Κυριακή 14 Μαρτίου 2010





Έμαθα ότι οι άνθρωποι θα ξεχάσουν
αυτά που είπες, θα ξεχάσουν κι αυτά που έκανες αλλά
δεν θα ξεχάσουν ποτέ αυτό που
τους έκανες να νιώσουν.





Χθες το πρωί, καθώς καθάριζα την εξωτερική σκάλα του σπιτιού μου, πέρασε από δίπλα μου, σχεδόν ξυστά, ένα πουλάκι. Μία μικρή καρδερίνα με καφετιές και κίτρινες λωρίδες χρώματος στην ουρά και τα φτερά της. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που βλέπω ένα πουλί να πετά σε τόσο κοντινή ακτίνα μα τούτο εδώ το μικρούλι με ξάφνιασε γιατί εκτελούσε πολύ χαμηλή πτήση. Σταμάτησα το σκούπισμα και τo παρακολουθούσα που φτεροκοπούσε. Κι ενώ το κοιτούσα που με τα αδύναμα φτεράκια του χοροπηδούσε σαν ζαλισμένο πάνω στις πλάκες της αυλής, εμφανίστηκε η κυρία του ισογείου με σχετική βιασύνη να έρχεται προς το μέρος μου. Κάποιος, όπως φαίνεται, είχε ανοίξει το πορτάκι του κλουβιού του κι αυτό το είχε σκάσει. Ζήτησε τη βοήθειά μου να το πιάσει. Έκανα δυο-τρεις αποτυχημένες προσπάθειες γιατί δεν ήθελα να το πιάσω, ευχόμουν να πετάξει δυνατά, ψηλά και μακριά. Αυτό όμως, πετούσε χαμηλά, στο ύψος περίπου των γονάτων μου (στεκόμουν στα τελευταία σκαλιά της σκάλας) και γυρόφερνε τα κάγκελα της αυλόπορτας δίχως να βγαίνει έξω από αυτά. Δεν θα πήγαινε πολύ μακριά, σκέφτηκα, ίσως να χτυπούσε πάνω σε κάποιο αυτοκίνητο. Ή ακόμη χειρότερα, να συναντούσε τις γάτες τις γειτόνισσας. Για να μην πω και για την κυρία του ισογείου που από την βιασύνη της να μην της ξεφύγει θα το άρπαζε άγαρμπα με αβέβαια για την σωματική ακεραιότητα του πουλιού αποτελέσματα. Έτσι έκανα μία ακόμη προσπάθεια. Μέσα στη χούφτα μου η καρδούλα του πετάριζε. Του χάιδευα το κεφαλάκι με τ' ακροδάχτυλα και του μιλούσα αργά για να το ηρεμήσω καθώς το έβαζα μέσα στο κλουβί του. Μετά, ανέβηκα στο σπίτι πεπεισμένη ότι είχα κάνει το καλύτερο γι' αυτό. Μία μέρα μετά, ακόμη σκέφτομαι έντονα εκείνο το τιτίβισμα στο χέρι μου.


I know why the caged bird sings, ah me,
when his wing is bruised and his bosom sore,
when he beats his bars and would be free;
It is not a carol of joy or glee,
but a prayer that sends from his heart's deep core,
but a plea, that upward to Heaven he flings -
I know why the caged bird sings.

Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον Πωλ Λώρενς Ντάνμπαρ και στο ποίημά του "Sympathy" η τελευταία στροφή του οποίου έδωσε τον τίτλο στο πρώτο βιβλιο της ΑφροΑμερικανίδας συγγραφέως Μάγια Αγγέλου "Ξέρω γιατί κελαηδάει το πουλί στο κλουβί" (μτφρ.Ιωάννα Καρατζαφέρη - Πατάκης, 1993).

Το βιβλίο ξεκινά με το ταξίδι της τρίχρονης Μάγια και του μεγαλύτερου αδερφού της Μπέυλι προς το Σταμπς, στο Άρκανσο. Οι γονείς τους έχουν χωρίσει και ο πατέρας τα στέλνει μόνα τους, με το τραίνο, στην γιαγιά τους - μια αρκετά εύπορη γυναίκα καθώς το παντοπωλείο της, που βρίσκεται στο κέντρο της μαύρης κοινότητας, πηγαίνει πολύ καλά. Η ευμάρεια όμως της οικογένειας δεν είναι αρκετή για να αποτρέψει τα λευκά παιδιά να φερθούν άσχημα στην Μάγια - και ξέρετε πόσο σκληρά γίνονται τα παιδιά όταν το θελήσουν. Πέντε χρόνια και αρκετά ταπεινωτικά επεισόδια μετά, ο πατέρας επιστρέφει, θα πάρει τα παιδιά μαζί του για να τα εγκαταλείψει και πάλι, στο Μιζούρι αυτή τη φορά, στη μητέρα τους. Εκεί, ο φίλος της, κ.Φρήμαν, θα βιάσει τη Μάγια. Θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί και θα φυλακιστεί αλλά θα δραπετεύσει. Τέσσερις μέρες αργότερα θα βρεθεί σκοτωμένος, πιθανότατα από τους θείους της μικρής. Η Μάγια θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνη για το γεγονός και απομονώνεται. Χάνει στην κυριολεξία τη λαλιά της. "Νόμιζα ότι η φωνή μου τον σκότωσε. Σκότωσα αυτόν τον άντρα γιατί είπα το όνομά του. Και τότε νόμιζα ότι δεν θα ξαναμιλούσα ποτέ γιατί η φωνή μου μπορούσε να σκοτώσει τον καθένα..." αφηγείται η ίδια η συγγραφέας για το περιστατικό. Πέντε χρόνια μετά κι ενώ είναι ακόμη βυθισμένη στην αλαλία της, στέλνεται πάλι πίσω στο Σταμπς, στη γιαγιά. Εκεί, θα συναντήσει την κυρία Μπέρθα Φλάουερς, "την αριστοκράτισσα του Σταμπς", η οποία τροφοδοτεί την όρεξη της μικρής για ανάγνωση με βιβλία κι έτσι την δελεάζει να βγει από την σιωπή της. Λίγο αργότερα όμως, η γιαγιά θα την στείλει και πάλι πίσω στην μητέρα της για να αποφύγει τα κρούσματα ρατσισμού που εκδηλώνονταν στο Σταμπς και τα οποία γίνονταν όλο και πιο βίαια - η περιοχή, όπως άλλωστε ολόκληρος ο νότος των ΗΠΑ, ανήκει στην σφαίρα "κυριαρχίας" της Κου Κλουξ Κλαν. Στην Καλιφόρνια η Μάγια γράφεται στο σχολείο όπου σπουδάζει θέατρο και χορό. Μπαίνει στην εφηβεία της με άβολες σκέψεις κι απορίες. Για λίγο διάστημα μένει άστεγη, αργότερα θα πιάσει δουλειά - είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα εισπρακτόρισσα του τραμ. Αμφιταλαντεύεται για την σεξουαλικότητά της και συνάπτει δεσμό με μεγαλύτερο συμμαθητή της. Στην τελευταία τάξη του σχολείου μένει έγκυος μα το κρατά κρυφό μέχρι τον όγδοο μήνα της κύησης. Το βιβλίο τελειώνει μαζί με την εφηβεία της
Μάγιας καθώς η 17χρονη κοπέλα "επιβιβάζεται" στο "τραίνο" της ζωής, αυτή τη φορά για ένα αλλιώτικο ταξίδι σ' έναν νέο κόσμο, εκείνον της μητρότητας.

Πριν γράψει το βιβλίο, η Μάγια Αγγέλου ήταν ήδη θεατρική συγγραφέας, ποιήτρια και ακτιβίστρια με πλούσιο βιογραφικό και έντονη δραστηριοποίηση. Η συγγραφή λογοτεχνίας δεν ήταν στα ενδιαφέροντά της. Το 1969 όμως, ο συγγραφέας και φίλος της Τζέιμς Μπόλντουιν και ο εκδότης της Ρόμπερτ Λούμις την προκάλεσαν να γράψει μια αυτοβιογραφία που συγχρόνως να είναι και λογοτεχνία καθώς όπως φαίνεται εκείνη την εποχή "... το να γράψεις μία αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό κείμενο είναι σχεδόν αδύνατον". "Δεν μπόρεσα να αντισταθώ" απαντά η ίδια. Έτσι, μετά από δύο χρόνια προέκυψε το πρώτο από μια σειρά έξι βιογραφικών μυθιστορημάτων, το οποίο συμπεριλήφθηκε στην διδακτέα ύλη των αμερικανικών σχολείων και διδάσκεται μέχρι σήμερα όχι όμως χωρίς εμπόδια - από το 1983 πολλά σχολεία το έβγαλαν από την ύλη τους με το σκεπτικό ότι προωθούσε την αποκλίνουσα συμπεριφορά βασιζόμενοι στις αναφορές που υπάρχουν στο βιβλίο για τις προγαμιαίες σχέσεις και το σεξ, την εγκυμοσύνη στην εφηβεία, την ομοφυλοφιλία, την βία. Εκτός αυτών, ελέχθη και το ότι ενθαρρύνει το μίσος ενάντια στους λευκούς. Κι όλα αυτά για ένα βιβλίο που καταθέτει την μαύρη (με την έννοια του μελανού και άθλιου κι όχι του φυλετικού χρώματος) πραγματικότητα της Αμερικής, τα αδιαμφισβήτητα βιώματά της που είναι πλέον καταγεγραμμένα τόσο σε πλήθος ιστορικών αρχείων όσο και στο DNA της μνήμης όσων τα έζησαν.

Αυτοβιογραφία ή αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, λοιπόν; Για τους κριτικούς της εποχής τα όρια ήταν δυσδιάκριτα διότι η Αγγέλου δίνει αυτούσια τα γεγονότα της ζωής της χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της μυθιστορίας για να αμβλύνει ελαφρώς τις "γωνίες" των πράξεων και των καταστάσεων όχι όμως και των συναισθημάτων που απορρέουν από το κείμενο. Θα μπορούσα να κάνω κάποια σχόλια σχετικά την ταυτότητα του κειμένου αλλά και της Μάγιας που ψάχνει τον εαυτό της στην "αναβράζουσα" Αμερική της εποχής όμως, δεν θυμάμαι κάτι άλλο παρά μόνο το σφίξιμο στο στήθος που ένιωθα καθώς διάβαζα το βιβλίο τούτο αρκετά χρόνια πριν και που θυμήθηκα τώρα που γράφω αυτήν την ανάρτηση. Μου το θύμησε η μικρή καρδερίνα. Πως πετά καμμιά φορά ο νους...

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010







Η πραγματική ευτυχία είναι εκείνη που
συνειδητοποιούμε μόνον όταν
την απολαμβάνουμε.



"τα χρόνια" (Πάπυρος, 2009, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη) θα μπορούσε να είναι μία σχολαστική ανασκόπηση της ιστορίας της Γαλλίας καθώς το βιβλίο περιδιαβαίνει τα τελευταία 68 χρόνια της χώρας: από το 1940 -ημερομηνία γέννησης της συγγραφέως- έως και το 2008 -ημερομηνία έκδοσης του βιβλίου στην Γαλλία. Από την μεταπολεμική Γαλλία και την απώλεια των αποικειών της -της Αλγερίας και της Ινδοκίνας- μέχρι τον Μάη του '68 και τους επιγόνους του - τον Μάη του '86 και τις αναταραχές στα προάστεια του Παρισιού. Οι εκλογές καταγράφονται έντονα. Ο Μιτεράν, ο Λεπέν, ο Σιράκ, ο Σαρκοζί. Η ανερχόμενη τάξη των νεόπλουτων αστών. Η φετβά εναντίον του Σαλμάν Ρουσντί, οι Άραβες της Γαλλίας, οι άστεγοι, οι επαίτες και οι μετανάστες - γεγονότα που λες κι έχουν καταγραφεί μόλις χθες. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο το πως η αφήγηση ξεκινά από τον προσωπικό μικρόκοσμο της Αννύ Ερνώ κι εξελίσσεται σε κάτι πιο οικουμενικό - σ' έναν ατέρμονο προβληματισμό για την κοινωνική ανισότητα, την κινητικότητα των τάξεων, την πολιτική, την εξέλιξη της τεχνολογίας, τον μοντερνισμό, την εργασιακή ανασφάλεια, τον καταναλωτισμό, την ταχύτητα που επιβάλλει με την έλευσή του ο νέος αιώνας - συνθήκες που αναπόφευκτα την οδηγούν να βιώσει το χάσμα των γενεών και εκείνο το κενό που δημιουργείται ανάμεσα στην βιολογική ηλικία και την ηλικία που νιώθει η ψυχή.

Ωστόσο,
"τα χρόνια" είναι μία πολύ ιδιότυπη βιογραφία κι αυτό διότι η συγγραφέας αποφεύγει την μυθοπλασία - υλικό της έχει μόνο τα προσωπικά της βιώματα κι οτιδήποτε αντλεί από τις αισθήσεις και τα συναισθήματά της. Χρησιμοποιεί κάποιο μικροαντικείμενο, φωτογραφία ή κάθε τι άλλο που την κάνει να ονειρεύεται όπως τα βιβλία, ο κινηματογράφος και η μουσική για να μιλήσει με απλό και αμείλικτο τρόπο για την οικογένειά της και το περίκλειστο περιβάλλον που μεγάλωσε, για την φοιτητική ζωή και την ενηλικίωση, το γάμο και τα παιδιά της, το διαζύγιο, τον θάνατο των γονιών της, την εμμηνόπαυση, τον καρκίνο στο στήθος της και το θαυμαστό εκείνο γύρισμα της τύχης που της πρόσφερε την ευκαιρία να νικήσει τον θάνατο μέσα από την αγάπη και τον ερωτισμό.

Ομολογώ πως με γοήτευσε η πληρότητα που εκπέμπει η συγγραφέας στο εξώφυλλο. Πολύ περισσότερο όμως το εντελώς προσωπικό ύφος της γραφής της - αποσπασματικό, με σταθερή αλλά σταδιακή μείωση του ρυθμού που συμβαδίζει με την έλευση της ηλικίας και το πέρασμα στην ωριμότητα και τριτοπρόσωπη αφήγηση που δηλώνει αποστασιοποίηση. Η Αννύ Ερνώ δεν νοσταλγεί, δεν αναπολεί. Μας λέει με ρεαλιστικό τρόπο ότι "το παρελθόν έχει φύγει οριστικά και το μέλλον θα 'ρθει, αυτό είναι όλο" και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί της. Δεν ωφελεί να μηρυκάζει κανείς το παρελθόν - έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τα δύο άκρα της ύπαρξής μας -η γέννηση και ο θάνατος- είναι δεδομένα. Το ενδιάμεσο διάστημα είναι εκείνο που μπορούμε να ορίσουμε σύμφωνα με τα θέλω και τα πιστεύω μας. Ίσως όχι όλες τις φορές όμως πάντοτε υπάρχει το περιθώριο της επιλογής.

Και η Αννύ Ερνώ επιλέγει να μιλά για τα συναισθήματά της με στιλπνό και λεπταίσθητο τρόπο. Οι λέξεις της απογυμνωμένες από κάθε φιοριτούρα δεν συγκαλύπτουν τίποτα. Αντίθετα, αποκαλύπτουν ακόμη κι εκείνες τις ιδιαιτέρως ευαίσθητες ιδιωτικές στιγμές της, όπως είναι η άμβλωση που έκανε σε μικρή ηλικία. Γι' αυτήν την τόλμη της, άλλωστε, της έχουν αποδώσει τον χαρακτηρισμό impudeur, δλδ αναίσχυντη. Πόσο αναίσχυντη όμως στ' αλήθεια είναι μία συγγραφέας που μας εμπιστεύεται τις μύχιες μνήμες και τους φόβους της; Που υπερασπίζεται τη Γυναίκα και την θέση της; που υποστηρίζει την ισότητα μέσα απο την διαφορετικότητα;

Από τούτο το βιβλίο δεν θα κρατήσω μόνο την ευθύτητα και την "τολμηρότητά" της. Ούτε τον όμορφο τρόπο που αποδίδει το ιδιωτικό μέσα από το συλλογικό. Υπάρχει και κάτι άλλο - η αιχμηρή διαπίστωση ότι όσο κι αν προοδεύσουμε, πάντοτε θα έχουμε "... ανάγκη το λυρισμό και τη συγκίνηση, το κόκκινο τριαντάφυλλο..."













Μικρό βιογραφικό: Η Αννύ Ερνώ γεννήθηκε στη Lillebonne της Νορμανδίας το 1940. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Ρουέν. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση και στο Centre national d' enseignement a distance (Cned). Το 1974 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα Les armoires vides. Το βιβλίο της L' occupation μεταφέρθηκε το 2002 στο κινηματογράφο με τον τίτλο L' autre. Τα χρόνια είναι το τελευταίο της βιβλίο, για το οποίο τιμήθηκε με τα βραβεία Μarguerite Duras (2008) και Francois Mauriac (2008). Τα έργα της διδάσκονται στο γαλλικό σχολείο ως σύγχρονη κλασική λογοτεχνία.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010






...Till Death Do Us Part...


Το θηλυκό έχει τραυματιστεί και η κατάστασή της είναι πολύ άσχημη.
Ο σύντροφός της
τής φέρνει τροφή και την φροντίζει.


Το αρσενικό σοκάρεται από τον θάνατό της και προσπαθεί να την
συνεφέρει. Όταν συνειδητοποιεί ότι είναι νεκρή, κλαίει γοερά...


...κι αποδέχεται ότι δεν θα ξαναγυρίσει πια στη ζωή, κοντά του.



Σημείωση: Οι φωτογραφίες των δύο πουλιών τραβήχτηκαν στην Ουκρανία και ο φωτογράφος τους, τις πούλησε με συμβολικό αντίτιμο σε πασίγνωστη γαλλική εφημερίδα, τα φύλλα της οποίας ξεπουλήθηκαν την ημέρα της δημοσίευσης των συγκεκριμένων εικόνων. Το αναδημοσιεύω από την τοπική εφημερίδα δίχως άλλα σχόλια.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010





Αυτή η νύχτα...


... είναι ζεστή, σχεδόν καλοκαιρινή γι' αυτό γύρισα με τα πόδια από το σπίτι μιας φίλης που είχα επισκεφθεί νωρίτερα χωρίς να βιάζομαι ιδιαίτερα. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε ανεπαίσθητα και ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Σάββατο βράδυ και δεν υπήρχε αρκετός κόσμος στο δρόμο. Παντού επικρατούσε ησυχία - αν εξαιρέσουμε βέβαια τον θόρυβο των ελάχιστων αυτοκινήτων και κάποιες συζητήσεις που έβγαιναν από τα ανοιχτά παράθύρα. Έτσι περπατώντας θυμήθηκα τον εαυτό μου χρόνια πριν, να περπατώ και πάλι όπως τούτο το βράδυ, έχοντας διανύσει ολομόναχη την απόσταση από την αρχή περίπου της παραλίας μέχρι την Μινέρβα - μια απόσταση διόλου κοντινή. Στο σημείο εκείνο θυμάμαι, έστριψα δεξιά και συνέχιζα να προχωρώ ευθεία μάλλον βιαστικά. Ήταν, τότε, καλοκαίρι, ήμουν τριών ή τεσσάρων -δεν θυμάμαι ακριβώς- και πολύ αποφασισμένη να φτάσω στην έκθεση επίπλων του πατέρα μου που βρίσκονταν στην οδό Δημητριάδος -στο μέρος που σήμερα είναι το Ταχυδρομείο- για να αποδείξω στους δικούς μου ότι μπορούσα να το κάνω. Ξέρετε, καθώς υπήρξα η πολύ μικρότερη από όλους στην οικογένεια, συνήθιζαν να διασκεδάζουν πειράζοντάς με ανελέητα. Κι ένα από τα πειράγματά τους ήταν το "δεν μπορείς να το κάνεις αυτό", ασχέτως αν "αυτό" ήταν κάτι πολύ απλό που μπορούσα βεβαίως να το κάνω, όπως πχ το να κουμπώσω το φόρεμά μου ή κάτι που ενείχε μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας όπως το να κάνω ποδήλατο. Εκείνη τη βραδυά, οι δικοί μου και η φιλική τους παρέα που κάθονταν μαζί μας σ' ένα από τα κέντρα της εποχής, επέμεναν ότι δεν μπορούσα να πάω στην έκθεση γιατί δεν ήξερα τον δρόμο. Ο ζαχαροπλάστης που πολύ αργότερα με παρέδωσε στους δικούς μου -οι οποίοι είχαν αναστατώσει τον κόσμο για να με βρουν- είπε ότι με κράτησε γιατί θεώρησε επικίνδυνο να με αφήσει να διασχίσω τον δρόμο: με είχε δει να στέκομαι στην άκρη του δρόμου και να περιμένω να σταματήσουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα για να περάσω απέναντι. Στο καλό! Μου απέμενε μόνο να διασχίσω έναν δρόμο διπλής κατεύθυνσης, να περπατήσω ένα τετράγωνο και να διασχίσω ακόμη έναν κεντρικό δρόμο για να φτάσω. Λίγο ακόμη και θα τα είχα καταφέρει!

Γέλασα ελεύθερα μ' αυτήν την ανάμνηση διώχνωντας για λίγο την ησυχία που επέστρεψε μετά από λίγες στιγμές. Δεν ακούγονταν τίποτα σ' όλη την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το σπίτι. Οι συζητήσεις είχαν πάψει παρόλο που τα φώτα στα μπαλκόνια παρέμεναν αναμμένα. Ήταν όμορφα. Πόσο πιο άνετα νιώθεις, τελικά, όταν η σιωπή σε τυλίγει με σχεδόν σκοτάδι και ζέστη. Είναι τόσο τρυφερή...


Σημείωση: Σκέφτηκα να μοιραστώ ετούτο το ψήγμα μνήμης
μαζί σας λόγω ανάλαφρης διάθεσης. Αφορμή (και για την διάθεση και για την ανάρτηση) στάθηκε το πιο πάνω ζωγραφικό έργο του Πάουλ Κλέε που φέρει τον τίτλο "ο ήλιος της νύχτας, πάνω από την πόλη". Διαβάστε, επίσης, εδώ ένα άρθρο πιο συνοπτικό για τον καλλιτέχνη.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010








 





"The soul should always stand ajar, ready to
welcome the ecstatic experience"

Emily Dickinson





Tο πρώτο πράγμα που μου ήρθε αυθόρμητα στο νου όταν τελείωσα το "Άβυσσος" (Πατάκης, 2007, μτφρ.Χριστίνα Θεοδωροπούλου) ήταν ο Τζ.Ντ.Σάλιντζερ κι αυτό γιατί η συγγραφέας του, Κάρμεν Λαφορέτ, περιγράφει με τον ίδιο απροκάλυπτο κι ωμό τρόπο, αλλά ακόμη πιο μελανά, την ζωή και τον ψυχισμό μιας νέας. Και μέσω αυτής αναβιώνει τη ζοφερή πραγματικότητα μια πόλης, μιας χώρας ολόκληρης, μιας εποχής.

Βρισκόμαστε στην Ισπανία, αμέσως μετά τον εμφύλιο
και λίγο πριν τον 2ο ΠΠ. Η Άντρεα φτάνει στην Βαρκελώνη για να σπουδάσει φιλολογία έχοντας αφήσει πίσω της τον εμφύλιο, την επαρχία όπου ζούσε, τον θάνατο της μητέρας της και "...την μάχη που είχα δώσει για δύο χρόνια με την ξαδέλφη μου την Ιζαμπέλ, ώσπου να με αφήσει να φύγω από κοντά της και ν' ακολουθήσω πανεπιστημιακές σπουδές... ερχόμουν με φόρα απ' τον πρώτο μου θρίαμβο...". Για όσο θα διαρκέσουν οι σπουδές της θα φιλοξενηθεί από την εύπορη -έτσι νομίζει επηρρεασμένη από διάφορες αφηγήσεις του παρελθόντος- οικογένεια της μητέρας της κι αυτό κάνει την Άντρεα να νιώθει, το λιγότερο, ενθουσιασμένη. 

Όταν φτάνει σπίτι τους, στην κεντρική οδό Αριμπάου, είναι νύχτα και την υποδέχεται μια μισότυφλη, κυρτή γυναικούλα, η γιαγιά της, που την καλωσορίζει σε αυτό που θα αποδειχθεί ένας αληθινός εφιάλτης. Το αλλοτινό μεγαλοαστικό διαμέρισμα έχει χωριστεί στα δύο και το ένα μισό έχει πουληθεί ενώ στο άλλο μισό ανάμεσα στην μούχλα, το κρύο, το μισοσκόταδο, την σκόνη, την σκουριά και τα παλιοκαιρισμένα έπιπλα στοιβάζονται έξι άτομα. Ο Χουάν, ένας αποτυχημένος ζωγράφος που δουλεύει ως νυχτοφύλακας σε εργοστάσιο για τα προς το ζην και ξυλοκοπά αγρίως τη γυναίκα του κάθε φορά που κυριεύεται από αδυναμία, υποψίες, ενοχές ή όταν δεν μπορεί να ξεσπάσει στον αδερφό του. Η Γκλόρια, μια τσαπατσούλα μα ευαίσθητη και χαριτωμένη γυναίκα που δέχεται το ξύλο και τα υποτιμητικά σχόλια (όλοι -εκτός από την γιαγιά- την έχουν για κάτι λιγότερο από πόρνη κι ανεγκέφαλη και της το δείχνουν με την πρώτη ευκαιρία) με κουτό ύφος ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτή που συντηρεί την οικογένεια "σκοτώνοντας" τους πίνακες του άντρα της και με όσα μπορεί να εξοικονομήσει ξενυχτά στην παράνομη λέσχη της αδερφής της χαρτοπαίζοντας για να κερδίσει κάποια επιπλέον χρήματα ώστε να αγοράσει φάρμακα για το μωρό της. Η Γκλόρια, είναι, επίσης, παθιασμένη με τον Ρομάν. Ο μικρότερος αδερφός του Χουάν, χαρισματικός μουσικός, πρώην κομμουνιστής και καταδότης, την προκαλεί ερωτικά. Διαθέτοντας ακόμη την αύρα ενός ξεχωριστού ανθρώπου δεν διστάζει να φλερτάρει αισθησιακά την Άντρεα και να ασκήσει όλη την γοητεία του στην φίλη της, Ένα.

Η θεία Αγκούστιας είναι η προσωποποίηση του αυταρχισμού και του πουριτανισμού. Σα να βγήκε από γκραβούρα του Γκόγια, ο ύπνος της λογικής, άλλωστε, γεννά τέρατα. Με την άφιξη της ανηψιά της αναλαμβάνει τον ρόλο του παιδαγωγού, παιδονόμου καλύτερα, και καταπιέζει αφόρητα την ΄Αντρεα. Σε όλο το βιβλίο, εξάλλου, εκτός απο την μιζέρια και την απόλυτη ένδεια επικρατεί και η καταπίεση - ψυχολογική και ερωτική. Η ίδια η Αγκούστιας στο παρελθόν είχε καταπιέσει την αγάπη της για τον δον Χερόνιμο επειδή ο πατέρας της σχολίασε ότι "... ήταν πολύ λίγος για εκείνη...". Όταν, νικημένη από τον ίδιο
της τον πουριτανισμό, φεύγει για να μονάσει, η Άντρεα με μεγάλη ανακούφιση αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού της. 
 

 
Στερείται ακόμη και τα βασικά, πεινάει στην κυριολεξία - τρώει τα ξεροκόμματα που της αφήνει η γιαγιά κρυφά κάθε βράδυ στο κομοδίνο ενώ πίνει το ξεχασμένο νερό όπου είχε βράσει προηγουμένως τα λαχανικά η Αντόνια - η οικόσιτη βοηθός του σπιτιού που τρέφει παθολογική αγάπη για τον σκύλο της και αδιαφορία για τους υπόλοιπους. Παρ΄όλα αυτά η Άντρεα αντέχει και παραμένει " σε επαγρύπνηση", ajar όπως λέει η Έμιλυ Ντίκινσον, έτοιμη να καλωσορίσει την κάθε εκστατική εμπειρία που γι'αυτήν είναι να γευτεί όσο πιο έντονα και αληθινά μπορεί τον κόσμο. Παρακολουθεί με συνέπεια τα μαθήματά της στο πανεπιστήμιο και γνωρίζεται με μποέμ καλλιτέχνες και πλούσιους "εστέτ" συμφοιτητές της. Η Ένα, μία από αυτές τις πλούσιες συμφοιτήτριες, γίνεται η καλύτερή της φίλη, ενώ η μητέρα της αποδεικνύεται πρόσωπο-κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του αινιγματικού Ρομάν καθώς στα νιάτα της υπήρξε ερωμένη του.

Παρ' όλες τις διεξόδους που της προσφέρει η συναναστροφή της με την Ένα, ο δεσμός της με τον Πονς και η παρέα με τους υπόλοιπους φίλους της, η Άντρεα ασφυκτιά όλο και πιο πολύ σε τούτη την παρακμιακή ατμόσφαιρα. Όταν αυτοκτονεί ο Ρομάν πέφτει σε κατάθλιψη. Απομονώνεται, φαντασιώνεται, παραληρεί, "τρέχει απελπισμένα στους δρόμους ντυμένη με το μαύρο της φόρεμα. Από τούτη την γκόθικ πραγματικότητα την βγάζει ο πατέρας της Ένα που της προτείνει να δουλέψει στο καινούργιο γραφείο του στη Μαδρίτη. Η Άντρεα φεύγει χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς αποχαιρετισμούς. Σ' αυτό το σημείο η αφήγηση τελειώνει - το μέλλον της αρχίζει να αναδύεται...
 
 
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1944 και την επόμενη χρονιά πήρε το βραβείο Πρέμιο Ναδάλ - το αρχαιότερο και μεγαλύτερου κύρους λογοτεχνικό βραβείο στην Ισπανία. Η Κάρμεν Λαφορέτ ήταν τότε 23 χρονών και δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχθεί τις εγκωμιαστικές κριτικές της εποχής - αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που την παραλληλίζουν με τον Τζ.Ντ.Σάλιντζερ. Κι όπως κι εκείνος, μολονότι συνέχισε να γράφει μέχρι τέλους, δεν μπόρεσε να δώσει κάτι άλλο εφάμιλλο του πρώτου της αυτού βιβλίου - ένα μυθιστόρημα που θεωρείται χρονικό μιας "άγριας μύησης" περισσότερο από ένα μυθιστόρημα "ενηλικίωσης". Η Άβυσσος αναμετριέται επίσης και με τα Ανεμοδαρμένα Ύψη καθώς αποπνέει την ίδια σκοτεινή, παγερή κι απόμακρη αίσθηση - αυτή άλλωστε δεν είναι η ατμόσφαιρα που γεννά η καταπίεση, η λογοκρισία, οι προκαταλήψεις και η σεμνοτυφία; Η Λαφορέτ αντιστάθηκε σ' αυτήν την άβυσσο, όπως κάθε νέος άλλωστε οφείλει να κάνει, με την οξεία παρατηρητικότητα και την θαραλλέα της γλώσσα δίχως να ξεπέφτει στιγμή στο μελόδραμα ή στην κακομοιριά αλλά αντίθετα "... με μια ανθρώπινη ομορφιά που τροφοδοτεί την κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου με την καθαρή ουσία της συγγραφής" όπως σχολιάζει ο κριτικός της λογοτεχνίας Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Κι αυτός, είμαι σίγουρη, είναι ο λόγος που η Κάρμεν Λαφορέτ κατατάσσεται στο πάνθεον της ανδροκρατούμενης μεταπολεμικής λογοτεχνίας της Ιβηρικής Χερσονήσου.



Σημείωση: Η πρώτη φωτογραφία είναι αυτή του εξωφυλλου του βιβλίου και υποθέτω ότι είναι η Κάρμεν Λαφορέτ σε νεαρή ηλικία γιατί μοιάζει πάρα πολύ με το άτομο που εικονίζεται στην δεύτερη φωτογραφία και είναι η ίδια η συγγραφέας.



Παράκληση: Μήπως μπορεί κάποιος να μου πει γιατί δεν λειτουργεί ο extreme tracker;Τι μπορώ να κάνω για να ξεκολλήσει;

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010





Ερώτηση.
Κι απάντηση
;


- Τι θα νέκρωνε τη σκέψη μας;
- Η έλλειψη παιχνιδιού.

Κώστας Αξελός



Αυτά τα λόγια του στοχαστή Κώστα Αξελού, που πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα, προέκυψαν αυθόρμητα καθώς διάβαζα ένα άρθρο για τον Κίερον Ουίλιαμσον, τον ταλαντούχο επτάχρονο, οι πίνακες του οποίου, από παστέλ και τέμπερα, είναι αυτή τη στιγμή περιζήτητοι. Όχι βέβαια ότι η σκέψη του μικρού -στην ηλικία- ζωγράφου κινδυνεύει να νεκρωθεί μιας και οι γονείς του τον στηρίζουν και τον ενθαρρύνουν να ασχοληθεί με αυτό που του αρέσει και, σύμφωνα με το άρθρο, δείχνουν αρκετή σύνεση στον χειρισμό αυτής της εκπληκτικής δεξιότητας του παιδιού τους. Από τα λεγόμενά τους δε, δεν προκύπτει ότι υποδαυλίζουν -με κάποιον τρόπο- την παραγωγή 6 πινάκων την εβδομάδα - αυτός είναι ο ρυθμός που ζωγραφίζει ο Κίερον. Όμως, πουθενά δεν γίνεται λόγος για αυτό που χρειάζεται κάθε παιδί περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο σε αυτήν την ηλικία: το παιχνίδι. Κι αναρωτιέμαι: τόσο, πια, περιττό θεωρείται σήμερα;



Σημείωση: Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Κίερον Ουίλιαμσον. Δείτε εδώ περισσότερους.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010





Λοιπόν...


... πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τότε που ξεκίνησα τούτο εδώ το blog και ειλικρινά, δεν κατάλαβα το πως. Θυμάμαι ότι μπήκα με σχετική αμηχανία: "εγώ, στον αέρα;" σκεφτόμουν. Η απλή περιέργεια της εκκίνησης με τον καιρό εξελίχθηκε σε μεγάλο ενθουσιασμό και τώρα έχει γίνει πλέον αγαπημένο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Στ' αλήθεια, δεν περίμενα να απολαμβάνω τόσο ετούτο τον ελεύθερο και άκρως δημιουργικό τρόπο έκφρασης - η διαδικασία του να ψάχνω για πληροφορίες, να γράφω κείμενα που να ανταποκρίνονται σε εκείνο που νιώθω και πιστεύω, να ταιριάζω εικόνες, λινκς, σημειώσεις, να ελέγχω και να σβήνω πολλές φορές τα κομμάτια μέχρι να με ικανοποιήσει το αποτέλεσμα πριν τα αναρτήσω με εξιτάρει αφάνταστα. Από αυτόν τον ένα χρόνο, εκείνο όμως που κρατώ με πολύ προσοχή και τρυφερότητα είναι οι υπέροχοι άνθρωποι που γνώρισα - άνθρωποι με απίστευτη διάθεση να συζητήσουν με χιούμορ και σοβαρότητα, άνθρωποι που σίγουρα δεν θα γνώριζα ποτέ εάν δεν δημιουργούσα το blog. Αναφέρομαι σε όλους εσάς που με συμπεριλάβατε στις λίστες σας και σ' εσάς που με επισκέπτεστε έστω κι αν δεν αφήνετε κάποιο σχόλιο. Ιδίως όμως αναφέρομαι σ' εσάς που μου "μιλάτε", που μου εμπιστευθήκατε κάποια σκέψη, μια γνώμη, ένα απλό "γεια". Μμμ... λοιπόν, ο πρώτος απολογισμός δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, άσχημος. Μιας όμως που η σημερινή μέρα διαθέτει και δεύτερα γενέθλια, συνεπώς και δεύτερο απολογισμό, θα σταματήσω εδώ γιατί δεν θέλω να σας κουράσω - τουλάχιστον όχι τώρα.

Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε στην υπέροχη (επαναλαμβάνομαι, το ξέρω) παρέα σας κι ελπίζω να τα λέμε για πολύ ακόμη.


*