Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011












Whiteout


Για τους πιστούς αναγνώστες του Jonathan Coe το “Σαν τη βροχή πριν πέσει”, (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Πόλις, 2007) θα πρέπει να ήταν ένα σοκ: το μυθιστόρημα είναι εντελώς απολιτίκ και  επιπλέον, πρωταγωνιστούν αποκλειστικά  γυναικείες φωνές. Δίχως να είμαι φανατική αναγνώστρια του Κόου, μου αρέσει πολύ το ύφος του και μόλις είδα πως ο συγγραφέας ενέδωσε σε τέτοιου είδους προκλήσεις, η επιλογή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν μονόδρομος για μένα, όπως και να 'χε το αποτέλεσμα.

Η Τζιλ, κληρονομεί το σπίτι της 73χρονης  θείας της,  και ορίζεται εκτελεστής της τελευταίας επιθυμίας της - να παραδώσει τέσσερις κασσέτες που είχε μαγνητοφωνίσει πριν πεθάνει η  Ρόζαμοντ σε μια μακρινή και αποξενωμένη συγγενή της, την Ίμοτζεν. Οι κασέτες αυτές συνοδεύονται από  είκοσι φωτογραφίες - αυτές τις ξεθωριασμένες εικόνες  (σχεδόν όλες ασπρόμαυρες) περιγράφει η γηραιά Ρόζαμοντ στο μαγνητόφωνο θέλοντας να πει στην Ίμοτζεν την αλήθεια για το παρελθόν της, κάτι που πολύ πιθανόν να την πληγώσει βαθιά. Μέλημα της Ρόζαμοντ όμως είναι αφενός μεν να δώσει στην Ίμοτζεν την ταυτότητά της κι αφετέρου να την βοηθήσει αν όχι να συγχωρήσει, τουλάχιστον να καταλάβει. Και το κυριότερο: να της αποδείξει πως μέσα από όλα αυτά τα αγκάθια του παρελθόντος βγήκε ένα ρόδο. Εκείνη. Παρά τις επανηλημμένες προσπάθειές της, η Τζιλ δεν μπορεί να εντοπίσει την Ίμοτζεν κι έτσι ακούει η ίδια τις κασσέτες μαζί με τις κόρες της.

Από το μικρό Σρόπσιρ, στο Λονδίνο του '60, του '70 και του '80 και πάλι πίσω στο μέρος που γεννήθηκε, η Ρόζαμοντ διένυσε συνειδητά και χωρίς θόρυβο την ζωή της μέχρι την τελευταία στιγμή  - ακόμη και ο θάνατος ήταν νηφάλια επιλογή της. Το φθινόπωρο του 1940, λόγω του επικείμενου Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου  η μικρή Ρόζαμοντ φιλοξενείται στο σπίτι της θείας της, Άιβι, στην εξοχή και γνωρίζει από κοντά την ξαδέλφη της, Μπέατριξ - γιαγιά της Ίμοτζεν. Τα δύο κορίτσια συνδέονται στενά, σαν αδελφές, και η Ρόζαμοντ θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας της σκληρής αδιαφορίας που δείχνει η θεία προς την κόρη της - όλος ο κόσμος περιστρέφονταν γύρω από την εγωκεντρική Άιβι γι'αυτό η Μπέατριξ έπρεπε να είναι και να παραμένει αθέατη. Το κορίτσι, πράγματι, καταπνίγει τις συναισθηματικές ανάγκες του ώσπου αργότερα, ως γυναίκα, προσπαθώντας να κορέσει την πείνα της για αγάπη και προσοχή θα ακολουθεί άβουλα λάθος άντρες. Στο κατόπι ενός τέτοιου άντρα,  η Μπέατριξ θα παρατήσει την  κόρη της στην Ρόζαμοντ. Είναι (περίπου) μέσα της δεκαετίας του '50 και η Ρόζαμοντ ζει κι εργάζεται στο Λονδίνο βιώνοντας τον πρώτο της μεγάλο έρωτα, την Ρεμπέκκα. Οι τρεις τους -η Ρόζαμοντ, η Ρεμπέκκα και η εννιάχρονη Τέα- θα περάσουν ένα όμορφο οικογενειακό καλοκαίρι στην Ωβέρνη της Γαλλίας. Εκεί, η Ρόζαμοντ που,  αντίθετα με την Ρεμπέκκα, διαθέτει ένα ισχυρό μητρικό ένστικτο θα προσπαθήσει με την αγάπη και την φροντίδα της να επουλώσει κάπως την εσωστρέφεια που είχε αρχίσει να δημιουργείται στην μικρή. Κάποια στιγμή η Μπέατριξ θα επιστρέψει, θα πάρει την κόρη της και θα εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω της προσβλητικά σχόλια για την σχέση της Ρόζαμοντ με την Ρεμπέκκα. Οι δύο γυναίκες τελικά θα χωρίσουν και η Ρόζαμοντ θα συνεχίσει να ζει ήρεμα κι ανέραστα τη ζωή της για χρόνια ώσπου να συναντήσει την Ρουθ, την δεύτερη μεγάλη αγάπη της.


Η επόμενη φορά που η Ρόζαμοντ θα συναντήσει την  Τέα είναι τα Χριστούγεννα του '59, στην οικογενειακή γιορτή που οργανώθηκε στο πατρικό της. Η δεκαοκτάχρονη πλέον νέα θα της πει πως η Μπέατριξ  -όντας σε μόνιμη αντιπαλότητα με τον εαυτό της- είχε αλλάξει το όνομά της σε Άννι, εργαζόταν ως νοσηλεύτρια  και ήταν αρκετά δημοφιλής και αγαπητή στον χώρο της εξακολουθώντας, ωστόσο,  να φέρεται άθλια και σ΄αυτήν και στην οικογένεια που είχε αποκτήσει με τον δεύτερο σύζυγό της.  Χρόνια μετά, η Τέα, έχοντας ενσαρκωθεί με την σειρά της, την αδιαφορία και την συναισθηματική κακοποίηση της μητέρας της  ξεσπά βάναυσα στην δική της κόρη - για ασήμαντο λόγο εκνευρίζεται με την μικρή Ίμοτζεν και την χτυπά  ταρακουνόντας την τόσο βίαια που η μικρή  νοσηλεύεται στο νοσοκομείο.

Πριν καιρό, όταν διάβασα την  "Ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη,  θαύμασα τον χειρισμό του ζητήματος τού πως οι γονείς κληροδοτούν τα βιώματά τους στα παιδιά τους. Ο Τζόναθαν Κόου εδώ το εξειδικεύει και εμβαθύνει κατά πολύ από την πλευρά των γυναικών. Με την χαρακτηριστική του οξυδέρκεια και με απόλυτη τρυφερότητα (υπέροχος συνδυασμός!) ο Κόου καταγράφει τον ψυχισμό  του γυναικείου φύλου σε όλες τις μορφές και τα επίπεδα: την συγγένεια, την φιλία, την συντροφικότητα, τον ομοφυλοφιλικό έρωτα και την ψυχοφαγική σχέση μητέρας-κόρης. Ιδίως αυτήν την τελευταία και το πως μεταδίδεται υποδόρια  από την μια γενιά στην επόμενη - από την Άιβι μέχρι την Τέα η κάθε γυναίκα αυτοκαταστρέφεται και κακοποιεί ανελέητα την ψυχή της επόμενης. Η Ίμοτζεν πιθανότατα έχει ξεφύγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο της ψυχολογικής βίας και μάλιστα νωρίς - δεν είχε κλείσει ακόμη τα τέσσερα όταν, μετά από εκείνο το βίαιο ξέσπασμα της Τέα πάνω της, το δικαστήριο ανέθεσε την κηδεμονία της σε ανάδοχη οικογένεια. Όχι ακριβώς νωρίς, όμως, γιατί είχε ήδη τυφλωθεί.

Ο Κόου με αυτό το φαινομενικά ήσυχο μυθιστόρημα καταρίπτει πολλά στερεότυπα δίχως να καταφεύγει σε εύκολες λύσεις ή γλυκερά και ηδονοθηρικά τερτίπια αν και θα μπορούσε να το κάνει  λόγω της ομοφυλοφιλίας της Ρόζαμοντ.  Δεν φοβάται τις λέξεις, όσο σκληρές και να είναι, όσο σκληρά κι αν ακούγονται. Η  πολυπλοκότητα των προσωπικών σχέσεων που αναπτύσσονται στο κείμενο μαζί με την μελαγχολία, τη θηλυκότητα και τη θέρμη που διαρρέουν από την αφήγηση της γηραιάς Ρόζαμοντ κλιμακώνονται τόσο έντεχνα κι αναπάντεχα  που στα δύο τελευταία κεφάλαια αναρωτιώμουν γιατί, on earth, συγκινήθηκα τόσο από κάτι τόσο flat, τόσο επίπεδο - η φωνή μιας ηλικιωμένης τού "επέβαλλε" μια γραμμική αφήγηση χωρίς εξάρσεις ή μελλοδραμματισμούς. Πεζό κείμενο στην κυριολεξία.  Είμαι σίγουρη πως ένας βιαστικός αναγνώστης που θα έμενε στην απλοϊκότητα της φόρμας του κειμένου θα έλεγε: "Κι εγώ μπορώ να το κάνω αυτό!"

Παρ' όλο όμως που μια ελαφρά δόση αστεϊσμού ή έστω ένα "απαλό" φλέγμα χρησιμοποιείται συνήθως για προπέτασμα της μελαγχολίας, σε τούτο το μελαγχολικό μυθιστόρημα το χιούμορ δεν είχε θέση. Πόσο μάλλον η περίφημη καυστικότητα του Κόου. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, είχε έρθει η στιγμή που όφειλε να κόψει τα αστεία και να γίνει σοβαρός. Αυτό όμως δεν στέρησε σε τίποτε τον αφηγηματικό του τόνο. Το αντίθετο. Μπορείς να "δεις"  καθαρά την γηραιά  Ρόζαμοντ να κάθεται στη πολυθρόνα του σαλονιού της δίπλα στο παλιό μαγνητόφωνο και να την "ακούς" να αφηγείται με  βρετανική διακριτικότητα αλλά και ευθύτητα - λες και κάθεσαι απέναντί της και σε λίγο θα σου προσφέρει ένα από εκείνα τα little alcoholic refreshments που παίρνει και η ίδια όταν κάνει διάλειμμα.


Όσο για το ότι ο Κόου δεν γράφει πολιτικά  σ' αυτό το βιβλίο, αυτό μπορεί να καταρριφθεί με την σκέψη πως ο καθένας μας μπορεί να βρει κάτι πολιτικό να σχολιάσει αν το θέλει - η τόσο έγχρωμη ανασύσταση της κοινωνίας της μεταπολεμικής Βρετανίας που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, προσφέρεται και για πολιτικές παρατηρήσεις. Ο συγγραφέας, ωστόσο, είναι πιο συγκεκριμένος: "Τι άλλο θα μπορούσε να είναι πολιτικό θέμα αν όχι η δυναμική των σχέσεων που αναπτύσσεται μέσα σε μια οικογένεια; Είτε η άσκηση τυραννίας από έναν γονιό στο αδύναμο παιδί;"  αναρωτιέται σε συνέντευξή του και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα μαζί του.




Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία δείχνει την γνωστή εικαστική εγκατάσταση  του Γ.Ζογγολόπουλου στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Η δεύτερη εγκατάσταση είναι το "Ρόδο II" της Γερμανίδας Isa Genzken. 

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Όντως τρυφερό και συγκινητικό βιβλίο, εντελώς διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Κόου.
Τα βασικά πρόσωπα είναι γυναίκες, που τους κάνει το ψυχογράφημά τους.
Όλη η πλοκή του περιστρέφεται γύρω από μερικές φωτογραφίες- αποδεικτικά στοιχεία.
Έξυπνο εύρημα που κάνει το βιβλίο ενδιαφέρον και συναρπαστικό.

κ.κ.

Sue είπε...

Είναι πράγματι όμορφο βιβλίο, κ.κ. Δεν νομίζω, όμως, πως το εύρυμα των φωτογραφιών είναι έξυπνο - έξυπνος και πολύ παραστατικός είναι ο τρόπος που ζωντανεύει κάτι τόσο τετριμμένο όσο είναι η περιγραφή φωτογραφιών.