές όσο ένα κανονικό, άνετο κρεβάτι, σιγάζονται βίαια από την αμάθεια και την αθλιότητα που επιβάλλει η φτώχεια. Θα αντιμετωπίσουν έτσι καταρρακτώδεις βροχές και απειλητικές πλημμύρες. Όταν ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει πια κανένας λόγος για να παραμείνουν στο αγρόκτημα, η περιπλάνηση θα αρχίσει ξανά τον κύκλο της. Αυτή τη φορά χωρίς την Φάλαινα.



Πριν από λογοτέχνης ο Γκρασιλιάνο Ράμος υπήρξε πολιτικός. Δημοσίευσε αρκετά άρθρα στον Τύπο και ως δήμαρχος του χωριού όπου γεννήθηκε συνέταξε δύο εκθέσεις όπου διαπιστώνει κανείς το ιδιαίτερο ύφος της γραφής του - πιο προφορικό απ' ότι συνηθίζεται σε πολιτικά έγγραφα και πιο αυστηρό απ' ότι συναντούμε στην πεζογραφία. Είναι το ίδιο ύφος που συναντάμε και στο λογοτεχνικό έργο του. Στο εκτενές βιογραφικό του συγγραφέα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, εκτός των άλλων, αναφέρεται πως προσπαθούσε να χρησιμοποιεί σωστή ορθογραφία και γραμματική ψάχνοντας κάθε φορά την ενδεδειγμένη λέξη και σύνταξη. Γι' αυτό οι Άγονες Ζωές δεν έχουν κανέναν εξεζητημένο νεολογισμό, γλωσσική ακροβασία ή ευφάνταστη πολυλογία. Είναι, θα έλεγα, μία αποστεγνωμένη εκδοχή της γλώσσας του Σαραμάγκου με έναν πιο σκληρό κι απαισιόδοξο τόνο ο οποίος, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έργα του Ράμος, εδώ υποχωρεί. Οι Άγονες Ζωές τελειώνουν με μια μικρή αχτίδα αισιοδοξίας - οι συνθήκες επιβίωσης της οικογένειας παραμένουν μεν πρωτόγονες, ο Φαμπιάνο και η κυρα-Βιτόρια όμως ακολουθούν την προοπτική μιας καλύτερης ζωής για τα παιδιά τους.   

"Είχε ξεχάσει το ντουφέκι, τον σάκο, τα χαλίκια που έμπαιναν στα σανδάλια, την αποφορά από ψοφίμι που γέμιζε τον δρόμο. Τα λόγια της κυρα-Βιτόριας τον ενθουσίαζαν. Θα περπατούσαν ολόισια, θα έφταναν σε μιαν άγνωστη χώρα. Ο Φαμπιάνο ήταν ευχαριστημένος και πίστευε σ' αυτή τη γη, γιατί δεν ήξερε πώς ήταν ούτε που βρισκόταν. Επαναλάμβανε  πιστά τις λέξεις της κυρα-Βιτόριας, τα λόγια που η κυρα-Βιτόρια μουρμούριζε γιατί είχε εμπιστοσύνη σ' αυτόν. Και περπατούσαν προς τον νότο, τυλιγμένοι σε εκείνο το όνειρο. Μια μεγάλη πόλη, γεμάτη δυνατούς ανθρώπους. Τα παιδιά στα σχολεία τους, να μαθαίνουν δύσκολα κι απαραίτητα πράγματα. Κι εκείνοι οι δυο, γεροντάκια, να γέρναγαν σαν τα σκυλιά, άχρηστα, να γερνάνε σαν την Φάλαινα. Τι να έκαναν; Είχαν χάσει της ζωής τους τα χρόνια, πάντα μέσα στον φόβο. Θα έφταναν σε μιαν άγνωστη και πολιτισμένη γη κι εκεί θα έμεναν φυλακισμένοι. Και το σερτάο θα συνέχιζε να στέλνει ανθρώπους εκεί πέρα. Το σερτάο θα έστελνε στην πόλη γερούς άντρες χοντροκομμένους σαν τον Φαμπιάνο, την κυρα-Βιτόρια και τα δυο παιδιά."

Οι Άγονες ζωές είναι μια ηθογραφία από εκείνες που θα ήθελε να είχε γράψει ο Βιτόριο ντε Σίκα - οι λέξεις αποκαλύπτουν τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης από τους γαιοκτήμονες, της ένδειας, της αμάθειας και της θλίψης με την απροκάλυπτη ευθύτητα μιας κάμερας. Οι φωτογραφίες που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων, στην παρούσα έκδοση, δίνουν ένα μικρό δείγμα της αίσθησης που δημιουργεί ο λόγος του Γκρασιλιάνο Ράμος. Μια σημαντική κατάθεση στον ορισμό  της λογοτεχνίας, της μόρφωσης, του ανθρώπου.



Σημείωση: Το βιβλίο, που διδάσκεται στα σχολεία της Βραζιλίας, εκδόθηκε το 1938 και το 1963 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με αρκετή επιτυχία. Την ίδια χρονιά ήταν η εναρκτήρια ταινία σε πρόγραμμα που διοργάνωσε ο New Yorker για την προώθηση του Cinema Novo. // Το ζωγραφικό έργο είναι του γλύπτη Χρήστου Καπράλου.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015










Αυτή η νύχτα μένει




Η θέση σου ήταν στο πλάι μου
και ήσουν περήφανος γι' αυτό.
Όμως, όπως καθόσουν με το χέρι στο τιμόνι
είπες "Δεν μπορώ να συνεχίσω. Πρέπει να μείνω εδώ, μόνος."

Εάν παραμείνεις σε τούτο το στενόμυαλο χωριό θα πέσεις σε παγίδα.
Όλοι μας πέφτουμε. Δεν ξέρω πως ή πότε αλλά θα πέσεις.
Τα χρόνια που συνθέτουν μια ζωή εξαφανίζονται στη στιγμή.

Είσαι ήσυχος, σκεφτικός. Ξέρω πως είναι έρωτας
αυτό που μας χωρίζει.

Σου έχω δώσει
όλη την δύναμη της ύπαρξής μου,
κι όμως είσαι ταπεινός και περήφανος, υπακούοντας το πεπρωμένο
που σε θέλει να μένεις φτωχός. Δεν ξέρεις
τι να κάνεις, να ενδώσεις ή όχι.

Δεν μπορώ να υποκριθώ ότι η αντίστασή σου
δεν μου προκαλεί πόνο.
Μπορώ να δω το μέλλον. Υπάρχει αίμα πάνω στην άμμο.


(Καντέρμπερυ)


*


 Your place was at my side,
and you were proud of this.
But, sitting with your arm on the steering wheel
you said, “I can’t go on. I must stay here, alone.”

If you remain in this provincial village you’ll fall into a trap.
We all do. I don’t know how or when but you will.
The years that comprise a life vanish in an instant.

You are quiet, pensive. I know it is love
that is tearing us apart.

I have given you
all the power of my existence,
yet you are humble and proud, obeying a destiny
that wants you to remain impoverished. You don’t know
what to do, whether to give in or not.

I can’t pretend your resistance
doesn’t cause me pain.
I can see the future. There is blood on the sand.
                                          

(Canterbury)





Σημειώσεις: Το ποίημα ανήκει στον Pier Paolo Pasolini  που, εκτός από μεγάλος κινηματογραφιστής, θεωρείται κι ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αι. στην Ευρώπη σύμφωνα με τον Harold Bloom.  Είναι μέρος μιας συλλογής που απευθύνεται στον αγαπημένο του Giovanni (“Ninetto”) Davoli  και αποτελείται από 112  έργα, τα περισσότερα από τα οποία γράφτηκαν στην διάρκεια των γυρισμάτων του "Canterbury Tales" στην Αγγλία. Η συλλογή ολοκληρώθηκε με την επιστροφή του Παζολίνι στην Ιταλία όπου και το ζευγάρι χώρισε. Ο Ninetto ξεκίνησε την κινηματογραφική του πορεία ως κομπάρσος στο εμβληματικό "Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο". / Η απόδοση του ποιήματος είναι της υποφαινόμενης. // Το εικαστικό του Χρήστου Μποκόρου.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015











Άτιτλο



"Κρατώ σαν κόρη οφθαλμού απ' όλα αυτά τα χρόνια ένα σημείωμα του Γαλανόπουλου που βρήκα μια μέρα του Αυγούστου του 2002 στο γραφείο μου. Ήταν πια συνταξιούχος. Ξεκινούσε έτσι: 'Ακόμη και μία λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται' Δεν θα το ξεχάσω ποτέ." 

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του γνωστού δημοσιογράφου Μιχάλη Μητσού που μόλις κυκλοφόρησε. Ωστόσο, το "Οι ιστορίες θα μας σώσουν - Ένα ημερολόγιο του 2014" (Πόλις, 2015)  δεν είναι μυθοπλασία. Είναι, όπως λέει ο τίτλος του, ένα ημερολόγιο· ένα ιδιαίτερο, όμως, ημερολόγιο γεμάτο ιστορίες, μία για κάθε ημέρα του χρόνου, όπου τα δημόσια γεγονότα που άντλησε ο συγγραφέας σε όλη τη διάρκεια του 2014 από εφημερίδες, βιβλία και ταινίες συνδέονται με προσωπικές σκέψεις, κρίσεις, μνήμες και την καθημερινότητά του μέσα από την οπτική του δημοσιογράφου κι όχι την τυπική γλώσσα του επαγγέλματος. 

Ο Μητσός  διασχίζει, χωρίς να καταργεί διόλου, τα ρευστά σύνορα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού διατηρώντας την οικειότητα του προσωπικού και την σημασία του συνόλου. Πριν, όμως, αρχίσω να καταγράφω τον πολυδιάστατο κι ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, θα σας πω ότι είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν τελειώνουν γρήγορα· ή μάλλον, δεν θέλεις να τελειώσουν γρήγορα - θα το διαβάζω για πολύ ακόμη ψάχνοντας τις δικές μου συντεταγμένες. 

Όπως στις γραμμές  που παραθέτω πιο πάνω: θα με κάνουν, τελικά, να συνεχίσω να γράφω στο μπλογκ και να επιμένω να "κυνηγώ" τα λάθη μου, έστω κι αν πάντα θα ξεφεύγουν κάποια.




Σημείωση: Το εικαστικό είναι του Paul Klee.