Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019











Not a vessel







Είναι κάποιες εκδόσεις που εκπλήσσουν με πολλούς τρόπους. Το "Η φιλοσοφία της ένδυσης και της επίπλωσης" (μτφρ. και επίμετρο Λαμπριάνας Οικονόμου – Κοβάλτιο, 2019) είναι μία μικρή συλλογή, δύο μόνο, σχεδόν αγνώστων δοκιμίων η οποία εκπλήσσει, καταρχάς, ευχάριστα με τον συνδυασμό των συγγραφέων – ο αισθητιστής Oscar Wilde με την ευθύβολη και πνευματώδη γραφή του δίπλα στο ύφος μυστηρίου του Edgar Allan PoeΚι έπειτα, με το γεγονός ότι και οι δύο ετούτοι ιδιοφυείς συγγραφείς ασχολούνται με την τέχνη, την αισθητική της καθημερινότητας και τους κανόνες που τις διέπουν - κάτι τόσο αντίθετο από την γνώριμη θεματική τους. 

Το "Η φιλοσοφία της Επίπλωσης" δημοσιεύτηκε τον Μάιο 1840 σε ανδρικό περιοδικό της εποχής και η πιο δημοφιλής στιγμή του υποθέτω πως είναι όταν, ενάμιση αιώνα μετά, ο Ρομπέρτο Μπολάνιο το χρησιμοποιεί στο πρώτο κεφάλαιο του "Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική". Σ' αυτό το δοκίμιο ο Πόου ασχολείται με την εσωτερική διακόσμηση του ιδανικού δωματίου ανάγνωσης και γι' αυτό κάνει αναγωγές σε διάφορα στυλ ανά τον κόσμο – το υπέρτατο στυλ των Ιταλών στα υλικά και τους χρωματισμούς, την εξωφρενική κακογουστιά και τον νεοπλουτισμό των Αμερικανών, την υπεροχή και την αριστοκρατικότητα των Άγγλων, την ασχετοσύνη των Ολλανδών, κ.ά. "Οι Ισπανοί κρεμάνε παντού κουρτίνες – έθνος απαγχονιστών. Οι Ρώσοι ούτε καν επιπλώνουν"  γράφει σε ένα σημείο και δεν είναι το μόνο απ' όπου διαφαίνεται το σκόπιμο χιούμορ του συγγραφέα που αλλάζει την ατμόσφαιρα  της θλιμμένης πρόζας του. 

Απ' την άλλη, το "Η φιλοσοφία της Ένδυσης" εκδόθηκε το 1885, δημοσιεύτηκε ακόμη μία φορά το 1920 και μετά περιέπεσε σε λήθη ώσπου οι μελετητές να το ανακαλύψουν μόλις το 2012. Ωστόσο, το δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό αφενός γιατί είναι το μόνο ενυπόγραφο δημοσιογραφικό κείμενο του Ουάιλντ (σε ένα σύνολο περίπου 150 άρθρων του) κι εκείνο που τον καθιστά σοβαρό συγγραφέα στα μάτια του αναγνωστικού κοινού που ως τότε τον θεωρούσε μόνο έναν εξοργιστικό δανδή. Κι αφετέρου, διότι  είναι μία δυναμική συμβολή στην γυναικεία χειραφέτηση καθώς πραγματεύεται την Βικτωριανή Μεταρρύθμιση της Ένδυσης – σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μακριά φορέματα με τα βαριά και "φορτωμένα" υφάσματα, τα μεγάλα κρινολίνα και οι σφιχτοδεμένοι κορσέδες που παραμορφώνουν την μέση και τον θώρακα των γυναικών, ο Ουάιλντ υπερασπίζεται τα απλά και πρακτικά ρούχα που ακολουθούν τις γραμμές του γυναικείου σώματος δίχως να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους ενώ ταυτόχρονα τους δίνουν ελευθερία κινήσεων. "Η ομορφιά στο ρούχο, όπως και στη ζωή, πηγάζει πάντοτε από την ελευθερία." γράφει.





Η έκδοση περιλαμβάνει κι ένα επίμετρο της μεταφράστριας που επεκτείνεται στο ζήτημα της αισθητικής και αναλύει την διάδραση  της μόδας (στην οποία εστιάζει) και του ατόμου με τους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς. Συμπληρώνονται έτσι τα δύο κείμενα που είναι διαφωτιστικά τόσο για την αισθητική της καθημερινότητας όσο και για την τέχνη - και οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν με παραδείγματα και γλώσσα ακριβείας πως η διακόσμηση και η μόδα είναι μορφές τέχνης και θα πρέπει να κρίνονται με το ίδιο τρόπο όπως κι ένα έργο τέχνης. Ο μεν Πόου συζητά για τα χρώματα και το φως, την διαρρύθμιση του χώρου, την κατάλληλη επιλογή και ποσότητα των επίπλων, την φόρμα και την διάταξή τους, ενώ ο Ουάιλντ βασιζόμενος στην γυναικεία φιγούρα προσεγγίζει το ωραίο και την αρμονία μέσα από την λειτουργικότητα του ρούχου, τα φυσικά υλικά των υφασμάτων και τα διάφορα ντεσέν τους που έχουν ως αποτέλεσμα την άνετη εξωτερική εμφάνιση η οποία, με την σειρά της, είναι αλληλένδετη με το εσωτερικό περιεχόμενο του ανθρώπου. Κι αυτό είναι το ισχυρό επιχείρημά του υπέρ της Τέχνης που είναι διαχρονική. 

Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς πως με δύο τόσο διαυγή κι επεξηγηματικά κείμενα, θα ήταν κατανοητές –και στη συνέχεια εφαρμόσιμες– δύο πολύ βασικές παράμετροι της αισθητικής: οι αναλογίες και η λειτουργικότητα. Είναι απογοητευτικό να βλέπεις πως το τομίδιο του "Η φιλοσοφία..." τις παραβλέπει. Εκτός από το άρτιας αισθητικής εξώφυλλό του και τους ενδιαφέροντες καλλιτεχνικούς προσδιορισμούς στο σώμα του βιβλίου,  στις  σελίδες του επικρατεί οπτικός συνωστισμός –  η αχνή (light) και πυκνή γραμματοσειρά με μονό διάστιχο προσθέτει βαθμούς δυσκολίας στην ανάγνωση η οποία επιδεινώνεται, στη συνέχεια, από τα σχόλια σε ακόμη μικρότερη γραμματοσειρά. Ορισμένα δε είναι εξαντλητικά λεπτομερή χωρίς να υπάρχει λόγος ενώ σε μία σελίδα του επιμέτρου (> 48)  καλύπτουν το μισό του μικρού μεγέθους της. 





Αν και αντικείμενο της φιλοσοφίας, η αισθητική δεν είναι μία έννοια αφηρημένη. Έχει συγκεκριμένες αρχές και λειτουργικούς κανόνες που εφαρμόζονται συνδυαστικά και αφορούν στην τέχνη (αρχαία, σύγχρονη, σύγχρονη, μεταμοντέρνα, σουρεαλιστική ...), την μόδα (σε οποιοδήποτε φάση της) και, φυσικά, την καθημερινότητα. Οι ίδιες αρχές και οι ίδιοι κανόνες ισχύουν επίσης για το βιβλίο καθώς δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο για να προβάλλει γραπτές πληροφορίες αλλά μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει αντικείμενο ομορφιάς, τέχνης και μόδας ταυτόχρονα. Οποιαδήποτε αλλαγή των κανόνων αισθητικής του χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σημαντικότερη από τις λειτουργίες του –δλδ η απρόσκοπτη ανάγνωση–, υπονομεύει την πραγματική αξία του περιεχομένου του. Κι αυτή είναι εντέλει η αίσθηση που μένει, όχι η απόκτηση κάποιας γνώσης, ούτε
 "the old-fashioned sins of reading, the only feeling that matters" όπως θα ήθελε ο Harold Bloom. 








Σημειώσεις: Η πρώτη εικόνα είναι λεπτομέρεια από φωτογραφία του Όσκαρ Ουάιλντ ενώ η δεύτερη φωτογραφία απεικονίζει το μπαστούνι του Ε. Α. Πόου. Το εικαστικό είναι το "Woman Holding a Balance" του ολλανδού Johannes Vermeer με ένθετες γραμμές που δείχνουν την γεωμετρία της σύνθεσης του θέματος. 

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019








Structures

of Existence




Ακόμη ένα βιβλίο για την ιερή δυσλειτουργική αμερικανική οικογένεια; σκεφτόμουν φυλλομετρώντας το "Κι αν εγώ χαθώ" (μτφρ. Αυγούστου Κορτώ – Μεταίχμιο, 2017). Ήταν η μόνη επιφύλαξή μου πριν το διαβάσω. Ωστόσο, εκτός από τον κοινό καμβά –την οικογένεια– ο αμερικανός Adam Haslett διαφοροποιείται με ετούτο το εξαιρετικά στοχαστικό κι αποκαλυπτικό μυθιστόρημα γράφοντας από μια ξεχωριστή σκοπιά για τους δεσμούς και τα δεσμά που μας ενώνουν.  

Το βιβλίο ξεκινά με μία ένδειξη που υπαινίσσεται ότι κάτι κακό έχει συμβεί. 
"Μείναμε ακίνητοι προς στιγμήν, να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.Τα χέρια του κρέμονταν, το γενειοφόρο του πρόσωπο ήταν αλλόκοτα ασάλευτο.
- Θέλετε κάτι; ρώτησε αργόσυρτα, με τόνο επιφυλακτικό, που έκανε την ερώτηση ένα είδος απειλής.
Έδειξα μ' ένα νεύμα την καλύβα. 
- Μένω απέναντι.
- Ναι, είπε. Σας έχω δει και τους δύο.
Έλα πιο κοντά, ήθελα να πω. Ένιωθα την ανάγκη να σταθεί τόσο κοντά μου, ώστε να μπορώ να τον χτυπήσω. Ή να σωριαστώ στην αγκαλιά του.
- Συνέβη κάτι, είπα, πρώτη φορά μεγαλόφωνα. Ο αδελφός μου.

Πιο κοντά. Έλα πιο κοντά, σε παρακαλώ. Μα δεν ήρθε, έμεινε στη θέση του να με λοξοκοιτάζει, αβέβαιος για τις προθέσεις και των δυο μας."

Ακολουθούν, σε αντίστοιχα κεφάλαια που εναλλάσσονται, οι αφηγήσεις των πέντε μελών μιας οικογένειας: 
· του Τζον - ενός Άγγλου που έχει διαγνωστεί  με κατάθλιψη από νεαρή ηλικία. Την άνοιξη του '63, μετά από σοβαρό επεισόδιο νοσηλεύεται σε κλινική. Είναι μόλις έναν μήνα πριν τον αρραβώνα του με την αμερικανίδα συμφοιτήτριά του. 
· της Μάργκαρετ, η οποία, μέχρι το επεισόδιο στην Οξφόρδη, δεν γνώριζε τίποτα. Παρ' όλα αυτά, αποφασίζει να τον παντρευτεί. Προχωρούν έτσι μαζί για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, ζώντας μεταξύ Αγγλίας και Αμερικής, χωρίς να υπάρξει κάποια υποτροπή της ασθένειας.  Στην πορεία, δημιουργούν την οικογένειά τους. 
· του Μάικλ, που είναι ο πρωτότοκος γιος τους - ελαφρώς εσωστρεφής και χειριστικός αλλά πανέξυπνος, με δαιμόνια φαντασία και αρκετό άγχος που, καθώς μεγαλώνει, παρεκκλίνει σε διαταραχή. 
· της Σίλια και του Άλεκ, των δύο μικρότερων αδελφιών του Μάικλ – ζωηρά παιδιά με δυνατούς χαρακτήρες που, όμως, προσέχουν ο ένας τον άλλον και παράλληλα τον μεγάλο τους αδερφό. 



Ένα από τα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα του 2016, σύμφωνα με το περιοδικό TIMES ενώ ήταν και στις μικρές λίστες των National Book Award και Pulitzer Prize for fiction, το μυθιστόρημα ετούτο είναι το δεύτερο του Άνταμ Χέισλετ και το πιο προσωπικό - ο πατέρας του, όπως ο Τζον του μυθιστορήματος, αυτοκτόνησε όταν ο συγγραφέας ήταν δεκατεσσάρων χρονών. Το βιβλίο, ωστόσο, δεν είναι τα απομνημονεύματά του, ούτε ένα μυθιστόρημα κατατονικό, ποτισμένο με δυστοκία. Είναι ένα ευφυές κι ευανάγνωστο κείμενο με πολύ μουσική, μαύρο χιούμορ, και οπτική με οξυδέρκεια και δυναμισμό. Οι πρωταγωνιστές του δεν ομφαλοσκοπούν ατέρμονα αλλά ζουν, κινούνται, δρουν παρ' όλη την οδύνη τους – ο Μάικλ, ως μεγαλύτερος, μετοικεί στο Λονδίνο για να σπουδάσει ενώ η Σίλια και ο Άλεκ  μένουν πίσω. Περνούν μια ταραχώδη εφηβεία, φεύγουν κατόπιν κι αυτοί από το σπίτι για σπουδές, κάνουν σχέσεις, χωρίζουν, ξεκινούν να εργάζονται – ο Άλεκ ως δημοσιογράφος που θα απολυθεί μετά από κάποια χρόνια, θα βρεθεί σε μία "αρπαχτή" σχέση η οποία θα αποδειχθεί ο δεσμός της ζωής του, ενώ η Σίλια θα εργαστεί ως κοινωνική λειτουργός/ψυχαναλύτρια, θα ανοίξει στη συνέχεια δικό της γραφείο και θα συμβιώσει με τον αγαπημένο της ώσπου έρχονται αντιμέτωποι με το θέμα ενός παιδιού. Η Μάργκαρετ μαθαίνει τα νέα των τριών παιδιών της από μακριά, επωμίζεται βάρη κι ευθύνες ενώ μετά τον θάνατο του Τζον ξεκινά ακόμη ένα κεφάλαιο στη ζωή της. Κι όσο περνά ο χρόνος, δεν σταματούν να επικοινωνούν μεταξύ τους  και να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Το βιβλίο, γι' αυτό, θα μπορούσε να είναι μια ιστορία οικογενειακής αγάπης. 

Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν αποφεύγει τα κακώς κείμενα της διαβίωσης με έναν ψυχικά ασθενή όπως είναι ο Τζον κι όπως εξελίσσεται, στην συνέχεια, ο Μάικλ – τη συνεχή επιφυλακή για την αντιμετώπιση τυχόν επεισοδίου, το έντονο προαίσθημα του αναμενόμενου θανάτου, τις γλαφυρότατες, λαμπρές, εκφράσεις της αγχώδους διαταραχής, την αδυναμία ανεξαρτητοποίησης του Μάικλ, την προσκόλλησή του σε φίλους. Κρατά, επίσης, κριτική στάση απέναντι στις φαρμακοβιομηχανίες και την ιατρική αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας, ιδίως την ευκολία των δεύτερων στη συνταγογράφηση και τα τρομακτικά χρέη στα οποία οδηγούν τους ασθενείς τους – η Μάργκαρετ αναγκάζεται  στο τέλος να πουλήσει το σπίτι τους για να ξεπληρώσει το χρέος του Μάικλ.  

Ο συγγραφέας καταγράφει την εμπειρία του ψυχικά ασθενή με έναν ουσιαστικό αλλά ιδιαίτερα εμβριθή τρόπο  σε σημείο που η εξαιρετικά ακριβής αφήγησή του μοιάζει να δικαιώνει την A. S. Byatt στην διαπίστωσή της ότι οι συγγραφείς, πλέον, ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιστημονική ακρίβεια των γραπτών τους παρά για την μυθοπλασία. Ένα παράδειγμα: τα φάρμακα που χρησιμοποιεί ο Μάικλ και η επίδρασή τους. Ένα δεύτερο: σόλο καλλιτέχνες αλλά και γκρουπ από disco, early house, dance, electronica, βρετανική new wave αναφέρονται μαζί με οτιδήποτε τον αφορά. Ωστόσο, η εξαντλητική παράθεση αυτών των δύο στοιχείων αποτελεί δομικό συστατικό της αφήγησης καθώς αποδεικνύουν όχι μόνο την ευφυΐα αλλά και την συνεχή υπερένταση του Μάικλ, το σπιντάρισμα του μυαλού του, την δυσκολία του να βάζει όρια. Κι επιπλέον,  διατυπώνονται με πολύ χιούμορ – ο Μάικλ παρωδεί την καθημερινότητα για να μπορέσει να επιβιώσει. 

Η γραφή του Χέισλετ συνδυάζει έντονο ρεαλισμό και λυρισμό με έναν πολύ εύστοχο τρόπο – η σκηνή της αυτοκτονίας του Τζον,  όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, είναι μία από τις πιο όμορφες του βιβλίου. Κι αυτό το οξύμωρο κυριαρχεί σε όλη την αφήγηση – ό,τι είναι όμορφο είναι συνάμα και οδυνηρό. Δεινός αφηγητής ο Χέισλετ χρησιμοποιεί προσεκτικά μια γλώσσα πλούσια, ευθύβολη και με ευαισθησία (όχι μελοδραματισμό!) ώστε να  ανατρέπει την όποια κακή διάθεση προκαλούν στον αναγνώστη οι δύσκολες καταστάσεις που περνά η οικογένεια – δύο θάνατοι, η αγωνία του Άλεκ για το μέλλον του, οι συνεχείς αποτυχίες του Μάικλ με ό,τι καταπιαστεί: σχέσεις, εργασία, να αυτονομηθεί και να τελειώσει ένα μεταπτυχιακό για την αφρο-αμερικανική ιστορία. 



Πέντε άτομα, πέντε ζωές που συνυφαίνονται με την ίδια σαΐτα - την ψυχική νόσο, του πατέρα και μετέπειτα του μεγάλου γιου. Η αντιμετώπισή της θα μπορούσε να είναι το κυρίαρχο θέμα σε ετούτο το μυθιστόρημα που σε κάνει να σκεφτείς για το τί κληρονομείται και τί όχι· για το πόσο ευάλωτοι είναι οι ψυχικά ασθενείς και πόσο εξαρτώμενοι. 

Ωστόσο, εκείνο που χαρακτηρίζει το "Κι αν εγώ χαθώ" είναι η απόδοση του  ψυχισμού των πρωταγωνιστών του σε μια τυπική διαδρομή της ζωής – καθένας τους έχει την δική του, διακριτή, φωνή κι έκφραση. Έτσι, με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή τους, ο αναγνώστης μπαίνει εύκολα στην θέση τους και βλέπει το ανάγλυφο των οικογενειακών δεσμών, ιδίως μεταξύ των αδελφιών. Εύκολα προκύπτει η απορία: είναι πραγματικά από ενδιαφέρον για τον αδερφό τους που τον βοηθούν ή πρόκειται για το πώς εκείνοι έχουν ανάγκη να είναι ο Μάικλ; Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό και ιδιαίτερο στοιχείο του μυθιστορήματος – ο Χέισλετ χαρτογραφεί εκ των έσω όχι μόνον την έμπρακτη βοήθεια που προσφέρει όλη η οικογένεια στον Μάικλ αλλά και το τί ακριβώς σημαίνει αυτό για τον ίδιο, πώς το προσλαμβάνει και το βιώνει. 

Κάθε πράξη αντίληψης είναι σε κάποιον βαθμό πράξη δημιουργίας, και κάθε πράξη της μνήμης είναι σε κάποιο βαθμό πράξη της φαντασίας, λέει ο Oliver Sacs. Στην περίπτωση του Άνταμ Χέισλετ, η φαντασία του αποδίδει ένα μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν και ισορροπούν η αλληλεγγύη και ο φόβος, η βολή και οι προκλήσεις. Ένα κείμενο πολυφωνικό και πολυσήμαντο, με συνοχή, χωρίς υπερβολές κι ωραιοποιήσεις για όλα εκείνα που μας μεγαλώνουν: τις επιλογές, τις ευθύνες, τις αντιδράσεις  και τις συνέπειές τους. Ένα κείμενο που σου δίνει την αίσθηση ελευθερίας που έχει την δυνατότητα να προκαλέσει η λογοτεχνία. 






Σημειώσεις: Η πρώτη εγκατάσταση είναι το "Woven Water: Submarine Landscape" της σύγχρονης κολομβιανής εικαστικού María Fernanda Cardoso. Η δεύτερη, ανήκει στην σειρά The Cells της Louise Bourgeois κι έχει τον ειδικό τίτλο The last climb (2008).

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019









Το καλοκαίρι

στην πόλη



...τείνει να γίνει καθεστώς και μάλιστα να συνοδεύεται από μία, απαραίτητη πλέον, αποχή από τον υπολογιστή - είτε από βλάβη είτε λόγω του τακτικού σέρβις, παραμένει ανενεργός και εκτός κάθε πρόσβασης.  Φέτος, όμως, είχα μία επιπλέον ελευθερία – διάβασα δίχως να κρατώ σημειώσεις ή να κάνω κάποια σκέψη κρίσης ή επίκρισης, ασχέτως εάν οι τελευταίες παρουσιάζονταν κάθε λίγο και δεν με άφηναν να συγκεντρωθώ. 

Ωστόσο, ήταν πραγματική ευχαρίστηση. Αναμενόμενο όταν στα χέρια έχεις, κατ' αρχάς, ένα βιβλίο από τα "σοβαρά" του Georges Simenon – μυθιστορήματα που απέσπασαν την αναγνώριση της λογοτεχνικής ελίτ της εποχής για τον συγγραφέα τους. Το "Οι δαίμονες του πιλοποιού" (μτφρ. Αργυρώς Μακάρωφ – Άγρα, 2019) είναι ένα από τα περίπου εκατόν είκοσι μυθιστορήματα του βέλγου συγγραφέα στα οποία δεν πρωταγωνιστεί ο δημοφιλής Επιθεωρητής Μαιγκρέ. Πρωταγωνιστούν ο Λεόν Λαμπέ, ευυπόληπτος καταστηματάρχης στην κωμόπολη Λα Ροσσέλ – ο πιλοποιός του τίτλου και δολοφόνος εννέα γυναικών, επτά από τις οποίες είναι ηλικιωμένες. Και ο γείτονάς του, ο αρμένιος ράφτης Κασουντάς που γνωρίζει την δραστηριότητα του πιλοποιού – ανακάλυψε στο ρεβέρ του παντελονιού του Λαμπέ ένα προσεκτικά ψαλιδισμένο τετράγωνο κομματάκι χαρτιού εφημερίδας με δύο γράμματα πάνω του. Έτσι ξεκινά ένα παιχνίδι γάτας-ποντικού που τόσο καλά γνωρίζει να εξυφαίνει ο Σιμενόν – ο Κασουντάς ακολουθεί τον Λαμπέ κατά πόδας στο Καφέ ντε Κολόν και στις βραδυνές βόλτες του, ενώ ο Λαμπέ πίσω από την κουρτίνα του υπνοδωματίου του  καταγράφει κάθε κίνηση του Κασουντάς και της οικογένειάς του. Επιπλέον, ο Λαμπέ καταναλώνει τεράστιο ποσό ενέργειας για να κατασκευάσει μία σύνθετη ρουτίνα ως άλλοθι και να  εξαπατήσει έτσι  τους φίλους  και τους οικείους του. Και οι δύο, όμως, είναι απορροφημένοι στις σκέψεις τους και μονίμως σε εγρήγορση για την επόμενη κίνηση του άλλου.

Ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές συνυπάρχουν ο Ζαντέ, ο νεαρός δημοσιογράφος που δέχεται ανώνυμες επιστολές με τις οποίες ο κύριος Λαμπέ ανακοινώνει τον επόμενο φόνο, και η παρέα των φίλων του δεύτερου στο Καφέ ντε Κολόν όπου συναντιούνται κάθε βράδυ και παίζουν μπριτζ. Επίσης η κάπως απωθητική υπηρέτρια του Λαμπέ, Λουίζ, και η κομψή ερωμένη του, δεσποινίς Μπερτ.  Πρωταγωνιστεί επίσης και η γαλλική επαρχία: με τις στάσιμες ζωές των κατοίκων της παραλιακής Λα Ροσσέλ και τους λιθόστρωτους δρόμους που περπατούν ο Κασουντάς, ο Λαμπέ και τα θύματά του· με τις υγρές νύχτες στο αχνό φως των φανοστατών όταν εκτυλίσσονται οι περισσότεροι φόνοι – με τακτικό και αθόρυβο τρόπο, ο Λαμπέ τυλίγει στον λαιμό των θυμάτων μία χορδή βιολοντσέλου με δύο ξυλαράκια δεμένα στις άκρες της. 

Το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά το 1947 με τον τίτλο "Ο ραφτάκος και ο πιλοποιός". Τον επόμενο χρόνο ο Σιμενόν αλλάζει το τέλος και τον τίτλο του, και με τη νέα μορφή το βιβλίο μεταφράζεται στα αγγλικά και βραβεύεται. Το 1949 του δίνει την τελική του, σημερινή, μορφή και τον τίτλο "Οι δαίμονες του πιλοποιού", έκδοση στην οποία βασίστηκε ο Κλωντ Σαμπρόλ όταν το μετέφερε -πιστά- στον κινηματογράφο – πιστότητα που μπορεί να απέδωσε ένα αξιομνημόνευτο νουάρ, όχι όμως και τις διαστάσεις του ψυχολογικού θρίλερ όπως αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου. 

Το "Οι δαίμονες..." είναι ένα υποδειγματικό δείγμα ανθρώπινης ψυχογραφίας. Αυτό που ξεκινά ως μία υπόθεση ρουτίνας για έναν δολοφόνο και τα εγκλήματά του γίνεται σταδιακά μία διεξοδική μελέτη ενός εγκληματία που πέφτει θύμα της δικής του φαντασίας – από την λεπτομερή σχεδίαση των φόνων και της ψύχραιμης συμπεριφοράς του, ο Λαμπέ καταλήγει να σκέφτεται εμμονικά κάθε βήμα και πιθανή αντίδραση του Κασουντάς αλλά κι οποιουδήποτε συναντά στο δρόμο του. Κι όταν ο Κασουντάς πεθαίνει ξαφνικά, οι μύχιες σκέψεις του παρεκτρέπονται. 

Εκτός από αγωνιώδες είναι και αρκετά ενδιαφέρον το πως ο Σιμενόν περιγράφει τον τρόπο που η πραγματικότητα δεν επαληθεύει όσα ονειρεύεται ο Λαμπέ· το πως γιγαντώνονται οι ενοχές του και τον οδηγούν σε ένα τραγικό τέλος που ωστόσο φέρνει ανακούφιση – σύνηθες μοτίβο πλοκής στα "σοβαρά" μυθιστορήματα του Βέλγου κι αυτό που πραγματικό τον ενδιαφέρει, όχι η ανίχνευση του εγκλήματος και η ανακάλυψη του ενόχου τον οποίο, άλλωστε, γνωρίζουμε από την αρχή. Ο απόλυτα τακτοποιημένος κόσμος του Λαμπέ κρύβει τον ανικανοποίητο, κενό,  εαυτό του. Και  όταν καταρρέει, τον παρασύρει. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει την πρόσοψη της κανονικότητας, ο πιλοποιός θα θυσιάσει την εγκράτεια, την (όποια) ηθική και στο τέλος την λογική του. "Αγγίζει τα όριά του" όπως το θέτει ο Σιμενόν. 

Roman durs αποκαλούσε ο ίδιος τα λιγότερο εύπεπτα μυθιστορήματά του (όπως θεωρούνται τα Μαιγκρέ). Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι το ότι δεν υπάρχει κανένα σχόλιο –κανενός είδους– του συγγραφέα τόσο για τον φόνο όσο και για τον δολοφόνο – είναι μόνον αφήγηση· ακολουθούμε μόνο την οπτική του πρωταγωνιστή. Το ίδιο αυστηρή είναι το συγγραφικό ύφος του. "Απαλλάξου απ' όλες τις φιλολογίες, και το 'χεις" του είχε πει η Κωλέτ όταν ο Σιμενόν ζήτησε την συμβουλή της για να γράψει "καλά" βιβλία. Και την άκουσε. Στο "Οι δαίμονες..." δεν υπάρχουν η άνετη, στοχαστική κίνηση, τα πνευματώδη σχόλια, ούτε και η πιο ποιητική χροιά που συναντούμε στα Μαιγκρέ. Δεν υπάρχει, επίσης, και προσεκτική επιμέλεια (αναφέρομαι στα πρωτότυπα κι όχι την μετάφρασή τους). Η βιασύνη του συγγραφέα είναι εμφανής στην απνευστί εκτύλιξη της πλοκής, την γρήγορη εναλλαγή σκηνικών, το χάσιμο της λεπτομέρειας και, κατά τόπους, της συνοχής. Φυσικό επακόλουθο μιας και ο Σιμενόν αφιέρωνε μία με μιάμιση, το πολύ, εβδομάδες για την συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Παρ όλα αυτά, η διάρθωσή του είναι άρτια και ο ίδιος αποδίδει σκηνές εξαιρετικής σαφήνειας για την ανθρώπινη φύση και την συναισθηματική ρευστότητα των πρωταγωνιστών του – τόσο στο πλαίσιο της τοπικής κοινωνίας όσο και στους οικογενειακούς δεσμούς και τις συζυγικές σχέσεις.





Ξεκίνησα να γράφω μία συνοπτική παρουσίαση των αναγνωσμάτων του καλοκαιριού, όπως συνηθίζω κάθε χρόνο, αλλά δεν αντιστάθηκα, εντέλει, στη μία και μακροσκελή –και με σημειώσεις–  γι' αυτόν που ο Αντρέ Ζιντ αποκαλούσε "Ίσως ο μεγαλύτερος και πιο αληθινός συγγραφέας των σύγχρονων γαλλικών γραμμάτων". Και ίσως να μην απέκτησε το υψηλό στάτους που αυτός επιθυμούσε, σίγουρα όμως ο Ζωρζ Σιμενόν ήταν ένας ικανότατος, πειθαρχημένος κι ευέλικτος πεζογράφος που δημιούργησε καταστάσεις οι οποίες οδηγούν τους πρωταγωνιστές του σε απόγνωση και τους αναγνώστες του, χρόνια μετά, στην απόλαυση. 













Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι λεπτομέρεια του εξωφύλλου. Οι επόμενες δύο είναι σκηνές από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου με πρωταγωνιστές τους Michel Serrault και Charles Aznavour στους ρόλους του πιλοποιού και του ράφτη αντίστοιχα. H τρίτη φωτογραφία, όπου είναι ο συγγραφέας επί τω έργω, αντλήθηκε από τεύχος του Paris Match (1955).

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019








Η αρχιτεκτονική ενός γλυκού







Την γνώρισα κάποια στιγμή το 2013 όταν, κατά τύχη, έπεσα πάνω σε μια φωτογραφία των τέλειων μακαρόν - λείες, ολοστρόγγυλες επιφάνειες με ασυνήθιστα κι έντονα χρώματα, και γέμιση από πρωτότυπους συνδυασμούς ελληνικών γεύσεων. Σε εκείνη την ιστοσελίδα διάβασα ότι η Δέσποινα Αντύπα, η δημιουργός τους, ήταν δημοσιογράφος που λόγω κρίσης, άλλαξε επάγγελμα. Τα βήματά της μικρά αλλά με την ήπια αποφασιστικότητα που ορίζει η γνώση - η επιχείρησή της είχε αρχίσει να ακούγεται. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό και λίγο αργότερα, το 2015 φεύγει, πάλι λόγω κρίσης που συνεχίζεται ακάθεκτα, από την Ελλάδα. 

Και τώρα επιστρέφει με ένα πολυδιάστατο βιβλίο για την ιστορία της ευρωπαϊκής γεύσης – στο Δέκα (Ποταμός, 2018) η συγγραφέας συνδέει την πορεία της ζωής του κορυφαίου γάλλου ζαχαροπλάστη Marie-Antoine (Antonin) Carême, με κάποια από τα αγαπημένα της γλυκά. 

Πάβλοβα, τάρτα λεμονιού με μαρένγκα, Black Forest, εκλαίρ με σοκολάτα, Sachertorte, μπαμπάς με ρούμι, τρούφες σοκολάτας, μιλφέιγ, financier, crème anglaise – δέκα γλυκά που επέζησαν παγκοσμίων πολέμων και φυσικών καταστροφών, ξεπέρασαν τα σύνορα χωρών και πολιτικών συστημάτων, χαρακτήρισαν μια εποχή – μαζί με τις κοινωνικές ανακατατάξεις που επέφερε το τέλος της Γαλλικής Επανάστασης, ο Καρέμ βελτίωσε την παρασκευή των γλυκών αναπτύσσοντας ένα πιο εκλεπτυσμένο στυλ με την χρήση βοτάνων και απλοποίησε τις διάφορες κρέμες χρησιμοποιώντας λίγα υλικά. Γι' αυτό και τα γλυκά του συνεχίζουν να πρωτοστατούν εδώ και περίπου 250 χρόνια. 



Κάθε συνταγή είναι  ένα μικρό κεφάλαιο  που καλύπτει τα διάφορα στάδια της ζωής του ανθρώπου που έβαλε τις βάσεις της σύγχρονης ζαχαροπλαστικής σχεδόν δύο αιώνες πριν.  Από το φθινόπωρο του 1792, λίγο μετά δλδ το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, όταν ο μικρός Αντονίν βρίσκεται μόνος στην δίνη των γεγονότων, στις κουζίνες πρώτα του Ναπολέοντα, μετά του Ταλλεϋράνδου κι από εκεί στην Αγγλία του  Αντιβασιλέα Γεωργίου (IV), μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. όταν ο Σεφ Καρέμ επιλέγεται για την κουζίνα του βαρώνου Ροτσίλντ – είναι σχεδόν 40 χρονών κι έχει κατακτήσει την κορυφή της δόξας και της δεξιοτεχνίας του, 

Οι συνταγές των, απλών στην εμφάνιση μα τόσο εντυπωσιακών, γλυκών και η εκτέλεσή τους βασίζονται σε πραγματικά ιστορικά στοιχεία –τα οποία η συγγραφέας παραθέτει και ως σχόλια– και περιγράφονται με λεπτομερείς τεχνικές οδηγίες ώστε ο καθένας, έστω και αρχάριος, να μπορεί να τις φτιάξει. Εάν βέβαια δίνονταν και τα τεμάχια στα οποία αντιστοιχούν οι εν λόγω ποσότητες θα ήταν ακόμη πιο βοηθητικό - μικρό ψεγάδι αυτό για ένα βιβλίο που δεν είναι μόνο ένας τόμος συνταγών. 

Το βιβλίο, σε πρωτότυπο μικρό τετράγωνο σχήμα, είναι ένα παράδειγμα ισορροπίας υλικών – διαθέτει την συνοχή και την ευθύτητα της δημοσιογραφικής γραφής· τον στοχαστικό κι εξομολογητικό τόνο μίας πεζογράφου, και το αρτιστίκ ύφος μίας καλλιτέχνιδας – εκτός από τις περίτεχνες βινιέτες, κάθε συνταγή/κεφάλαιο συνοδεύεται κι από μία, στους τόνους του γκρι, ακουαρέλα του γλυκού που περιγράφεται στη συνέχεια. Είναι κι αυτό –η εικονογράφηση–, όπως και η συγγραφή, έργο της Δέσποινας Αντύπα που όπως αποδεικνύεται ξέρει να χειρίζεται επιδέξια, εκτός από το πληκτρολόγιο και τα ζαχαροπλαστικά εργαλεία, την πένα και τα πινέλα ζωγραφικής. Πολλαπλά ενδιαφέρουσα έκδοση, λοιπόν. 

Μία διπλή αυτοβιογραφία: για έναν άνθρωπο που δεν υπέκυψε στην ευκολία, κι έναν άλλο που δάμασε τις δυσκολίες του – η Δ. Αντύπα διανθίζει τα κείμενα με ελάχιστα αυτοβιογραφικά στοιχεία απ' όπου μαθαίνουμε για την κρίση στην χώρα και την τωρινή εργασία της ως ζαχαροπλάστης σε πολυτελές ξενοδοχείο στις Βρυξέλλες. Μία συλλογή γλυκών που προδίδει την δομή της κάθε παρασκευής και το κοπιώδες παρασκήνιο για να παραχθεί κάτι τόσο απολαυστικό όσο κι εφήμερο. 



Κυρίως όμως είναι ένα βιβλίο που σου υπενθυμίζει  «... αυτήν την εξοργιστική διαπίστωση ότι υπάρχει μόνον ένας τρόπος να γίνει κάτι σωστά. Ενας τρόπος που υπάρχει πάνω από 200 χρόνια. Ο τρόπος που  ακολούθησε ο Καρέμ, έπειτα ο Γκοφέ και ο Εσκοφιέ, αργότερα ο Λενότρ, κορυφαίοι ζαχαροπλάστες. Κι όσο κι αν προσπαθείς να νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις κάτι πιο γρήγορα, πιο καλά, πιο αποτελεσματικά, πιο ωραία, στην ουσία δεν ακολουθείς παρά τον ίδιο δρόμο που πήραν κι εκείνοι τότε. Για να καταλήξεις στο ίδιο συμπέρασμα. Και είναι αυτή η αίθηση της συνέχειας, της αδιάκοπης πορείας μέσα από ένα κομμάτι βούτυρο, ένα φουέ, λίγο αλεύρι και μια πρέζα ζάχαρη που κάνει την ζαχαροπλαστική τόσο γοητευτική, τόσο ενδιαφέρουσα, τόσο συγκινητική."   

Θα μπορούσε να αναφέρεται και στην λογοτεχνία – με μία πρόταση, έναν στοχασμό, λίγο χιούμορ και μία πρέζα λυρισμό. Την ζωή εν γένει. 














Σημειώσεις: Οι φωτογραφίες της ανάρτησης αντλήθηκαν από τον λογαριασμό της συγγραφέως στο instagram όπου μπορείτε να δείτε φωτογραφίες των γλυκών που παρασκευάζει. Μπορείτε, επίσης, να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019











Άκρα και Γέφυρες





Μία αριστοτεχνική άσκηση στην συντομία είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του Mathias Énard  που εκδόθηκε στα ελληνικά. Στο "Μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες και για ελέφαντες" (μτφρ. Σοφίας Διονυσιοπούλου – Στερέωμα, 2018) ο πολυβραβευμένος γάλλος συγγραφέας ασχολείται με μία από τις κορυφαίες μορφές της ιταλικής Αναγέννησης, τον "Θεϊκό" Μichelangelo Buonarroti και γράφει  με στοχασμό  για την Τέχνη και την βάσανο της δημιουργίας, και τις περίπλοκες σχέσεις που συνυφαίνονται μεταξύ Ανατολής και Δύσης.  

Το 1506, νέος αλλά ήδη διάσημος γλύπτης, ο Μιχαήλ Άγγελος προσκαλείται από τον σουλτάνο Βαγιαζίτ Β' στην Κωνσταντινούπολη για να σχεδιάσει και να κατασκευάσει μια γέφυρα που θα ενώνει δύο πλευρές του Κεράτιου κόλπου, την Πόλη και το Πέραν. Έχει προηγηθεί στη θέση του ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, το σχέδιο του οποίου απορρίφθηκε, κι έτσι εκτός από την τεράστια χρηματική αμοιβή, η πρόσκληση προσφέρει, επίσης, την πιθανότητα της αθανασίας καθώς το έργο αυτό θεωρείται υψίστης σημασίας. 

Είναι 31 χρονών, στην ακμή της δημιουργικής πορείας του και, ως γνήσιος αναγεννησιακός, έχει ήδη εκδηλώσει το πολυδιάστατο ταλέντο του – γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής. Στην Φλωρεντία, την κατά γενική ομολογία κοιτίδα της Αναγέννησης, υπήρχαν ήδη μερικά απο τα πιο μεγάλα κι εντυπωσιακά έργα του ενώ τελευταία είχε αναλάβει την κατασκευή της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Ωστόσο, η σκαιά συμπεριφορά του πάπα Ιουλίου Β΄, ο οποίος αρνείται να τον πληρώσει, τον αναγκάζει να αθετήσει την συμφωνία και να παρατήσει το μαυσωλείο στην μέση.

Μην έχοντας, πρακτικά, υποχρεώσεις στην πατρίδα του, και παρά τις προειδοποιήσεις για την οργή του Πάπα και τις συνέπειές της, ο Μιχαήλ Άγγελος δέχεται την πρόσκληση. Στις 17 Απριλίου, φτάνει στην Κωνσταντινούπολη και φιλοξενείται στο σπίτι του πλούσιου φλωρεντινού εμπόρου Τζιοβάννι ντι Φραντζέσκο Μαρίνι. Στις περιπλανήσεις του στην πόλη τον συνοδεύουν αποκλειστικά, και κατά περίπτωση, ο ελληνικής καταγωγής διερμηνέας Εμμανουήλ και ο ποιητής Μεσιχί, από την Πρίστινα, ο οποίος τον μυεί στα μυστικά της πόλης και την διασκέδαση της τουρκικής νύχτας. Αργότερα, σε αυτήν την μικρή παρέα θα προστεθεί ο Αρσλάν - ένας νεαρός που έχει ζήσει καιρό στη Βενετία και, προς μεγάλη έκπληξη του γλύπτη, όχι μόνο μιλάει τέλεια ιταλικά, με βενετσιάνικη μάλιστα προφορά, αλλά επιπλέον έχει δει  με τα μάτια του τον Δαβίδ του. Την παλέτα των πρωταγωνιστών συμπληρώνει μία ανδαλουσιανή ανδρόγυνη φιγούρα που, με τον χορό και το τραγούδι της, σαγηνεύει τον Μιχαήλ Άγγελο και η οποία θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην διαμονή του καλλιτέχνη. 

Στα τέλη  Ιουνίου 1506 η διαμόρφωση του χώρου όπου θα γίνει η γέφυρα έχει αρχίσει. Ο Μικελάντζελο επιβλέπει το εργοτάξιο ενώ παράλληλα συνεχίζει τις περιπλανήσεις, τα σχέδια και την προσπάθειά του να δημιουργήσει με κάθε λεπτομέρεια αυτό που προορίζεται για το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό αριστούργημά του. Απορροφημένος όπως είναι, θα βρεθεί εν αγνοία του στην μέση μιας παλατινής πλεκτάνης και θα κινδυνεύσει θανάσιμα η ζωή του. 





Το "Μίλησέ τους..." προηγήθηκε της εξαιρετικής και βραβευμένης με Γκονκούρ "Πυξίδας". Eκδόθηκε το 2010 και την ίδια χρονιά βραβεύτηκε με το Γκονκούρ των Μαθητών Λυκείου. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση καθώς το διάβαζα είναι η σφιχτά αρμολογημένη αφήγηση του Ενάρ ενώ περιέχει μία πληθώρα λεπτομερειών, πληροφοριών, ιστορικών γνώσεων, εικόνων και σκέψεων. Το ίδιο εντυπωσιακό είναι και το πώς, μέσα από αυτή την αφήγηση, ζωντανεύει η Κωνσταντινούπολη η οποία, ως πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την Άλωση, βρισκόταν τότε στο επίκεντρο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού Κόσμου – η καθημερινή ζωή στην Πόλη έσφυζε από την συνύπαρξη Οθωμανών με Ρωμιούς, Εβραίους, Λατίνους, Κροάτες, κ.ά. και οι αγορές της από πλήθος εμπορεύματα σε πλούσιες ποσότητες και ποικιλίες. Τα εργαστήρια λειτουργούσαν συνέχεια για την κατασκευή έξοχων σπαθιών ενώ η κίνηση συνεχιζόταν τη νύχτα με οινοποσίες, εκλεκτά εδέσματα και ηδυπαθή διασκέδαση. 

Είμαστε στον 16ο αιώνα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μια πολυεθνική, πολυγλωσσική αυτοκρατορία που ελέγχει, μεταξύ άλλων, το μεγαλύτερο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και τμήματα της Κεντρικής και της Ανατολικής. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής είναι οι πιο ομαλές από οποιαδήποτε μετέπειτα περίοδο. Πρόκειται για ένα διάστημα που χαρακτηρίζεται από ανάπτυξη, κινητικότητα και συναλλαγές παρ' όλα τα μαύρα σημεία του. Στην Ευρωπαϊκή Τέχνη δε, η αναπαράστασή της Ανατολής  ήταν, γι' αυτό, υπερβολικά ρομαντική. Και ανακριβής, επίσης – ένα στοιχείο που μοιάζει να αποσυνθέτει ο Ενάρ κρατώντας, ωστόσο, τις λεπτές ισορροπίες: όταν βάζει την ανδαλουσιανή φιγούρα να διηγείται τα βράδια στον Μικελάντζελο –με ασυνήθιστη για το ύφος του συγγραφέα πρωτοπρόσωπη αφήγηση– την ιστορία των Εβραίων που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία. Ή, όταν μιλά για τις πολεμικές συρράξεις του Βαγιαζίτ Β΄ στην Ιταλία που έχουν τώρα τελειώσει. Κι όταν, επίσης, μιλά για τις μηχανορραφίες του παλατιού – για τον Αρσλάν με τον διπλό ρόλο του αλλά και για την προσπάθεια της ανδαλουσιανής φιγούρας να σαγηνεύσει τον Μικελάντζελο κι έτσι να μπορέσει ο Αρσλάν να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Μηχανορραφίες υπάρχουν και στην ιταλική καλλιτεχνική σκηνή όπου οι τότε διάσημοι συνάδελφοι του Μικελάντζελο προσπαθούν να τον διαβάλουν για να τραβήξουν την προσοχή (και τις διάφορες αναθέσεις και χορηγίες) του πάπα.

Αν και ουσιαστικά το μυθιστόρημα είναι η προσωπογραφία του "Θεϊκού" Ιταλού, ο Ενάρ δεν ωραιοποιεί τον χαρακτήρα του. Τον παρουσιάζει όπως ήταν, σύμφωνα με τις επίσημες πηγές: μονήρη, τραχή, εγκρατή, λακωνικό κι εχθρό της καθαριότητας – φορούσε τα ίδια ρούχα και δεν πλενόταν ποτέ του. Γράφει, επίσης, για την δυσκολία του στις ανθρώπινες σχέσεις - ο Μικελάντζελο δεν μπορεί να επικοινωνήσει λεκτικά με την ανδραλουσιανή φιγούρα παρ' όλο που την ποθεί. Ούτε και με τον Μεσιχί ο οποίος είναι ανομολόγητα ερωτευμένος μαζί του και θυσιάζεται για να του σώσει τη ζωή - όταν ο Μιχαήλ Άγγελος θα κινδυνεύσει, ο Μεσιχί θα παρέμβει την τελευταία στιγμή και θα σκοτώσει κατά λάθος τον θύτη του (βεβαίως και δεν θα σας αποκαλύψω ποιός είναι). Έτσι, όμως, θα ενοχοποιηθεί άδικα και αφού τον διώξουν από την αυλή του σουλτάνου, θα χαθεί στα σοκάκια της πόλης και στα καπηλειά του Ταχτάκαλε, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. 





Με σπουδές στην αραβική και την περσική γλώσσα, ο 47χρονος σήμερα Ενάρ ταξίδεψε για μεγάλο διάστημα στην Μέση Ανατολή και από το 2000, με ένα μικρό διάλειμμα για σπουδές στο Βερολίνο το 2013, μένει μόνιμα στη Βαρκελώνη όπου, κάποια στιγμή, διήθυνε ένα εστιατόριο λιβανέζικης κουζίνας.  Έχει μεταφράσει στα γαλλικά από τα φαρσί, τα ισπανικά και τα αραβικά. Έχει γράψει δοκίμια για την σύγχρονη λογοτεχνία της Παλαιστίνης και του Ιράκ, μία συλλογή ποίησης με επιρροές από τον Προυστ, και πολλά ακόμη διηγήματα. Ως εκδότης, έχει εκδόσει ένα βιβλίο πειραματικής μυθοπλασίας (punk journalism) και την μετάφραση του ημερολογιου ενός πρώην παιδιού-στρατιώτη στον εμφύλιο του Λιβάνου. Είναι, επίσης, καθηγητής πανεπιστημίου και λάτρης των κόμικς –την ένατη, κατά πολλούς, τέχνη– και των graphic novels και γράφει κριτικές γι' αυτά στην αντίστοιχη στήλη της Le Monde. Πρόσφατα δε συμμετείχε στην δημιουργία του βιβλίου της λιβανέζας κομίστα Zeina Abirached. 

Όπως στη ζωή και τις σπουδές, έτσι και στα βιβλία του, ο Ματίας Ενάρ γεφυρώνει δύο πόλους - την Ανατολή με τη Δύση. Ο σύγχρονος αυτός Οριενταλισμός προκύπτει από την ανάγκη του συγγραφέα να αναδείξει την παρεξηγημένη εικόνα, όπως λέει, που έχουμε για την Ανατολή και το σημείο ώσμωσης των δύο κόσμων. "Για μένα η Ανατολή και η Δύση δεν είναι ποτέ δύο απολύτως διαχωρισμένες ταυτότητες. Αυτό που κυριαρχεί διαχρονικά στην τέχνη, τη λογοτεχνία, αλλά φυσικά στην πολιτική και στρατιωτική ιστορία είναι οι «συναλλαγές». Και από την άλλη, είναι παράδοξο να σκεφτόμαστε ότι μέσα στο παγκοσμιοποιημένο χωριό μας οι μόνοι απολύτως διακριτοί κόσμοι είναι η Ανατολή και η Δύση. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να ξεχνάει τις διαφορές μεταξύ των πολιτισμών. Αλλά διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στο Παρίσι και το Βερολίνο ή την Αθήνα και το Βερολίνο ή την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Νομίζω ότι μέχρι τώρα έχουμε σίγουρα μάθει πως το μέλλον μας θα είναι πολυπολιτισμικό...".

Γι' αυτό το γεφύρωμα των δύο άκρων στο "Μίλησέ τους..." ο συγγραφέας βασίζεται σε διάσπαρτα θραύσματα της ιστορίας τα οποία αναφέρει στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου – προσωπικά σημειωματάρια, ημερολόγια κι επιστολές του καλλιτέχνη που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα καθώς και γραπτά μελετητών του που αναφέρουν την πρόσκληση του σουλτάνου. Πραγματικός ήταν και ο κοσοβάρος ποιητής Μεσιχί όπως πραγματικό είναι κι ένα σχέδιό του Μιχαήλ Άγγελου για μια γέφυρα στον Κεράτιο το οποίο φυλάσσεται στο Μουσείο Επιστημών του Μιλάνου. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι ο ιταλός καλλιτέχνης επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη. Με την φανταστική επίσκεψή του, ο Ματιάς Ενάρ αναπαριστά τον αόρατο τρόπο που η Πόλη, και ιδίως η Αγια Σοφια, επηρρέασαν κατά πολύ την καλλιτεχνική δημιουργία του "Θεϊκού" γλύπτη.  Στήνει, έτσι, μια γέφυρα για την εκ νέου κατανόηση της τόσο αμφίδρομης  σχέσης Ανατολής - Δύσης.  




«Μια ιστορία είναι αληθινή μόνο στον χρόνο που την αφηγείσαι. Και αφού είναι παιδιά, μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες, για άλογα, για σατανάδες, για ελέφαντες και για αγγέλους, μην παραλείψεις όμως να τους μιλήσεις για έρωτα και για πράγματα παρεμφερή», γράφει στη εισαγωγή του Life's Handicap ο Rudyard Kipling, από όπου και ο μακροσκελής τίτλος του βιβλίου, και συνοψίζει θαυμάσια το βιβλίο. Λιτό μα ποιητικό, λεπταίσθητο, ακριβές κι εξαιρετικά δομημένο σε μικρά συμπαγή κεφάλαια, η αφήγηση του Ματιάς Ενάρ είναι σχεδόν υπνωτιστική. Eυφάνταστο και περιπετειώδες –ιδίως προς το τέλος του– το βιβλίο ετούτο αναδεικνύει την σύγκρουση χαρακτήρων και πολιτισμών, δίχως να υπονομεύει τον κοσμοπολιτισμό τους ή την ταυτότητα της Ανατολής και των ευρωπαϊκών κρατών. Ένα εμβριθές χρονικό της ιστορίας των σχέσεων  της Ευρώπης με την Ασία, ένα παραμύθι για τις δυνατότητες που δεν εκπληρώνονται, ένας καθρέπτης, ίσως, του αναπόδραστου  Άλλου. 














Σημείωση: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Ψαράδες στην γέφυρα του Γαλατά", του Ανδρέα ΓεωργιάδηΑκολουθεί  μία σπουδή του Μικελάντζελο για τον Αδάμ της Capella Sistina και στη συνέχεια, το φωτογραφικό τρίπτυχο "Οι Γυναίκες του Μαρόκο"  της σύγχρονης Μαροκινής Lalla Essaydi. το οποίο θα παρουσιαστεί στην αμέσως προσεχή έκθεση του Βρετανικού Μουσείου για το Πώς ο Ισλαμικός Κόσμος Επιρρέασε την Δυτική Τέχνη. Η φωτογραφία του συγγραφέα ανλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο. 

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019













Δεν, Ναι & Όχι




Δεν πρόκειται για μία ακόμη διασκευή ενός σύγχρονου κλασικού για παιδιά. Το "αυτός που λέει ΝΑΙ, αυτός που λέει ΟΧΙ" (μτφρ. Σωτηρία Ματζίρη – Δωδώνη, 2019) είναι ένα θεατρικό σε δύο μέρη για παιδιά κι εφήβους που έγραψε ο Bertolt Brecht κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: διαβάζοντάς το, διαβάζει κανείς το πνεύμα και την γλώσσα του σπουδαίου Γερμανού χωρίς να παραλείπονται βασικές σκηνές ή ιδέες από αυτά, όπως αρκετές φορές συμβαίνει με τις διασκευές  έργων για παιδιά.  

Η υπόθεση είναι απλή: Ένας νεαρός θέλει να συμμετέχει στην ομάδα του δασκάλου του, που σκοπεύει να κάνει ένα μακρύ κι επικίνδυνο ταξίδι – στην πόλη έχει ξεσπάσει επιδημία και χρειάζονται φάρμακα και ιατρική παρακολούθηση τα οποία ο δάσκαλος σκοπεύει να προμηθευτεί και να τα προσφέρει στους αρρώστους. Ο νεαρός επιμένει ώστε να βρει ο ίδιος το φάρμακο που χρειάζεται η ηλικιωμένη μητέρα του. Ο δάσκαλος δέχεται, με κάποια επιφύλαξη, αλλά στο δρόμο προκύπτει ένα εμπόδιο - ο νεαρός αρρωσταίνει και δεν μπορεί να συνεχίσει. Έτσι, θα πρέπει είτε το ταξίδι να τελειώσει είτε ο ίδιος να θυσιαστεί ώστε οι υπόλοιποι να συνεχίσουν. Όλα τα μέλη της ομάδας ανησυχούν για την έκβαση της αποστολής και γι' αυτό επικαλούνται ένα παλιό έθιμο το οποίο απαιτεί να ερωτηθεί ο άρρωστος εάν επιθυμεί να εγκαταλειφθεί και να πεθάνει ή όχι. 

Στο πρώτο μονόπρακτο, το "αυτός που λέει ΝΑΙ", ο νεαρός θα συμφωνήσει με τις απαιτήσεις της ομάδας – μένει πίσω ώστε η ομάδα να προχωρήσει το ταξίδι της και να πραγματοποιήσει τον σκοπό της, κάτι που ισοδυναμεί με τον θάνατό του. Στο δεύτερο, το "αυτός που λέει ΌΧΙ", το αγόρι αρνείται και υπερασπίζεται την ζωή του. 



Δεν ήξερα ότι ο Μπρεχτ είχε γράψει θέατρο για παιδιά. Τα δύο ετούτα σύντομα μονόπρακτα που αποτελούν μία ενιαία παράσταση, γράφτηκαν μεταξύ 1929 - 1930, περίοδο της ανόδου του ναζισμού στην Γερμανία, και περίοδο των πιο ένθερμων κομμουνιστικών έργων του Μπρεχτ. Έτσι, -όπως και τα άλλα της ίδιας περιόδου- δείχνουν μιαν απόλυτη απόρριψη των περισσοτέρων χαρακτηριστικών του συμβατικού θεάτρου και εμπεριέχουν την βαθιά πεποίθησή του ότι οι θεατές ενός έργου πρέπει να υποκινούνται για να σκεφτούν για τις δικές τους ζωές και κατ' επέκταση να αναλαμβάνουν κοινωνική δράση παρά να εμπλέκονται συναισθηματικά με τους χαρακτήρες της σκηνής. Τα μέσα που χρησιμοποιούσε, άλλωστε, ο Μπρεχτ στο ανέβασμα των έργων του (φορμαλιστικά κείμενα, μινιμαλιστικά σκηνικά, καθημερινά ρούχα ως κοστούμια, σκηνή λουσμένη σε ψυχρό δυνατό φως, γυμνές λάμπες και άλλα εξαρτήματα της παράστασης σε κοινή θέα) είχαν ακριβώς αυτό σαν αποτέλεσμα - την αποστασιοποίηση του θεατή από τα δρώμενα στην σκηνή.  

Όπως αναφέρει η μεταφράστρια Σωτηρία Ματζίρη στην εισαγωγή της, ο Μπρεχτ είχε προσέξει πως η όπερα, ως μορφή τέχνης, διέθετε ιδιότητες αποστασιοποίησης γι'αυτό ασχολήθηκε μαζί της. Το νέο  αυτό ύφος του Μπ. Μπρεχτ, στην ολότητα του έργου του, άσκησε τεράστια επιρροή στο παγκόσμιο θέατρο. Για την ακρίβεια, το επανακαθόρισε. Στην Ανατολική Γερμανία δε, όπου έζησε και δημιούργησε μετά τον Β΄ΠΠ, είχε κι άλλες προεκτάσεις – οι ανατολικογερμανοί εκπαιδευτικοί της μουσικής ανέπτυξαν ένα νέο είδος στρατευμένης όπερας για παιδιά ενσωματώνοντας την θεωρία του για να διδάξουν κριτική, "διαλεκτική" σκέψη, μία δεξιότητα που θεωρούνταν αναγκαία για τους νεαρούς σοσιαλιστές. Ωστόσο όταν τέθηκε σε εφαρμογή ήρθε σε σύγκρουση με  την παράδοση των παραμυθιών – το κατεξοχήν θέμα της παιδικής κουλτούρας και της εκπαίδευσης  των παιδιών παντού στον κόσμο. 


Ναι, ο διδακτισμός είναι μία εξαιρετικά βολική μέθοδος εκπαίδευσης των παιδιών με την χορήγηση έτοιμης γνώσης και συγκεκριμένου σκοπού. Ωστόσο, έχουμε διανύσει πολλά μίλια από τον Μεσαίωνα, όπου χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνον αυτή ως μέθοδος εκπαίδευσης. Η σύγχρονη παιδαγωγική, συνδυάζοντας την λογική με την συναισθηματική νοημοσύνη, προκρίνει την κριτική σκέψη ως μέρος μίας ολοκληρωμένης οντότητας του μαθητή, και σε καμία περίπτωση  ενός στρατευμένου πολιτικού συστήματος. Ακολουθώντας τη, το παιδικό αυτό θεατρικό του Μπρεχτ θα γινόταν μία πραγματικά σύγχρονη παράσταση εάν τα ίδια τα παιδιά ή οι έφηβοι το ανεβάσουν σε μια δική τους διασκευή. Έτσι, από την μια πλευρά, θα εμπλακούν δημιουργικά με τον προβληματισμό ενός τόσο αφαιρετικού κειμένου που αφήνει, επιπλέον, πολύ χώρο για πειραματισμούς - δεν υπάρχει μόνο μία λύση στο δίλημμα του έργου. Κι επιπλέον, θα μάθουν από πρώτο χέρι την διαλεκτική, όπως θα ήθελε ο Μπρεχτ - με την συμμετοχή κι όχι την απλή παρατήρηση.  Δεν βρίσκω πιο κατάλληλο τρόπο για να μάθουν τα παιδιά να επικεντρώνονται  σε έναν κοινό σκοπό και να συζητούν για την επίτευξή του  –το κεντρικό θέμα του έργου–  ενώ, απ' την άλλη, διασκεδάζουν παίζοντας θέατρο και τραγουδώντας τα λιμπρέτα – δυναμικό edutainment στην πράξη. 

Ως ανάγνωση, ωστόσο, το ενιαίο ετούτο θεατρικό δίπτυχο είναι ελαφρώς βαρετό. Η ακρίβεια και η οικονομία του λόγου του Μπρεχτ χωρίς την μουσική επένδυση του Κουρτ Βάιλ, που συνοδεύει παραδόξως μόνο το πρώτο λιμπρέτο, μετατρέπει τα κείμενα σε κάτι στεγνό. "Για να αποκτήσουν μία λογοτεχνική και θεατρική χροιά τα δύο κείμενα θα πρέπει ο αναγνώστης να συμμετέχει πολύ ενεργητικά," συνιστά η μεταφράστριά τους  και προτείνει ο κάθε αναγνώστης να κινητοποιήσει την φαντασία του περισσότερο απ' ότι αν διάβαζε δύο κανονικά θεατρικά έργα. Ακόμη κι έτσι όμως...



Ασχέτως του θεατρικού παράγοντα, το βιβλίο ετούτο είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: τη διαφωτιστική εισαγωγή του, όπου η μεταφράστρια παραθέτει την ιστορία των δύο μονόπρακτων αφήνοντας να αναδυθεί το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής – εξηγεί το ιαπωνικό θεατρικό στο οποίο βασίστηκε ο Μπρεχτ, το πώς γράφτηκε το ΝΑΙ για να παιχτεί στα σχολεία, και πώς κατέληξε να προσθέσει το ΟΧΙ. Δίνει επίσης έναν γενικό ορισμό του Διδακτικού Θεάτρου, το οποίο υπήρξε στην πραγματικότητα ένα ξεχωριστό σκέλος της στρατευμένης Τέχνης, την οποία υπηρετούσε ο Μπρεχτ. 

Και για να προλάβω τις όποιες άναρχες σκέψεις: όχι, το ενιαίο αυτό θεατρικό δεν προσφέρεται σήμερα για κάποιου είδους συστράτευση. Το ακριβώς αντίθετο. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ αποδεικνύεται en guarde της εποχής μας προτείνοντας την αμφισβήτηση του συνόλου. Και η σύντομη ετούτη όπερά του αποτελεί  μια μικρή εισαγωγή στην κριτική σκέψη  όχι μόνον για παιδιά κι εφήβους αλλά και για όσους απευθύνονται σε αυτές τις δύο ηλικιακές ομάδες αναγνωστών με τα γραπτά τους - τους υπενθυμίζει με ακρίβεια την αξία της γόνιμης αμφισβήτησης και εμμέσως τους υποδεικνύει τον τρόπο  να αποφύγουν τον άκαμπτο διδακτισμό της προκατασκευασμένης γνώσης.















Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από την ενιαία θεατρική παράσταση των δύο μπρεχτικών λιμπρέτων του γερμανού σκηνοθέτη Andreas Merz-RaykovΗ δεύτερη, από το Τανικό, το ιαπωνικό θεατρικό στο οποίο βασίστηκε ο Μπρεχτ για την συγγραφή των πιο πάνω έργων του. Η εγκατάσταση του Takis που ακολουθεί εκτέθηκε στην πρόσφατη Ντοκουμέντα της πόλης Κασέλ. Η έγχρωμη –κι ανατρεπτική του γνωστού ύφους του Μπρεχτ– φωτογραφία αντλήθηκε τυχαία από το διαδίκτυο.