Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014









Μία διαφορετική 
μορφή ελευθερίας





Το να διαβάζεις παραμύθια, εκτός των άλλων, σου επιτρέπει να αισθανθείς εντελώς διαφορετικά, πιο ελεύθερα, πιο δυνατά ίσως - ένα από τα χαρακτηριστικά των βιβλίων που απευθύνονται στις μικρές ηλικίες, η απλή γλώσσα των οποίων απωθεί συνήθως τους ενήλικες. Γι' αυτό, και μόνο με το πρόσχημα των παιδιών τους επιχειρούν να τα διαβάσουν. Τι γίνεται όμως όταν μία απλή, παραμυθητικού ύφους αλληγορία, όπως  το πρόσφατο "Τα πορφυρά πανιά" (μετάφραση Ιοκάστης Καμμένου - Κίχλη, 2013), ξεφεύγει από τον καθορισμένο κόσμο των παραμυθιών και απευθύνεται στους ενήλικες αναγνώστες;

Οι πρωταγωνιστές στην ιστορία του Aleksandr Grin είναι δύο: η ονειροπόλα Ασσόλ - ένα φτωχό κορίτσι που μεγαλώνει με τον μεσήλικα πατέρα της, Λόγκρεν, στην Καπέρνα, ένα ψαροχώρι όπου η ζωή κυλά βαρετά και μονότονα. Όλοι δουλεύουν σκληρά εκεί και το ίδιο σκληροτράχηλοι είναι και οι τρόποι τους. Σε έναν τέτοιο μικρόκοσμο δεν έχει θέση η οποιαδήποτε ευαισθησία και ό,τι είχε σχέση με την αγάπη είναι αδιανόητο. Έτσι, η Ασσόλ θεωρείται αλλοπρόσαλλη, δέχεται φραστικές επιθέσεις και οδηγείται στο περιθώριο. Μία μέρα, καθώς πηγαίνει στην πόλη να πουλήσει τα ξύλινα παιχνίδια που κατασκευάζει ο πατέρας της, θα συναντήσει τον 'Εγκλ, έναν φημισμένο συλλογέα τραγουδιών, μύθων, παραδόσεων και παραμυθιών. Μεταξύ σοβαρού κι αστείου, όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι αφηγητές ιστοριών, ο Έγκλ θα προφητεύσει ότι όταν η Ασσόλ μεγαλώσει, θα έρθει ένα καράβι με πορφυρά πανιά και ο καπετάνιος του, ένας αληθινός πρίγκηπας, θα την αναζητήσει και θα την πάρει μαζί του. Η Ασσόλ, αν και δύσπιστη στην αρχή, θα τον πιστέψει κι από εκείνη την στιγμή κι έπειτα, θα ζει με αυτή την βεβαιότητα δίχως να αναφέρει ποτέ τίποτα και σε κανέναν.

Και ο Γκρέυ: ένας νεαρός που οι γονείς του τον προορίζουν για κληρονόμο της μεγάλης περιουσίας τους. Ο ίδιος όμως έχει διαφορετική γνώμη - εγκαταλείπει το σπίτι και τις σπουδές του και μπαρκάρει ναύτης στα καράβια. Πολύ σύντομα θα αποκτήσει το δικό του και σε ένα από τα αραξοβόλια του, θα σταθεί στην Καπέρνα. Εκεί, θα ερωτευθεί την Ασσόλ που θα δει να κοιμάται αμέριμνη στο λιβάδι. Λίγο αργότερα, στο καπηλειό του χωριού θα μάθει την ιστορία που συνοδεύει την Ασσόλ κι αμέσως θα βαλθεί να πραγματοποιήσει τον "χρησμό" του πλανόδιου Ένγκλ - το όνειρο της Ασσόλ είναι και δικό του όνειρο τώρα πια.


Όσο αρχετυπικοί είναι η Ασσόλ και ο Γκρέυ, άλλο τόσο είναι και οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ιστορίας - ο Λόγκρεν ως μονόχνοτος κι μοναχικός ναυτικός που αυτομόλησε στην στεριά για να μεγαλώσει την κόρη του, ο Λάιονελ και η Λίλλιαν Γκρέυ με τις προκάτ αντιλήψεις του πλούτου και της κοινωνικής τους θέσης, ο κακόβουλος ταβερνιάρης Μέννερς, ο Τσίμμερ ο πλανόδιος βιολιστής,  ο υπερ-εξυπηρετικός έμπορος υφασμάτων, τα άγρια παιδιά του χωριού. 


Ο Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Γκρινέβσκιι, όπως είναι το πλήρες όνομά του, δεν είναι νεοσύστατος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Μας πρωτοσυστήθηκε με το "Ο κυνηγός των αρουραίων" ένα κείμενο διαφορετικού ύφους (διαβάστε λίγες γραμμές εδώ) που θα μπορούσε να είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση του συγγραφέα - από οικογένεια πλούσιων γαιοκτημόνων ο πατέρας του, δεν ακολούθησε τους κανόνες της Πολωνικής αριστοκρατίας όπου ανήκε κι έτσι η οικογένειά του μεγάλωσε στην ένδεια. Ο πρωτότοκος Αλεξάντρ, ή Σάσα, άριστος μαθητής στα θεωρητικά, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο γιατί δεν ήταν καθόλου καλός στις θετικές επιστήμες παρ' όλη την βοήθεια που πάντοτε είχε από τον πατέρα του. Έκανε πολλές και διάφορες  δουλειές για να επιβιώσει, ποτέ όμως δεν μπόρεσε να στεριώσει κάπου. Αναμείχθηκε με την πολιτική και την επανάσταση ως αγκιτάτορας -αρκετά επιτυχημένος όπως λέγεται- αλλά τα εγκατέλειψε γρήγορα και οριστικά. Στο εκτενές κι εξαιρετικά λεπτομερές επίμετρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου αναφέρεται η σχετική δήλωσή του όπως και η υπόλοιπη οδύσσεια της ζωής του που σημαδεύτηκε από περιπλανήσεις, αρρώστιες και ακραία φτώχεια. Σχεδόν κανείς άλλος από τους διάσημους Ρώσους συγγραφείς δεν έζησε πιο ζοφερή, τυχοδιωκτική ζωή απ' αυτόν, εκτός ίσως από τον Γκόρκι, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τα "Πανιά" και για κάποιο διάστημα τον στήριξε επαγγελματικά. 

Διόλου περίεργο, λοιπόν, που ο Γκριν όπως και ο Γκόρκι, έγινε Ρομαντικός - είναι σχεδόν απίθανο να αντέξει κάποιος  τέτοια ζωή αν δεν τιμήσει την ανθρώπινη καταγωγή του και τα όνειρά του.  Ο  Γκριν πίστεψε στον εσωτερικό του κόσμο και τον υπερασπίστηκε από τις άθλιες συνθήκες της ζωής του και την δριμύτατη κριτική που δέχτηκε για το έργο του. Όπως αναφέρεται στο επίμετρο, ο Γκριν διαφοροποιεί με σαφήνεια τον όρο "παραμύθι" από το "παραμυθικό" στοιχείο στη λογοτεχνία: "Η αίσθηση του παραμυθικού... Ναι, υπάρχει και τέτοια αίσθηση. Υπάρχουν και άλλες πολλές ακόμη τέτοιες αισθήσεις, παράξενες σαν τα λουλούδια των ονείρων, ανώνυμες, στρυφνές και αδηφάγες αισθήσεις, τις οποίες λόγω αδράνειας και αδυναμίας της ανθρώπινης γλώσσας τις ορίζουμε ως "διάθεση".
 
Ένα ακόμη στοιχείο που  διαφοροποιεί τα "Πορφυρά πανιά" από τα αμιγή  παραμύθια είναι η ποιητική γλώσσα του κειμένου η οποία δεν σε λιγώνει με τον  λυρισμό ή και τον διδακτισμό της.  Στο μεταίχμιο του φανταστικού με το ρεαλισμό, η γλώσσα του Γκριν θα μπορούσε να θεωρηθεί δείγμα μιας μοντέρνας, ιδιότυπης θεατρικής γραφής. Στην εποχή του πάντως η γραφή του Γκριν ήταν εντελώς ξεχωριστή - εκτός από το έντονο παραμυθικό στοιχείο, και τις αναφορές από την Ευρώπη και την Λατινική Αμερική, δεν υπάρχουν μακροσκελείς επεξηγήσεις του πως, που, πότε και γιατί. Ο συγγραφέας απλώς στήνει το σκηνικό του και παρακολουθεί την εξέλιξη των πράξεων δίχως να σχολιάζει. Είναι σημαντικό, επίσης, το ότι ο Γκρέυ έχει βρει τον σωστό ρυθμό του κειμένου και η ρέουσα και πολύ προσεγμένη μετάφραση της Ιοκάστης Καμμένου συντελεί σ' αυτό - σε μεταφέρει αβίαστα σ' έναν κόσμο όπου η φύση μιλά στην κυριολεξία και οι άνθρωποι, στην προκειμένη περίπτωση η Ασσόλ, την ακούν.


Η γραφή, λέγεται πως, απελευθερώνει. Η ανάγνωση προσφέρει μια ακόμη μορφή ελευθερίας,  οποιαδήποτε ηλικία κι αν έχει ο αναγνώστης.  Κι όσο κι αν ο ορισμός του Αλεξάντρ Γκριν για την νουβέλα του απενοχοποιεί την διάθεση ενός ενήλικα να διαβάσει κάτι απλό, απροβλημάτιστο, δεν αναιρεί ούτε στο ελάχιστο την βασική προϋπόθεση για λογο-τεχνία.  "Τα πορφυρά πανιά" είναι  ακριβώς αυτό - ένα λογοτέχνημα για την πίστη στο όνειρο, την ένταση της αγάπης και, κυρίως αυτό, τη μαγεία που κρύβει η σιωπή. Και τη δράση, επίσης, που συνοδεύει το όνειρο των δύο πρωταγωνιστών γιατί μόνο με όνειρα, ξέρετε, τα όνειρα δεν γίνονται πράξη, που θα έλεγε κι ο Πικάσσο.



UpDate: Δείτε εδώ την ρωσική ταινία που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Γκριν, γυρισμένη το 1961, με αγγλικούς υποτίτλους.  



 Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι "Κορίτσι (η Μάγια) με καράβι"  του Pablo Picasso. Στο κέντρο εικονίζεται ο συγγραφέας και η τρίτη φωτογραφία είναι από το οπισθόφυλλο του βιβλίου που βασίζεται σε παλιά ρωσική καρτ-ποστάλ. 

2 σχόλια:

karagiozaki είπε...

Θα πω ναι, σε μια τοσο ομορφη ''προταση''. Αγαπω τα παραμυθια!

Sue είπε...

Δεν είναι ακριβώς παραμύθι - είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Θα το λατρέψεις, παρ' όλα αυτά, και την όλη θαυμάσια έκδοση και τον πολύ αξιόλογο -αν και σχεδόν άγνωστο στους πολλούς- συγγραφέα των "Πανιών". Καλή ανάγνωση!