Κυριακή 20 Απριλίου 2014
Παρασκευή 18 Απριλίου 2014
A childless mother
"Η Διαθήκη της Μαρίας" (Ίκαρος, 2014) είναι το πρόσφατο -και μόλις τρίτο- βιβλίο του σπουδαίου Ιρλανδού συγγραφέα Colm Tóibín που κυκλοφορεί στη χώρα μας. Πριν καιρό διάβασα το "μικρό" τούτο βιβλίο στο πρωτότυπο και θαύμασα το πόσο δυνατή είναι η αφήγηση και οι εικόνες που μας δίνει ο συγγραφέας με την τολμηρή, αντιδογματική οπτική του - η Μαρία, η μητέρα του Ιησού, χρόνια μετά τα Πάθη και την Σταύρωση του γιου της, αφηγείται τα γεγονότα. Η ελληνική μετάφραση τού βιβλίου από την Αθηνά Δημητριάδου δεν απομακρύνεται καθόλου από την ατμόσφαιρα του πρωτότυπου ούτε από το πνεύμα των ημερών - ακόμη ένας λόγος που κάνει την ανάγνωση του βιβλίου ιδιαίτερη.
Σημειώσεις: Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα του κειμένου εδώ. Η εικόνα της ανάρτησης είναι του Χρήστου Κούρτογλου κι αποτελεί λεπτομέρεια από το όμορφα σχεδιασμένο εξώφυλλο της έκδοσης.
Πέμπτη 17 Απριλίου 2014
The Last Supper
"Με μια αργή φωνή, ανέκφραστη σχεδόν, ο Ιησούς επιτέλους είπε, Οι γυναίκες να αποσυρθούν, και η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν η πρώτη που σηκώθηκε. Ύστερα, όταν η σιωπή, λίγο λίγο, έγινε τοίχος και σκεπή για να τους κλείσει στην πιο βαθιά κρύπτη του εδάφους, είπε ο Ιησούς, Ας ρωτήσει ο Ιωάννης τον Θεό γιατί τον έβαλε να πεθάνει έτσι, από μια τόσο ποταπή αιτία, αυτόν που ήρθε να αναγγείλει τόσο μεγάλα πράγματα, είπε και σώπασε για μια στιγμή, και καθώς ο Ιούδας ο Ισκαριώτης φαινόταν έτοιμος να πάρει το λόγο, σήκωσε το χέρι του για να του κόψει τη φόρα και κατέληξε, Το καθήκον μου, τώρα μόνο το κατανόησα, είναι να σας πω όσα ξέρω εγώ ότι ξέρει ο Θεός, αν δε με εμποδίσει ο ίδιος. Ανάμεσα στους μαθητές του ξέσπασε ένα βουητό λέξεων ειπωμένων με αλλοιωμένη φωνή, μια ανησυχία και μια ασίγαστη ταραχή, έτρεμαν να μάθουν αυτό που φλέγονταν να μάθουν, και μόνο ο Ιούδας ο Ισκαριώτης διατηρούσε την προκλητική έκφραση που οδήγησε στην αναμέτρηση. Είπε ο Ιησούς, Γνωρίζω το πεπρωμένο, το δικό μου και το δικό σας, γνωρίζω και το πεπρωμένο πολλών που δεν γεννήθηκαν ακόμα, γνωρίζω τους λόγους του Θεού και τις προθέσεις του, και για όλα αυτά πρέπει να σας μιλήσω, γιατί σας αφορά όλους και στο μέλλον ακόμα περισσότερο, Γιατί, ρώτησε ο Πέτρος, για ποιο λόγο θα πρέπει εμείς να ξέρουμε αυτό που σου μετέδωσε ο Θεός, καλύτερα να σωπάσει, Είναι στο χέρι του Θεού να με κάνει να σωπάσω, έστω και τώρα, Τότε είτε σωπάσει είτε όχι, έχει την ίδια σημασία για τον Θεό, αξίζει το ίδιο τίποτα, κι αν ο Θεός έχει μιλήσει από το στόμα σου, αυτό θα συνεχίσει να κάνει ακόμη κι όταν, όπως τώρα, νομίζεις ότι αντιτίθεσαι στο θέλημά του, Εσύ το ξέρεις, Πέτρο, πως θα σταυρωθώ, Μου το είπες, Δεν σου είπα όμως ότι κι εσύ ο ίδιος, ο Ανδρέας, ο Φίλιππος, κι εσείς επίσης θα σταυρωθείτε, ότι ο Βαρθολομαίος θα γδαρθεί, ότι τον Ματθαίο (...)
Οι αποκαλύψεις έγιναν δεκτές σιωπηρά, δεν υπήρχε πια λόγος να φοβούνται ένα μέλλον που το γνώριζαν, ήταν σαν να τους είχε πει απλώς ο Ιησούς, Θα πεθάνετε, κι εκείνοι να του απάντησαν εν χορώ, Σιγά το νέο, αυτό το ξέραμε. Ο Ιωάννης και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης όμως, που δεν άκουσαν να αναφέρεται σ' αυτούς, ρώτησαν, Κι εγώ, κι ο Ιησούς είπε, Ιωάννη, εσύ θα φτάσεις στα γηρατειά και θα πεθάνεις γέρος, κι όσο για σένα, Ιούδα Ισκαριώτη, να αποφεύγεις τι συκιές, δεν αργεί η ώρα που θα κρεμαστείς σε μια απ' αυτές με τα ίδια σου τα χέρια, Θα πεθάνουμε δηλαδή εξαιτίας σου, ακούστηκε μια φωνή, αλλά δεν ξέρουμε ποιανού ήταν, Εξαιτίας του Θεού, όχι εξαιτίας μου, απάντησε ο Ιησούς, Επιτέλους, τι θέλει ο Θεός, ρώτησε ο Ιωάννης, (...)
Η επιλογή σας θα είναι πάντα ανάμεσα στον Θεό και τον Θεό, εγώ βρίσκομαι, όπως εσείς κι οι άλλοι άνθρωποι, στο μέσον, Τι προστάζεις λοιπόν να κάνουμε, Να βοηθήσετε ο θάνατός μου να γλιτώσει τις ζωές αυτών που είναι να έρθουν, Δεν μπορείς να πας ενάντια στο θέλημα του Θεού, Όχι αλλά είναι χρέος μου να προσπαθήσω, Εσύ έχεις σωθεί γιατί είσαι γιος του Θεού, εμείς όμως θα χάσουμε την ψυχή μας, Όχι, αν αποφασίσετε να με υπακούσετε, πάλι στον Θεό θα υπακούτε. Στον ορίζοντα, κάτω, στο έσχατο άκρο της ερήμου, εμφανίστηκε το περίγραμμα μιας κόκκινης σελήνης. Λέγε, είπε ο Ανδρέας, ο Ιησούς όμως περίμενε μέχρι να υψωθεί ολόκληρη η σελήνη πάνω από τη γη, τεράστια κι αιμάτινη, και τότε μόνο είπε, Ο γιος του Θεού θα πεθάνει στο σταυρό για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του Πατέρα του, αν όμως στη θέση του βάζαμε έναν απλό άνθρωπο, Κάποιον από μας, ρώτησε ο Πέτρος, Όχι εγώ θα πάω να καταλάβω την θέση του Υιού του, Για όνομα του Θεού, εξηγήσου, Έναν απλό άνθρωπο, έναν απλό άνθρωπο που θα έχει όμως αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς των Ιουδαίων, που θα ξεσηκώσει το λαό για να ρίξει από το θρόνο τον Ηρώδη και να διώξει τους Ρωμαίους από τη χώρα, αυτό σας ζητώ, να τρέξει κάποιος από εσάς στον Ναό και να πει ότι αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, κι ίσως,αν η δίκη είναι σύντομη, να μην προλάβει να τη σταματήσει η δίκη του Θεού, όπως δεν σταμάτησε το χέρι του αλήτη που αποκεφάλισε τον Ιωάννη. Η κατάπληξη έπνιξε τη φωνή όλων, για λίγο όμως, γιατί αμέσως από όλα τα στόματα βγήκαν λέξεις απέχθειας, διαμαρτυρίας και απείθειας, Αν είσαι ο γιος του Θεού, ως τέτοιος πρέπει να πεθάνεις, φώναζε ο ένας, Έφαγα από το ψωμί που έκοψες, πώς θα μπορούσα τώρα να σε καταδώσω, αναστέναζε ο άλλος, Μη θέλεις τώρα να γίνεις βασιλιάς των Ιουδαίων εσύ, που είσαι βασιλιάς του κόσμου, είπε κάποιος άλλος, Θα πεθάνει επιτόπου αυτός που θα κουνηθεί για να πάει να σε καταδώσει, απειλούσε ένας τέταρτος. Τότε ήταν που ακούστηκε καθαρή, ευδιάκριτη, μέσα στην οχλοβοή, η φωνή του Ιούδα του Ισκαριώτη, Θα πάω εγώ, αν είναι αυτό που θέλεις. Οι υπόλοιποι τον έπιασαν από τα χέρια, κάποια μαχαίρια έβγαιναν ήδη από τις δίπλες των χιτώνων, όταν ο Ιησούς διέταξε, Αφήστε τον, μην του κάνει κανείς κακό. Ύστερα σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα δυο μάγουλα, Πήγαινε, αυτή είναι η ώρα μου και η δική σου ώρα. Χωρίς κουβέντα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έριξε την άκρη του χιτώνα του πάνω από τον ώμο και, σαν να τον κατάπιε η νύχτα, εξαφανίστηκε στο σκοτάδι."
Οι αποκαλύψεις έγιναν δεκτές σιωπηρά, δεν υπήρχε πια λόγος να φοβούνται ένα μέλλον που το γνώριζαν, ήταν σαν να τους είχε πει απλώς ο Ιησούς, Θα πεθάνετε, κι εκείνοι να του απάντησαν εν χορώ, Σιγά το νέο, αυτό το ξέραμε. Ο Ιωάννης και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης όμως, που δεν άκουσαν να αναφέρεται σ' αυτούς, ρώτησαν, Κι εγώ, κι ο Ιησούς είπε, Ιωάννη, εσύ θα φτάσεις στα γηρατειά και θα πεθάνεις γέρος, κι όσο για σένα, Ιούδα Ισκαριώτη, να αποφεύγεις τι συκιές, δεν αργεί η ώρα που θα κρεμαστείς σε μια απ' αυτές με τα ίδια σου τα χέρια, Θα πεθάνουμε δηλαδή εξαιτίας σου, ακούστηκε μια φωνή, αλλά δεν ξέρουμε ποιανού ήταν, Εξαιτίας του Θεού, όχι εξαιτίας μου, απάντησε ο Ιησούς, Επιτέλους, τι θέλει ο Θεός, ρώτησε ο Ιωάννης, (...)
Η επιλογή σας θα είναι πάντα ανάμεσα στον Θεό και τον Θεό, εγώ βρίσκομαι, όπως εσείς κι οι άλλοι άνθρωποι, στο μέσον, Τι προστάζεις λοιπόν να κάνουμε, Να βοηθήσετε ο θάνατός μου να γλιτώσει τις ζωές αυτών που είναι να έρθουν, Δεν μπορείς να πας ενάντια στο θέλημα του Θεού, Όχι αλλά είναι χρέος μου να προσπαθήσω, Εσύ έχεις σωθεί γιατί είσαι γιος του Θεού, εμείς όμως θα χάσουμε την ψυχή μας, Όχι, αν αποφασίσετε να με υπακούσετε, πάλι στον Θεό θα υπακούτε. Στον ορίζοντα, κάτω, στο έσχατο άκρο της ερήμου, εμφανίστηκε το περίγραμμα μιας κόκκινης σελήνης. Λέγε, είπε ο Ανδρέας, ο Ιησούς όμως περίμενε μέχρι να υψωθεί ολόκληρη η σελήνη πάνω από τη γη, τεράστια κι αιμάτινη, και τότε μόνο είπε, Ο γιος του Θεού θα πεθάνει στο σταυρό για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του Πατέρα του, αν όμως στη θέση του βάζαμε έναν απλό άνθρωπο, Κάποιον από μας, ρώτησε ο Πέτρος, Όχι εγώ θα πάω να καταλάβω την θέση του Υιού του, Για όνομα του Θεού, εξηγήσου, Έναν απλό άνθρωπο, έναν απλό άνθρωπο που θα έχει όμως αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς των Ιουδαίων, που θα ξεσηκώσει το λαό για να ρίξει από το θρόνο τον Ηρώδη και να διώξει τους Ρωμαίους από τη χώρα, αυτό σας ζητώ, να τρέξει κάποιος από εσάς στον Ναό και να πει ότι αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ, κι ίσως,αν η δίκη είναι σύντομη, να μην προλάβει να τη σταματήσει η δίκη του Θεού, όπως δεν σταμάτησε το χέρι του αλήτη που αποκεφάλισε τον Ιωάννη. Η κατάπληξη έπνιξε τη φωνή όλων, για λίγο όμως, γιατί αμέσως από όλα τα στόματα βγήκαν λέξεις απέχθειας, διαμαρτυρίας και απείθειας, Αν είσαι ο γιος του Θεού, ως τέτοιος πρέπει να πεθάνεις, φώναζε ο ένας, Έφαγα από το ψωμί που έκοψες, πώς θα μπορούσα τώρα να σε καταδώσω, αναστέναζε ο άλλος, Μη θέλεις τώρα να γίνεις βασιλιάς των Ιουδαίων εσύ, που είσαι βασιλιάς του κόσμου, είπε κάποιος άλλος, Θα πεθάνει επιτόπου αυτός που θα κουνηθεί για να πάει να σε καταδώσει, απειλούσε ένας τέταρτος. Τότε ήταν που ακούστηκε καθαρή, ευδιάκριτη, μέσα στην οχλοβοή, η φωνή του Ιούδα του Ισκαριώτη, Θα πάω εγώ, αν είναι αυτό που θέλεις. Οι υπόλοιποι τον έπιασαν από τα χέρια, κάποια μαχαίρια έβγαιναν ήδη από τις δίπλες των χιτώνων, όταν ο Ιησούς διέταξε, Αφήστε τον, μην του κάνει κανείς κακό. Ύστερα σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα δυο μάγουλα, Πήγαινε, αυτή είναι η ώρα μου και η δική σου ώρα. Χωρίς κουβέντα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έριξε την άκρη του χιτώνα του πάνω από τον ώμο και, σαν να τον κατάπιε η νύχτα, εξαφανίστηκε στο σκοτάδι."
Το εκτενές απόσπασμα προέρχεται από το "Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον" (σε θαυμάσια μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά - Καστανιώτης, 2010) ένα μυθιστόρημα όπου ο πάντα αντισυμβατικός και άθεος Ζοζέ Σαραμάγκου ασχολείται με τις αφανείς λεπτομέρειες των γεγονότων της Καινής Διαθήκης και με την βιτριολική του σάτυρα αποδομεί την περσόνα του Ιησού όπως αυτή είναι ευρέως γνωστή - τoν παρουσιάζει εντελώς γήινο και με ανθρώπινες αδυναμίες κι αντιδράσεις. Πρόκειται για το βιβλίο που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων της Καθολικής Εκκλησίας κατά του συγγραφέα και παρά λίγο να του στοιχίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι, επίσης, το βιβλίο που μετά από πολύ καιρό, με έκανε να ξενυχτήσω διαβάζοντας. Το εικαστικό είναι του Andy Warhol.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2014
Η Νταρίνα στον Άδη
Επικίνδυνες ασκήσεις ισορροπίας ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις τυραννικές επιθυμίες είναι το "Η μέρα που η Νίνα Σιμόν σταμάτησε να τραγουδά" (μτφρ. Αθηνά Μαροπούλου - Ποταμός, 2013). Πρόκειται για την αντισυμβατική αυτοβιογραφία της 46χρονης σήμερα ηθοποιού και συγγραφέως Νταρίνα Αλ-Τζουντί που σε αφήνει άναυδο με την σφοδρότητά της και προκαλεί από την πρώτη κιόλας λέξη της: "Κλείστε αυτό το κωλοκοράνι!
Δεν ξέρω γιατί έβαλα τις φωνές. Έπρεπε όμως να φωνάξω για να μην αθετήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στον πατέρα μου: να μην αφήσω κανέναν να διαβάσει το Κοράνι στην κηδεία του."
Πολιτικός πρόσφυγας, δημοσιογράφος, καθηγητής, άθεος, φιλελεύθερος και παθιασμένος μπον βιβέρ ο Σύριος πατέρας της Αλ Τζουντί μεγαλώνει τις τρεις κόρες του στην Βηρυτό των αρχών της δεκαετίας 1970 με αυτές ακριβώς τις πεποιθήσεις. Η Νταρίνα θα είναι η μόνη που θα τις ακολουθήσει τόσο πιστά - δεν πιστεύει σε κανέναν Θεό, δεν συμμετέχει στα έθιμα, πίνει αλκοόλ και καπνίζει τσιγάρο από τα οκτώ της κάτι που θα την οδηγήσει με μαθηματική ευκολία στο χόρτο. Είναι κοινωνική και δουλεύει ως ηθοποιός σε τηλεοπτικές σειρές επίσης από τα οκτώ της. Κι ακούει συνεχώς Νίνα Σιμόν, μπλουζ, ροκ, Φεϊρούζ. Όταν ξεσπά ο πόλεμος είναι επτά χρονών και στα δέκα της, ξέρει να λύνει και να δένει Καλάσνικωφ με κλειστά μάτια. Κάποια στιγμή, η νεαρή τότε Νταρίνα θέλησε να καταταγεί στο στρατό γιατί δεν ήθελε απλώς να παρατηρεί τα θύματα. Ο πατέρας της τής "απαγορεύει" κάθε σχέση με το "φασιστικό στράτευμα" όπως το αποκαλεί και της συστήνει να καταταγεί στον Ερυθρό Σταυρό. Η Νταρίνα το κάνει κι αναλαμβάνει τα καθήκοντά της με ενθουσιασμό. Στην αρχή όμως, γιατί η συνέχεια δεν ήταν όπως την φανταζόταν - έπρεπε να τριγυρνά σε όλη την Βηρυτό και να αφαιρεί τις σφαίρες από τα σώματα των περαστικών που χτυπήθηκαν κατά λάθος από τους ακροβολιστές της PLO και να φροντίζει τα θύματα των σφαγών στην Σάμπρα και την Σατίλα. "Δρομάκια και σπίτια γεμάτα πτώματα παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων, όλα τουμπανιασμένα απ' τη ζέστη. Οι γυναίκες τραβούσαν τα μαλλιά τους, ούρλιαζαν, διηγούνταν στιγμιότυπα από τη νύχτα της σφαγής, τις φωτοβολίδες των Ισραηλινών, την άφιξη μεθυσμένων και μαστουρωμένων Φαλαγγιτών, τη χαρά τους να κομματιάζουν ανθρώπους κολλώντας τους στον τοίχο, το βιασμό κοριτσιών μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους. Είδα μια οικογένεια σσφαγιασμένη, τα οκτώ μέλη της ήταν δεμένα το ένα με το άλλο με αγκαθωτά σύρματα, το σύρμα χανόταν μες στη μελανιασμένη σάρκα τους. Οι άνθρωποι αναγνώριζαν τους δικούς τους απ' τα ρούχα, τόσο πολύ είχαν παραμορφωθεί. Έδινα κουράγιο στις γυναίκες τη στιγμή της αναγνώρισης. Έκλαιγα και ξερνούσα. Αυτό ξεπερνούσε την οργή, τη θλίψη, ακόμα και την τρέλα. Ένιωθα κι εγώ η ίδια σφαγμένη. Αυτό που με φόβισε περισσότερο στη Σάρμπα δεν ήταν οι νεκροί, αλλά εκείνο που μπορούσε να διαβάσει κανείς στα πρόσωπα των ζωντανών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκατέσσερα."
Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την κοινωνικοπολιτική ιστορία του Λιβάνου για να ακολουθήσει την περιπέτεια της Νταρίνα - η συγγραφέας δίνει αρκετά στοιχεία για το καθεστώς και την εξέλιξη της κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης και τα λόγια της έχουν τόση αμεσότητα που μπαίνεις αμέσως στο κλίμα της χώρας του Άδη όπου καλούνται να συμβιώσουν άνθρωποι από 18 διαφορετικά δόγματα (τόσα είναι τα επισήμως αναγνωρισμένα από το κράτος) για να υπερισχύσει τελικά η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός και ο πόλεμος. Ακριβώς λόγω αυτής της αμεσότητας, η ιστορία της Νταρίνα Αλ Τζουντί διαβάζεται και ως ένα ημερολόγιο της παράλογης ιστορίας του Λιβάνου - από όαση κάθε Άραβα διανοούμενου, όπως αναθυμάται σχεδόν εκστασιασμένος ο πατέρας της, σε πεδίο μάχης όπου το νοσοκομείο αντικαθιστά την κεντρική πλατεία ως το μόνο μέρος συνάντησης φίλων και γνωστών.
Η αφήγηση ετούτη της Νταρίνα Αλ Τζουντί πριν από βιβλίο υπήρξε θεατρικός μονόλογος και υποθέτω από τους πιο επιτυχημένους - πάντα συγκινούν οι τραγωδίες των ανθρώπων. Το κείμενο σού μεταδίδει μια αίσθηση βαθιάς συγκίνησης που μετρατρέπεται σε αμηχανία καθώς οι φρικαλεότητες του πολέμου, η πλήρης περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή, και πολύ περισσότερο εκείνη των γυναικών, έρχεται σε σύγκρουση με την άγρια χαρά για ζωής. Και η Νταρίνα Αλ Τζουντί, μεγαλωμένη όπως είναι να αψηφά κάθε πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση της Αραβικής κοινωνίας, θα πληρώσει ακριβά το τίμημα της σύγκρουσης αυτής - όλος αυτός ο θανάτος γύρω της θα την εθίσει από την εφηβεία κιόλας στο ξέφρενο κυνήγι των απολαύσεων: σεξ, ναρκωτικά και αλκοόλ, ακόμη και σε περίοδο ειρήνης, όταν ήταν 21. Στα 15 της θα πέσει θύμα βιασμού, θα μείνει έγκυος και στην συνέχεια θα καταφύγει στην άμβλωση. Θα παντρευτεί δυο φορές, στην πρώτη από τις οποίες θα μείνει έγκυος και θα αποβάλλει εξαιτίας της βιαιότητας του συζύγου της. Θα κοιμηθεί με πολλούς άλλους άντρες και μία γυναίκα. Θα παίξει ρώσικη ρουλέτα (την αυθεντική, ξέρετε, με τις σφαίρες στον περιστρεφόμενο μύλο του όπλου) και θα καταλήξει με τα μαλλιά της γεμάτα με τον εγκέφαλο του φίλου της. Παρ'όλα αυτά δεν θα πάψει να κυνηγά την πληρότητά της με την ίδια ένταση κι επαναληπτικότητα - σαν να ενσάρκωνε το Sinnerman, το αγαπημένο τραγούδι του πατέρα της, σε λούπα.
Η έντονη προφορικότητα του κειμένου και η μουσικότητά του σε παρασύρουν - γελάς με τις αυθόρμητες, παιδικές σκέψεις κι αντιδράσεις της Νταρίνα και ανατριχιάζεις με τις κτηνωδίες που συμβαίνουν. Όπως και με τις στιγμές της σκληρής συνειδητοποίησης. "Οι γυναίκες που έβλεπα γύρω μου έμοιαζαν μ' όλες τις γυναίκες του αραβικού κόσμου: ζώα για ζέψιμο. Κατάλαβα πόσο εύθραστες είμαστε οι γυναίκες, παλεύουμε να γίνουμε φίρμες, γιατροί, διασημότητες, αλλά στο παραμικρό λάθος η γυναίκα ξαναγίνεται γυναίκα, ένα υποζύγιο που το αλυσοδένουμε όπως μας γουστάρει..."
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ιδιότυπη γλώσσα του κειμένου - ανυπότακτη στην ροή της, αυθάδης στις λέξεις της, προκλητική. Είναι γι' αυτό εύστοχη και σοκαριστική, όπως ακριβώς κι ένα ντοκιμαντέρ. Ιδίως οι σελίδες όπου η Νταρίνα αφηγείται το τελευταίο σκαλοπάτι της κατάβασής της στον Άδη: η μητέρα της και οι αδερφές της την κλείνουν στο μονατήρι του Σταυρού, ένα ίδρυμα για τρελές γυναίκες στην Τζουνίγια με το αιτιολογικό ότι παραφέρεται. Θα την αφήσουν μάλιστα περισσότερο από όσο συστήνουν οι γιατροί καθώς η μητέρα της, διάσημη εκφωνήτρια του Λιβανικού ραδιοφώνου, δεν διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα για το εξιτήριο. Ειδικά αυτή η φάση της ζωής της, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κι ένα work in progress της Αμπράμοβιτς - ένα αγρίμι, όπως ήταν τότε η Νταρίνα, σε καταστολή με φάρμακα κι ενέσεις, να αντιστέκεται. Όσο είναι έγκλειστη διατηρεί την διαύγεια του νου της μα συμμορφώνεται με τους εσωτερικούς κανόνες του ιδρύματος για να μην υποστεί βαρύτερη θεραπεία ενώ ταυτόχρονα καταγράφει στην μνήμη της όλα όσα συνέβαιναν με τις άλλες έγκλειστες. Κάποια στιγμή, με την βοήθεια ενός παλιού φίλου της, που επέμενε να τον ξεπληρώσει σε είδος, θα βρει τα $7.000 που χρειάζονται για να πάρει το εξιτήριο και την ίδια μέρα δραπετεύει στην Ευρώπη. Στο Παρίσι όπου, τελικά, καταφεύγει, "στο Παρίσι που δεν θα το εγκαταλείψω ποτέ", θα πλησιάσει τον Μοχάμεντ Κασίμι, θεατρικό σκηνοθέτη και συν-συγγραφέα του βιβλίου, και θα του παραδώσει ένα χειρόγραφο. Εκείνος θα το διαβάσει το ίδιο βράδυ και τα υπόλοιπα (περιπετειώδη επίσης, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό) είναι ήδη -θεατρική και λογοτεχνική- ιστορία.
Ο φεμινισμός, ο πόλεμος, το ψυχικό τραύμα είναι τα θέματα που προβάλλονται σε τούτο το μικρό σε μέγεθος βιβλίο. Ωστόσο, θεωρώ πως είναι πρόσφορο έδαφος και για άλλα -μικρά και μεγάλα- θέματα εξίσου σημαντικά για την ανθρώπινη ύπαρξη που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς στα 21 κεφάλαιά του. Ό,τι και να πω, ωστόσο, θα είναι λίγο - η αφήγηση της Αλ Τζουντί είναι τόσο συμπυκνωμένη, τεθλασμένη και σκληρή όσο σπιντάτη, απελευθερωμένη και ασύδοτη ήταν και η αναζήτηση της ισορροπίας της με τον κόσμο. Γι'αυτό η μόλις 159 σελίδων σπουδή ζωής, που θα έλεγε κι ο Κωστής Παπαγιώργης, διαβάζεται -χωρίς υπερβολή- απνευστί.
Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια της "Τελευταίας Κρίσης" του Michelangelo όπου αποδίδεται η μάχη μεταξύ των αγγέλων και των κολασμένων. Ο πίνακας "Seascape with Rain Cloud" του John Constable είναι αντιπροσωπευτικό της διάσημης "γρήγορης" τέχνης του - σκίτσα λαδιού που συνήθως έκανε στην ύπαιθρο για να απεικονίσει τον ουρανό κάτω από τις διάφορες καιρικές συνθήκες και τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε ως βάση για τις τοπιογραφίες του. Στην φωτογραφία εικονίζεται η ηθοποιός και συγγραφέας σε σκηνή από την ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβηκε στη σκηνή του Chapelle Sainte Claire στα πλαίσια του Φεστιβάλ της Αβινιόν 2007. Μπορείτε να δείτε ένα τρέιλερ της παράστασης στην αγγλόφωνη εκδοχή του εδώ.
Δεν ξέρω γιατί έβαλα τις φωνές. Έπρεπε όμως να φωνάξω για να μην αθετήσω την υπόσχεση που είχα δώσει στον πατέρα μου: να μην αφήσω κανέναν να διαβάσει το Κοράνι στην κηδεία του."
Πολιτικός πρόσφυγας, δημοσιογράφος, καθηγητής, άθεος, φιλελεύθερος και παθιασμένος μπον βιβέρ ο Σύριος πατέρας της Αλ Τζουντί μεγαλώνει τις τρεις κόρες του στην Βηρυτό των αρχών της δεκαετίας 1970 με αυτές ακριβώς τις πεποιθήσεις. Η Νταρίνα θα είναι η μόνη που θα τις ακολουθήσει τόσο πιστά - δεν πιστεύει σε κανέναν Θεό, δεν συμμετέχει στα έθιμα, πίνει αλκοόλ και καπνίζει τσιγάρο από τα οκτώ της κάτι που θα την οδηγήσει με μαθηματική ευκολία στο χόρτο. Είναι κοινωνική και δουλεύει ως ηθοποιός σε τηλεοπτικές σειρές επίσης από τα οκτώ της. Κι ακούει συνεχώς Νίνα Σιμόν, μπλουζ, ροκ, Φεϊρούζ. Όταν ξεσπά ο πόλεμος είναι επτά χρονών και στα δέκα της, ξέρει να λύνει και να δένει Καλάσνικωφ με κλειστά μάτια. Κάποια στιγμή, η νεαρή τότε Νταρίνα θέλησε να καταταγεί στο στρατό γιατί δεν ήθελε απλώς να παρατηρεί τα θύματα. Ο πατέρας της τής "απαγορεύει" κάθε σχέση με το "φασιστικό στράτευμα" όπως το αποκαλεί και της συστήνει να καταταγεί στον Ερυθρό Σταυρό. Η Νταρίνα το κάνει κι αναλαμβάνει τα καθήκοντά της με ενθουσιασμό. Στην αρχή όμως, γιατί η συνέχεια δεν ήταν όπως την φανταζόταν - έπρεπε να τριγυρνά σε όλη την Βηρυτό και να αφαιρεί τις σφαίρες από τα σώματα των περαστικών που χτυπήθηκαν κατά λάθος από τους ακροβολιστές της PLO και να φροντίζει τα θύματα των σφαγών στην Σάμπρα και την Σατίλα. "Δρομάκια και σπίτια γεμάτα πτώματα παιδιών, γυναικών και ηλικιωμένων, όλα τουμπανιασμένα απ' τη ζέστη. Οι γυναίκες τραβούσαν τα μαλλιά τους, ούρλιαζαν, διηγούνταν στιγμιότυπα από τη νύχτα της σφαγής, τις φωτοβολίδες των Ισραηλινών, την άφιξη μεθυσμένων και μαστουρωμένων Φαλαγγιτών, τη χαρά τους να κομματιάζουν ανθρώπους κολλώντας τους στον τοίχο, το βιασμό κοριτσιών μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους. Είδα μια οικογένεια σσφαγιασμένη, τα οκτώ μέλη της ήταν δεμένα το ένα με το άλλο με αγκαθωτά σύρματα, το σύρμα χανόταν μες στη μελανιασμένη σάρκα τους. Οι άνθρωποι αναγνώριζαν τους δικούς τους απ' τα ρούχα, τόσο πολύ είχαν παραμορφωθεί. Έδινα κουράγιο στις γυναίκες τη στιγμή της αναγνώρισης. Έκλαιγα και ξερνούσα. Αυτό ξεπερνούσε την οργή, τη θλίψη, ακόμα και την τρέλα. Ένιωθα κι εγώ η ίδια σφαγμένη. Αυτό που με φόβισε περισσότερο στη Σάρμπα δεν ήταν οι νεκροί, αλλά εκείνο που μπορούσε να διαβάσει κανείς στα πρόσωπα των ζωντανών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκατέσσερα."
Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς την κοινωνικοπολιτική ιστορία του Λιβάνου για να ακολουθήσει την περιπέτεια της Νταρίνα - η συγγραφέας δίνει αρκετά στοιχεία για το καθεστώς και την εξέλιξη της κοινωνικο-πολιτικής κατάστασης και τα λόγια της έχουν τόση αμεσότητα που μπαίνεις αμέσως στο κλίμα της χώρας του Άδη όπου καλούνται να συμβιώσουν άνθρωποι από 18 διαφορετικά δόγματα (τόσα είναι τα επισήμως αναγνωρισμένα από το κράτος) για να υπερισχύσει τελικά η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός και ο πόλεμος. Ακριβώς λόγω αυτής της αμεσότητας, η ιστορία της Νταρίνα Αλ Τζουντί διαβάζεται και ως ένα ημερολόγιο της παράλογης ιστορίας του Λιβάνου - από όαση κάθε Άραβα διανοούμενου, όπως αναθυμάται σχεδόν εκστασιασμένος ο πατέρας της, σε πεδίο μάχης όπου το νοσοκομείο αντικαθιστά την κεντρική πλατεία ως το μόνο μέρος συνάντησης φίλων και γνωστών.
Η έντονη προφορικότητα του κειμένου και η μουσικότητά του σε παρασύρουν - γελάς με τις αυθόρμητες, παιδικές σκέψεις κι αντιδράσεις της Νταρίνα και ανατριχιάζεις με τις κτηνωδίες που συμβαίνουν. Όπως και με τις στιγμές της σκληρής συνειδητοποίησης. "Οι γυναίκες που έβλεπα γύρω μου έμοιαζαν μ' όλες τις γυναίκες του αραβικού κόσμου: ζώα για ζέψιμο. Κατάλαβα πόσο εύθραστες είμαστε οι γυναίκες, παλεύουμε να γίνουμε φίρμες, γιατροί, διασημότητες, αλλά στο παραμικρό λάθος η γυναίκα ξαναγίνεται γυναίκα, ένα υποζύγιο που το αλυσοδένουμε όπως μας γουστάρει..."
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ιδιότυπη γλώσσα του κειμένου - ανυπότακτη στην ροή της, αυθάδης στις λέξεις της, προκλητική. Είναι γι' αυτό εύστοχη και σοκαριστική, όπως ακριβώς κι ένα ντοκιμαντέρ. Ιδίως οι σελίδες όπου η Νταρίνα αφηγείται το τελευταίο σκαλοπάτι της κατάβασής της στον Άδη: η μητέρα της και οι αδερφές της την κλείνουν στο μονατήρι του Σταυρού, ένα ίδρυμα για τρελές γυναίκες στην Τζουνίγια με το αιτιολογικό ότι παραφέρεται. Θα την αφήσουν μάλιστα περισσότερο από όσο συστήνουν οι γιατροί καθώς η μητέρα της, διάσημη εκφωνήτρια του Λιβανικού ραδιοφώνου, δεν διαθέτει τα απαραίτητα χρήματα για το εξιτήριο. Ειδικά αυτή η φάση της ζωής της, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κι ένα work in progress της Αμπράμοβιτς - ένα αγρίμι, όπως ήταν τότε η Νταρίνα, σε καταστολή με φάρμακα κι ενέσεις, να αντιστέκεται. Όσο είναι έγκλειστη διατηρεί την διαύγεια του νου της μα συμμορφώνεται με τους εσωτερικούς κανόνες του ιδρύματος για να μην υποστεί βαρύτερη θεραπεία ενώ ταυτόχρονα καταγράφει στην μνήμη της όλα όσα συνέβαιναν με τις άλλες έγκλειστες. Κάποια στιγμή, με την βοήθεια ενός παλιού φίλου της, που επέμενε να τον ξεπληρώσει σε είδος, θα βρει τα $7.000 που χρειάζονται για να πάρει το εξιτήριο και την ίδια μέρα δραπετεύει στην Ευρώπη. Στο Παρίσι όπου, τελικά, καταφεύγει, "στο Παρίσι που δεν θα το εγκαταλείψω ποτέ", θα πλησιάσει τον Μοχάμεντ Κασίμι, θεατρικό σκηνοθέτη και συν-συγγραφέα του βιβλίου, και θα του παραδώσει ένα χειρόγραφο. Εκείνος θα το διαβάσει το ίδιο βράδυ και τα υπόλοιπα (περιπετειώδη επίσης, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό) είναι ήδη -θεατρική και λογοτεχνική- ιστορία.
Σημειώσεις: Το πρώτο εικαστικό είναι λεπτομέρεια της "Τελευταίας Κρίσης" του Michelangelo όπου αποδίδεται η μάχη μεταξύ των αγγέλων και των κολασμένων. Ο πίνακας "Seascape with Rain Cloud" του John Constable είναι αντιπροσωπευτικό της διάσημης "γρήγορης" τέχνης του - σκίτσα λαδιού που συνήθως έκανε στην ύπαιθρο για να απεικονίσει τον ουρανό κάτω από τις διάφορες καιρικές συνθήκες και τα οποία στην συνέχεια χρησιμοποιούσε ως βάση για τις τοπιογραφίες του. Στην φωτογραφία εικονίζεται η ηθοποιός και συγγραφέας σε σκηνή από την ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβηκε στη σκηνή του Chapelle Sainte Claire στα πλαίσια του Φεστιβάλ της Αβινιόν 2007. Μπορείτε να δείτε ένα τρέιλερ της παράστασης στην αγγλόφωνη εκδοχή του εδώ.
Τετάρτη 2 Απριλίου 2014
Από το προσκήνιο
στην παραγωγή
στην παραγωγή
Είναι ίσως υπερβολικός ο πιο πάνω τίτλος αλλά αυτό μου ήρθε αυτόματα στο νου όταν εντόπισα τυχαία μία πρόσφατη έκδοση για παιδιά. Το "Οι φίλες μου κι εγώ" (αυτοεκδόσεις CaptainBook.gr, 2013) προβάλλεται ως σημειωματάριο με παιδικές ζωγραφιές το οποίο η δημιουργός του, η δεκάχρονη Αριάδνη Μαλλιάγκα, μαθήτρια της Δ' Δημοτικού, αφιερώνει στις φίλες της. Η έκδοση, σύμφωνα με την ίδια, περιέχει "όμορφες ζωγραφιές γεμάτες κέφι και φιλία, τις οποίες εμπνεύστηκα από τις φίλες μου. Είναι ασπρόμαυρες για να μπορείτε να τις χρωματίσετε. Στις σελίδες του υπάρχουν επίσης αποφθέγματα για τη φιλία από σημαντικές προσωπικότητες, αλλά και αρκετός χώρος για να σημειώνετε κι εσείς ό,τι σας εμπνέει και σας κάνει χαρούμενους."
Η ευκολία των αυτοεκδόσεων και ο ολοένα αυξανόμενος αριθμών των αντίστοιχων εταιριών που εκδίδουν και προωθούν τα βιβλία τους online έχει εγείρει στο πρόσφατο παρελθόν σοβαρά ερωτήματα για το εκδοτικό και συγγραφικό μέρος της διαδικασίας που αφορά στους ενήλικες επίδοξους συγγραφείς. Στην περίπτωση των παιδιών, ωστόσο, μια τέτοια κίνηση αναπόφευκτα γεννά επιπλέον ερωτήματα για τον γονεϊκό ρόλο και την ψυχική υπόσταση του παιδιού -η πρώιμη επιβεβλημένη ωριμότητα, η παιδική υπεροψία και ο μικρομεγαλισμός είναι πολύ πιο επικίνδυνα απ' ό,τι νομίζουμε.
Καταρχάς, γιατί θα πρέπει τούτη η παιδική κατασκευή -που σε πολλά σχολεία αποτελεί βασική άσκηση έκφρασης της δημιουργικότητας και παραγωγής γραπτού λόγου- να μπει στην εμπορική παραγωγή και μάλιστα επί ίσοις όροις με τους ενήλικους επίδοξους συγγραφείς; Για να ενθαρρύνουν οι γονείς την δημιουργικότητα του παιδιού τους και να τους μάθουν να εκτιμούν το βιβλίο από πρώτο χέρι, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς. Αν θέλουμε να μυήσουμε τα παιδιά στον κόσμο του βιβλίου και ιδιαίτερα να τα ωθήσουμε στην γραφή, μπορούμε να διαβάσουμε - το "Μια φορά κι έναν καιρό ήταν το βιβλίο" (Καλειδοσκόπιο, 2013) όπου η εκπαιδευτικός Δέσποινα Μπογδάνη-Σουγιούλ με την βοήθεια του εικονογράφου Πέτρου Μπουλούμπαση δίνουν με ανάλαφρο, συνεκτικό και πολύ κατατοπιστικό τρόπο όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την διαδρομή του βιβλίου - από την ιστορία της γραφής στους προϊστορικούς χρόνους και την κατασκευή χαρτιού στην αρχαία Αίγυπτο μέχρι την κατασκευή και την προώθηση ενός βιβλίου με τους σημερινούς, σύγχρονους τρόπους.
Η συγγραφέας επιπλέον προτρέπει τους μικρούς αναγνώστες να δημιουργήσουν το δικό τους βιβλίο με έναν πολύ απλό τρόπο που περιγράφει στις τελευταίες σελίδες τού "Μια φορά κι έναν καιρό..." - αυτό καλύπτει το πρώτο μέρος του πιο πάνω ισχυρισμού όπου πιστεύω πως εμπίπτει και το σημειωματάριο της μικρής Αριάδνης. Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο σημειωματάριο δεν διακρίνεται για μια καινούργια, πρωτοποριακή ή εξόχως διαφορετική ιδέα, δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μην παραμείνει αυτό ακριβώς που διατείνεται η -να πω συγγραφέας και εικονογράφος;- του: ένα χειροποίητο σημειωματάριο που θα χαρίσει προσωπικά η ίδια στις φίλες της. Κάτι τέτοιο άλλωστε κάναμε κι εμείς οι μεγαλύτεροι πριν πολλά χρόνια με τα λευκώματα στα οποία γράφαμε την δική μας έμπνευση δίχως κανένα λούστρο πολιτισμού και λογικής και κυρίως, δίχως να κοπιάρουμε αβασάνιστα τα λόγια μεγάλων συγγραφέων. Τα λευκώματα εκείνα περνούσαν από χέρι σε χέρι και ήταν σαν ένα αποδεικτικό φιλίας και συνεννοχής ανάμεσα στα μέλη μιας παρέας που μεγάλωνε ελεύθερα ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια οι οποίες ως αυθεντικοί κολαζίστες, με το ιδιαίτερο ύφος της η καθεμιά μας, χρησιμοποιούσαμε ό,τι υλικό, εικόνα και ζωγραφιά βρίσκαμε για να τα εμπλουτίσουμε - κορδέλες, κλωστές, φωτογραφίες ολόκληρες ή κομμάτια τους, διάφορα αποκόμματα από περιοδικά κι εφημερίδες, κ.ά. Τα αγόρια ήταν βέβαια πιο αφαιρετικά στις εκφράσεις τους αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα.
Σαφώς υπήρχαν και τότε λευκώματα, ημερολόγια και σημειωματάρια του εμπορίου. Σε καμμία περίπτωση ωστόσο δεν είχαν τυπωμένο στο εξώφυλλό τους το όνομα ενός παιδιού και δεν υπήρχε περίπτωση να θεωρηθούν εμπορική κατοχύρωση της καλλιτεχνικής/συγγραφικής/εικαστικής ιδιότητάς του - είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πλέον πως όλα σχεδόν ανεξαιρέτως τα παιδιά διαθέτουν έναν πλούτο τέτοιου είδους δεξιοτήτων. Είναι επίσης αποδεδειγμένο πως η δημοσιότητα πλήττει καίρια, και όχι πάντοτε φανερά, την ψυχική συγκρότηση του παιδιού - για την προώθηση τού “Οι φίλες μου κι εγώ” έχει ήδη δημοσιευτεί (κι αναδημοσιευτεί στην συνέχεια) συνέντευξη της μικρής Αριάδνης στην διαδικτυακή έκδοση μεγάλης εφημερίδας όπου παραθέτει αποφθεύγματα του Αριστοτέλη, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Τζιμ Μόρισον και του Μπομπ Μάρλεϋ. Τα λόγια της Έλεν Κέλλερ για την φιλία που μνημονεύει η μικρή είναι τα αγαπημένα της. Τι θα έλεγε, άραγε, η αμερικανίδα συγγραφέας και πολιτική ακτριβίστρια για όλο αυτό;
Στην συζήτηση που ξεκίνησε πριν λίγες ημέρες εδώ στον Αναγνώστη για τα βιβλία που απευθύνονται στα παιδιά, μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια που έχουμε θέσει για να εξετάζουμε τι συνιστά το καλό, ποιοτικό βιβλίο γι' αυτά, ας προσθέσουμε και τούτο: την προστασία της αγνότητας και του αυθορμητισμού που χαρακτηρίζουν την παιδική ηλικία. Είναι πιστεύω εξίσου σημαντικό με την πνευματική, αναγνωστική και αισθητική καλλιέργεια των παιδιών μιας και πρόκειται για ουσίες που ενισχύουν το έδαφος όπου αναπτύσσονται υγιείς και γειωμένοι, οι υπεύθυνοι ενήλικες του μέλλοντος μας.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε την Τρίτη 25 Μαρτίου στον ηλεκτρονικό Αναγνώστη που σαν χθες, 1η Απριλίου, έκλεισε τον πρώτο του χρόνο στο σύννεφο.
Σημείωση: Το εικαστικό ανήκει στην σύγχρονη Αμερικανίδα ζωγράφο Elizabeth Peyton.
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
Στο μυαλό
του Βσέβολοντ Γκάρσιν
Η υπόθεση είναι η εξής: ένας νέος άντρας συλλαμβάνεται και οδηγείται σε ψυχιατρικό άσυλο. Μετά την εισαγωγή του, θα υποστεί τις θεραπείες της εποχής και στην συνέχεια θα οδηγηθεί στο δωμάτιό του. Στις ήρεμες στιγμές των ημερών που θα ακολουθήσουν, ο ασθενής θα εντοπίσει στον κατάφυτο κήπο του ιδρύματος κάποιες παπαρούνες. "Λίγο πιο πέρα από το ξώστεγο, υπήρχαν τρεις θάμνοι κάποιας ιδιαίτερης ποικιλίας παπαρούνας. ήταν πολύ μικρότερες από τις συνηθισμένες και ξεχώριζαν από το ασυνήθιστα έντονο κόκκινο χρώμα τους. Το λουλούδι αυτό ήταν που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον ασθενή, όταν την πρώτη ημέρα μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο κοιτούσε τον κήπο μέσα από την γυάλινη πόρτα.
Βγαίνοντας για πρώτη φορά στον κήπο, πριν απ' όλα, χωρίς να κατέβει το σκαλοπάτι του ξώστεγου, κοίταξε αυτά τα κατακόκκινα λουλούδια. Ήταν δύο όλα κι όλα. είχαν φυτρώσει τυχαία, μακριά από τα άλλα και σε απάνεμο σημείο, όπου τα περιέβαλλαν ζιζάνια και αγριόχορτα."
Στις ταραγμένες στιγμές του, ο νεαρός ασθενής θα συνδυάσει τα λουλούδια αυτά και το χρώμα τους με το Κακό του κόσμου και θα βάλει σκοπό να τα αφανίσει από το πρόσωπο της γης για να προστατεύσει την Ανθρωπότητα και τους ανθρώπους γύρω του, πάση θυσία. Ακόμη και της δικής του ζωής. Στις μόλις 32 σελίδες του διηγήματος αυτή η πάλη με το Κακό, οι φρενήρεις στροφές του μυαλού και η παράλογη μανία του νεαρού ασθενή γίνονται απολύτως αισθητά χάρη στην μεγάλη λιτότητα και την πυκνότητα της γλώσσας του Γκάρσιν. Μια φορτισμένη λυρικότητα καταφέρνει και αναβλύζει μέσα από τα βασανιστήρια της ψυχής, τον πόνο και τη βία που κυριαρχούν στις περιγραφές των σωματικών δοκιμασιών του ήρωα/αφηγητή/συγγραφέα - κάθε γράμμα στην κυριολεξία και μια σταγόνα από το αίμα του, όπως έγραψε κι ο ίδιος. Στο επίμετρο της μικρής και κομψής τούτης έκδοσης δίνεται μια πρώτη -για μένα, τουλάχιστον- αποτίμηση του Γκάρσιν και του έργου του που έχει συγκριθεί μ' εκείνο του Ντοστογιέφσκι. Ένα από τα διηγήματά του, μάλιστα, θεωρείται πρόδρομος του Τσέχωφ. Ο μεταφραστής Δ.Τριανταφυλλίδης στον πρόλογό του βρίσκει, επίσης, συγγένειες με τον δικό μας Γεώργιο Βιζυηνό - συγγένειες που δεν περιορίζονται μόνο στις λογοτεχνικές ομοιότητες αλλά και σε εκείνες της κοινής ψυχικής ασθένειάς τους. Εάν δεν ήταν τούτη η απάνθρωπη κατάσταση θα μπορούσαμε, στην περίπτωση του Γκάρσιν, να μιλήσουμε για πεζογραφία άφθαστης απλότητας και νατουραλισμού.
Το
τέλος θα είναι θριαμβευτικό για τον ασθενή που θα πάρει μαζί του στον θάνατο κι ένα τρίτο λουλούδι που ανακάλυψε στο ίδιο μέρος όπου ξερίζωσε τα άλλα δύο. Στον
αναγνώστη ωστόσο μένει μια αίσθηση αδυναμίας - που ο Γκάρσιν δεν
κατέφερε να γίνει Ρομαντικός όπως ο Αλεξάντερ Γκριν, που δεν κατάφερε να
επιβιώσει περισσότερο από τα 33 χρόνια του. Ευτύχημα, λοιπόν, που υπάρχει το μικρό τούτο πεζό του για να αποδεικνύει την οδυνηρή σύνδεση ζωής και γραφής - την λογοτεχνία μασίφ. Σημειώσεις: Οι δύο πρώτες εικόνες είναι από το εξώφυλλο της έκδοσης - λεπτομέρεια από το "Θριαμβευτικό κόκκινο", μια κινητική εγκατάσταση του Alexander Calder. Το πορτραίτο του συγγραφέα ανήκει στον Ilya Repin και καλύπτει ολόκληρο (τι έκπληξη!) το αφτί του βιβλίου.
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
A Light
exists
in Spring
A Light exists in Spring
Not present on the Year
At any other period --
When March is scarcely here
A Color stands abroad
On Solitary Fields
That Science cannot overtake
But Human Nature feels.
It waits upon the Lawn,
It shows the furthest Tree
Upon the furthest Slope you know
It almost speaks to you.
Then as Horizons step
Or Noons report away
Without the Formula of sound
It passes and we stay --
A quality of loss
Affecting our Content
As Trade had suddenly encroached
Upon a Sacrament.
Not present on the Year
At any other period --
When March is scarcely here
A Color stands abroad
On Solitary Fields
That Science cannot overtake
But Human Nature feels.
It waits upon the Lawn,
It shows the furthest Tree
Upon the furthest Slope you know
It almost speaks to you.
Then as Horizons step
Or Noons report away
Without the Formula of sound
It passes and we stay --
A quality of loss
Affecting our Content
As Trade had suddenly encroached
Upon a Sacrament.
Σημείωση: Το εικαστικό είναι η "Εαρινή Συμφωνία" του Νικολάου Γύζη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









