The Three Oddest Words
" When I pronounce the word Future,
the first syllable already belongs to the past.
When I pronounce the word Silence,
I destroy it.
When I pronounce the word nothing,
I make something no nonbeing can hold. "
True Colours
Η ζωγραφική με τα βασικά χρώματα είναι το πρώτο μάθημα οπτικού γραμματισμού στα νήπια και τα μικρά παιδιά. Στο βιβλίο του Μάικλ Χολλ "Κόκκινο: Η ιστορία ενός κραγιονιού" (μτφρ. Ειρήνη Συμεωνίδου – Εκδόσεις πουά 2Ο2Ο) γίνεται επιπλέον και συναισθηματικής νοημοσύνης – ένα μάθημα για την ταυτότητα του κάθε ανθρώπου και τα εμπόδια που μπορεί να συναντήσει μέχρι να βρει τον δικό του δρόμο.
Πρωταγωνιστής ένα κραγιόνι ζωγραφικής. Η ετικέτα του γράφει πως είναι κόκκινο ενώ το σώμα του στην πραγματικότητα είναι μπλε. Έτσι, όλοι έχουν την προσδοκία το κραγιόνι να ζωγραφίζει κόκκινα – οι δάσκαλοί του προσπαθούν να το ενθαρρύνουν να ζωγραφίσει κόκκινα φρούτα (φράουλες), η μητέρα του το προτρέπει να παίξει με το κίτρινο κραγιόνι ενώ το ψαλίδι τού κόβει λίγο την ετικέτα για να αναπνέει πιο ελεύθερα και το σελοτέιπ το τυλίγει για να συγκρατήσει το σώμα του στη σωστή θέση. Το Κόκκινο όμως δεν ζωγραφίζει κόκκινα και όλοι έχουν μία δικαιολογία γι' αυτό – δεν είναι αρκετά έξυπνος, δεν είναι αρκετά μελετηρός, χρειάζεται να προσπαθήσει περισσότερο. Έχουν και τις αντίστοιχες συμβουλές έτοιμες.
Κανένα όμως αποτέλεσμα. Το πορτοκάλι που ζωγραφίζει με το Κίτρινο βγαίνει πράσινο, οι φράουλες μπλε και ό,τι άλλο το κραγιόνι προσπαθεί να σχεδιάσει έχει λάθος χρώμα. Το Κόκκινο γίνεται δυστυχισμένο γιατί δεν μπορεί να είναι κόκκινο, όσο και αν προσπαθεί. Και προσπαθεί πολύ. Ώσπου, παρουσιάζεται ένα νέο κραγιόνι, το μωβ, και του ζητά να ζωγραφίσει μία θάλασσα. Και το Κόκκινο ανακαλύπτει αυτό που οι αναγνώστες βλέπουν από την αρχή – είναι Μπλε και μπορεί να ζωγραφίσει θαυμάσια μπλε φρούτα (μύρτιλα), μπλε πουλιά (γαλαζοπούλια), μπλε ψάρια (φάλαινα), μπλε λουλούδια (καμπανούλες).
Στην Αμερική όπου πρωτοεκδόθηκε το 2Ο15 θεωρείται από πολλούς παραμύθι για την αποδοχή της ομοφυλοφιλίας. Ωστόσο, το πολυβραβευμμένο ετούτο εικονοβιβλίο διαβάζεται άνετα από τα μικρά παιδιά (5+, ίσως και λίγο μικρότερα) και για κάθε άλλο λόγο. Ο συγγραφέας, όσο το έγραφε, ανακαλούσε την δική του περίπτωση: είχε δυσλεξία και το περιβάλλον του, όσο υποστηρικτικό και αν ήταν, δεν γνώριζε πολλά γι'αυτή την κατάσταση. Έτσι, ως παιδί βίωσε την απόγνωση, τη λύπη και την απογοήτευση που εκφράζει και το Κόκκινο κραγιόνι του πριν αρχίσει να ζωγραφίζει με το δικό του πραγματικό χρώμα.
Εξαιρετικό βιβλίο και απαραίτητο.
Σημείωση: Οι δύο πρώτες εικόνες είναι από έργα του γερμανού καλλιτέχνη κι εκπαιδευτικού Josef Albers.
Προς τις Παρισινές Κυρίες,
Μία κόρη απλή, μεγαλωμένη σ' ένα βράχο, θρεμμένη μεσ΄ στη θλίψη μη αναπνέοντας παρά τον αέρα του πατριωτισμού, θα ακουσθεί άραγε από ένα πλήθος κυριών βυθισμένων στις απολαύσεις της ζωής, τριγυρισμένων, από τα παιδικά τους χρόνια, απ' όλα τα θαύματα του ανθρωπίνου πνεύματος, τις ωραίες τέχνες και τις πολυτέλειες, συνηθισμένων στην κομψότητα των τρόπων, στον αττικισμό του λόγου; Τόση αντίθεση στον τρόπο της ζωής μας μπορεί τάχα να βοηθήσει στην συνεννόησή μας, και δεν κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ αν μιλήσω για την επαναστατημένη ηρωϊκή μου πατρίδα σε γυναίκες που δεν ξέρουν ν' ασχολούνται παρά μόνο με τις επαναστάσεις της μόδας;
Μήπως, αγαπητές Παρισινές, με προδιέθεσαν κακά εναντίον σας; (...)
Οι Έλληνες γεννημένοι φιλελεύθεροι μόνο στον εαυτό τους θα οφείλουν την ελευθερία τους. Ώστε δεν επικαλούμαι τη μεσολάβησή σας για να διαθέσετε τους συμπατριώτας σας στο να μας στείλουν βοηθήματα, αλλά μόνο στο να τους μετατρέψετε την ιδέα του να στείλουν βοηθήματα στους εχθρούς μας. (...)
Ναι, το πιστεύω πως η Γαλλία δεν θα επέμβει στις διαμάχες μας με τους βαρβάρους, παρά για να δώσει τέλος σ' ένα πολύ αιματηρό αγώνα. Νέα Ρώμη, θα διακηρύξει τον ελευθερία της Ελλάδας, θα εξακολουθήσει τον αθάνατο ρόλο που έπαιξε τότε κατά την ανεξαρτησία της Αμερικής του Βορρά και θα σταθεί στην πρώτη γραμμή των Εθνών, σ΄ αυτή την υψηλή γραμμή που της αξίζει ένεκα των τόσων τίτλων της... Μ΄ αυτό τον τρόπο οι επευφημίες της αναγεννημένης Ελλάδας θα χαιρετήσουν τη Γαλλία, τη διαιτήτρια του κόσμου και την χορηγό της ειρηνικής ελευθερίας των λαών."
Σημείωση: Τα πιο πάνω αποσπάσματα είναι από την επιστολή της σπουδαίας Μαντώς Μαυρογένους και είναι αντλημένα από σχετικό άρθρο της Αθηνάς Ταρσούλη στη Νέα Εστία [τομ. 79, τ/χ.929, (1966), σελς 392-393]. Η κυρίως επιστολή είναι μακροσκελέστατη αλλά το άρθρο παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία. Αξίζει να το διαβάσετε γιατί δείχνει την κοινωνική κατάσταση της εποχής και το περιβάλλον όπου κινούταν η Μαυρογένους όσο ζούσε στην Γαλλία ενώ περιγράφει, σε πλήρη αντίστοιξη, τις συνθήκες που επικρατούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με τον διπλωματικό λόγο της, που σε σημεία γίνεται δεικτικός, η ελληνίδα αγωνίστρια επικαλείται τόσο τα συναισθήματα όσο και την λογική των ακροατριών της ώστε να βοηθήσουν τους Έλληνες. Την επιστολή αυτή η Μαντώ την εμπιστεύτηκε σε δύο γάλλους αξιωματικούς που την παρέδωσαν στον J. Ginouvier κι εκείνος το δημοσίευσε το 1825 στο βιβλίο του "Mavrogenie ou l' héroïne de la Grèce".
Η ηρωίδα του Εικοσιένα έστειλε και στις γυναίκες της Αγγλίας μία επίκληση για τον αγώνα της Ελλάδας, γραμμένη σε εντελώς διαφορετικό ύψος την οποία ωστόσο δεν μπόρεσα να εντοπίσω.
Nothing Special
nothing special
boards paint
nails paste
paper string
mr artist
builds a world
not from atoms
but from remnants
forest of arden
from umbrella
ionian sea
from parkers quink
just as long as
his look is wise
just as long as
his hand is sure -
and presto the world -
hooks of flowers
on needles of grass
clouds of wire
drawn out by the wind
·
Note: The artwork is a Study for the Head of "Poetry" (1895 - 1899) for the composition "The Apotheosis of Bavaria" by Nikolaos Gyzis.
Reclaiming the Frame
"Τέλεια! Έχω δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω, αν έτσι πιστεύω και κανένας δεν μπορεί να μου λέει όχι." λέει η εκφραστική μικρή που σκιτσάρισε η Μάτεγιτς. Και ο νεαρός φίλος της απαντά: "Λάθος! Στο Σύνταγμα υπάρχουν και άρθρα για τις υποχρεώσεις των πολιτών, ώστε να μην θίγονται τα δικαιώματα των υπόλοιπων."
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δεν αφορούν μόνον σ' ένα "κλειστό" πλαίσιο (άτομο, οικογένεια, σχολείο), αλλά και το ευρύτερο – της πόλης και κατ' επέκταση της πολιτείας κι αυτό καθιστά τα δύο βιβλία αλληλένδετα. Κάλλιστα, ωστόσο, μπορούν να διαβαστούν ξεχωριστά. Το καθένα τους είναι ένα καλό εφαλτήριο για συζητήσεις με θέματα που συναντούμε πλέον σε καθημερινή βάση αλλά δεν θεωρούνται παιδικά – πολίτευμα, νόμοι, δικαιώματα, ευθύνες, δημοκρατία. Ωστόσο, όπως κάθε εκπαιδευτικός γνωρίζει, τα πάντα μπορούν να συζητηθούν με τα παιδιά αρκεί αυτό να γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο που θα τα σέβεται. Η Ντεκάστρο, ως έμπειρη παιδαγωγός, με σπουδές και στην λογοτεχνία για παιδιά και νέους, γράφει με τρόπο περιεκτικό αλλά απλό και κοντά στην διάθεση και τις γνωστικές ικανότητες των παιδιών. Δεν χρησιμοποιεί πατερναλιστικές τρυφερότητες, δεν επιβάλλει διδαχές αλλά συνδιαλέγεται μαζί τους επί ίσοις όροις – ακούει τις ερωτήσεις της μικρής πρωταγωνίστριας και απαντά, μέσω του μικρού της φίλου, με αμεσότητα και σαφήνεια δείχνοντας έτσι στους μικρούς αναγνώστες πως να βλέπουν γύρω τους, να σκέφτονται και να μιλούν με κρίση κι αυτοπεποίθηση.
Τα δύο βιβλία απευθύνονται σε παιδιά από 5 και 6 ετών αντίστοιχα γι' αυτό η συγγραφέας δεν αναφέρει καθόλου λεπτομέρειες – ακριβείς ημερομηνίες και τοπόσημα δεν έχουν καμία σημασία σε αυτές τις ηλικίες. Εκείνο που έχει, ωστόσο, είναι οι έννοιες των λέξεων (δικαιώματα και υποχρεώσεις, νόμοι , πολίτευμα, δημοκρατία), και η ουσιαστική κατανόησή τους ώστε τα επόμενα βιβλία που θα διαβάσουν τα παιδιά και θα αναφέρουν το σύνταγμα και την δημοκρατία –ή οτιδήποτε άλλο σχετικό δουν ή ακούσουν που, λόγω της φετινής επετείου για το 1821 αλλά και της γενικότερης πραγματικότητας, θα είναι αρκετά– να τους είναι βατά έως ευχάριστα. Και σε τούτο ακριβώς επιτυγχάνει η προσέγγιση της Ντεκάστρο – οι διάσπαρτες λέξεις που ακούγονται ξένες στα αυτιά των μικρών παιδιών μπαίνουν στο σωστό τους πλαίσιο ώστε ο κόσμος γύρω τους να αποκτήσει νόημα. Και οι σύντομες ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει βοηθούν τους μικρούς αναγνώστες να προσδιορίσουν τι είναι αυτό το κουτί που τους λένε συνέχεια και να αρχίσουν έτσι, στην πράξη, να συμπεριφέρονται ως μελλοντικοί υπεύθυνοι κι ελεύθεροι ενήλικες.
Το χτίσιμο της προσωπικότητας ενός παιδιού χρειάζεται χρόνο, επιμονή κι έναν γερό σκελετό για να αναπτυχθεί σε όλα τα επίπεδα, σε όλες του τις διαστάσεις. Γι' αυτό η ανάγνωση στα παιδιά και οι συζητήσεις με τους γονείς-συναναγνώστες που θα τους συνοδεύουν είναι τώρα περισσότερο αναγκαία – όχι μόνο για να αντιπαρέλθουν τις ενδεχόμενες συνέπειες του παρατεταμένου lockdown και να προχωρήσουν στην τυπική εκπαίδευσή τους αλλά να βαδίσουν και πέρα από αυτή καθώς η επικαιρότητα είναι ήδη αμείλικτη: προσωπικά δεδομένα, αυταρχικές κυβερνήσεις, ρατσιστικές νοοτροπίες, βίαιες συμπεριφορές, ψέματα κι αυθαιρεσίες βάζουν την σωματική, πνευματική και ηθική μας ακεραιότητα σε σοβαρό κίνδυνο. Οι λέξεις που περικλείονται στα δύο πιο πάνω βιβλία και η ουσία τους –η ουσία των βιβλίων εντέλει– αποτελούν μια στιβαρή θωράκιση για το μέλλον των παιδιών. Και όλων μας.
Σημείωση: Οι εικόνες της ανάρτησης είναι από τις εικονογραφήσεις των βιβλίων. Η εικόνα της συγγραφέως είναι φιλοτεχνημένη από τον Βασίλη Παπαγεωργίου.
Come, they told me not
Θεωρείται ο χαμένος γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας – όπως συνέβη με τον John Edward Williams και τη Lucia Berlin, στην εποχή του ο William Melvin Kelley γνώρισε πρόσκαιρη φήμη και μετά βυθίστηκε στη λήθη για να ανακαλυφθεί κατά τύχη στις μέρες μας και να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια με το πρώτο μυθιστόρημά του.
Το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" (μτφρ. Γ. - Ί. Μπαμπασάκη – Μεταίχμιο, 2Ο2Ο) εκτυλίσσεται στο Σάτον, μία μικρή πόλη στον βαθύ αμερικανικό Νότο. Εκεί, η συνύπαρξη των Μαύρων με τους Λευκούς είναι ειρηνική εφόσον ο καθένας διατηρεί την θέση του – οι πρώτοι να επιτελούν το "κατώτερο" έργο τους ενώ οι δεύτεροι να ασκούν την ψιλή κυριότητα και κόσμια επιστασία τους. Ώσπου μία μέρα ο Τάκερ Κάλιμπαν –απελευθερωμένος σκλάβος και τώρα αγρότης με δική του περιουσία και σεβαστός από όλους–, σπέρνει αλάτι στο χωράφι του, σκοτώνει τα ζώα, βάζει φωτιά στο σπίτι του και φεύγει προς τον Βορρά με την έγκυο γυναίκα του και το παιδί τους. Δίχως να πει οτιδήποτε σε κανέναν. Ωστόσο, αυτή η κίνηση θα λειτουργήσει ως έναυσμα για τους υπόλοιπους Μαύρους της περιοχής οι οποίοι θα τον ακολουθήσουν μαζικά, αλλά ψύχραιμα και το ίδιο σιωπηλά. Είναι Ιούνιος του 1957 και η φανταστική Πολιτεία όπου ανήκει το Σάτον είναι η μοναδική "...της Ένωσης* που δεν έχει ούτε ένα μέλος της νέγρικης ράτσας ανάμεσα στους πολίτες της."
Ο Κέλυ έχει επινοήσει εξ' ολοκληρου τον μυθιστορηματικό τόπο, όχι όμως και τις καταστάσεις που διαδραματίζονται στα έντεκα κεφάλαια του βιβλίου, το καθένα από τα οποία αφηγείται ένας λευκός: ο Χάρι Λίλαντ - ένας χαμηλών τόνων κι επιφυλακτικός οικογενειάρχης· ο γιος του, ο μικρός Κύριος Λίλαντ – ο μόνος στον οποίο μίλησε ο Τάκερ όταν έφευγε: "Είπε πως είμαι νέος και δεν έχω χάσει τίποτε ακόμα". Τα τέσσερα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας Γουίλσον στους οποίους δούλευαν ο Τάκερ και οι πρόγονοί του, και οι άντρες της μικρής πόλης που συναντιούνται κάθε μέρα στην βεράντα του τοπικού παντοπωλείου και σχολιάζουν.
Η εξήγηση όμως δεν είναι τόσο απλοϊκή. Ο Τάκερ Κάλιμπαν, όπως ο ομώνυμος χαρακτήρας της Τρικυμίας που έχει δική του ζωή έξω από την πλοκή του Σαίξπηρ, αποστασιοποιείται από το σύνολο των ομόφυλών του και με αποφασιστικότητα κάνει πράξη αυτό που πιστεύει πως θα αλλάξει την ρατσιστική πραγματικότητα – "...ο μόνος τρόπος για να πάνε καλύτερα τα πράγματα είναι να σηκωθούν και να φύγουν όλοι οι έγχρωμοι, να γυρίσουμε την πλάτη σε όλα όσα ξέραμε και ν' αρχίσουμε απ' την αρχή", λέει ένας Μαύρος καθώς εγκαταλείπει το Σάτον νοηματοδοτώντας με λέξεις την αποστασία του Τάκερ. Στην πραγματικότητα ο Κέλυ προσωποποιεί έτσι τον κύριο σκοπό του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Μαύρων – την ειρηνική αντίσταση και την πολιτική ανυπακοή.
Ο Ουίλλιαμ Μέλβιν Κέλυ δεν είναι ακόμα μία περίπτωση παραγνωρισμένου ευφυούς δημιουργού που ανανήπτει. Είναι κάτι περισσότερο – προκαλεί τα στερεότυπα και τους παραλογισμούς των φυλετικών διακρίσεων με ένα εξαιρετικό εύρημα που μπορεί να προσληφθεί και ως θεωρητικό πείραμα. Και οι όποιες αδυναμίες του μυθιστορήματος, που είναι αρκετές, δεν αποδυναμώνουν την πρωτοτυπία και την τολμηρή ματιά ενός συγγραφέα που κάνει τους Μαύρους ορατούς κι αυτό είναι ουσιώδες – το να υπάρχεις και να μην γίνεσαι αντιληπτός, λέει ο νομπελίστας Gao Xingjian, είναι το ίδιο σαν να μην υπάρχεις. Με αυτό κατά νου και υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων στην Ουάσινγκτον, όπου επανεμφανίζεται η σημαία της Συνομοσπονδίας, ο αμερικανός συγγραφέας δεν καθίσταται μόνον πολύ επίκαιρος αλλά απαραίτητος κλασικός. Και το "Ένας διαφορετικός τυμπανιστής" μια αναγκαία ανάγνωση, αν όχι ιδέα.
Νερό συναντά
κι άλλο νερό
Δεν συνηθίζω να μιλώ για ποίηση ωστόσο, η ποίηση του Raymond Carver πατά στο μοτίβο των πεζών του κι αυτό μου δίνει μία ευκολία, πολύ περισσότερο δε εφόσον πρόκειται για έναν από τους αγαπημένους μου πεζογράφους και η ποίηση δεν ήταν για εκείνον μια περιστασιακή αποφόρτιση – ο μινιμαλιστής διηγηματογράφος που θεωρείται ο ανανεωτής της μικρής φόρμας στην Αμερική τον 2Οο αι. έγραφε ποίηση με την ίδια αφοσίωση ακόμα και όταν καταξιώθηκε ως διηγηματογράφος. Για την ακρίβεια, θεωρούσε εαυτόν ποιητή εξίσου και δεν σταμάτησε να γράφει ποίηση, παράλληλα με τα πεζά του, ακόμα και σε περιόδους που τον έζωναν υπαρξιακές ανησυχίες.
Δεν είχα συνειδητοποιήσει τον όγκο του ποιητικού έργου του παρά μόνο διαβάζοντας προσεκτικά το εκτενές και πυκνογραμμένο επίμετρο του Άκη Παπαντώνη στο πρόσφατο "Εκεί που είχαν ζήσει" (Κίχλη, 2Ο2Ο) – μία συλλογή 57 ποιημάτων του Κάρβερ που μετέφρασε ο έλληνας πεζογράφος έχοντας προηγουμένως ανθολογήσει την συγκεντρωτική έκδοση "All of Us" (Harvill, 1996) που περιλαμβάνει τις τρεις ευρείας κυκλοφορίας συλλογές ποίησης του Αμερικανού και μία που εκδόθηκε μετά θάνατον συν κάποια αθησαύριστα ποιήματά του.
Η παρούσα έκδοση είναι δίγλωσση αλλά όχι με αντικριστή έκθεση των δύο εκδοχών – τα ποιήματα στην ελληνική τους μετάφραση βρίσκονται στο πρώτο μέρος της συλλογής και τα πρωτότυπα ακολουθούν στο δεύτερο. Έτσι, χωρίς την άμεση αντιπαραβολή και σύγκριση, η ανάγνωση επικεντρώνεται στο ύφος και την ουσία των ποιημάτων ενώ η δυναμική της κάθε γλώσσας αναδύεται αυτόνομη – η στιλπνή αφαιρετικότητα των στίχων στην αγγλική και ο λιτός λυρισμός της ελληνικής.
Ως πεζογράφος, κάποιος δλδ με γνώσεις και τεχνική στην χρήση της ελληνικής γλώσσας, ο Παπαντώνης θα μπορούσε να πειραματιστεί με την απόδοση των λέξεων από την μία γλώσσα στην άλλη ή να επιβάλλει το δικό του ύφος μεταφραστική αδεία. Ωστόσο, δεν αυθαιρετεί. Αν και σε σημεία τού διαφεύγει ο κοφτός ρυθμός του Κάρβερ, μεταφέρει στην γλώσσα μας το ιδίωμα, την οπτική και τον εσωτερικό ρυθμό του – ένα μη ειδυλλιακό σκηνικό, μια ζωή μουντή που έρπει σε σκληρές επιφάνειες· οξεία παρατηρητικότητα στο περιβάλλον -φυσικό και ιδιωτικό-, μια γενναιόδωρη κατανόηση της ζωής και μια φωνή που σου μιλά με οικειότητα. Αυτή η φωνή του ποιητή είναι εδώ ελαφρά λιγότερο δραματική απ' ό,τι στα διηγήματά του ωστόσο, και παρά το "κουμπωμένο" ύφος του, ο Κάρβερ αφήνει να φανούν –με την ίδια ουδέτερη ένταση, την ίδια αποστασιοποιημένη ακρίβεια– διακριτικές λεπτομέρειες μιας δυνατής συγκίνησης.
Απέρριπτε κάθε κατηγοριοποίηση, λέει η Carol Sklenicka, βιογράφος του Κάρβερ κι αυτό είναι φανερό στο τρόπο που τα όρια της ποίησης και της διηγηματογραφίας του συγκλίνουν και σχεδόν αναιρούνται. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Κάρβερ εκκινεί από το προσωπικό του βίωμα –μία ζωή με φτώχεια και πολύ αλκοόλ–, το οποίο διυλίζει και εκπέμπει σε κάτι μεγαλύτερης εμβέλειας, πανανθρώπινο. Το "Εκεί που είχαν ζήσει" όμως μου δίνει την εντύπωση πως αφορά στο πιο αυτοαναφορικό, πιο ιδιωτικό, κομμάτι του αμερικανού λογοτέχνη ώστε στο τέλος της ανάγνωσης, προκύπτει ένα ολοκληρωμένο πορτραίτο του κι ένα αποκατεστημένο ψηφιδωτό της ανθρώπινης συνθήκης. Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που σου μένει κάθε φορά που διαβάζεις ένα έργο του Κάρβερ είναι ευδιάκριτες και όμορφες, παράδοξα όμορφες κι αρμονικές εικόνες – βασικό κριτήριο λογοτεχνικότητας κι απόσταγμα αξίας.