Τετάρτη 20 Μαΐου 2009







Του Έρωτα και του Θανάτου
 

Άγγελος Τερζάκης
εκδόσεις της Εστίας, 1998
(τέταρτη έκδοση)




"Γιατί να γράψω για τον Τερζάκη;" αναρωτιέμαι.
 
Διότι μου τον υπενθύμησε το θέμα της έκθεσης που κλίθηκαν να αναπτύξουν γραπτώς οι υποψήφιοι των φετινών πανελληνίων εξετάσεων. Οι "ταραγμένες ψυχές" (απ' όπου προέρχεται το απόσπασμα του θέματος) είναι ένα από τα αξιόλογα δοκίμια και μελετήματα που συνέγραψε ο συγγραφέας. Μαζί με τον Θεοτοκά, αποτελούν τους κύριους εκφραστές του θεωρητικού προβληματισμού και των αναζητήσεων της γενιάς του '30. Ωστόσο, ο Άγγελος Τερζάκης είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορημάτά του όπου σκιαγραφεί έντονα και μελανά την αστική κοινωνία της Αθήνας την περίοδο του Μεσοπολέμου. 

Διότι η συγκεκριμένη συλλογή των δέκα διηγημάτων είναι κατά έναν τρόπο διαφορετική από το γνώριμο ύφος του συγγραφέα που διαπνέει όλο το έργο του, πεζογραφικό και θεατρικό και βεβαίως, την "Μενεξεδένια Πολιτεία" του - το μυθιστόρημα που τον καταξιώνει. Μολονότι επικρατούν κι εδώ η ίδια απαιδιοδοξία, το ίδιο σκοτεινό, καταθλιπτικό, αδιέξοδο τοπίο, τα διηγήματα αυτά αποπνέουν έναν αέρα λυρισμού και αισθαντικότητας. Με εργαλεία του τις λέξεις που τις σμιλεύει ξεχωριστά και ιδιαίτερα την κάθε μία, ο συγγραφέας αυτή τη φορά δεν σε "πνίγει" στην εσωτερική μοναξιά. Χαράζει μικρές στιγμές, από εκείνες που θα έλεγε κανείς αδιάφορες αλλά που, εντέλει, σε σημαδεύουν. Αν ήθελα να το περιγράψω με δυο λέξεις, αυτές θα ήταν sweet sorrow για όσο το διάβαζα και bonjour trisesse για όταν γύρισα την τελευταία σελίδα.
 
Και διότι, ο έρωτας δεν είναι ένας  θάνατος μικρός;





Σημείωση: ο πίνακας είναι "Ερωτικό" του Γιάννη Μόραλη (1982).

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009








"Ισχύει και για τον έρωτα ό,τι ισχύει για όλα.
Όταν παύεις να προχωρείς,
οπισθοχωρείς"



 

Το εξώφυλλο ενός βιβλίου συνήθως προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τι πρόκειται να διαβάσει. Με πανάρι ή όχι, σοβαρό, χιουμοριστικό, αρτιστίκ, χάρτινο ματ ή γκλόσυ δίνει μια πρώτη γεύση του μυθιστορήματος αποτυπώνοντας με γραφικά, φωτογραφίες ή πίνακες ζωγραφικής το ύφος του. Από πολύ παλιά, χωρίς να το καταλαβαίνω στην αρχή, είχα αναπτύξει μια "περίεργη" σχέση μαζί τους. Τα βιβλία δεν τα ξεφυλλίζω μόνο για να διαβάσω τις περιλήψεις και τις σχετικές πληροφορίες. Το κάνω πιο πολύ για να χαϊδέψω τις ράχες τους, να σύρω τα ακροδάχτυλα στις όψεις του και να νοιώσω την υπέροχη αίσθηση του χαρτιού στις διαφορετικές υφές του. Τα δε παιδικά εξωφυλλα γίνονται, πολύ περισσότερο τώρα από παλιά, περιπέτειες για την αφή και την όραση! Δεν σας κρύβω ότι έχω αγοράσει δυο-τρία βιβλία για το εξώφυλλό τους και μόνο - με τόσο καλαίσθητα εξώφυλλα που κυκλοφορούν σήμερα, θα μπορούσα να έχω πολλά περισσότερα. Ωστόσο, δεν είναι αυτός ο καθοριστικός παράγοντας για να επιλέξει κανείς το βιβλίο που θα διαβάσει. Never judge a book by its cover. Έτσι, στις διακοπές του Πάσχα διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Εβραίου Νομπελίστα συγγραφέα Ισαάκ Μπάσεβις Σϊνγκερ.

Το "Σκιές στον ποταμό Χάντσον" (Καστανιώτης, 2000) διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο στην Νέα Υόρκη μεταξύ Δεκεμβρίου '47 και Δεκεμβρίου '49 - αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στις απαρχές του Ψυχρού Πολέμου και πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Η ατμόσφαιρα του βιβλίου δεν είναι τόσο ζοφερή όσο απεικονίζει το εξώφυλλό του, δεν είναι όμως και ιδιαίτερα ευχάριστη κι αυτό διότι το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω απο τις ζωές δύο εραστών που παλεύουν με τις αδυναμίες τους και παλινδρομούν συνεχώς.

Ο Χέρτς Ντόβιντ Γκρέιν, πρώην παιδί-θαύμα και νυν χρηματιστής, είναι παντρεμένος εδώ και χρόνια με τη Λέα που εκτιμά βαθύτατα κι έχουν δύο ενήλικα παιδιά. Αυτό όμως δεν του είναι αρκετό και διατηρεί μακροχρόνιο δεσμό με την Έστερ. Ή Άννα Μάκαβερ είναι κι αυτή παντρεμένη, δίχως όμως να εκτιμά τον σύζυγό της διότι "Μία γυναίκα γίνεται (πραγματική) σύζυγος μόνο του άντρα που αγαπά". Οι δυό τους γνωρίζονται από παλιά, όταν ο πρώτος βοηθούσε στα μαθήματα του σχολείου της την δεύτερη - από τότε παρέμεινε "ο πρώτος της έρωτας".

Η πλοκή ξεκινά από ένα εορταστικό δείπνο στο σπίτι του Μπόρις Μάκαβερ, εύπορου και ευσεβούς Εβραίου πρόσφυγα και πατέρα της Άννας, το οποίο θα γίνει η αφορμή για να πραγματοποιήσουν -ο Γκρέιν και η Άννα- τον αμοιβαίο τους πόθο: να σμίξουν ερωτικά. Για να αποφύγουν το αδιέξοδο μιας κρυφής σχέσης, αποφασίζουν να φύγουν και να ζήσουν μαζί αλλά δεν θα είναι τόσο εύκολο. Από το σημείο αυτό αρχίζουν να αναφύονται συνεχώς εμπόδια που τους κάνουν να αμφιταλαντεύονται συνεχώς για κάθε τους απόφαση.

Η διεισδυτικότητα του συγγραφέα στην ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά και στις έμφυτες αδυναμίες των ανθρώπων είναι αξιοσημείωτη. Χρησιμοποιεί ακόμη και την παραμικρή κίνηση, την πιο ασήμαντη πτυχή των ηρώων του για να θίξει ζητήματα για την ύπαρξη, τη γέννηση, τον θάνατο και οτιδήποτε μεσολαβεί στο ενδιάμεσο διάστημα. Η αέναη πάλη του Καλού με το Κακό, οι απόκρυφες πλευρές του εαυτού μας. Οι επιθυμίες και οι συγκυρίες. Το κυνήγι του παραδείσου και της απόλυτης ευτυχίας. Η εκτενής αφήγηση των ονείρων, οι ψυχαναλυτικού τύπου παρατηρήσεις και οι αναλύσεις των ασυνείδητων πράξεων των ηρώων παρουσιάζουν, επίσης, αρκετό ενδιαφέρον - υπάρχουν αναφορές στον Φρόιντ, τον Γιουνγκ, τον Σοπενάουερ, τον Πλάτωνα. Τα ιστορικά γεγονότα, η φιλοσοφία, ο μυστικισμός, η πολιτική, η βιολογία, η οικονομία, η δημοσιογραφία ακόμη και η χορτοφαγία (της οποίας ο Ι.Μ.Σϊνγκερ ήταν ένθερμος οπαδός) συμμετέχουν, επίσης, στην πλοκή της ιστορίας.

Τώρα θα σκεφτείτε, και δικαιολογημένα, ότι αυτό το βιβλίο παραείναι "βαρύ". Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι. Έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και μπορείς να εστιάσεις σε εκείνο που σου τραβά το ενδιαφέρον. Εξάλλου, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί προσιτή γλώσσα, δίχως ακροβατισμούς και με αρκετές δόσεις χιούμορ και λεπτής ειρωνείας σε βοηθά να προχωρήσεις. Σε βάζει στο κλίμα της εποχής γράφοντας για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των ηρώων, τις διατροφικές τους συνήθειες, τη μόδα και τις επικρατούσες τάσεις σε πολλούς τομείς της επιστήμης. Επίσης, περιγράφει τη Νέα Υόρκη με τόση σαφήνεια
που ο τόπος γίνεται εξαιρετικά οικείος - οι δρόμοι, οι στάσεις του μετρό, τα καταστήματα φέρουν τα πραγματικά τους ονόματα. Φαντάζομαι ότι όποιος έχει πάει στο Μεγάλο Μήλο, μπορεί να το διαπιστώσει διαβάζοντάς το.


Κεντρικός άξονας του Ι.Μ.Σίνγκερ είναι η ταυτότητα του εβραϊσμού στον καινούργιο κόσμο που δημιουργείται μετά τον πόλεμο, ο θρησκευτικός βίος και το πως αυτός ενσωματώνεται στη σύγχρονη ζωή. Είναι ενδιαφέρον (έως κουραστικό θα έλεγα) το πως η οποιαδήποτε σκέψη γεννιέται, το οποιοδήποτε γεγονός που συμβαίνει είναι άμεσα συνδεδεμένο με κάποια όψη, παραβολή, θρύλο ή θεσμό της εβραϊκής θρησκείας. Σε κάθε σελίδα γίνεται περισσότερο κι από έκδηλο το πόσο δυνατή κι ανασταλτική είναι η θρησκεία, η όποια θρησκεία τελικά, στην ζωή εκείνων των ανθρώπων που δεν έχουν κοινό νου. Τα πουριτανικά "πιστεύω" αναδύονται συχνότατα και το εκπληκτικό είναι ότι ο συγγραφέας τα αντικρούει με την ίδια επιμονή που προτάσσει και αναλύει την κάθε θρησκευτική επιταγή. Γι΄αυτό δεν υπάρχουν συγκεκριμένες απαντήσεις. Ο συγγραφέας κάνει σαφές ότι όλα είναι σχετικά και υποκειμενικά και προέχουν πάντα οι προσωπικές επιλογές.


Όλο το βιβλίο, και ιδίως το πρώτο κεφάλαιο, έχει ένα πλήθος λέξεων, τελετών και τελετουργιών της εβραϊκής θρησκείας που μπορεί πολύ εύκολα να αναχαιτίσει τον αναγνώστη. Το γλωσσάρι στις τελευταίες σελίδες βοηθά γιατί είναι απλό και κατανοητό ωστόσο, σε αποθαρρύνει λόγω της συχνότητας που πρέπει να ανατρέξεις σ΄αυτό, τουλάχιστον στην αρχή. Αν μπορέσετε να ξεπεράσετε αυτόν τον σκόπελο, το βιβλίο θα σας κρατήσει. Η ατμόσφαιρα στα τέλη της δεκαετίας του '40 είναι ελκυστική. Ακόμη και τα ονόματα των ηρώων (Σλόιμελε, Σόλομον Μάργκολιν, Χέρμαν Μάκαβερ, Μέναχεμ, Τσάντοκ Χάλπεριν, Ρέιτζε, Φρίντα Ταμάρ κ.ά) είναι τόσο εύηχα που προσθέτουν μουσικότητα στο κείμενο.


Η περίοδος που διαδραματίζονται τα γεγονότα του μυθιστορήματος (Δεκ.΄47-Δεκ.'49) είναι εποχή μεγάλων πειραματισμών στην τέχνη. Λόγω του πολέμου, η Αμερική έχει συγκεντρώσει πλήθος καλλιτεχνών που έχουν μεταναστεύσει από την Ευρώπη και δημιουργούν ασταμάτητα. Ανάμεσά τους, ο Εβραίος ζωγράφος Μάρκ Ρόθκο που έχει τραβήξει το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών με την πρωτοποριακή δουλειά του. Τον Δεκέμβριο του '47 μάλιστα, έχει ήδη ζωγραφίσει τα τελευταία σουρεαλιστικά έργα του σε χαρτί κλείνοντας έτσι έναν πρώτο κύκλο δημιουργίας.


Από το διάστημα αυτό κι έπειτα, αρχίζει να γίνεται όλο και περισσότερο "αφηρημένος" σύμφωνα με την γνώμη των κριτικών της εποχής...




για να καταλήξει στο ύφος που ξέρουμε σήμερα ως αντιπροσωπευτικό του.
Ο ίδιος ο Μάρκ Ρόθκο όμως, απέρριπτε μετά μανίας τον τίτλο του "αφηρημένου" ζωγράφου: "Δεν ζωγραφίζω αφηρημένα. Δεν με ενδιαφέρει η σχέση ανάμεσα στη φόρμα και στο χρώμα. Αυτό που με απασχολεί είναι να εκφράσω τα βασικά συναισθήματα του ανθρώπου: την τραγωδία, την έκσταση, την μοίρα".

Κάτι που κάνει και ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ με τις λέξεις.


Μικρό βιογραφικό: ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ γεννήθηκε (1902-1991) στην Πολωνία και μετανάστευσε στην Αμερική το 1935. Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Έγραψε νουβέλες, παιδικά βιβλία, απομνημονεύματα, δοκίμια και άρθρα πάντα στα γίντις (τη γλώσσα των Εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης). Κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1978. Το "Σκιές στον ποταμό Χάντσον" δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα The Forward ενώ η τελευταία δημοσίευσή του ήταν το 1991 ως "ανακεφαλαίωση" της θεματικής όλου του έργου του.

Σημείωση: Οι πίνακες, με την σειρά που έχουν αναρτηθεί, είναι οι εξής: 1) Άτιτλο, 1944/45,2) Άτιτλο, 1948, 3) Νο.3/Νο.13 (Magenta,Black, Green on Orange), 4) No.24 (Άτιτλο), 1951, 5) Άτιτλο, 1959, 6) Σχέδιο για την "Tοιχογραφία Νο.4" (Orange on Maroon), 7) Seagram Murals, Rothko Room-Seven Mourals, Kawamural Memorial Museum of Art, Japan.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009



"Από ένα στρογγυλό φεγγίτη βλέπω
τις χάρες όλες του ουρανού, κι απ' όπου
εβγήκαμε, να ξαναδούμε τ' άστρα"



Οι στίχοι είναι από την "Κόλαση" του Δάντη κι από εδώ αντλεί ο τίτλος του βιβλίου του Dinaw Mengestu "Όλες οι χάρες του ουρανού"(Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου, Πόλις, 2008). Το διάβασα εδώ και πολύ καιρό αλλά μιας και βρίσκεται στην μεγάλη λίστα των μυθιστορημάτων υποψήφιων για το βραβείο The Athens Prize for Literature που απονέμει το περιοδικό (δε)κατα σκέφτηκα να φρεσκάρω λίγο τη μνήμη μου.

Η υπόθεσή του έχει ως εξής: Ο Στέφανος, δεκαεπτά χρόνια μετανάστης στην Αμερική, ζει μια ζωή αδιάφορη. Η ανακαίνιση ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην γειτονιά του γίνεται η αφορμή για να δει την πιο φωτεινή, αισιόδοξη πλευρά του εαυτού του. Το σπίτι ανήκει στην λευκή Τζούντιθ και την κόρη της Μέλανι στις οποίες ο Στέφανος βρίσκει το ερωτικό και οικογενειακό υποκατάστατο που έχει στερηθεί. Μαζί τους περνά μερικές στιγμές γεμάτες ειλικρίνεια, αμηχανία μα κι επιθυμία. Είναι ίσως "τ' άστρα" που βλέπει ο Στέφανος να μπαίνουν στην ζωή του, είναι οι χάρες ή οι χαρές όλες ενός κόσμου που κατά βάθος ποθεί αλλά δεν έχει τη δύναμη, ή καλύτερα τη θέληση να διεκδικήσει. Οι στιγμές αυτές θα μείνουν απλώς στιγμές. Το μικρό, τυπικά συνοικιακό μαγαζί του είναι ο "φεγγίτης" όπου τελικά θα "ξαναμπεί" από τη στιγμή που, πρώτα η μικρή Ναόμι κι έπειτα η Τζούντιθ, φεύγουν μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις ρατσισμού που δέχονται - ο ρατσισμός, όπως ξέρετε, είναι ρατσισμός ό,τι χρώμα και να έχει και ο Dinaw Mengestu το δείχνει σαφέστατα εδώ.

Με λιτότητα στις λέξεις και στις εκφράσεις του, ο συγγραφέας συγκροτεί τους χαρακτήρες της ιστορίας του. Η μικρή Ναόμι, εμφανίζεται αρχικά με μεγαλίστικη, "ώριμη" συμπεριφορά, με δική της, σκληρή κι άκαμπτη ταυτότητα, μια "πεισματικά ανεξάρτητη" προσωπικότητα. Η γνωριμία της με τον Στέφανο την μαλακώνει και την μετατρέπει σε ένα παιδί που αποζητά τη φιλία και μαθαίνει να την εκτιμά. Η μητέρα της, η Τζούντιθ, είναι μία γυναίκα που φαίνεται να είναι μόνιμα σε κατάσταση φυγής - είναι αστάθεια του χαρακτήρα της ή φόβος της μονιμότητας και της δέσμευσης; Δεν κατάλαβα. Όπως και να'χει όμως, η Τζούντιθ αποτελεί το ακριβώς αντίθετο του Στέφανου. Οι φίλοι του Στέφανου, ο κενυάτης Κένεθ και ο κογκολέζος Τζόζεφ, παλεύουν να κατακτήσουν το αμερικανικό όνειρο που όπως φαίνεται τελικά, είναι ένα αδιέξοξο, το ίδιο αδιέξοδο που κυριαρχεί και στη ζωή τους. Η πλατεία Λόγκαν -το μέρος όπου εκτυλίσσεται κατά κύριο λόγο η ιστορία- κατοικείται από γραφικούς τύπους, τύπους παρακμιακούς, του περιθωρίου. Όταν η συνοικία αρχίζει να αναπτύσσεται καθώς έρχονται εύποροι λευκοί να την κατοικήσουν, κανείς από τους μόνιμους κατοίκους δεν αποδέχεται τη νέα αυτή κατάσταση και με τρόπο ανυπόμονο και βίαιο, τους διώχνουν. Ο Στέφανος στέκεται ανάμεσα σε όλα αυτά ουσιαστικά άβουλος, αδύναμος να ανατρέψει, έστω και στο ελάχιστο, την κατάσταση.

Οι χαμηλοί τόνοι που διατηρεί σε όλο το μυθιστόρημα ο Dinaw Μengestsu εντείνουν την απαισιοδοξία και την μοιρολατρία του ήρωα. Όλο το βιβλίο αποπνέει το ανικανοποίητο, την διαρκή αναζήτηση της ταυτότητας και της θέσης του Στέφανου στον κόσμο. Την αδυναμία του να εστιάσει στα αγαθά που έχει και στην αξιοποίησή τους. Διαβάζοντάς το αισθάνθηκα την βαθύτατη παραίτηση και την εγκατάλειψη που βιώνει ο Στέφανος, δίχως να αφήνει την παραμικρή αχτίδα αλλαγής να περάσει. Ως αντίδραση, το μυαλό μου "πέταξε" στον πίνακα που ακολουθεί.


Είναι του Υβ Κλάιν και ονομάζεται Ανθρωπομετρία - Φωτιά. Εγώ πάλι, είδα κύματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, και η φωτιά και η θάλασσα, μπορούν να αποδειχθούν καθαρτήρια. Αυτό σκέφτηκα ότι χρειαζόταν ο Στέφανος: μία (εσωτερική) φωτιά ή κάποια "κύματα" που θα τον ανάγκαζαν να μετακινηθεί από την λιμνάζουσα ζωή του και θα του προσέφεραν την κάθαρση. Την οποιαδήποτε κάθαρση θα τον οδηγούσε σε μια καινούργια αρχή.


O Dinaw Mengestu γεννήθηκε στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας το 1978. Σε ηλικία δύο ετών, μετανάστευσε μαζί με την οικογένειά του στις ΗΠΑ για να ξεφύγουν από το δικτατορικό καθεστώς του Μενγκίστου. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια Τζώρτζτάουν και Κολούμπια. Συνεργάζεται με τα περιοδικά Harper's, Jane και Rolling Stone.


Μπορείτε να διαβάσετε την συνέντευξη που έδωσε ο συγγραφέας στη Λώρη Κέζα ή να δείτε τον ίδιο να μιλά για το βιβλίο του και να διαβάζει ένα απόσπασμα.


Η Μικρή Λίστα των μυθιστορημάτων υποψήφιων για το βραβείο The Athens Prize for Literature που απονέμει το περιοδικό (δε)κατα θα ανακοινωθεί στις 10 Μαΐου για το Ξένο Μυθιστόρημα και στις 28 Μαΐου για το Ελληνικό Μυθιστόρημα. Τα Βραβεία και των δύο κατηγοριών θα ανακοινωθούν ταυτόχρονα με την απονομή τους περί τα μέσα Ιουνίου σε ειδική τελετή στη Στοά Σπυρομήλιου.


Παρασκευή 1 Μαΐου 2009






Πρωτομαγιά



Ημέρα των λουλουδιών. Και των εργατών. Η ημέρα που όρισε ο ίδιος ο Γιάννης Ρίτσος ως ημέρα των γενεθλίων του. Ίσως γιατί θεωρούσε τον εαυτό του εργάτη. Από το μετερίζι της ποίησης, αλλά πάντα ήταν ένας εργάτης. Ακόμη και στην ερωτική, έντονα θεατρική (κι αγαπημένη μου) "Σονάτα του Σεληνόφωτος" γράφει λίγα λόγια γι' αυτήν την εργατιά που και ως ιδεολογία και ως πράξη, καθόρισε τη ζωή και το έργο του:  "... Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους πρέπει να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία - όχι, όχι το φεγγάρι, την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της..."




Καλό μήνα!

Σάββατο 18 Απριλίου 2009




Σας εύχομαι




να περάσετε ένα όμορφο Πάσχα!




Σημείωση: Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από τον "Τοίχο του Ήλιου" - μία από τις δύο τοιχογραφίες του Χουάν Μιρό που βρίσκονται στο κτήριο της UNESCO στο Παρίσι. Ο ζωγράφος είδε τον ήλιο σαν αυτόν τον κόκκινο δίσκο. Εγώ, είδα ένα πασχαλινό αβγό. Μοιάζει αρκετά, δε νομίζετε;

Κυριακή 12 Απριλίου 2009








Αυτό δεν είναι ένα δοκίμιο.





Ο Μαγκρίτ, θέλοντας να επισημάνει τη διαφορά μεταξύ του αντικειμένου και της εικόνας του, έγραψε πάνω στον πίνακα μίας πίπας καπνίσματος «Αυτό δεν είναι μία πίπα». Με άλλα λόγια, το αντικείμενο δεν είναι η απεικόνισή του. Δηλαδή, οι εικόνες (τα φαινόμενα) απατούν. Δυστυχώς, δεν το σκέφτηκα αυτό όταν διάβαζα τις κριτικές για το βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» (Καστανιώτης, 2008). Οι περισσότερες κάνουν λόγο για την δημιουργική σύζευξη του Βέλγου ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ με την ποίηση του δικού μας Τάσου Λειβαδίτη. Όμως, η ποίηση του Λειβαδίτη δεν μου είναι ιδαίτερα γνωστή που σημαίνει ότι θα έπρεπε να τον διαβάσω από την αρχή αν ήθελα να παρακολουθήσω την εξέλιξη της ιστορίας και να μπω στο νόημά της. Επιπλέον, θεωρώ ότι οι πίνακες του Μαγκρίτ είναι μάλλον πολύ ψυχροί για το γούστο μου. Συνεπώς, όλο ανέβαλλα το διάβασμα του βιβλίου αυτού για αργότερα. Πολύ αργότερα.

Κάποιοι αναγνώστες όμως πήραν αφορμή από αυτό και προβληματίστηκαν και για το θέμα της (γυναικείας) γραφής και για την πολιτική. Αυτά τα σχόλια κίνησαν την περιέργειά μου και τελικά το διάβασα με μεγάλη ευχαρίστηση.

Το μυθιστόρημα είναι η ζωή της Λίνας. Η τριανταπεντάχρονη ηρωίδα επιστρέφει από την Αγγλία όπου κάνει το μεταπτυχιακό της. Στην Αθήνα βρίσκεται με τις παλιές της φίλες, αρραβωνιάζεται, χωρίζει, συνδέεται με έναν στην ουσία άγνωστο άνδρα και παίρνει μέρος στα γυρίσματα της κινηματογραφικής ταινίας ενός παλιού της συμμαθητή. Ανάμεσα σε όλους αυτούς παρεμβάλλονται πολλά μικρά επεισόδια με τους γονείς, τον αδερφό της, τη γιαγιά και τον προπάππο της. Η συγγραφέας, που ασχολείται και με το κολλάζ, συνδυάζει παρελθόν με πρόσωπα και καταστάσεις, γράφει ρεαλιστικές και σουρρεαλιστικές ιστορίες, τις επικολλά στο παρόν και μας παρουσιάζει πτυχές του χαρακτήρα της Λίνας που συνομιλούν με τους πίνακες του Μαγκρίτ. Η Λίνα περνά μέσα από αυτά τα αλλεπάλληλα επεισόδια/καθρέπτες χωρίς, ωστόσο, να αντικρίζει τον εαυτό της: τα παιδικά της τραύματα, την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, την αμφιθυμία της, την απόγνωσή της… Στο τέλος, όμως, παίρνει τη ζωή στα χέρια της γράφοντας αυτό το βιβλίο.

Διαβάζοντάς το διαπίστωσα το νόημα του Μαγκρίτ: τα φαινόμενα απατούν. Το βιβλίο της Έλενας Μαρούτσου δεν είναι αυτό που μπορεί να νομίσει κανείς βασιζόμενος στις βιβλιοφιλικές παρουσιάσεις, δηλαδή δεν είναι ένα δοκίμιο περί ποιήσεως και ζωγραφικής. Οι στίχοι του Λειβαδίτη είναι λίγοι και επιλεγμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να προσδίδουν ένταση στις καταστάσεις, λένε απλώς αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν. Και οι πίνακες του Μαγκρίτ, σε ασπρόμαυρη απόδοση, αποτελούν ομολογώ μια πολύ πρωτότυπη εικονογράφηση. Μου θύμισαν τις εκπληκτικές, ασπρόμαυρες γκραβούρες που είχαν παλιά ορισμένα μυθιστορήματα. Οι συγκεκριμένοι πίνακες όμως λειτουργούν αμφίδρομα: αποτελούν πηγή έμπνευσης για τη συγγραφέα ενώ την ίδια στιγμή απεικονίζουν και τις σκέψεις της ηρωίδας, φανταστικές και πραγματικές.

Αυτό που με έκανε, ωστόσο, να απολαύσω το μυθιστόρημα είναι το λεπτό χιούμορ της συγγραφέως, ο αυτοσαρκασμός της και η ιδιαίτερη αίσθηση ειρωνείας που την διαπνέει και που τη βοηθά να φέρει σε πέρας την ιστορία της διατηρώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Επίσης, κάνει την Λίνα, την ηρωίδα, να ξεπεράσει τις προβληματικές της σχέσεις και να ενηλικιωθεί. Απόλαυσα επίσης και τον κομψό χειρισμό της γλώσσας. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου δύο κωφάλαλοι συνομιλούν και κριτικάρουν στην νοηματική με πολύ ζωντανό κι εύγλωττο τρόπο, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται γιατί να μην υπάρχει κάτι αντίστοιχα ζωντανό και με χιούμορ στις κριτικές αναγνώσεις και παρουσιάσεις των βιβλίων. Δεν εννοώ βέβαια τον σαχλό αστεϊσμό ή την προσβλητική ειρωνεία αλλά εκείνο το είδος του σχολίου που μειδιά αυθάδικα μπροστά στο δυσκολονόητο. Θα ήθελα πολύ να διάβαζα σήμερα μια κριτική όπως εκείνη του αυστηρού (όπως θεωρούνταν από τους σύγχρονούς του) μα απολαυστικού Καραγάτση που άρχιζε ως εξής: «Τι θα γίνη μ' εμάς τους κριτικούς; Καταντήσαμε πολύ δύσκολοι· τίποτα δεν μας αρέσει τώρα τελευταία. Εγώ τουλάχιστον αρχίζω ν' ανησυχώ πολύ για τον εαυτό μου... »


Μικρό βιογραφικό: η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Εικαστικές Τέχνες στο Reading University, στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και με το κολλάζ. Το μυθιστόρημα Μεταξύ συρμού και αποβάθρας είναι το τρίτο της βιβλίο. Τα δύο προηγούμενα είναι η συλλογή ιστοριών Του ύψους και του βάθους και η συλλογή διηγημάτων Οι προδοσίες των ονομάτων.


Σημείωση: Το μυθιστόρημα είναι υποψήφιο για το βραβείο του περιοδικού "ΔΙΑΒΑΖΩ".

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009






 

 Ο μίτος του Άλκη.




«Ο Άλκης και ο λαβύρινθος» (Καστανιώτης, 2008) είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης για παιδια μέσης σχολικής ηλικίας και πριν λίγες ημέρες βραβεύτηκε με το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου (το ελληνικό τμήμα της IBBY).

Ήρωάς του ο έφηβος Άλκης ο οποίος χάνει ξαφνικά και ανεξήγητα την αδερφή του. Στην αναζήτηση της εξαφανισμένης Ελένης μπλέκει σε επικίνδυνα παιχνίδια και συναντά αλλοπρόσαλλους κι εκκεντρικούς ανθρώπους, φίλους ή ακόμη κι εντελώς αγνώστους που του μιλούν και τον συμβουλεύουν. Η γλώσσα της ιστορίας είναι η γλώσσα των εφήβων – ειλικρινής, απλή, γρήγορη και δίχως περιστροφές. Τα θέματα που θίγονται μέσα από το κείμενο είναι πολλά και περνούν με πολύ σαφή κι όμορφο τρόπο μηνύματα για την διαφορετικότητα, την φιλία, τις σχέσεις, κυρίως όμως για την κατάχρηση της τεχνολογίας και την απρόσωπη σημερινή κοινωνία. Διάβασα το βιβλίο στο τέλος του 2008 και από τότε κρατώ μέσα μου την φρεσκάδα του. Όπως επίσης και μερικές από τις συμβουλές που βοηθούν τον Άλκη να κατανοήσει τον λαβύρινθο γύρω του:

«Μερικές φορές, όταν κάποιοι άνθρωποι κάνουν λάθη, όσοι τους αγαπούν πρέπει να πληρώνουν γι’ αυτά»

«…υπάρχει μόνο μια κατάλληλη στιγμή, κι αυτή είναι το παρόν, το τώρα. Το πιο σημαντικό πλάσμα, ο πιο σημαντικός άνθρωπος είναι πάντοτε εκείνος που είσαι μαζί του. Και το σπουδαιότερο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να βοηθάς όποιον βρίσκεται κοντά σου.»

«… τελικά άμα ξεπεράσει κανείς τον φόβο του αλλάζει τα πράγματα.»

Λόγια που τελικά αποδεικνύονται ο μίτος του Άλκη…






Η εγκατάσταση με κυβόλιθους είναι έργο της Ανίτας Ξάνθου.