Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015









Writing is time


 

Θεωρείται πλέον κλασικό - από το 1975 που πρωτοκυκλοφόρησε έχει επανεκδοθεί μέχρι τώρα συνολικά 7 φορές και έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Δεν είναι, όμως, αυτό που με προέτρεψε να το διαβάσω· ούτε καν οι επίμονες παραινέσεις φίλης για το πόσο υπέροχο είναι. Η "Τζιοκόντα" (Πατάκης, 2005) απλώς εμφανίστηκε επιτακτικά στο ράφι της βιβλιοθήκης.

Πρόκειται για την προσωπική ιστορία του συγγραφέα
Νίκου Α. Κοκάντζη όταν ήταν έφηβος δεκατεσσάρων χρονών και της δωδεκάχρονης φίλης του Τζιοκόντα. Οι οικογένειές τους, η πρώτη χριστιανών και η δεύτερη εβραϊκή, συμβίωναν πολύ φιλικά στην ίδια γειτονιά της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και όλα τα παιδιά έπαιζαν παρέα από πολύ μικρά. Με την άφιξη της εφηβείας τους αρχίζει και η μετάπλαση των δύο πρωταγωνιστών, σωματική και ψυχική. Την "εκκίνηση"  δίνει ο Ρούντυ, ο όμορφος ξάδελφος της Τζιοκόντα που την φλερτάρει φανερά και πυροδοτεί τις κρίσεις ζήλειας του Νίκου. Η Τζιοκόντα θα λύσει την παρεξήγηση, διότι αυτό εντέλει ήταν, και οι δύο έφηβοι θα ερωτευτούν με την βιασύνη της ήβης και την δραματικότητα της εποχής. 

Είναι ήδη Κατοχή και το νεαρό ζευγάρι περιβάλλεται  από μία πόλη βίαιη - πείνα, διώξεις, εκτοπισμός θα αλλάξουν τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης για πάντα. Οι οικογενειακές σκηνές και σκηνές ερωτισμού των δύο εφήβων "αντιμάχονται" εκείνες των βομβαρδισμών της πόλης. Οι κοριτσίστικες δραστηριότητες αντικαθίστανται από πάρτυ με Γερμανούς αξιωματικούς και ακολουθούν περιστατικά ηθικής ταπείνωσης, όπως εκείνη του ευαίσθητου και παρακμιακού πιανίστα Τεό. Δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στον δημόσιο και άκρως επιδεικτικό εξευτελισμό των Εβραίων ανδρών που συγκεντρώθηκαν στη κεντρική πλατεία της Θεσσαλονίκης. Όπως και τότε που " ...οι πρώτες φήμες γίνανε βεβαιότητα για την επικείμενη συγκέντρωση και αποστολή των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως ο πατέρας είχε προτείνει στον Τζακ να την κρύψουμε την Τζιοκόντα όταν εκείνοι θα 'πρεπε να φύγουνε, να την κρατήσουμε για όσο θα χρειαζότανε - κι υπήρχανε αρκετές ελπίδες να μην μας πιάσουνε. (...) Τους πήρανε αργά ένα ζεστό απόγευμα. Ένα μεγάλο στρατιωτικό φορτηγό έφτασε, με τρεις Γερμανούς στρατιώτες κι έναν νεαρό αξιωματικό που ήτανε λιγομίλητοι, μεθοδικοί και σχεδόν ευγενικοί. Οι γείτονες κοιτάζανε από τα παράθυρά τους, παιδιά είχανε μαζευτεί γύρω απ' το αυτοκίνητο παρακολουθώντας με σιωπηλή περιέργεια αυτά που γινόντανε. Οι γονείς μου κι εγώ ήμασταν στο σπίτι τους, να βοηθήσουμε, ν' αποχαιρετιστούμε."


Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, σπούδασε ιατρική, ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο Λονδίνο όπου έζησε για πολλά χρόνια, και αργότερα ασχολήθηκε με την διηγηματογραφία και την ποίηση - ο Νίκος Κοκάντζης θεωρείται ωστόσο συγγραφέας του ενός βιβλίου καθώς η "Τζιοκόντα" του γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Θα το απέδιδα στον εφηβικό ρομαντισμό και στις ρεαλιστικές περιγραφές του έρωτα των δύο νέων αλλά και στη νοσταλγία που εκπέμπει το κείμενο για την προπολεμική Θεσσαλονίκη και τις γραφικές γειτονιές της· θα ήταν, όμως, σχεδόν άτοπο διότι σε κανένα από αυτά τα θέματα δεν εστιάζεται με συγκεκριμένο σκοπό η αφήγηση - η εναλλασσόμενη ροή των γεγονότων -της Ιστορίας και της καθημερινότητας του συγγραφέα- είναι γρήγορη και εξαιρετικά ισόρροπη.  Και παρά την συγκινησιακά φορτισμένη γραφή του, ο συγγραφέας απέχει πολύ από το μελόδραμα και τον ρηχό συναισθηματισμό - ακόμη κι όταν βιώνει το τέλος της σχέσης του με την Τζιοκόντα ή όταν ο Ρούντι, ο μόνος που επιστρέφει από τους τόπους εκτοπισμού, διηγείται το τέλος της. 

Η αντοχή της "Τζιοκόντα" στον χρόνο, πιστεύω πως, οφείλεται στην ελευθερία και τον, κατά Terry Eagleton, αυθορμητισμό - του συγγραφέα ή του αφηγητή είναι δύσκολο να πω καθώς πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Καλύτερα, γι' αυτό, θα ήταν να πω και των τριών συμπεριλαμβάνοντας και την Τζιοκόντα. Πολύ αξιοσημείωτο (sic) επίσης είναι το ότι μέσα από την δίνη της Κατοχής, της εφηβείας και του έρωτα αναδύεται ανεπιτήδευτα μια ισότιμη σχέση σεβασμού, εμπιστοσύνης και ικανοποίησης μεταξύ ενηλίκων. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας έχει καταφέρει να κρατήσει μια ψύχραιμη απόσταση από το παρελθόν  και τον βαρύ λογοτεχνικό καλλωπισμό της μνήμης και να καταθέσει μια μύχια εμπειρία με την σοφία εκείνων που έζησαν πολλά και γι΄αυτό αντιλαμβάνονται τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων.


Γραφή σημαίνει χρόνος, ή μάλλον, ανάγκη για χρόνο - χρόνο για να ανασυστήσεις, να τροποποιήσεις ίσως, να συμφιλιωθείς με ή να διασώσεις μια πραγματικότητα όσο οδυνηρή κι αν είναι.  Το "Τζιοκόντα" είναι μία τέτοια γραφή και ο Max Jacob θα συμφωνούσε στο ότι η αλήθεια ετούτης της αυτοβιογραφικής νουβέλας δίνει στο κείμενο τόση δύναμη που μετατρέπει την πραγματικότητα σε μια σχεδόν ψευδαίσθηση. Ή, σε ένα σταθερό σημείο για να κρατήσεις την ισορροπία σου, όπως θα έλεγε ο Patrick Modiano. Όποια κι αν είναι η διάθεση για να καταφύγει κανείς στις σελίδες της, η "Τζιοκόντα" προσφέρει αρκετά εναλλακτικά κίνητρα· όπως και κάθε βιβλίο καλής λογοτεχνίας άλλωστε.
 



 

Σημειώσεις: Το γλυπτό είναι το "Χέρι του Θεού" αλλά εικάζεται πως είναι το χέρι του Auguste Rodin που το κατασκεύασε. Η τελευταία εικόνα είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου (στην πρώτη έκδοσή του από τον Πατάκη) ενώ το πορτραίτο του συγγραφέα αντλήθηκε από εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: