Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013








"Θυμήθηκα 
το πρώτο μου έργο. 




Ήταν ποίημα. Είναι τόσο φυσικό οι πρώτες σκέψεις, τα πρώτα μας συναισθήματα να πάρουν ένα ρυθμό μέσα μας και να εκδηλωθούν σε στίχους! Ο άνθρωπος είναι όπως ο Κόσμος, ή μάλλον ο Κόσμος είναι όπως ο άνθρωπος. Και τα δύο αυτά όντα, που τὄνα αποτελείται από το άλλο, πρώτα τραγούδησαν και ύστερα μίλησαν."








Σημείωση: Το πιο πάνω απόσπασμα προέρχεται από το  διήγημα του Μ.Καραγάτση "Πώς άρχισα να γράφω" που βρίσκεται στη συλλογή "Νεανικά Διηγήματα" (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1993).

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013









Feelings, ghosts and shapes 
into a living spirit

  
"Μολονότι δεν είχα το προνόμιο να υποστώ το χιτλερικό Ολοκαύτωμα, έζησα στη Νέα Υόρκη μαζί με πρόσφυγες της μεγάλης δοκιμασίας. Έτσι, σπεύδω να πω ότι σ' αυτό το μυθιστόρημα σε καμμία περίπτωση δεν είναι η αντιπροσωπευτική ιστορία ενός πρόσφυγα, της ζωής και της βιοπάλης του."  Έτσι προλογίζει ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ το βιβλίο του "Εχθροί, μια ερωτική ιστορία" (μτφρ. Βασίλης Αμανατίδης - Καστανιώτης, 2009) στο οποίο οι πρωταγωνιστές του, όπως και στα περισσότερα έργα του άλλωστε, εκτός από θύματα της προσωπικότητάς τους και της μοίρας είναι επιπλέον και θύματα του ναζισμού. 

Έχοντας επιζήσει από το Ολοκαύτωμα, ο Χέρμαν μεταναστεύει στην Αμερική, παίρνοντας μαζί του την Πολωνο-εβραία υπηρέτρια που είχαν στο πατρικό του και η οποία του έσωσε τη ζωή - για τρία χρόνια, και με κίνδυνο να συλληφθεί όλη η οικογένειά της, η Γιάντβιγκα τον συντηρούσε και τον φρόντιζε καθημερινά στον αχυρώνα του σπιτιού της όπου τον είχε κρύψει από τους Ναζί. Για να ανταποδώσει την γενναιόδωρη αυτοθυσία της, ο Χέρμαν την παντρεύεται. Παράλληλα όμως διατηρεί ερωτική σχέση με την Μάσα, μια νευρωτική και παθιασμένη γυναίκα που επέζησε από τα κολαστήρια των στρατοπέδων συγκέντρωσης και προσπαθεί τώρα να ζήσει τη ζωή ως το μεδούλι. Μαζί μοιράζονται τις ερωτικές εμμονές τους, κάτι που βοηθά και τους δυο να υπάρξουν στο παρόν, και μόνο σ'αυτό.  


Η διατήρηση μιας ισορροπίας δεν είναι εύκολη υπόθεση για τον Χέρμαν - η απλοϊκή Γιάντβιγκα, που συμπεριφέρεται ακόμη σαν υπηρέτρια, στην αρχή τον εμπιστεύεται απόλυτα όταν της λέει ότι δουλεύει ως πλασιέ βιβλίων και η δουλειά απαιτεί πολλά μακρινά ταξίδια που, βεβαίως, διαρκούν πολλές ημέρες. Αργότερα, όμως, ξεμυτίζοντας διστακτικά από το διαμέρισμά τους και πιάνοντας φιλίες με γειτόνισσες που την νουθετούν καταλλήλως, η Γιάντβιγκα αρχίζει να αντιδρά για τις απουσίες του Χέρμαν ο οποίος, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ένας συγγραφέας-φάντασμα στην υπηρεσία του πλουσιότατου και κοινωνικότατου πλην όμως αμόρφωτου ραββίνου Λάμπερτ και τις ημέρες που "εργάζεται" ως πλασιέ σε εκτός έδρας ταξίδια τις περνά στο διαμέρισμα της Μάσα η οποία
αν και ξέρει για την Γιάντβιγκα, δεν την απασχολεί ιδιαίτερα η ύπαρξη της. Εκεί, συμβιώνει επίσης με την μητέρα της Μάσα η οποία τηρεί απαρέγκλητα τους κανόνες, τα έθιμα και τη λατρεία της εβραϊκής θρησκείας. Και παρόλο που η σχέση της κόρης της αντιβαίνει όλα τα παραπάνω, η Σίφρα Πούαχ έχει βρει έναν δικό της τρόπο να αποδεχθεί την αμαρτία της κόρης και τον κατά τα φαινόμενα συνετό Χέρμαν.

Η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα φορτική όταν η Μάσα μένει έγκυος. Ο Χέρμαν αρχίζει να παραμελεί ολοφάνερα και συστηματικά τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις και να περιφέρεται στην Νέα Υόρκη με ύφος μονίμως προβληματισμένο έως παρανοϊκό, χαμένος στις σκέψεις και τα ψέματά του - εκτός από την Γιάντβιγκα,  έχει πει ψέμματα και στον ραββίνο Λάμπερτ, ότι δλδ μένει στο διαμέρισμα ενός φίλου ο οποίος δεν έχει τηλέφωνο.
Ο Χέρμαν ψεύδεται ακόμη και στον εαυτό του. Ωστόσο, εκείνο που πραγματικά αναδύεται μέσα από τα ψέματά του είναι ο φόβος - ανίκανος για οποιαδήποτε μορφής δέσμευση κι έχοντας χάσει την πίστη του στον Θεό και κάθε έννοια σκοπού ή ελπίδας, αποφεύγει τους πάντες, όπως αποφεύγει και την αληθινή ζωή και συμβιβάζεται με μισά: μισή ζωή με την Γιάντβιγκα, η άλλη μισή με τη Μάσα, κάποιο μισό κομμάτι, επίσης, στα γραπτά του ραββίνου.

Τη στιγμή που ο Χέρμαν έχει, επιτέλους, αποφασίσει να παντρευτεί (με θρησκευτικό γάμο και κρυφά από όλους) την Μάσα, εμφανίζεται στην κυριολεξία από το πουθενά  η Ταμάρα, η νόμιμη πρώτη σύζυγος του Χέρμαν με την οποία ήταν παντρεμένος πίσω στην Πολωνία. Η Ταμάρα  και τα δύο τους παιδιά είχαν συλληφθεί και μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, και με βάση μαρτυρίες, όλοι τούς θεωρούσαν νεκρούς. Έκαναν όμως λάθος. Η Ταμάρα είχε γλιτώσει και δραπετεύσει στη Μόσχα κι από εκεί μετανάστευσε στο τώρα και στη Νέα Υόρκη. Η αμφίβολη ισορροπία του Χέρμαν κλονίζεται ενώ η Γιάντβιγκα, που την αναγνωρίζει αμέσως,  παθαίνει σοκ νομίζοντας πως είναι φάντασμα.



Η τραγωδία, η έκσταση και η μοίρα των ανθρώπων είναι ο βασικός καμβάς στην πεζογραφία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ και τα προσεγγίζει -διϋλίζει, θα έλεγα, με τον τρόπο που γράφει- μέσω του Εβραϊσμού. Εδώ όμως δεν τον απασχολεί τόσο έντονα η θρησκευτικότητα του Χέρμαν, ούτε κάποια άλλη έκφρασή της. Εκείνο που βαραίνει την πένα του Σίνγκερ είναι το ζήτημα του Εαυτού και η θέση του στον καινούργιο κόσμο που δημιουργείται  μετά το τέλος του 2ου ΠΠ - η πολύβουη και "άυπνη" Νέα Υόρκη του '49 είναι μία μεγαλούπολη που ακόμη και μέσα στον ζόφο της εποχής βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση προς ολοταχώς. "Η εποχή του φύρδην-μίγδην. Να δουλεύεις στα γρήγορα, να τρως στα γρήγορα, να μιλάς στα γρήγορα,  ακόμη και να πεθαίνεις στα γρήγορα. (...) Ο ίδιος ο χρόνος πιέζεται να βρει χρόνο μες τον οποίο θα φέρει σε πέρας τα καθήκοντα που μόνος του ανέλαβε μέσα στο αχανές διάστημα, σε άπειρες διαστάσεις."

Αυτό φαντάζει Γολγοθάς για τον Χέρμαν που η ματιά του μετατρέπει την Ν.Υόρκη σε ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης, με τις μνήμες να επιστρέφουν σαν σε καλειδοσκόπιο. Εκτός από τις σαββατιάτικες βόλτες με την Γιάντβιγκα στο Μπόρντγουοκ (η ξύλινη εξέδρα για πεζούς και οχήματα που βρίσκεται στην ανατολική ακτή του Μπρούκλιν, κατά μήκος του ωκεανού, με λούνα παρκ, ψυχαγωγικά κέντρα, κ.λπ.) οποιαδήποτε άλλη διαδρομή κι αν ακολουθεί ο Χέρμαν μετατρέπεται σε αγώνα ταχύτητας για να προλάβει τις αποστάσεις και τις διαθέσεις του οι οποίες συνεχώς μεταβάλλονται. "Ο Χέρμαν ανέβηκε μέχρι και το δεύτερο πλατύσκαλο και σταμάτησε - όχι από κούραση, αλλά γιατί χρειαζόταν χρόνο για να συμπληρώσει μια φαντασίωση. Τι θα γινόταν αν η γη χωριζόταν στα δύο, ακριβώς ανάμεσα στο Μπρονξ και το Μπρούκλιν; Αυτός θα έπρεπε να παραμείνει εδώ. Εκείνο το μισό που είχε πάνω του τη Γιάντβιγκα θα έλκονταν προς ένα διαφορετικό αστερισμό, από ένα άλλο άστρο. Τι θα γινόταν τότε;"

Τούτη η αμφιθυμία είναι ένα ακόμη στοιχείο των πρωταγωνιστών του Ι.Μ.Σίνγκερ οι περισσότεροι από τους οποίους παλινδρομούν μεταξύ καθήκοντος και επιθυμίας. Οι στάχτες και τα φαντάσματα του Ολοκαυτώματος, η αιώνια ενοχή -που θαρρώ πως είναι με κάποιο τρόπο έμφυτη στους Εβραίους-, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, το άγχος της ύπαρξης και η σφοδρότητα των συναισθημάτων κυριαρχούν και σε τούτη την ερωτική ιστορία, όπως άλλωστε και σε κάθε έργο του Μπάσεβις - τ
ουλάχιστον σ' αυτό που έχει μεταφραστεί έως σήμερα διότι υπάρχουν ακόμη διηγήματα και μυθιστορήματά του συγγραφέα που δεν έχουν μεταφραστεί από τα γίντις. Οι επιπτώσεις τους έχουν ολέθρια αποτελέσματα στην ζωή των πρωταγωνιστών - στην συγκριμένη περίπτωση ο Χέρμαν ρημάζει στην κυριολεξία την ζωή και της Γιάντβιγκα και της Μάσα, εγκαταλείπει την επιχείρηση που του παραχώρησε ο θείος της Ταμάρα -ένα ατμοσφαιρικό βιβλιοπωλείο- κι εξαφανίζεται. Η Ταμάρα, με αξιοσημείωτη ψυχραιμία και λογική, είναι εκείνη που θα περιμαζέψει τα ερείπια που αφήνει πίσω του και θα οικοδομήσει έναν κόσμο στέρεο και φωτεινό - αναλαμβάνει το βιβλιοπωλείο και φροντίζει ώστε η Γιάντβιγκα με το μωρό της να μείνουν μαζί της. Όχι, δεν είναι λάθος διατύπωση αλλά μην περιμένετε να σας αποκαλύψω όλη την ιστορία.


To "Εχθροί, μια ερωτική ιστορία", όπως και το υπόλοιπο έργο του εξαιρετικού Ι.Μ.Σίνγκερ, γράφτηκε στα γίντις το 1966 και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην γίντις εφημερίδα "The Forward" όπου ο συγγραφέας εργαζόταν από την ημέρα που μετανάστευσε στην Αμερική -το 1935, τέσσερα χρόνια πριν την γερμανική εισβολή και το Ολοκαύτωμα- μέχρι, νομίζω, την απόσυρσή του από τη δημοσιογραφία. Ξεχωρίζει, ωστόσο, διότι είναι το πρώτο μυθιστόρημα που ο Σίνγκερ τοποθετεί σε αμερικανικό έδαφος. Ξεχωρίζει, επίσης, και για την επιλογή των πρωταγωνιστών του καθώς τα περισσότερα άτομα είναι γυναίκες - το βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί και ως μελέτη των πολλών όψεων της θηλυκότητας. Η δουλικότητα της Γιάντβιγκα και η σταδιακή αφύπνισή της, το πάθος, ο ερωτισμός, η χειραφέτηση και οι νευρώσεις της Μάσα, η σταθερότητα, η φροντίδα και η ισχυρή αξιοπρέπεια της Ταμάρα θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να αποδοθούν. Ο Ι.Μ. Σίνγκερ όμως το κάνει με χαρακτηριστική συντομία και σαφήνεια χωρίς να θυσιάζει το συναίσθημα.

Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά αργότερα - το 1972.  Η ελληνική έκδοσή του, με την στρωτή γλώσσα και τις υποσημειώσεις του -στο τέλος της αντίστοιχης σελίδας κι όχι στο τέλος του βιβλίου που με αποσυντονίζει- βοηθούν πολύ στην ανάγνωση τούτης της ερωτικής ιστορίας που ισορροπεί θαυμάσια μεταξύ τραγωδίας
και σάτυρας - δίπλα στις θλιβερές περιγραφές του Ολοκαυτώματος, ο Ι.Μ.Σ. παρατάσσει, εκτός από την λεπτή ειρωνία του, σκέψεις και οι αντιδράσεις του Χέρμαν που φέρνουν στο νου σκηνές σπλάπστικ από ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Με τέτοιες εντάσεις κι αντιθέσεις σ' έναν τόσο ιδιαίτερο συνδυασμό απορώ που οι αδελφοί Κοέν δεν το έχουν συμπεριλάβει ακόμη στο παλμαρέ τους.

Είναι αλήθεια πως το "Εχθροί, ..." δεν φτάνει στο ύψος του αριστουργηματικού "Σκιές στον ποταμό Χάντσον". Διαβάζεται όμως ως ένας πρόλογός του όπου ο Σίνγκερ με σχεδόν ανάλαφρο αλλά διεισδυτικό τρόπο σε μυεί στον κόσμο του - έναν κόσμο ζοφερό, σπαρακτικό και για πολλούς από τους ήρωές του καταστροφικό. Ως αναγνώστης, όμως, "επιζείς" νιώθοντας τυχερός που γνώρισες μία τόσο ανθρώπινη γραφή.




 




Σημειώσεις: 1) Ο Paul Mazursky "πρόλαβε" τους Κοέν και το 1989 μετέφερε το μυθιστόρημα στο εκράν με εξαιρετικό τρόπο - η ταινία, εκτός από τις εγκωμιαστικές κριτικές, συγκέντρωσε και τρεις υποψηφιότητες για τα ΄Οσκαρ, οι δύο από τις οποίες αφορούσαν στις Anjelica Huston (Ταμάρα) και Lena Olin (Μάσα). 2) Το εικαστικό ανήκει στον Clyfford Still, έναν πρωτοπόρο αμερικανό ζωγράφο και ηγετική φυσιογνωμία του Αφηρημένου Εξπρεσσιονισμού. Ήταν ο πρώτος που έκανε το πέρασμα στο τόσο νέο και ριζικά αφηρημένο ύφος  στο οποίο δεν υπάρχει προφανές θέμα και το οποίο ξέρουμε από τα έργα των Ρόθκο, Ντε Κούνινγκ, Πόλλοκ, κ.α. Η πρώτη φωτογραφία είναι στιγμιότυπο από την ταινία "Safety Last!" του Harold Lloyd  ενώ στο τέλος εικονίζεται ο συγγραφέας.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013









Περί αποστήθισης



   Ένα μικρό αγόρι κοιμάται στο δεξί του πλευρό, το δεξί του χέρι κρέμεται από το κρεβάτι. Από ένα στρογγυλό μεγάφωνο ακούγεται μια μαλακιά φωνή.
     "Ο Νείλος είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Αφρικής και το δεύτερο στον κόσμο. Αν και δεν έχει το μήκος του Μισσισσιπή, διασχίζει μεγαλύτερη απόσταση..."
     Στο πρωινό γεύμα κάποιος το ρωτάει: "Τόμυ, ποιο είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Αφρικής;" Ο Τόμυ κουνάει ανήξερο το κεφάλι του. "Δεν θυμάσαι κάτι που ξεκινάει: Ο Νείλος είναι..."
     "Ο-Νείλος-είναι-το-μεγαλύτερο-ποτάμι-της-Αφρικής-το-δεύτερο-μεγαλύτερο-σε-μήκος-ποτάμι-του-κόσμου..." Οι λέξεις τού ερχόντουσαν στο μυαλό αυτόματα.
     "Λοιπόν, ποιο είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Αφρικής;"
     Βλέμμα κενό. "Δεν ξέρω."
     "Μα ο Νείλος, Τόμυ".
     "Ο-Νείλος-είναι-το-μεγαλύτερο-ποτάμι κ.λπ.".
     "Λοιπόν, Τόμυ, άρα ποιο είναι το μεγαλύτερο ποτάμι;"
     Ο Τόμυ έβαλε τα κλάματα. "Δεν ξέρω", ούρλιαξε.




 



Σημειώσεις: Απόσπασμα από το "Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος" του Aldous Huxley, ένα πραγματικά θαυμάσιο, ένα τρομακτικά θαυμάσιο μυθιστόρημα (για το οποίο θα αξολουθήσει κάποια στιγμή ανάρτηση). Η εικονογράφιση ανήκει στον σημαντικό Ισπανό σχεδιαστή και εικονογράφο Manuel Estrada  ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εικονογράφιση των ισπανικών εκδόσεων των βιβλίων του Ζοζέ Σαραμάγκου. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το όμορφο αυτοβιογραφικό αφήγημα του Πορτογάλου νομπελίστα για παιδιά "Η σιωπή του νερού" (μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά - Καστανιώτης, 2012) με  δική του εικονογράφιση, απ' όπου και η πιο πάνω λεπτομέρεια.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013








Για τον Σέιμους




ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Τέρμινα δέκα τη δεκάτη, δέκα οι δέκα, δέκα οι εκατό και να, στη δύση της μεγάλης χιλιετίας, ελεύθερος για λίγο, κατά τις προφητείες και τις γραφές, μόνο που δεν ήξερες πως θα σου έπεφτε ο κλήρος να ξεσκεπάσεις το λάκο και να λευτερώσεις το θεριό. Ως εδώ ήταν λοιπόν, ως εδώ κι ούτε λεπτό ακόμα, αφού το θεριό πια θέριεψε και ο λάκος στένεψε κι είναι τόση η μπόχα της σαπίλας και της αποφοράς, που ένα σπίρτο μονάχα ν' ανάψεις, ο αέρας θα λαμπαδιάσει και ο λάκος θα εκραγεί, την ώρα ακριβώς που θα σημάνει μεσάνυχτα η καμπάνα – αν ποτέ σημαίνει τις ώρες μετά τις πέντε μ.μ. – τα μάτια του θεριού φλογισμένα στο αντίκρισμά σου, στο αντίκρισμα του φωτός, κι εσύ με κρύα καρδιά ξανασκέφτεσαι αυτό που έχεις να κάνεις, αν το καλοσκεφτείς, αν δεν το σκεφτείς μονάχος, πως τούτη η ώρα δεν είναι απ' τον πλανήτη που ψύχεται αλλά από μια εντελώς διαφορετική πηγή, ας πούμε μια χαλκευμένη διάθεση-αίσθηση-συναίσθηση-εμπειρία, γιατί καθώς συναρμολογούσαν τα συντρίμμια του ανεπανάληπτου μακελειού και της φλογοθύελλας του 2000, κατόπιν εορτής, το ρολόι ψηλά στο καμπαναριό σήμανε δώδεκα στ' αλήθεια, μόνο που δεν καταγράφηκε.

 
                                                                   Στρατής Χαβιαράς





Σημείωση: Το πορταίτο του Seamus Heany είναι του Ross Wilson και βρίσκεται στη National Portrait Gallery του Λονδίνου.






Διαβάζοντας

εικόνες



Μετά από την δύσκολη επιλογή της προηγούμενης ανάρτησης, είπα να αναστρέψω λίγο το κλίμα. Και τι καλύτερο από ένα βιβλίο που συνδυάζει τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική - συνδυασμός που είναι από μόνος του ικανή συνθήκη για να λατρέψω αυτό που κρατώ στα χέρια μου. Βέβαια, εικονογραφημένα μυθιστορήματα για ενηλίκους είναι σπάνια σήμερα μιας κι όσα υπάρχουν απευθύνονται στις μικρές ηλικίες αλλά αυτό είναι μια μικρή λεπτομέρεια καθώς γνωρίζεται ήδη πως διαβάζω κάθε "μικρό" ή "μεγάλο" βιβλίο χωρίς προκατάληψη κι ενδοιασμούς.

Στην κατηγορία των εικονογραφημένων βιβλίων, λοιπόν, ανήκουν και τα Βουβά/Σιωπηλά Βιβλία (Silent Books) που, όμως, δεν είναι αμιγώς λογοτεχνία - ναι μεν διηγούνται μια ιστορία αλλά το κάνουν χωρίς λέξεις, μόνο μέσω των εικόνων. Βαρετές βρεφικές καταστάσεις θα σκεφτείτε κι έχετε δίκιο - η πληθώρα αυτών των βιβλίων απευθύνεται σε βρέφη και πολύ μικρά παιδιά. Ωστόσο, το "Ζουμ" (Ωκεανίδα, 2000) του Ούγγρου εικονογράφου Istvan Banyai είναι μια εκπληκτική εξαίρεση - οι ενήλικες φαίνεται πως το απολαμβάνουν περισσότερο αν και δεν έχει καθόλου λέξεις, ούτε καν μία συγκεκριμένη μυθιστορηματική πλοκή, έστω και απλοϊκή, με ήρωες, δυσκολίες, δράση, αρχή,  μέση και τέλος. Για την ακρίβεια, δεν έχει καθόλου στόρυ. Μόνο εικόνες. Και πολλές σκέψεις.

Στην πρώτη σελίδα βλέπουμε μια ζωγραφιά με τέσσερα κόκκινα τριγωνικά σχήματα ενωμένα μεταξύ τους, σε άσπρο φόντο με γαλάζιες πιτσιλιές - μοιάζει με τέσσερις απότομες κορυφογραμμές σε μεταμοντέρνα απόδοση. Είναι όμως αυτό; Γυρνώντας την σελίδα ανακαλύπτεις ότι πρόκειται για το κατακόκκινο λειρί ενός απλού, καρτουνίστικου πετεινού. Στην επόμενη εικόνα ανακαλύπτουμε ότι ο πετεινός είναι αυτό που κοιτούν δυο μικρά παιδιά μέσα από ένα παράθυρο. Στην μεθεπόμενη, βλέπουμε ότι τα παιδιά βρίσκονται στο σπίτι τους, σε μια φάρμα, η οποία ως εικόνα είναι το εξώφυλλο ενός περιοδικού, το οποίο κρατά ένα αγόρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σε ένα πλοίο, το οποίο είναι ένα μεγάλο κρουαζιερόπλοιο και το οποίο είναι η εικονογράφιση μιας αφίσας, η οποία είναι τοποθετημένη στο πλαϊνό μέρος ενός λεωφορείου, το οποίο κινείται σε μια μεγαλούπολη, η οποία αποτελεί την τηλεοπτική εικόνα που βλέπει ένας Ινδιάνος θεατής, ο οποίος βρίσκεται...
 


Το βιβλίο τούτο βραβεύτηκε από τους New York Times και το Publishers Weekly ως το πιο εντυπωσιακό από τα δέκα καλύτερα βιβλία της χρονιάς (1995) και είναι το πρωτόλειο του Ιστβάν Μπανιάι, του ουγγρικής καταγωγής εικονογράφου και κομίστα που καταξιώθηκε διεθνώς ως  ταλαντούχος καλλιτέχνης  χάρη στο μοναδικό ύφος των ζωγραφιών του: έναν συνδυασμό φιλοσοφίας και εικονοκλαστικής αντίληψης του κόσμου.  Εδώ, χρησιμοποιεί την φωτογραφική τεχνική του ζουμ-άουτ και μ' αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο μας μεταφέρει σε πολλούς και διαφορετικούς τόπους, μας συστήσει πολλούς ανθρώπους και διαφορετικούς πολιτισμούς και μ' ένα ειρωνικό, σιωπηλό, χιούμορ σχολιάζει τους δείκτες και τα σύμβολά τους. Ταυτόχρονα μας εξοικειώνει με την σχετικότητα της αλήθειας και τις πολλές όψεις της - στην τέχνη και στην λογοτεχνία, άλλωστε, δεν υπάρχει μία αλήθεια. Όπως και στη ζωή, τα πάντα εξαρτώνται από την θέση από την οποία βλέπουμε ένα γεγονός κι αυτό αποτυπώνεται με θαυμάσιο τρόπο εδώ - γυρνώντας τις σελίδες  η προοπτική  μετατοπίζεται και η αληθινή εικόνα αλλάζει: η φάρμα που βλέπουμε είναι μία πραγματικότητα,  η εικόνα της φάρμας ως εξώφυλλο ενός περιοδικού, όμως, είναι μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.  Η θεωρία του Μαγκρίτ εικονογραφημένη για παιδιά, λοιπόν;

Το "Ζουμ" είναι ένα οπτικό βιβλίο που, σύμφωνα με τους εκδότες του, απευθύνεται σε παιδιά 5-8 ετών. Ωστόσο, προκαλεί κι εκγυμνάζει το βλέμμα των αναγνωστών κάθε ηλικίας και  αμφισβητεί με την ίδια ένταση τις βεβαιότητες όλων. Οι μικρότερης ηλικίας, ωστόσο, θα ωφεληθούν λίγο περισσότερο - ασκούνται στην παρατήρηση και την δημιουργική αφήγηση καθώς η αλλαγή προοπτικής σε κάθε εικόνα είναι αρκετή για να πυροδοτήσει κάθε είδους εικασίες, φαντασίες και συλλογισμούς. Μαθαίνουν την αλληλουχία των καταστάσεων και την αντιστοιχία τους με την κοινωνική πραγματικότητα και καθώς γίνονται οι ίδιοι αφηγητές, μπορούν να κατασκευάσουν και να διαμορφώσουν ελεύθερα τους αθέατους συνδέσμους πίσω από τις εικόνες - κριτική και συνδυαστική σκέψη σε πλήρη λειτουργία.




Δεν θα αποκαλύψω τις εικόνες που μεσολαβούν μέχρι τις τελευταίες σελίδες γιατί είναι από τις φορές εκείνες που αξίζει να ανακαλύψει κανείς μόνος του το πως  ένα κόκκινο λειρί μας οδηγεί στην Αυστραλία κι από εκεί στο Διάστημα. Ιδίως εμάς τους μεγαλύτερους μας οδηγεί ακόμη παραπέρα - στο να συνειδητοποιήσουμε πως, αν μη τι άλλο, δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου αλλά μια λεπτομέρεια πάνω στη Γη η οποία, με τη σειρά της, δεν είναι παρά μια κουκίδα στο  χάος του σύμπαντος.
  
Εκτός βέβαια αν προτιμάτε να διαβάσετε το βιβλίο αντίστροφα, με ζοομ-ιν.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013








Saving the best


Mε μεγάλη περιέργεια ξεκίνησα να διαβάζω το πρωτόλειο του Αλεσσάντρο Πιπέρνο, ένα μυθιστόρημα που αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς στην Ιταλία αποσπώντας στη συνέχεια το βραβείο Premio Campiello ενώ την ίδια στιγμή οι εκτός Ιταλίας κριτικές δεν το αντιμετώπιζαν με τον ίδιο ενθουσιασμό. Το ακριβώς αντίθετο θα έλεγα.

Στο "Με τις χειρότερες προθέσεις" (σε πολύ καλή μετάφραση της Άννας Παπασταύρου - Πατάκης, 2007) ο αφηγητής, Ντάνιελ Σονίνο,  ιστορεί με καθηλωτικό, ομολογώ, ύφος την διαδρομή της οικογένειάς του σε βάθος τριών γενεών - παρελθόν στο οποίο  κυριαρχεί η μορφή του παππού Μπέπι Σονίνο, ενός ματαιόδοξου κι επιπόλαιου μπονβιβέρ κλωστοϋφαντουργού.  Κάτω από την επιβλητική σκιά του Μπέπι, αναπτύσσονται οι ιστορίες και των υπόλοιπων ηρώων του μυθιστορήματος - της γιαγιάς Άντα, και της πρώην ερωμένης του Τζώρτζια ντι Πόρτο. Του ενός γιου του Μπέπι, Τέο που θα μεταναστεύσει στο Ισραήλ για να πολεμήσει τους Παλαιστίνιους παίρνοντας μαζί του τη σύζυγό του, την αισθησιακή θεία Μικαέλα,  και το γιο του, ο οποίος θα εμφανιστεί κάποια στιγμή στο οικογενειακό τραπέζι με γυναικεία αμφίεση για να τους ανακοινώσει πως είναι γκέϋ. Ο καρκίνος των όρχεων όμως, θα μετατρέψει την ομοφυλοφιλία του Λελε σε ακαδημαϊκό ζήτημα, κι έτσι η οικογένεια θα συμβιβαστεί με την ιδέα σχετικά εύκολα.  Ο άλλος γιος του Μπέπι και πατέρας του Ντάνιελ, ο αλμπίνο Λούκα, ενδιαφέρεται περισσότερο για την καινούργια Φερράρι του απ' ότι για το γιο του, ενώ η μητέρα του Ντάνιελ, που πήγε κόντρα στους συντηρητικούς και νεόπλουτους γονείς της για να παντρευτεί τον Λούκα, καταλήγει να μαραθεί λόγω των συνθηκών. Η αφήγηση του Ντάνιελ, που είναι η τρίτη γενιά των Σονίνο, ξεκινά από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα όταν οι Σονίνο μεσουρανούσαν στην κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης τους, συνεχίζει κατόπιν με την  χρεοκοπία και την τρανταχτή πτώση τους και φτάνει στο σήμερα και την όχι και τόσο ενδιαφέρουσα ζωή του 33χρονου αφηγητή μιας που είναι ερωτευμένος με την όμορφη Γκάια Τσιταντίνι, εγγονή του συνεταίρου του Μπέπι, η οποία, μάλλον από άγνοια, δεν ανταποκρίνεται.


 

Ο Αλεσσάντρο Πιπέρνο  χαρακτηρίστηκε ως ο μοντέρνος Προυστ. Ο ίδιος παραδέχεται επιρροές κι έμπνευση από τους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς και τους μεγάλους κλασικούς του 19ου αι., κάτι που είναι φυσικό επακόλουθο μιας και ο Πιπέρνο σπούδασε και διδάσκει γαλλική λογοτεχνία. Ωστόσο, παρ' όλη την στέρεα θεωρητική σκευή του συγγραφέα και την καλή πρώτη ύλη του μυθιστορήματος -εκείνη η εποχή ενδείκνυται για πολλούς ενδιαφέροντες έως και συναρπαστικούς σκελετούς σε ντουλάπες κι εδώ υπάρχουν αρκετοί- το βιβλίο δεν συγκινεί. Υπάρχουν περισταστικά που σε γοητεύουν κι άλλα που σε κάνουν να γελάς αλλά δεν μπορώ ν' απομονώσω κάποιο συγκεκριμένο γιατί τότε θα έπρεπε να το συνδέσω με την υπόλοιπη πλοκή του μυθιστορήματος κι αυτό είναι δύσκολο - το βιβλίο δεν έχει μια ουσιαστική πλοκή.

Ήθελα να καταδυθώ στην αφήγηση του Πιπέρνο διότι, αν μη τι άλλο, ο προηγούμενος αιώνας παραδίδει πολύ στιβαρά μαθήματα στο σήμερα και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα προσφέρει αρκετό υλικό για σχολιασμό του αντι-σημιτισμού, της ταξικής διαστρωμάτωσης, των οικογενειακών σχέσεων, της σεξουαλικότητας, ακόμη και του κράτους του Ισραήλ στην μεταπολεμική εποχή.  Κάπου, όμως, χάθηκα σε όλο αυτό το κείμενο που "μιλά" με τόση δηκτικότητα και πικρία για τον ανθρώπινο παράγοντα και την προσπάθεια των Εβραίων της Ιταλίας να ενσωματωθούν στην τοπική κοινωνία και να προοδεύσουν. 


Για να συνεχίσω την ανάγνωση της ευφάνταστης αυτής γκρίνιας μετά τις πρώτες 100 σελίδες επιστράτευσα νοητούς συνδέσμους με το ύφος του Χάρολντ Τζέικομπσον που διαφαίνονται στο οξύ και μαύρο χιούμορ του Ιταλού συγγραφέα και τον εγωκεντρικό νευρωτισμό του Γούντυ Άλλεν που εντόπισα στην αυτο-αναφορικότητα του Πιπέρνο αλλά δίχως αποτέλεσμα - η περιέργειά μου είχε ήδη ατονίσει σε βαθμό ανυπαρξίας και σκέφτηκα σοβαρά να το αφήσω. Επέμενα, όμως, να γυρνώ τις σελίδες χάρη στον σπιντάτο ρυθμό της αφήγησης και την προσεκτικά μελετημένη, σπινθηροβόλα γλώσσα του συγγραφέα η οποία αν και διεισδυτική και σαφής παραμένει ανούσια μέχρι τέλους.

Το δεύτερο βιβλίο του Αλεσσάντρο Πιπέρνο έχει ήδη κυκλοφορήσει στην Ιταλία κι έχει μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες (και στα ελληνικά, επίσης) συλλέγοντας παρόμοιες μεταξύ τους -θετικές- κριτικές και βραβεία, κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως ίσως τελικά να του ταιριάζει πειρσσότερο ο έτερος χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε, ότι δλδ είναι ο νέος Φίλιπ Ροθ - το πρώτο μυθιστόρημα του Αμερικανού σε τίποτα δεν προμήνυε την αξιόλογη, αν και αμφιλεγόμενη, συνέχειά του. Για να δούμε...






 
Σημείωση: Το εικαστικό ανήκει στον Αμερικανό Oscar Vargas κι έχει τίτλο "Uniform Encounter".

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013









Επέστρεφε... 




... συχνά και παίρνε με
Αγαπημένη αίσθησις
Επέστρεφε και παίρνε με.
Όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη
Κι επιθυμιά παλιά ξαναπερνά στο αίμα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται
Κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα,
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται





Αν και δεν είμαι άνθρωπος του καλοκαιριού, υπάρχουν κάποια καλοκαίρια που επιστρέφουν έντονα στην μνήμη - οι πρώτες μου διακοπές σε νησί έναν Ιούνιο, μια περιπετειώδης εξερεύνηση πόλης στην Κρήτη κάποιον άλλον Ιούνιο, τρίμηνοι "διαγωνισμοί" κινηματογράφου (δλδ ποιός θα δει τα περισσότερα έργα στο θερινό), αναγνωστικοί μαραθώνιοι κάθε Αύγουστο, όταν όλοι είναι πλήρως απασχολημένοι με τα μπάνια και τα αντηλιακά τους και με αφήνουν απερίσπαστη να ασχοληθώ με τα βιβλία μου. 

Αν υπάρχουν, λοιπόν, ένα-δυο πραγματάκια που θα θυμίζουν το καλοκαίρι που σε λίγο τελειώνει είναι τα συχνά μελτέμια που εμφανίζονταν εκεί που δεν τα περίμενε κανείς κι έκαναν όχι απλώς υποφερτές αλλά σχεδόν ευχάριστες τις διακοπές στην πόλη. Και τα πολλά χρώματα παντού - από τον ορίζοντα θάλασσας και ουρανού, τους κήπους και τις βιτρίνες των καταστημάτων, στις αποχρώσεις του μαυρίσματος στην επιδερμίδα των φίλων που ψήνονταν στον ήλιο, τα ρούχα τους έως και τα φαγητά μας. Και τα γλυκά, βεβαίως, με κορυφαίο πρωταγωνιστή το βύσσινο. Τα παγωτά αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία καθώς φέτος δοκίμασα ενδιαφέρουσες γεύσεις κι αποχρώσεις παγωτών που δεν υπήρχαν τις προηγούμενες χρονιές (βλ. μάνγκο με χρώμα πορτοκαλί, και κρέμα με σποράκια βανίλιας χρώματος ιβουάρ με λεπτό καφέ πουά). 

Και η λογοτεχνία ακολούθησε το ίδιο μοτίβο - φέτος τον Αύγουστο διάβασα  εντελώς διαφορετικού μεταξύ τους ύφους βιβλία και ήταν τόσο προκλητική όλη αυτή η αναγνωστική παλέτα που νομίζω πως ετούτη η αίσθηση  (αν και όχι απολύτως θετική) θα διαρκέσει αρκετά - θα τα γράψω άλλωστε στην συνέχεια. Να μην τα πολυλογώ, Κ. Καβάφης και  Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας  για αρχή.  Καλή επάνοδο στο σύννεφο!