Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014











Οι δυσκολίες της δύναμης


Η ομοιομορφία συνιστά φυσικούς νόμους - δίχως την λογική και ισόρροπη διάταξη των πραγμάτων που εξασφαλίζει συνοχή, συνέχεια και ασφάλεια σε ένα σύνολο, δεν  θα υπήρχε ούτε κοινωνική επιστήμη ούτε πολιτική οικονομία· ακόμη και η μελέτη της ιστορίας θα ήταν σε μεγάλο βαθμό  ανώφελη.  Σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες επωάζονται και αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες του ατόμου που συνήθως θεωρούνται απειλή· ή απλώς ένα σοβαρό μειονέκτημα. Η ευελιξία ωστόσο και η δύναμη που χρειάζεται κανείς για να αντισταθεί κανείς στην ισοπεδοτική οπτική των πολλών και να την αντιστρέψει προς όφελός του δεν είναι εξίσου δεδομένο. Είναι κάτι που μαθαίνεται σταδιακά γι' αυτό τα τρία πιο κάτω παιδικά βιβλία είναι μία καλή αρχή.


Το Πως θα κάνεις έναν ελέφαντα να χορέψει” (Παπαδόπουλος, 2014) είναι μια ευχάριστη ιστορία των Ά. Αγγέλου και Έ. Σίνη για ένα ποντικάκι που λόγω μεγέθους τα μεγαλύτερα ζώα τού παίρνουν το φαγητό του. Περισσότερο από την αρπαγή, όμως, αυτό που θυμώνει το ποντικάκι περισσότερο  είναι ο εαυτός του. Αν όμως ήμουν μεγαλόσωμος, όλοι θα με σέβονταν και θα με φοβούνταν και κανείς δε θα τολμούσε να μου αρπάξει το τυράκι μου!” Το παράπονο ετούτο τον βασανίσει για πολύ καιρό διότι παντού γύρω του, στο αγρόκτημα όπου μένει, υπάρχουν ζώα πολύ μεγαλύτερα από αυτό – ο σκίουρος, που τού άρπαξε το τυράκι του, η χελώνα, η χήνα, το γουρούνι, ο γάιδαρος και στην πίσω αυλή του αγροκτήματος ένας τεράστιος ελέφαντας. Κι όχι μόνον αυτά.Πού να δεις τον ψύλλο. Αυτός είναι μεγαλύτερος κι από μένα!” του εκμυστηρεύεται ο ελέφαντας. “Είναι τόσο μεγάλος και ψηλός ο ψύλλος, που φτάνει ως τον ουρανό! Έτσι δεν μπορείς να τον δεις από δω κάτω. Μπορείς μόνο να τον ακούσεις. Ανέβα στο αυτί μου, κι όταν τον ακούσω εγώ, θα τον ακούσεις κι εσύ”. Το μικρό ποντίκι ακολουθεί την συμβουλή του ελέφαντα και όχι μόνο ακούει αλλά και συναντά τον Ψύλλο τον γίγαντα που του αποδεικνύει πόσο σχετικά είναι τα μεγέθη - μ' ένα απλό πρόσταγμά του ο ελέφαντας αρχίζει να χορεύει. Μετά από αυτό, το μικρό ποντίκι θα επιστρέψει στην τρύπα του με αλλαγμένη διάθεση και θα τα βλέπει όλα αλλιώς - το κάθε ζώο είναι μικρότερο από κάποιο άλλο. 

Την άλλη όψη των πραγμάτων, κυριολεκτικά αυτή τη φορά, βλέπει και ο Μέλιος το σκαθάρι, στο Ανάποδα” (Ίκαρος, 2014) του Θοδωρή Παπαϊωάννου. Εδώ, ο Μέλιος σκοντάφτει σ' ένα πετραδάκι κι αναποδογυρίζει. Αρχίζει τότε να φωνάζει για βοήθεια, κανείς όμως δεν τον ακούει. Ακόμη και τα έντομα που θα περάσουν κατά τύχη από εκεί δεν θα τον βοηθήσουν – το τζιτζίκι θεωρεί το τραγούδι πολύ σημαντικό για να το σταματήσει και να τον βοηθήσει, η ακρίδα βιάζεται να βρει την τροφή της, η μέλισσα είναι πολύ απασχολημένη ψάχνοντας για γύρη, η πεταλούδα φοβάται μην χαλάσει τα όμορφα κι ευαίσθητα φτερά της. Ο Μέλιος μένει πολλή ώρα έτσι, ανάποδα, ώσπου αποφασίζει να γυρίσει στην κανονική του θέση μόνος του. Καθώς προσπαθεί, εμφανίζεται η καλή του φίλη Μελανή, επίσης σκαθάρι, και τον βοηθά να σταθεί στα πόδια του. 

Ωστόσο, στο αγόρι του Σκωτζέζου συγγραφέα Όλιβερ Τζέφερς στο Πιγκουίνος χάθηκε, πιγκουίνος βρέθηκε” (απόδοση Φίλιππου Μανδηλαρά - Ίκαρος, 2014) δεν συμβαίνει τίποτα ανάποδο. Είναι ένα συνηθισμένο αγόρι και ζει μια συνηθισμένη ζωή. Απλώς, μία μέρα βρίσκει έξω από την πόρτα του έναν πιγκουίνο. Έναν θλιμμένο πιγκουίνο που μοιάζει χαμένος. Θέλοντας να τον βοηθήσει, το αγόρι νοικιάζει μόνο του μία βάρκα και διασχίζει όλον τον ωκεανό μέχρι το Νότιο Πόλο για να τον συνοδεύσει στο παγωμένο σπίτι του. Επιστρέφοντας, όμως, το αγόρι κάτι σκέφτεται, κάνει  στροφή επί τόπου με την βάρκα του και κωπηλατεί όσο πιο γρήγορα μπορεί πάλι προς τα πίσω, στο Νότιο Πόλο – αυτό, ναι, μπορούμε να το θεωρήσουμε ένα είδος αναποδιάς. 
 



Από το σωματικό μέγεθος, το ύψος και την ηλικία έως τον τρόπο που ντυνόμαστε, μιλάμε, χορεύουμε, μαγειρεύουμε, μελετάμε ή κάνουμε το οτιδήποτε, η διαφορετικότητα του καθενός μας είναι που κάνει τον κόσμο να γυρίζει - τρέφει την δημιουργικότητα και την άμιλλα και γι' αυτό δεν θα έπρεπε να συνδέεται με την αδυναμία ή την μειονεξία, πόσο μάλλον με απειλή. Αυτό υποστηρίζουν και τα συγκεκριμένα παραμύθια - από την κλιμακωτή αφήγηση των λαϊκών παραμυθιών που χρησιμοποιούν οι Ά. Αγγέλου και Έ. Σινή, στην τρυφερή και άμεση γλώσσα του Θ.Παπαϊωάννου έως τις λιτές προτάσεις του Όλιβερ Τζέφερς -που έχει αποδώσει σε καλά ελληνικά ο Φίλιππος Μανδηλαράς-, τούτες οι τρεις ιστορίες ασχολούνται με το σημαντικό αυτό ζήτημα όπως απαντάται στον μικρόκοσμο των παιδιών και τα ταλαιπωρεί πολύ περισσότερο απ' ότι εκείνα δείχνουν – το μεγαλύτερο και το μικρότερο και ο εκφοβισμός του μικρότερου/αδύναμου. Το ποιός είναι στην πραγματικότητα ο αδύναμος και ποιά είναι η θέση του στον κόσμο. Και τί γίνεται με την μοναξιά που συνεπάγεται ο κάθε προβληματισμός; Κι όταν κανείς δεν βοηθά, “τώρα τί κάνω;” 

Και οι τρεις ιστορίες  προβάλλουν με κατανοητό τρόπο την αυτενέργεια που ακολουθεί την παρατήρηση και την σκέψη αν και θα προτιμούσα το "Πως να κάνετε έναν ελέφαντα νο χορέψει" να ήταν λιγότερο υπαινικτικό στο συγκεκριμένο σημείο. Περίμενα, επίσης, να είναι πιο σύντομο - μπορεί τα παραμύθια για νήπια (αλλά και για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας) να τα διαβάζουν οι μεγάλοι αλλά, πείτε μου, γιατί θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν όλη την υπομονή τους (και οι δύο) για να ολοκληρώσουν ένα τόσο πυκνογραμμένο -και με εξίσου πυκνή γραμματοσειρά- κείμενο; 

Η εικονογράφηση των τριών βιβλίων καλλιεργεί με τον καλύτερο τρόπο την οπτική επικοινωνία των μικρών και συμβάλλει κατά πολύ στην εκτίμηση του ζητήματος μιας και, εκτός από τον συμπληρωματικό της ρόλο στην ανάγνωση,  αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα διαφορετικότητας. Η μικτή τεχνική της ζωγραφικής της Σοφίας Τουλιάτου βοηθά τους μικρούς αναγνώστες με το ζωηρό ύφος της να αποκωδικοποιήσουν τα νοήματα του παραμυθιού με ξεκούραστο τρόπο. Στο "Ανάποδα" η ευφάνταστη και πρωτότυπη εικονογράφιση με τα κατά τόπους κολάζ της Ίριδας Σαμαρτζή δίνει, επίσης, πολύ εύστοχα την οπτική του Μέλιου και σε αναγκάζει να δεις τα πράγματα ανάποδα. Και να τα διαβάσεις ανάποδα, επίσης - υπάρχουν σελίδες που για να τις διαβάσεις πρέπει να φέρεις το βιβλίο πάνω κάτω! Οι θαυμάσιες υδατογραφίες, τέλος, του Όλιβερ Τζέφερς στο "Πιγκουίνος χάθηκε,..." σού μεταδίδουν την ζωντάνια και την δροσιά που έχει η παιδική σκέψη όταν δεν της επιβάλλεσαι - λειτουργεί μόνη της ενάντια στην κάθε “αναποδιά”: στην μέση του ωκεανού, το αγόρι καταλαβαίνει το λάθος του -ο πιγκουίνος δεν είχε χαθεί αλλά ένιωθε μόνος- κι επανορθώνει αμέσως. Όσο για το ποντικάκι, βλέπει πως το μέγεθος του σώματος δεν έχει σημασία κι αυτό του δίνει την αυτοπεποίθηση να πάρει πίσω το τυρί του· και ο Μέλιος, ανακαλύπτει την πραγματική ομορφιά ενώ μαθαίνει να παρατηρεί και να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις.  




Υπάρχουν τόσα είδη σκέψης όσα και μυαλά και τόσα είδη αγάπης όσες και οι καρδιές, είχε πει ο Λέων Τολστόι. Και τόσες δυσκολίες όσες και οι προσπάθειες, θα πρόσθετα κι αυτό είναι που νοηματοδοτεί στα μάτια των παιδιών την ανάγκη να βλέπουν και να σκέφτονται δυναμικά κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά σε κάτι που με την πρώτη ματιά φαντάζει ακατόρθωτο - ακόμη ένα στοιχείο για να συγκρατήσουν οι μικροί αναγνώστες από τα τρία ετούτα παραμύθια, εκτός από τα προφανή. Όπως επίσης και το ότι οι πραγματικοί φίλοι, όπως ο πιγκουίνος ή η Μελανή, έχουν την δύναμη να εμφανίζονται εκεί που δεν τους περιμένεις και να σε παίρνουν μαζί τους σε ταξίδια γεμάτα ιστορίες – πραγματικές ή χάρτινες.




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες  Ο Αναγνώστης την 1 Σεπτεμβρίου 2014.




Δεν υπάρχουν σχόλια: