Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014







  

"They lie, they cheat, they destroy…
they even try to love."



"Εμείς οι Αϊτινοί είμαστε όλοι θεατρίνοι" είχε πει ο Ωμπελίν Ζολικέρ στον Graham Greene κι έτσι προέκυψε ο τίτλος του δέκατου μυθιστορήματός του, του "Οι θεατρίνοι" (σε ρέουσα, λεπτοδουλεμένη μετάφραση Κλαίρης Παπαμιχαήλ - Πόλις, 2014). Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν όσο ζούσε ο αεικίνητος κοσμικογράφος πάνω στον οποίο ο Γκρην βάσισε τον Πτι Πιέρ του βιβλίου. Το σίγουρο πάντως είναι πως πρόκειται για μία περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης που συνυπάρχει εδώ με το άθλιο κουκλοθέτρο της πολιτικής και το αδιέξοδο ενός έρωτα στις συνθήκες εξαθλίωσης και διαφθοράς που επιβάλλει μια δικτατορία. 

Βρισκόμαστε στην Αϊτή, την περίοδο της διακυβέρνησης του Φρανσουά Ντυβαλιέ, ενός απλού γιατρού που έγινε λαοφιλής διότι θεράπευε με επιτυχία τους ασθενείς του, εξού και το προσωνύμιο Πάπα Ντοκ (μπαμπούλης γιατρός). Ωστόσο, όταν εκλέχτηκε πρόεδρος, το 1957, ο Ντυβαλιέ μεταλλάχθηκε σε στυγνό δικτάτορα που διατήρησε την εξουσία του χάρις στους Τοντόν Μακούτ (την παραστρατιωτική οργάνωση-αστυνομία που υπάκουε στις διαθέσεις του) και την διάδοση των πρακτικών της μαγείας βουντού με τα οποία τρομοκρατούσαν και υποδούλωναν τους αγγράμματους κατοίκους της χώρας· όσους δλδ κατάφερναν να μείνουν ζωντανοί καθώς στην διάρκεια της πολύχρονης δικτατορίας του Ντυβαλιέ δολοφονήθηκαν για ασήμαντη αφορμή πολλές χιλιάδες ανθρώπων. Όπως γράφει και ο Γκρην: "Εδώ οι βίαιοι θάνατοι θεωρούνται φυσικά αίτια."

Σ' αυτό το σκηνικό αποβιβάζεται απο το πλοίο της γραμμής ο κύριος Μπράουν - Βρετανός υπήκοος, γεννημένος στο Μόντε Κάρλο και μεγαλωμένος εσώκλειστος σε κολλέγιο Ισουιτών. Πλησιάζοντας τα εξήντα, ανέστιος ακόμη και τυχοδιώκτης, δίχως συγκεκριμένη απασχόληση ή κάποια προοπτική για το μέλλον, ο κ.Μπράουν επιστρέφει από τις ΗΠΑ όπου έχει προσπαθήσει να πουλήσει το ξενοδοχείο στο Πορτ-ω-Πρενς που του κληροδότησε η μητέρα του, μια ουσιαστικά άγνωστη γυναίκα καθώς από την μέρα που τον έστειλε στο κολλέγιο εξαφανίστηκε. Στο "Τριανόν" ο Μπράουν θα φιλοξενήσει το ηλικιωμένο ζεύγος Σμιθ που, επίσης, αποβιβάζονται μαζί του. Ο κύριος Σμιθ, υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ και η σύζυγός του, βαθιά ανθρωπιστές και  υπέρμαχοι της χορτοφαγίας, έχουν μεγαλεπίβολα σχέδια και ελπίδες για την χώρα - επιδιώκουν  να συνεργαστούν με την κυβέρνηση Ντυβαλιέ για την δημιουργία ενός πολυδύναμου κέντρου χορτοφαγίας που θα φροντίζει και για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων. Φτάνοντας πρώτος στο "Τριανόν" για να τακτοποιήσει τις λεπτομέρειες της φιλοξενίας, ο Μπράουν ανακαλύπτει σ' ένα δωμάτιο το πτώμα του υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας, δόκτωρα Φιλιπό - μία πρώτη ιδέα για την κατάσταση που πρόκειται να αντιμετωπίσουν οι Σμιθ  οι οποίοι, δυνατοί κι επίμονοι μέσα στην ιδεολογία τους, αγνοούν τα πάντα και φθάνουν μέχρι τον καινούργιο υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας για να προωθήσουν τις επιδιώξεις τους.


Ο ταγματάρχης Τζόουνς, ο τρίτος συνεπιβάτης του Μπράουν στο "Μήδεια" που αποβιβάζεται στο ίδιο λιμάνι με τους υπόλοιπους, είναι ο πιο αινιγματικός και πολυμορφικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος. Πραγματικός θεατρίνος. Στην αρχή, κατά την διάρκεια του ταξιδιού,
οι αφηγήσεις για την θητεία του στα δάση της Βιρμανίας κατά τον 2ο ΠΠ έχουν έναν αέρα ασάφειας ενώ η συμπεριφορά του είναι κάπως πομπώδης αν και πρόσχαρη. Μετά την αποβίβασή του στο λιμάνι, ωστόσο, τα ίχνη του θα χαθούν για να εμφανιστούν κάποια στιγμή αργότερα στο άθλιο κρατητήριο του αστυνομικού τμήματος του Πορτ-ω-Πρενς. Θα εξαφανιστεί και πάλι για να εμφανιστεί ως άμεσος συνεργάτης του αϊτινού λοχαγού Κονκασέρ. Όταν η συνεργασία τους θα αποτύχει παταγωδώς, ο Τζόουνς θα μεταμφιεστεί σε γυναίκα για να σωθεί από τους Τοντόν Μακούτ. Ο Μπράουν, αν και απρόθυμος, θα τον βοηθήσει - ζητά από τον καπετάνιο του "Μήδεια" να του δώσει άσυλο και όταν ο καπετάνιος αρνείται, του βρίσκει καταφύγιο στην Πρεσβεία της Ουρουγουάης. Κι όταν τα πράγματα σκουραίνουν και εκεί, θα τον συνοδεύσει διακινδυνεύοντας την ζωή του, μέχρι τα σύνορα της Αϊτής με την Δομηνικανή Δημοκρατία όπου ο Τζόουνς θα συναντήσει τους θαραλλέους αλλά ανεπαρκώς εκπαιδευμένους αϊτινούς αντάρτες.


Το βιβλίο τούτο δεν είναι το καλύτερο του Γκρην διαθέτει, ωστόσο, τον γνώριμο δυναμικό ρυθμό και την στακάτη γλώσσα του άγγλου συγγραφέα. Και όπως συνήθως στα έργα του, διαθέτει ζωντανούς, αξιομνημόνευτους χαρακτήρες  που βιώνουν τις ηθικές συνέπειες των πράξεών τους και αγωνίζονται να βρουν τις ισορροπίες τους - χαρακτηριστικό που, εκτός από τον Τζον λε Καρρέ και τον Ίαν Μακ Γιούαν, πολύ λίγοι πεζογράφοι μπορούν σήμερα να το χειριστούν με τρόπο σοβαρό και δημοφιλή. Η Κόμισσα ντε Λασκό-Βιλιέ, η μητέρα του Μπράουν, με το ηθικά ύποπτο επάγγελμα και τον πληθωρικό χαρακτήρα της, τα μαλλιά "σ' ένα κόκκινο χρώμα της Αϊτής που δεν υπήρξε ποτέ στη φύση" κι ένα μετάλλιο της Γαλλικής Αντίστασης κρυμμένο στο συρτάρι. Ο Μαρσέλ, ο νεαρός εραστής της που αυτοκτονεί από τύψεις. Ο Ανρί Φιλιπό, ανηψιός του δολοφονηθέντος υπουργού, που από ρομαντικός ποιητής συντάσσεται με τους αντάρτες παίρνοντας μαζί του τον αφελή Ζοζέφ, τον κάποτε φημισμένο μπάρμαν του ξενοδοχείου που κούτσαινε πάντα ύστερα από το συναπάντημά του με τους Τοντόν Μακούτ. Ο ζωηρός Πτι Πιέρ με τις μυστικές διασυνδέσεις και τις πληροφορίες του. Ο επιβλητικός και αξιοπρεπής δόκτωρ Μαζιό - με το κύρος που του έδινε το επάγγελμά του και η επίγνωση της κατάστασης, έχει κερδίσει τον σεβασμό των κατοίκων του Πορτ-ω-Πρενς και αρκετή δύναμη ώστε να συνεργάζεται με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και να μην τον αγγίζουν οι Τοντόν Μακούτ παρ'όλο που υπάρχουν υποψίες για τις κομμουνιστικές ιδέες του. 

Στον αντίποδα όλων, ο πρέσβης Λουίς Πινέδα - ένας άχρωμος κι άοσμος άνθρωπος που έχει αδυναμία στα πούρα και στην προσωπική αντωνυμία "μου". Έχει, επίσης, και πολλή υπομονή καθώς δέχεται με απίστευτο τακτ την ερωτική σχέση της συζύγου του, Μάρτα, με τον Μπράουν που έχει αρχίσει να γίνεται φανερή. Η Μάρτα, ωστόσο, δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον Λουίς λόγω  του παιδιού τους, και εγκαταλείπει τελικά τον Μπράουν που την πιέζει με την ζήλεια του για τον Τζόουνς - όσο διάστημα έμεινε στην Πρεσβεία ο χαριτωμένος χαρακτήρας του γοήτευσε κυριολεκτικά τους πάντες: από τον μικρό δύστροπο Άνχελ και την Μάρτα μέχρι τον αδιάφορο πρέσβη και το κακάσχημο σκυλάκι του. Εξάλλου, η σχέση των δύο εραστών δεν μπορεί να συνεχιστεί εκ των πραγμάτων - ο πρέσβης παίρνει μετάθεση.

 

Η προδοσία, ο έρωτας και η αγάπη βρίσκονται εδώ σε δεύτερη μοίρα. Εκείνο που υπερισχύει είναι ο φόβος και τα ασφυκτικά πλαίσια -κοινωνικά και πολιτικά- που ορίζει η δικτατορία του Ντυβαλιέ. Οι τραγελαφικές καταστάσεις -που υπάρχουν πολλές- και το βρετανικό φλέγμα δεν μπορούν να μειώσουν ούτε στο ελάχιστο την κτηνωδία της κατάστασης που περιγράφει ο συγγραφέας. Για παράδειγμα, η σκηνή όπου η αγουροξυπνημένη κυρία Σμιθ εισβάλλει στο σαλόνι του ξενοδοχείου με το νυχτικό της και υπερασπίζεται με γαλλικά αρχαρίου τον Μπράουν από έναν αγριεμένο Τοντόν Μακούτ, μ' έκανε να γελάσω μέχρι δακρύων αλλά...

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου βιώνουν και συλλογίζονται για τον τόσο πόνο, τις δοκιμασίες της ζωής, την αθλιότητα της Αϊτής και την θνητότητά τους. Ιδανικός συνομιλητής του Μπράουν, ο δόκτωρ Μαζιό τον καλεί σε δείπνο και με τις απόψεις του για τον καθολικισμό και τον κομμουνισμό δίνει το έναυσμα στον συγγραφέα να ξεδιπλώσει τον γνωστό προβληματισμό του για την θρησκεία και την πίστη, κάτι που συνήθως ο Γκρην αρέσκεται να κάνει μ' έναν παράδοξο τρόπο - οι ήρωες των βιβλίων του πιστεύουν ότι κάνουν το Καλό και συνεχίζουν να το κάνουν παρ'ότι οι ενέργειές τους δηλώνουν το ακριβώς αντίθετο. Κατά μία έννοια, σαν τους θεατρίνους.  

Tο μυθιστόρημα είναι πρωτίστως μία δηκτική αποκάλυψη του αϊτινής κατάστασης που επικρατούσε στα χρόνια της δικτατορίας του Ντυβαλιέ - μία ακόμη χαρακτηριστική συνήθεια του Γκράχαμ Γκρην που, όπως και στα "Ο ήσυχος Αμερικανός" και "Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα", είχε σκοπό να εκθέσει μέσα από τα έργα του την κοινωνική πραγματικότητα στις πανέμορφες κι εξωτικές χώρες των τουριστικών διαφημίσεων. "Οι θεατρίνοι" δημοσιεύτηκαν το 1966, χρονιά που μεσουρανούσε ο αδίστακτος Πάπα Ντοκ  ο οποίος έδωσε την  καλύτερη πιστοποίηση για την εγκυρότητα του βιβλίου – επιτέθηκε προσωπικά στον συγγραφέα δημοσίως με συνέντευξη που έδωσε σε εφημερίδα του Πορτ-ω-Πρένς και στην συνέχεια  με εντολή του το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ένα κομψότατο φυλλάδιο με ύβρεις ενταντίον του Γκρην. Το φυλλάδιο βέβαια δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα και αποσύρθηκε ταχύτατα σε αντίθεση με το βιβλίο που συνεχίζει να γνωρίζει επιτυχία τόσα χρόνια μετά. Στο εισαγωγικό σημείωμα της έκδοσης ο ίδιος ο συγγραφέας καταγράφει το περιστατικό καθώς και μια "ιστορική" αναδρομή της συγγραφής του βιβλίου, Υπάρχει, επίσης, και μία επιστολή προς τον εκδότη του όπου ο Γκρην ομολογεί την συνάφεια τως χαρακτήρων του βιβλίου με την πραγματικότητα.  


"Τι είναι αυτό που σου άρεσε τόσο πολύ;"
 "Μ' έκανε να γελάσω."

 Πικρά.







Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι το διαφημιστικό μότο της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου που γυρίστηκε το 1967, η οποία, παρ'όλο το υπέροχο επιτελείο των ηθοποιών της  δεν είχε επιτυχία. Το πρώτο εικαστικό είναι από το εξώφυλλο του βιβλίου - "Les Bateleurs" του Pablo Picasso. Ακολουθεί φωτογραφία του συγγραφέα στην Αϊτή ενώ στο τέλος, παρατίθενται δύο φωτογραφίες σε ευαισθητοποιημένο ύφασμα του Νίκου Κεσσανλή  από την ενότητα Η Φαντασμαγορία της Ταυτότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: