Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014










"Whose side are you on?" 
"I don't know."





Είτε με την έννοια της αδιαφορίας είτε με εκείνη της αντικειμενικότητας, η ουδετερότητα δεν είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του Βρετανού κλασικού Graham Greene που φημιζονταν για την κυκλοθυμία και την μεροληψία του. Είναι ωστόσο εκείνο που χαρίζει στον Τόμας Φάουλερ, τον  κεντρικό   ήρωα  ενός  από  τα  πιο  δημοφιλή   μυθιστορήματά  του, το  "Ο ήσυχος Αμερικανός" (μτφρ Γιώργου Τσακνιά - Πόλις, 2013) που εκτυλίσσεται κατά την διάρκεια του αποικιοκρατικού πολέμου του ΄50 στο Βιετνάμ - τότε ακόμη Ινδοκίνα.

Ο μεσήλικας Φάουλερ καλύπτει για λογαριασμό μεγάλης βρετανικής εφημερίδας τον αποικιοκρατικό πόλεμο της Γαλλίας στο Βιετνάμ. Έχει αφήσει πίσω στο Λονδίνο την ερωτική σχέση που κατέστρεψε τον γάμο του με την Έλεν και στην Σαϊγκόν, όπου είναι εδώ και χρόνια εγκατεστημένος, συζεί με την όμορφη και κατά πολύ νεότερή του Φουόνγκ - μια σχέση που βασίζεται περισσότερο στην ανάγκη του να έχει κάποιον να καλύπτει τις ερωτικές επιθυμίες του και να του ετοιμάζει τις πίπες με όπιο παρά στην αγάπη. Από την πλευρά της η Φουόνγκ δέχεται πειθήνια τούτη την κατάσταση με ένα μόνο αντάλλαγμα:  την οικονομική ασφάλεια που της παρέχει ο γάμος που ελπίζει να της προτείνει ο Φάουλερ. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατον να συμβεί καθώς ο Φάουλερ ξέρει πως δεν είναι τόσο νέος ή πλούσιος για να την αποκαταστήσει κι επιπλέον, παραμένει επισήμως παντρεμένος με την πρώην σύζυγό του η οποία ως πιστή Καθολική αρνείται το διαζύγιο. Γι' αυτό η αδερφή της Φουόνγκ κάνει ό,τι μπορεί για να της βρει έναν πιο κατάλληλο σύζυγο.
 

Ο Φάουλερ μένει αποστασιοποιημένος από το χάος του πολέμου και γενικά έχει παύσει να διεκδικεί την ζωή του και απλώς εργάζεται διεκπεραιωτικά - αντί για επιτόπια ρεπορτάζ, στέλνει κυρίως τα επίσημα δελτία τύπου των Γάλλων. Η ρουτίνα του θα διαταραχθεί όταν στο προσκήνιο εμφανίζεται ο Ώλντεν Πάιλ, ο ήσυχος Αμερικανός του τίτλου. Ο Πάιλ είναι ένα κολλεγιόπαιδο που φτάνει στην Σαϊγκόν ως μέλος μιας αμερικανικής αποστολής βοήθειας και μαζί του φέρνει και τις θεωρίες ενός ακαδημαϊκού, του Γιορκ Χάρντινγκ, που υποστηρίζει την ύπαρξη μιας Τρίτης Δύναμης ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον γαλλικό αποικιοκρατισμό και τις οποίες ο Πάιλ υποστηρίζει με σθένος.

Όσο κι αν οι χαρακτήρες τους είναι τα δύο άκρα αντίθετα, ο Φάουλερ  παίρνει υπό την προστασία του τον Πάιλ. Η σχέση που προκύπτει είναι κωμικοτραγική. "Όλες μου οι συζητήσεις με τον Πάιλ έπαιρναν εντελώς αλλοπρόσαλες  κατευθύνσεις. Μήπως άραγε έφταιγε η ειλικρίνειά του που οι κουβέντες μας εκτροχιάζονταν τόσο συχνά; Ποτέ του δεν παρέκαμπτε τα δύσκολα σημεία." Κι ένα από τα πιο δύσκολα είναι η Φουόνγκ. Ο Πάιλ την ερωτεύεται και ενημερώνει με κάθε ειλικρίνεια και σοβαρότητα τον Φάουλερ ότι προτίθεται να της προσφέρει εκείνο που η κοπέλα επιθυμεί - ασφάλεια και προστασία με έναν γάμο
στην Αμερική. Χμ... περίεργη αίσθηση απελευθέρωσης και τούτη - από την ηθική φυλακή των Βιετναμέζων για τις γυναίκες στην πουριτανικότητα του Αμερικανικού Ονείρου... Άχρηστες λεπτομέρειες δλδ για την μεγάλη αδερφή που θεωρεί τον Πάιλ το ιδανικό ταίρι για την Φουόνγκ.

Η κατάσταση περιπλέκεται κι άλλο όταν, χάρη στις διασυνδέσεις του, ο Φάουλερ μαθαίνει πως ο Πάιλ είναι στην πραγματικότητα μυστικός πράκτορας της CIA και οι εισαγωγές πλαστικού που κάνει προορίζονται για την κατασκευή βομβών κι όχι παιχνιδιών όπως διατείνεται ο Αμερικανός. Ακόμη και τότε, όμως, παραμένει δύσπιστος κι αποστασιοποιημένος. Στην θέα ωστόσο των νεκρών γυναικόπαιδων που αφήνει πίσω της μια ισχυρή έκρηξη στην Place Garnier, την κεντρική πλατεία της Σαϊγκόν, σε ώρα αιχμής ο Φάουλερ μπαίνει σε σοβαρές σκέψεις - μία προς μία οι πληροφορίες του επαληθεύτηκαν και καταδεικνύουν τώρα πως σκοπός του Πάιλ από την αρχή ήταν να εξοπλίσει με όπλα μια αποσχιστική ομάδα Βιετναμέζων ώστε να μπορέσει η αμερικανική κυβέρνηση να κατευθύνει έτσι -υπογείως, ως Τρίτη Δύναμη- τον πόλεμο σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Γάλλος Επιθεωρητής Βιγκώ τον υποπτεύεται, χωρίς όμως να μπορεί να το αποδείξει, πως σχεδίασε την έκρηξη ως ερωτικά αντίποινα στον Πάιλ. 




"Πάντα έρχεται μια στιγμή που αλλάζουμε", είπα. "Μια στιγμή συναισθηματική..." κι ετούτη είναι η στιγμή του  Φάουλερ - έρχεται σε επαφή με τον Βρετανό σύνδεσμό του και τους Βιετναμέζους αντάρτες και παίρνει μέρος στο σχέδιο δολοφονίας του Πάιλ. Ακόμη και τώρα όμως δεν μπορεί να καθορίσει το κίνητρό του - είναι η κοινωνική συνείδηση, η βία της αμερικανικής πολιτικής ή ο έρωτας;

Πόλεμος, θάνατος, έρωτας, απώλεια - δύσκολο να διακρίνει κανείς σε ποιό απ' όλα τα θέματα δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα ο συγγραφέας καθώς το μυθιστόρημα είναι μια εξαιρετικά ισορροπημένη ιστορία. Ο Γκριν άλλωστε φημίζεται για την οξυδερκή σκιαγράφιση όλων των αποχρώσεων των μυθιστορηματκών χαρακτήρων του. "Ο κόσμος δεν είναι μόνο άσπρο μαύρο. Περισσότερο μοιάζει με άσπρο και γκρι" έλεγε. Έτσι, εκτός από τον ετοιμόλογο Φάουλερ με τους αιχμηρούς  διαλόγους και την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του, χρωματίζει ανάλογα την παθητικότητα της Φουόνγκ και την αθωότητα και τον ιδεαλισμό του Πάιλ. Στα πρόσωπά τους ο Γκριν προβάλλει τα χαρακτηριστικά της πατρίδας του καθενός κάτι που γίνεται πολύ αισθητό στην περίπτωση του Πάιλ καθώς τον αποδίδει ως την προσωποποίηση του αμερικανικού "δόγματος", δλδ την
επιβολή του Καλού πάση -κυριολεκτικά- θυσία. Το βιβλίο είναι γεμάτο παρατηρήσεις για την αμερικανική πολιτική κι αυτός είναι ο λόγος που θεωρείται αντι-αμερικανικό από την αρχή κιόλας της έκδοσής του. Τότε, θεωρήθηκε και προφητικό για την αποτυχημένη ανάμειξη της Αμερικής στο Βιετνάμ. Σήμερα θεωρείται βασικό ανάγνωσμα και για εκείνους που αναζητούν να κατανοήσουν την επίσης αποτυχημένη ανάμειξη της Αμερικής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.

Έχοντας υπάρξει δημοσιογράφος αλλά και πράκτορας της φημισμένης ΜΙ6 (κι εδώ δεν μπορώ να μην σκεφτώ πως τελικά οι μυστικές υπηρεσίες της Μεγάλης Βρετανίας εκπαιδεύουν θαυμάσιους συγγραφείς - βλ. Τζον λε Καρρέ, Ίαν Φλέμινγκ) ο Γκράχαμ Γκριν μεταγράφει στο βιβλίο προσωπικές εμπειρίες από τις αποστολές του με τρόπο άμεσο, όχι όμως αυτούσιο. Σε μια επιστολή του συγγραφέα προς τους φίλους του στην Σαϊγκόν Ρενέ και Φουόνγκ -η οποία χρησιμοποιείται στην παρούσα έκδοση ως προλογικό σημείωμα- ο Γκριν  αναφέρει μεταξύ άλλων πως δανείστηκε μόνο δύο πράγματα - την διεύθυνση του σπιτιού τους για να στεγάσει έναν από τους ήρωές του και το όνομα της Φουόνγκ καθώς είναι "απλό, όμορφο και εύκολο στην προφορά". Ελάχιστα άλλα στοιχεία δανείστηκε, διευκρινίζει στη συνέχεια "και σίγουρα όχι τον χαρακτήρα οποιουδήποτε στο Βιετνάμ. Ο Πάιλ, ο Γκρέιντζερ, ο Φάουλερ, ο Βιγκώ, ο Τζο - για όλους αυτούς δεν υπήρξαν πραγματικά ζωντανά πρότυπα στη Σαϊγκόν ή στο Ανόι." Λέγεται ωστόσο πως εμπνεύστηκε τούτο το μυθιστόρημα και τον Πάιλ από έναν αμερικανό βοηθό που τον συνόδευε στην επιστροφή του στη Σαϊγκόν από μια δημοσιογραφική αποστολή στην Μπεν Τρε. Και είναι σίγουρο πως η έκρηξη στην κεντρική πλατεία της Σαϊγκόν βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που άφησε πίσω του φρίκη και πολλά θύματα.


Για εκπρόσωπος της θρησκευτικής (βλ. Καθολικής) λογοτεχνίας ο Γκράχαμ Γκριν είναι, επίσης, πολύ ευθύς και κατηγορηματικός. Έναν απογοητευμένο ρεαλιστή θα τον αποκαλούσα: "Δεν θα ήμασταν όλοι πολύ καλύτερα, αν δεν πασχίζαμε να καταλάβουμε, αν αποδεχόμασταν το γεγονός ότι κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν θα κατανοήσει ποτέ κανένα άλλο, ούτε γυναίκα τον άντρα της, ούτε εραστής την ερωμένη του, ούτε γονιός το παιδί του; Ίσως γι' αυτό να εφηύραν τον Θεό οι άνθρωποι - ένα ον ικανό να κατανοεί. Ίσως κι εγώ, αν ήθελα να γίνω κατανοητός ή να κατανοηθώ, ίσως να κατάφερνα τον εαυτό μου να πιστέψει - αλλά εγώ είμαι ρεπόρτερ. Θεός υπάρχει μόνο για τον αρχισυντάκτη". Ο ίδιος ο Γκριν βέβαια προτιμούσε να αυτοπροσδιορίζεται ως συγγραφέας που τυχαίνει να είναι Καθολικός και γι' αυτό τολμώ να υποθέσω πως χρησιμοποιήσε τον Καθολικισμό ως καμβά για να τονίζει την δραματική πάλη μεταξύ καλού-κακού, αρετής-αμαρτίας, απελπισίας, εξιλέωσης και συγχώρεσης που συντελούνται συνήθως σε μια ανθρώπινη ψυχή - στοιχεία που διαποτίζουν ιδιαίτερα τα πρώτα του έργα. Στον "Ήσυχο Αμερικανό", ωστόσο, οι μεταφυσικές του ανησυχίες έχουν ήδη αντικατασταθεί με ανθρωπιστικές: "Νομίζεις πως ο χωρικός κάθε βράδυ που πέφτει να κοιμηθεί στην φτιαγμένη από λάσπη καλύβα του σκέφτεται τον Θεό και τη Δημοκρατία;"  Όσο καλά όμως κι αν ο Γκριν χειρίζεται την φαιά όψη της ανθρωπισμού, δεν κατορθώνει τελικά να καλύψει την ρίζα του - τον φόβο μπροστά στην αδυναμία του σώματος που γερνά και στην επιθυμία που εξατμίζεται, στα γηρατειά που πλησιάζουν ακάθεκτα και την μοναξιά τους.




Το μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί στον κιν/φο δύο φορές με την πιο πρόσφατη (2002) μεταφορά του να αποσπά μια υποψηφιότητα στα Όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου για τον Μάικλ Κέιν που φαίνεται πως έδωσε στον θαυμάσιο Φάουλερ του μεγάλες δόσεις της εμπειρίας του από τον πόλεμο της Κορεάς όπου πολέμησε. Ήταν, θυμάμαι, μια πολύ ατμοσφαιρική ταινία με καλές ερμηνείες ωστόσο, στην υποτιθέμενη διαμάχη μεταξύ ταινίας ή βιβλίου θα έπαιρνα εύκολα θέση - το εκτενές επίμετρο της έκδοσης που σε βάζει στο κλίμα της εποχής,  το  συμπαγές κείμενο, η  γραμμική αφήγηση και η ζωντανή γλώσσα του (σε αυτό συμβάλλει και η ρέουσα μετάφραση του Γ.Τσακνιά) κάνουν το βιβλίο τούτο ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα.

 




Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι η πρώτη στροφή από το ποίημα "Βιετνάμ" της Wislawa Szymborska. Η φωτογραφία που ακολουθεί είναι από τον πραγματικό πόλεμο στο Βιετνάμ κι αντλήθηκε από εδώ - κοιτώντας τις συγκεκριμένες φωτογραφίες διαπίστωσα το πόσο απεικονιστικά γράφει για τον πόλεμο ο Γκριν. Το εικαστικό είναι λεπτομέρεια από το "Γυναίκα που ζυγίζει χρυσό" του Pieter de Hooch. Στην τελευταία φωτογραφία ο συγγραφέας με τον σκηνοθέτη Carol Reed κοιτούν κάποιο χειρόγραφο, πολύ ενδεχομένως του "Τρίτου Ανθρώπου" που σκηνοθέτησε τελικά ο δεύτερος ή της επόμενης μεταφοράς μυθιστορήματος του Γκριν στο πανί.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014











Post-carnival





And so I wear my daily mask
Of pleasant seeming,
And nobody takes me to task
For distant dreaming;
A happy hypocrite am I
Of ambiance inner,
Who smiling make the same reply
To saint and sinner.

 







Σημειώσεις: Το ποίημα είναι η τρίτη στροφή από το "Detachment" του Βρετανο-καναδού ποιητή και συγγραφέα Robert William Service. Οι "Πιερότοι με φλογέρες" ανήκουν στον Paul Hoecker.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014








Το ρόδο είναι 
δίχως γιατί, 




ανθίζει 
γιατί 
ανθίζει.










Ο πιο πάνω στίχος είναι απόσπασμα από δίστιχο που άντλησα από το "Χερουβικός Οδοιπόρος" (μτφρ.-επίμετρο Θανάση Λάμπρου - Περισπωμένη, 2013) μια εξαιρετική δίγλωσση έκδοση που μας συστήνει για πρώτη φορά τον Γερμανό ποιητή του 17ου αι. Περιλαμβάνει 263 ευθύβολα, σύντομα ποιήματά του τα οποία, εκτός από την μετάφρασή τους, παρουσιάζονται με την μορφή που δημοσιεύτηκαν το 1657 έχοντας διατηρήσει όλες τις ιδιομορφίες της παλαιάς γερμανικής γλώσσας. Σε ξεχωριστή ενότητα του βιβλίου ο μεταφραστής, και ποιητής, Θ.Λάμπρου σχολιάζει μερικούς από αυτούς τους στίχους με λεπτομέρεια και σαφήνεια σε θαυμάσια ελληνικά, αν και ορισμένες λέξεις που χρησιμοποιεί είναι απαρχαιωμένες. Ίσως γι' αυτό να ευθύνεται το πρωτότυπο κείμενο - δεν  μπορώ να πω με σιγουριά γιατί δεν γνωρίζω (καθόλου) γερμανικά. Εξάλλου, το διαβάζω ακόμη - εκτός από την ποίηση και τις σημειώσεις του μεταφραστή, το βιβλίο περιλαμβάνει κι ένα εκτενές επίμετρο που αναφέρεται στην ζωή και το έργο του άγνωστου σε μας δημιουργού που υπήρξε γιατρός της αριστοκρατίας και θεολόγος μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να χειροτονηθεί κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας και, λίγο αργότερα, να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα - αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα και πλούσια έκδοση. 











Σημειώσεις: Ολόκληρο το δίστιχο από όπου άντλησα τον στίχο της ανάρτησης, έχει ως εξής: "Το ρόδο είναι δίχως γιατί, ανθίζει γιατί ανθίζει, / Στον εαυτό του δεν δίνει προσοχή, δεν ρωτά αν κάποιος το κοιτάζει."  // Το εικαστικό ανήκει στον Αμερικανό ποιητή  e.e. cummings.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014










我的朋友預訂
(Ο φίλος μου το βιβλίο)



Η λογοτεχνία λέει ιστορίες. Και μέσα από αυτές, επιτρέπει στους αναγνώστες να ανακαλύπτουν τις πολλές εκδοχές κι έννοιες που έχει μία κατάσταση, να μαθαίνουν να κοιτούν από διαφορετικές οπτικές γωνίες και να κατανοούν το διαφορετικό - είτε αντικείμενο είναι αυτό είτε ο άνθρωπος με την συμπεριφορά του, είτε ένας ολόκληρος πολιτισμός. Η κάθε ξένη γλώσσα προσφέρει μία από αυτές τις πολλαπλές προοπτικές. Ένας όμορφος συνδυασμός των δύο τούτων αντικειμένων είναι το παιδικό βιβλίο "Ο φίλος μου ο δράκος" (μτφρ.Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης - Νεφέλη, 2013) - μια απλή ιστορία σε κείμενα και εικονογράφιση του Γερμανού  Christoph Niemann που παράλληλα συστήνει στους (πολύ μικρούς αλλά και μεγαλύτερους) αναγνώστες ένα από τα βασικά σύμβολα του κινέζικου πολιτισμού, τον δράκο, και μαζί τις πρώτες λέξεις/ιδεογράμματα της κινέζικης γλώσσας.

Η ιστορία έχει ως εξής: η Λιν είναι μία κινεζούλα. Μια μέρα της κάνουν δώρο έναν μικρό δράκο και από τότε οι δυο τους γίνονται αχώριστοι. Ώσπου ο μικρός δράκος κάνει μια ζημιά. Ο πατέρας της Λιν τον βάζει σ' ένα κλουβί αλλά αυτό δεν αρέσει καθόλου στον μικρούλη δράκο που την νύχτα θα δραπετεύσει. Όταν το επόμενο πρωί η Λιν το ανακαλύπτει, αρχίζει να τον αναζητά κι αυτό θα την οδηγήσει πολύ μακριά από το σπίτι της. Στο δρόμο θα συναντήσει μια παράξενη γριούλα και θα την βοηθήσει να περάσει στην απέναντι όχθη ενός ποταμού. Η γριούλα όμως στην πραγματικότητα είναι μια μάγισσα και για να ευχαριστήσει την Λιν την βοηθά με την σειρά της να βρει τον φίλο της το δράκο. Πως; Τρώει ένα μαγικό φασόλι και μεγαλώνει τόσο πολύ, που φτάνει μέχρι τον ουρανό παίρνοντας μαζί της και την Λιν. Πάνω στα σύννεφα, η Λιν θα συναντήσει τον δράκο που έχει μεγαλώσει και έχει δική του οικογένεια. Ο μεγάλος πια φίλος της Λιν θα την "πετάξει" μέχρι το σπίτι της κι εκεί, μαζί με τον πατέρα της θα γιορτάσουν την επιστροφή της Λιν στο σπίτι και την φιλία τους με τον καλό δράκο.



Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μία εισαγωγή στην εκμάθηση της κινέζικης γλώσσας αλλά η πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι αυτή. Θέλει απλώς να προσφέρει μια φευγαλέα ματιά στον συναρπαστικό κόσμο της κινέζικης γλώσσας της οποίας, για να θεωρείσαι ικανοποιητικός γνώστης, πρέπει να ξέρεις χίλια πεντακόσια με δύο χιλιάδες ιδεογράμματα. Και την προσφέρει με ένα αρκετά ευρηματικό τρόπο - τα 33 ιδεογράμματα/λέξεις της κινεζικής γλώσσας (τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα της ιαπωνικής) ντύνουν τον κάθε πρωταγωνιστή και το κάθε αντικείμενο που αναφέρεται στην ιστορία και κάνει έτσι πιο εύκολη την κατανόηση των ιδεογραμμάτων και την απομνημόνευσή τους.

Αν και η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας έχει τον ίδιο λόγο αναγκαιότητας με την λογοτεχνία, ας παραμείνουμε εδώ στην λογοτεχνική όψη του συγκεκριμένου βιβλίου. Είμαι σίγουρη πως τελικά τα παιδάκια θα μάθουν να ζωγραφίζουν όλα τα ιδεογράμματα απέξω κι ανακατωτά, ωστόσο το πιο σημαντικό σ' αυτή την ηλικία που απευθύνεται το βιβλίο (4+) είναι να εξοικιωθούν τα παιδιά με την ανάγνωση. "Ο φίλος μου ο δράκος" προσφέρεται γι' αυτό καθώς είναι, επίσης, ένα πολύ διασκεδαστικό βιβλίο - μαζί με τους συνοδούς τους στην ανάγνωση, τα μικρά έχουν την ελευθερία να συσχετίσουν τις δικές του εικόνες και σκέψεις ο καθένας με το κάθε ιδεόγραμμα, κάτι που προκαλεί μεγάλη χαρά. Για παράδειγμα, το 父 σημαίνει πατέρας και, παρόλο που το ιδεόγραμμα αποτελεί εξέλιξη της εικόνας ενός άντρα που κρατά ραβδί ή τσεκούρι και ιστορικά αναφέρεται σε συγκεκριμένη κοινωνική θέση, ο συγγραφέας -όταν μάθαινε κινέζικα- επέμενε να βλέπει έναν άγριο μουστακαλή! Δεν θα αναφέρω εδώ τους δικούς μου συσχετισμούς με τα αντίστοιχα ιδεογράμματα γιατί το κείμενο θα πάρει μεγάλες διαστάσεις. Με λίγα λόγια ωστόσο μπορώ να πω πως γέλασα με την καρδιά μου...



Χιούμορ, φαντασία, ανακάλυψη μύθων και συμβόλων και δημιουργική συμμετοχή στην αφήγηση - να ένα διαφορετικό, διαδραστικό, είδος ανάγνωσης και ένας αποδοτικός τρόπος με τον οποίο η λογοτεχνία μπορεί να ενσωματωθεί στην σχολική (ή και σ' εκείνη του φροντιστηρίου) διαδικασία. Κι εκτός κάθε μαθησιακού πλαισίου, όμως, "Ο φίλος μου ο δράκος" παραμένει ένα προσεγμένο πρώτο βήμα στον κόσμο της λογοτεχνικής ανάγνωσης. Και της γνωριμίας με τον κόσμο. 




Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον εξαιρετικό Αναγνώστη, στις 19 Φεβρουαρίου με ελαφρώς διαφορετική εικονογράφηση.

 

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014







Μυρίζει ζωή




... τούτη η μικρή αφήγηση του Αλέξανδρου Ίσαρη - το "Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς" (Κίχλη, 2012 - σειρά: Τα άστεγα) είναι ένα βιωματικό κείμενο που συνταιριάζει τις μεταφυσικές ανησυχίες του συγγραφέα με την απτή πραγματικότητα και τις συνθήκες της με τρόπο λιτό και ρέοντα λόγο. 

Μια επαγγελματική ανάθεση γίνεται η αφορμή ο συγγραφέας να επισκεφθεί την όμορφη Τήνο και να καταγράψει τα μνήματα στο κοιμητήριό του Πύργου για " ...ένα πολυτελές, μεγάλου σχήματος λεύκωμα με τα εκατό ωραιότερα νεκροταφεία της Ευρώπης" μεταξύ των οποίων κατατάσσεται κι αυτό.

Ο Ίσαρης δέχεται. "Αποτύπωσα ολόκληρο το νεκροταφείο, την εκκλησία, το οστεοφυλάκιο, και κατόπιν σχεδίασα με μεγάλη λεπτομέρεια τις ανάγλυφες πλάκες που βρίκονται στο τέταρτο επίπεδο, το πιο ενδιαφέρον απ' όλα."

Και μαθαίνει "...από ντόπιους που γνώρισα, τον νεκρό τον σκεπάζουν ακόμα και σήμερα με άνθη ή φύλλα λεμονιάς, τον τυλίγουν μ' ένα λευκό σεντόνι και για προσκέφαλο του βάζουν ένα μαξιλάρι χωρίς κόμπους, γεμισμένο με λεμονόφυλλα!"

Λίγο μετά " ...κάτι άστραψε στο μυαλό μου. μια σκέψη, που σε λίγο μετατράπηκε σε σφοδρή επιθυμία. Ήθελα να με θάψουν σ' εκείνο το σημείο, στο ωραιότερο σημείο των Κυκλάδων, δίπαλ στα περήφανα κυπαρίσσια, τυλιγμένο με άνθη λεμονιάς,  μέσα σ' ένα πάλλευκο σεντόνι!"

Στις 14 μικρού μεγέθους σελίδες του αφηγήματος, η ζωή και ο  θάνατος συμπορεύονται με απλότητα. Ενίοτε και με χιούμορ. "Όποτε κάνω ωτοστόπ από τον Πάνορμο (όπου μένω πάντα στο ίδιο δωμάτιο) προς τον Πύργο, οι ντόπιοι συνήθως με ρωτούν όλο περιέργεια: "Εσείς δεν είστε που αγοράσατε έναν τάφο στον Πύργο;"

Και η θέληση του συγγραφέα να γίνει ένα με τον τόπο που αγάπησε με την πρώτη ματιά, να ενσωματωθεί στην ομορφιά του, συγκινεί γι' αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Αλλά και για την πληρότητα που εκπέμπει τόσο το ίδιο το γεγονός της εκπλήρωσης της επιθυμίας του όσο και το μικρό τούτο ανάγνωσμα. 




Σημείωση: Το εικαστικό είναι από το εξώφυλλο της έκδοσης και φιλοτεχνήθηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα που εκτός από ποιητής και βραβευμένος μεταφραστής είναι και ζωγράφος με ιδιαίτερη εκφραστικότητα, βάθος και λεπταίσθητο χέρι.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014









Ο ήχος του Κουν






"Το αρχαίο δράμα, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη και τον Αριστοφάνη, εκθέτει τον άνθρωπο σ' ένα πολύ κρίσιμο αιώνα της ευρωπαϊκής ιστορίας: όταν τον εγκαταλείπουν ο παραδοσιακός μύθος και η αρχαϊκή θεοδικία, και όταν καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του πια, ενώπιος ενωπίω, μέσα στο πλαίσιο της πόλης, δίχως μεταφυσικά υποστηρίγματα. Η μετάβαση αυτή από τον μυθικό στον πολιτικό ανθρωπισμό υπήρξε οδυνηρή για τον αρχαίο κόσμο του πέμπτου αιώνα, και συντελέστηκε κάπου ανάμεσα στους περσικούς πολέμους (που το τέλος τους άνοιξε πανηγυρικά τον κύκλο) και στον πελοποννησιακό πόλεμο (που φρικιαστικά σχεδόν έκλεισε τον κύκλο). Αυτός ο σπαραγμένος και κάποτε λιτά σπαραχτικός ανθρωπισμός γνώρισε και την τραγική προβολή του και την κωμική προσβολή του στην αρχαιότητα, και αποτελεί συγγενές μοντέλο για τους καιρούς μας. Νομίζω πως τη συγγένεια αυτή ανακάλυψε ο Κουν και δόθηκε με πάθος και κρίση στο αρχαίο δράμα. Εδώ εξάλλου βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική σημασία της θεατρικής παραγωγής του Κουν στον τομέα της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας."


Δημήτρης Ν.Μαρωνίτης
Απόσπασμα από ομιλία 
στη Ν.Σμύρνη 19.3.79





Σημείωση: Το κείμενο και η εικόνα αντλήθηκαν από εδώ.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014









 What a strain it is

to be evil




Ένα από τα λιγότερα γνωστά έργα της Anna Seghers  είναι μία νουβέλα που γράφτηκε το 1948, όταν η συγγραφέας βρισκόταν ήδη στο Μεξικό όπου είχε καταφύγει μετά  την σύλληψή της που ακολούθησε την άνοδο του Γ' Ράιχ στην εξουσία - οι Ναζί που την συνέλαβαν για κάποιο διάστημα τον Φεβρουάριο 1933 είχαν όχι έναν αλλά τρεις σοβαρούς λόγους: ήταν εβραϊκής καταγωγής, κομμουνίστρια και συγγραφέας. Στο Μεξικό η Ζέγκερς  έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της, το οποίο και την καταξίωσε ωστόσο "Το τέλος" (μτφρ. Γιώργος Δεπάστας - Άγρα 2003) δεν αναφέρεται συχνά. Αυτό δεν το κάνει λιγότερο ενδιαφέρον ή αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής της σημαντικής τούτης Γερμανίδας συγγραφέως.

Η δράση εκτυλίσσεται στο τέλος του Β' ΠΠ που βρίσκει την Γερμανία μουδιασμένη - τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν εκκενωθεί, οι κρατούμενοι έχουν ελευθερωθεί ψάχνοντας είτε τους δικούς τους είτε ένα μέρος να στεριώσουν και οι Αμερικανοί καταγράφουν τους ναζί και τις καταστροφές. Ο Τσίλλιχ, ένας επιστάτης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επιστρέφει στη νότιο Γερμανία, στον Αμερικανικό τομέα όπου είναι το σπίτι του. Στο χωριό, κρατά χαμηλούς τόνους κι ελπίζει πως κανείς δεν θα τον αναγνωρίσει ή δεν θα τον καταδώσει για τις πράξεις βίας που διέπραξε. Δεν είναι όμως τόσο τυχερός. Ο Φόλπερ, ένας πρώην κρατούμενος και τώρα μηχανικός, τον αναγνωρίζει. Με τον βοηθό του, Έρνστ Χένις, πηγαίνει στο χωριό του για να ζητήσει δήθεν βοήθεια. Βρίσκει τον ίδιο και στην αρχή ο Τσίλλιχ είναι ιδιαίτερα πρόθυμος να τους βοηθήσει και τους χαρίζει τα σκοινιά που χρειάζονται για να στερεώσουν τα εξαρτήματα για την επισκευή των σιδηροδρομικών γραμμών που είχαν φορτωμένα στο φορτηγάκι τους. Όταν όμως αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του ξένου, υποκρίνεται πως πάει να βοηθήσει τον γιο του -που είχε στείλει νωρίτερα στο κτήμα- να φέρουν τα σχοινιά και το σκάει. Ο Τσίλλιχ θεωρεί πως όσο απομακρύνεται από το χωριό και το σπίτι του τόσο πιο ασφαλής θα είναι. Κι έτσι, με διαφορετικό όνομα κάθε φορά, προσπαθεί να βρει καταφύγιο σε εργοτάξια αναστήλωσης. Και κάθε φορά το σκάει  καθώς τραβά την προσοχή για την εντατική εργασία και την σιωπή του.  

Στην νουβέλα βλέπουμε τις δύο ζωές του Τσίλλιχ: το παρελθόν - ένας βίαιος, είρων και προσβλητικός  άντρας που όλοι στο χωριό απεχθάνονταν. Τα κτηνώδη χαρακτηριστικά του ωστόσο ήταν κάτι που οι Ναζί εκτίμησαν ιδιαίτερα και γι' αυτό και τον στρατολόγησαν. Για πρώτη φορά στην ζωή του ο Τσίλλιχ καταφέρνει να  διακριθεί σε κάτι - κάνει τους άλλους να κατεβάζουν το κεφάλι όταν περνά και στο στρατόπεδο, η προθυμία του να κάνει όλες τις "βρωμοδουλειές" -από βασανιστήρια μέχρι φόνους- του εξασφαλίζει μια προαγωγή. Και το παρόν - τα θύματα του Τσίλλιχ δεν τον ξεχνούν. Σε κάθε εργοτάξιο, σε κάθε στροφή, εμφανίζεται  ένας ξένος, πότε ο Πήτερ Νήμαντ (Πέτρος Κανένας) πότε κάποιος άλλος από τους πολλούς ανώνυμους εργάτες που δουλεύουν μαζί του στο ίδιο εργοτάξιο και που φαίνεται να γνωρίζει το παρελθόν του.


Η Άννα Ζέγκερς υποστήριξε ένθερμα τον μοντερνισμό σε κάθε έκφανσή του στην τέχνη και στην λογοτεχνία ωστόσο γράφει συντηρητικά, χωρίς εξάρσεις αν και η βασική αντίθεση του σκηνικού θα το δικαιολογούσε - οι εξπρεσιονιστικές περιγραφές του  τοπίου δεν σε αφήνουν να ξεχνάς την θηριωδία ενώ από την άλλη, το ποτάμι  που διασχίζει ο Τσίλλιχ σού δίνει την αίσθηση της ανοιχτωσιάς της υπαίθρου και της ελευθερίας. Η γραφή της είναι δυνατή και πυκνή,  σφιχτοδεμένη, σαν η ίδια να μην επιτρέπει την πένα της να παρεκτραπεί από το κεντρικό της θέμα - την αποτύπωση των εμπειριών του πολέμου από την ηθική τους πλευρά, ακόμη και μέσω των λιγότερο σημαντικών ηρώων της. Όπως για παράδειγμα του νεαρού που κάθεται ζαρωμένος δίπλα στον Τσίλλιχ στην γκρεμισμένη εκκλησία όπου οι δυο τους, ανάμεσα σε πολλούς άλλους αστέγους, βρίσκουν καταφύγιο τη νύχτα.

"Μα τι έχεις επιτέλους;" ρώτησε ο Τσίλλιχ. Ο νέος τον κοίταξε σαστισμένος μέσα από τα δυο του χέρια. Το πρόσωπό του, βρεγμένο από το κλάμα, ήταν αδύνατο και ξανθό, με λεπτό δέρμα και πολύ χλωμό, σχεδόν όμορφο. "Το άκουσες κι ο ίδιος", είπε, "τί θα απογίνω τώρα;" "Δεν πρόσεχα. Είπε τίποτα για σένα ο γέρος εκεί πάνω;" Ο νέος απάντησε σιγανά, μάλλον στον εαυτό του: "Πως μπορώ να συνεχίσω να ζω με τέτοιο βάρος στην καρδιά; Τι θα απογίνω; Εγώ ήμουνα γιος χριστιανών. Η μητέρα μου ήταν πραγματικά καλή. Πως μπόρεσε να μου συμβεί αυτό σιγά σιγά;"

"Έλα, πες μου", είπε ο Τσίλλιχ. Ο τριανταφυλλένιος ουρανός στις τρύπες της στέγης είχε χλομιάσει από ώρα. Τα αστέρια άρχιζαν ήδη να ανατέλλουν. Ο νέος συνέχισε: "Ο εχθρός μάς ακολουθούσε κατά βήμα. Εκκενώσαμε το χωριό Σάκογιε. αναγκάσαμε τον πληθυσμό να προχωρήσει μπροστά μας - σκέφτηκα: για κανένα στρατόπεδο - μπορεί να μη σκέφτηκα και τίποτα. Τότε ήρθε η διαταγή: Ανοίξτε πυρ! Τους εκτελέσαμε όλους, γυναίκες, παιδιά, γέρους". Ο Τσίλλιχ είπε: "Τέτοια πράγματα  έχουν γίνει συχνά". "Ακριβώς. Συχνά, αυτή ήταν μόνο η αρχή. Εγώ γιατί να πυροβολήσω; Παιδιά, καταλαβαίνεις; Γιατί να κάνω τέτοιο πράγμα;"
    "Μα αυτό ήταν ευνόητο. Ήταν η διαταγή σου". 
   "Μα αυτό ακριβώς εννοώ. Γιατί δεν αρνήθηκα; Γιατί να υπακούσω σε μια τέτοια διαταγή;"
    "Τι εννοείς;" είπς ο Τσίλλιχ, "τι άλλο θα μπορούσες να είχες κάνει;"
  "Γιατί δεν σκέφτηκα τίποτα πια; Όπλισα, πυροβόλησα. Γιατί δεν υπάκουσα στην ανώτερη διαταγή; Μήπως είχε βουβαθεί; Μήπως ήμουν κουφός;" "Ποιά ανώτερη διαταγή;" ρώτησε ο Τσίλλιχ, "αφού τότε δεν υπήρχαν για σας αντίθετες διαταγές. Την ανώτερη διαταγή την είχε πάρει σίγουρα πρώτος ο λοχαγός σας". "Μα δεν καταλαβαίνεις; Την πραγματική, την εσωτερική. Την εσωτερική φωνή, που ποτέ δεν βουβαίνεται στον άνθρωπο. Ούτε σε σένα ούτε σε μένα, αφού το ξέρεις".



Η ματιά της Ζέγκερς δεν είναι πολυδιάστατη - πιο ευθεία από εκείνη του Μπέρνχαρντ Σλινκ, δεν σε κάνει  να νιώσεις ούτε ίχνος κατανόησης για τον Τσίλλιχ όπως συμβαίνει με την Χάννα. Η Ζέγκερς εστιάζει στον ίδιο τον Τσίλλιχ και στο "έργο" του. Ακούμε την σκέψη του και τον βλέπουμε να αλλάζει τόπους συνεχώς, δίχως να αλλάζει ο ίδιος καθόλου - παντού ολιγόλογος, αυστηρά πειθαρχημένος και σκληραγωγημένος, σε καμμία στιγμή δεν εκφράζει μετάνοια ή κάποιο είδος ενοχής γι' αυτά που έκανε. Αντίθετα, το μόνο που τον πειράζει ακόμη είναι το πως δεν διακρίθηκε περισσότερο για την συνεπή κι αποτελεσματική "εργατικότητά" του.  Τον πειράζει, επίσης, όλο και περισσότερο το ότι πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση για να αποφεύγει τους πρώην κρατούμενους και τους καταδότες.

Ο Τσίλλιχ είναι πειστικός ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας κι αυτό ίσως οφείλεται και στο ότι η Ζέγκερς  τον "ντύνει" με ένα προσωπικό της βίωμα - "διορίζει" τον  Τσίλλιχ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Πιάσκι, εκεί που, το 1942,  εκτοπίστηκε  η μητέρα της.  Δεν είναι ωστόσο η πρώτη φορά που η συγγραφέας ασχολείται μαζί του - ο Τσίλλιχ εμφανίζεται στο βραβευμένο έργο της Ζέγκερς "Οι επτά σταυροί" ως αξιωματικός των Ταγμάτων Εφόδου με μεγάλες ποσότητες κτηνωδίας που υπηρετεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Osthofen. Εκεί, δεν καταφέρνει να συλλάβει τον Χέισλερ -έναν από τους δύο πρωταγωνιστές της νουβέλας- που έχει δραπετεύσει. Στο "Τέλος"  η συγγραφέας τον βάζει να διασχίσει την ηττημένη Γερμανία, όταν οι φριχτές αναμνήσεις και η σκληρή πραγματικότητα συνυπάρχουν και συμπορεύονται μαζί του.

Η πραγματικότητα θα αποδειχθεί πιο δυνατή και θα οδηγήσει τον Τσίλλιχ στο ίδιο πανδοχείο με τον  Πήτερ Νήμαντ ο οποίος υπονοεί ευθέως πως θα τον καταδώσει. Ο Τσίλλιχ όμως δεν θα του δώσει την ικανοποίηση - λίγη ώρα μετά την συνάντησή τους θα κρεμαστεί από το παράθυρο του δωματίου. Το τέλος της νουβέλας ωστόσο είναι αισιόδοξο για τον Άνθρωπο - πικρό αλλά αισιόδοξο. Ο δάσκαλος του χωριού ανακοινώνει στον μικρό Τσίλλιχ τον θάνατο του πατέρα του και ο μικρός λάμπει από χαρά κι ανακούφιση. Κι ο Ντέγκράϊφ καταπίνοντας  ένα σκίρτημα αποστροφής για την ντροπή και την αηδία που γνώρισε το παιδί από τον πατέρα του, αναλαμβάνει σιωπηλά να το φροντίζει. 
 
Μια νουβέλα που θα έπρεπε να μνημονεύεται πιο συχνά, "Το τέλος" είναι μια θαυμάσια αρχή για να γνωρίσει κανείς την ζωντανή, δυνατή κι ευαίσθητη γραφή της Άννας Ζέγκερς.





Σημειώσεις: Ο τίτλος της ανάρτησης είναι στίχος από το ποίημα του Bertolt Brecht "The Mask of Evil". Το πρώτο εικαστικό είναι το Wild Chase (1889) του Franz-von Stuck ενώ το δεύτερο έχει τίτλο "Βραχώδες τοπίο με έναν περιπατητή" και ανήκει στον Δανό Hercules Pietersen Seghers, ζωγράφο  από τον οποίο λέγεται πως πήρε το ψευδώνυμό της η Anna (Netty) Reiling - η συγγραφέας. Η ασπρόμαυρη προσωπογραφία της Άννας Ζέγκερς, είναι της Edeltraud Willjung.