Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014







The best way out
is always through



Το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και η διάψευση της ωριμότητας - αυτό είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιεί ο Νικόλας Α. Σεβαστάκης για το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο, το "Γυναίκα με ποδήλατο" (Πόλις, 2014). Πρόκειται για μια συλλογή τριάντα δύο γλαφυρών διηγημάτων που διανύουν την απόσταση από  τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως το σήμερα και η οποία διεκδικεί  την προσοχή του αναγνώστη με την ένταση των χαρακτήρων  και το ύφος τους - ενδιαφέροντες αλλά αδύναμοι, συγκαταβατικοί και τρομερά μοναχικοί.  

Το ταξίδι του συγγραφέα στον χωροχρόνο ξεκινά από το νησί της παιδικής του ηλικίας όπου ο αφηγητής μεγαλώνει ονειροπολώντας, παρατηρώντας και οσμίζοντας τον παράξενο κόσμο των ενηλίκων. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι των αντίστοιχων διηγημάτων: "Fuga Diurna", "Σάρκινα Ειδώλια", "Το ίδιο, ξανά και ξανά", "Οι τελευταίοι άσχημοι άνθρωποι", "Το ψυχεδελικό κολιέ", "Τα άρβυλα ή φονέας γονέων", "Ο Στηβ της παραλίας", "Η παγίδα", "Οι ζωγραφιές", "Ο ποδηλάτης και τα κήτη", "Ο πόνος του Μάντη". Αδιάφορο για τους πολλούς, για τον αφηγητή ωστόσο όλες τούτες οι στιγμές, τα απόκληρα πλάσματα και τα ανούσια αντικείμενα είναι σημαντικά καθώς σηματοδοτούν το ασφυκτικά αργό πέρασμα του χρόνου. Αργότερα, στη Θεσσαλονίκη,  το ενήλικο πλέον βλέμμα του αφηγητή στέκεται σε ανθρώπους-σύμβολα εκείνης της περιόδου στην ζωή του: στον Γκρίγκορ, έναν ακατανόητο άνθρωπο-φάντασμα στην οδό Φράγκων που με παράξενο τρόπο ο αφηγητής τον συνδέει με τον θάνατο της μητέρας του, και την δεσποινίδα Πετροπούλου και την αγχώδη αναζήτηση εργασίας. Στον Παύλο, τον Σίμο και τον "Κανάρη" - το επιβατικό πλοίο που μετέφερε την παρέα από τα ανελέητα μποφόρ του Ικάριου πελάγους στο ημίφως του μπαρ που βρίσκεται ο αφηγητής σ' ένα από τα διηγήματα αναζητώντας την επαλήθευση της μνήμης του στο παρόν κι ένα κομμάτι από εκείνη τη νόστιμη πορτοκαλόπιτα.

Και το ταξίδι συνεχίζεται. Από την Θεσσαλονίκη, στη Λυών και πάλι πίσω, στην Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβρη 2013 - ημερομηνία, υποθέτω, συγγραφής της τελευταίας σελίδας. Είναι πραγματικά δύσκολο να χαρτογραφήσεις την ανθρωπογεωγραφία των διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη - οι χαρακτήρες είναι πολλοί και καθένας από αυτούς, πρωταγωνιστής, δευτερεύων ή ήσσων, είναι ιδιαίτερος. Ιδιαίτερος είναι και ο τρόπος αφήγησης του συγγραφέα - πότε χαλαρός και προφορικός κι άλλοτε στακάτος και ρέων, σε φέρνει σε αμηχανία καθώς δεν σου επιτρέπει να αντιληφθείς την έκβαση της κάθε ιστορίας. Τούτη η αβεβαιότητα για το τέλος του κάθε διηγήματος μού θύμησε τον Michael Haneke. Μόνο που εδώ δεν έχουμε το αινιγματικό ύφος του Αυστριακού που του αρέσει να παίζει με τις υποθέσεις και τον φόβο του κοινού για την πραγματικότητα. Έχουμε συγκεκριμένους επιλόγους και το παραπληρωματικό, θα έλεγα, του φόβου - την άνευ όρων αποδοχή της πραγματικότητας. Η θλίψη είναι έκδηλη σε όλα τα αφηγηματικά στιγμιότητα του βιβλίου και η υγρασία το ίδιο - πότε ως καιρικό φαινόμενο, πότε ως ο ατμοποιημένος, ανεκπλήρωτος πόθος για την Δώρα, την ηρωίδα του ομότιτλου διηγήματος, και πότε ως  ατμόσφαιρα του μεσήλικου παρόντος στο κέντρο της πόλης. Υπάρχει, επίσης, και μια νοσταλγία που υφέρπει, σαν ξόρκι λες για τα λάθη του παρελθόντος και τις ενοχές τους.



Επιστήμονας που διδάσκει πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία στο ΑΠΘ, ο Νικόλας Σεβαστάκης έχει ήδη δημοσιεύσει βιβλία με αντίστοιχο περιεχόμενο  ενώ παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες με πολιτικές θέσεις. Θα μπορούσε γι' αυτό η συλλογή να έχει σημάδια πολιτικού/δοκιμιακού λόγου. Τούτο, όμως, είναι ένα στοιχείο που ο συγγραφέας φαίνεται να ελέγχει καθώς στα συγκεκριμένα διηγήματα δεν πολιτικολογεί, με εξαίρεση ίσως το "Ο εξόριστος και η γιαγιά" όπου η απέχθεια του ήρωα για την πρώην ΕΣΣΔ είναι συνυφασμένη με την πλοκή. Εκτός κι αν θεωρήσουμε ως Πολιτική την ερμηνεία που συνηθίζω να δίνω στην λέξη - ο τρόπος που ζεις την ζωή σου καθημερινά και οι επιλογές σου. Με αυτή την έννοια, η Πολιτική είναι απαξιωμένη μιας και οι ήρωες του βιβλίου δεν αντιτάσσονται στην πραγματικότητα παρ' όλο που το θέλουν - ο αφηγητής αφήνει τον έρωτα της ζωής του, Ναϊλά  -στο ομότιτλο διήγημα- να φύγει δίχως να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, ενώ η Χρύσα, ενός άλλου διηγήματος, στα 38 της υπομένει τους μητρικούς νόμους που την απορρίτπουν. Ακόμη κι αν τα πράγματα είναι θετικά για τους ήρωες, όπως στην "Νεκρή ζώνη" υπάρχει πάντα κάτι, έστω και ελάχιστο, ανικανοποίητο που σκιάζει την περίσταση. Αυτή η αίσθηση του ανεκπλήρωτου και  η αστάθεια  του θέλω-μα-δεν-μπορώ-αλλά είναι το κύριο γνώρισμα των χαρακτήρων του βιβλίου.

Εκείνο που πιστεύω πως βαραίνει τις ιστορίες είναι  η λυρικότητά τους  καθώς η αφήγηση  διαθέτει την δυναμική, την πυκνότητα και τον πλούτο λέξεων ενός ποιητή -η δεύτερη ιδιότητα του Νικόλα Σεβαστάκη με την οποία έχει εκδώσει τρεις συλλογές- κάτι που απορρυθμίζει τον ρυθμό και την ένταση των λέξεων σ' ένα πεζογράφημα και τούτο γίνεται φανερό στα πρώτα διηγήματα της συλλογής. Από την άλλη, ο συνδυασμός του διεισδητικού κιαροσκούρο των συναισθημάτων, η ιμπρεσσιονιστική έκφραση και η σχεδόν απτή εικονοπλαστική διάθεση του αφηγητή σού δίνουν την αίσθηση του πρωτότυπου, κάτι που θεωρώ εξίσου σημαντικό με την γραμματική αλληλουχία και την λεξικολογική υφή ενός κειμένου.

Υπάρχουν φορές που  διαβάζω τα διηγήματα ενός τόμου άτακτα, δλδ χωρίς συγκεκριμένη σειρά, όταν βέβαια είναι αυτόνομα και δεν επηρρεάζουν ή επεμβαίνουν με κάποιο τρόπο το ένα την πλοκή του αλλού. Οι ιστορίες των ανθρώπων στο "Γυναίκα με ποδήλατο" τέμνονται περιοδικά μεταξύ τους, όπως είναι φυσικό, τα διηγήματα όμως διατηρούνται αυτόνομα. Θα  μπορούσα, λοιπόν, κάλλιστα να επιδοθώ σε μια άτακτη ανάγνωση.  θα ταίριαζε και με τον αυτοπροσδιορισμό του συγγραφέα ως αναγνώστη. "Στο βασίλειο των φανατικών της ανάγνωσης κινούνται, ως γνωστό, δυο κατηγορίες ανθρώπων: οι ψυχαναγκαστικοί και οι αδηφάγοι. Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς απο την αγωνία μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα σε πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας το μυαλό τους με διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, (...) Οι δεύτεροι ζουν με τη σπατάλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή. 

      Αν με ρωτούσατε σε ποιον τύπο τοποθετώ τον εαυτό μου, θα απαντούσα χωρίς καμιά αμφιβολία στον δεύτερο."


Ωστόσο, ακολούθησα την δεδομένη σειρά του πίνακα των περιεχομένων καθώς μόνον έτσι μπορεί να διαπιστώσει κανείς την ενδιαφέρουσα πορεία που διαγράφει ο συγγραφέας μέσα από τα τριάντα δύο διηγήματα της αξιανάγνωστης τούτης συλλογής - από το αβέβαιο πετάλι και την μετέωρη γραφή των πρώτων αφηγήσεων να βρίσκει μια όμορφη, εντέλει, ισορροπία  ανάμεσα στην πρόζα και τον ποιητικό λόγο, στην ένταση και την έκταση των λέξεων, στον χρόνο της μνήμης και τον ρυθμό της λογοτεχνικής αφήγησης.





Σημείωση: Το εικαστικό ανήκει στον Paul Klee κι έχει τίτλο "Στην κόψη" (1930). Η τελευταία φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου και ανήκει στον Τούρκο φωτογράφο Erdal Kinaci

Δεν υπάρχουν σχόλια: