Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017
Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017
Of War and Being
Με την βιβλιοπαραγωγή να γνωρίζει μεγάλη κίνηση στις μέρες μας, βρέθηκα κάποια στιγμή στο έλεος της αναποφασιστικότητας. Και ήταν μεγάλη αυτή η στιγμή διότι τα βιβλία που έχουν εκδοθεί το τελευταίο διάστημα (πεζογραφήματα, ποίηση, αλλά και ντοκουμέντα, βιογραφίες, παιδικά, κ.ά.) είναι πολύ αξιόλογα. Θέλοντας να διατηρήσω την κριτική γραφή, η επιλογή του επόμενου βιβλίου με μπλόκαρε. Έτσι κατέφυγα με αυτοπεποίθηση στο "Πρωινή Γαλήνη" (Μεταίχμιο, 2015) – ένα ήδη τρις βραβευμένο μυθιστόρημα στα δύο χρόνια κυκλοφορίας του. Εκτός αυτού, όμως, το ύφος του Ηλία Μαγκλίνη μού ήταν ήδη γνώριμο από την ιδιότυπη νουβέλα του "Η ανάκριση".
Το μυθιστόρημα είναι μία αποκάλυψη κι όχι μόνον διότι πρωτοπορεί θεματικά – είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ο Πόλεμος της Κορέας στην ελληνική πεζογραφία. Κυρίως διότι είναι πιο εμβριθές, πολυεπίπεδο και πολυθεματικό από τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα κι ας ξεκινά με κάτι συνηθισμένο – την ιστορία ενός παιδιού που ήθελε να πετάξει.
Ο Δημήτρης Μ. μεγαλώνει σε μια κλειστή οικογένεια στα Βοδενά (η πρότερη ονομασία της Έδεσσας), τυπικό δείγμα του τέλους της δεκαετίας του '40: δύο αδερφές, ένας μικρότερος αδερφός, η μητέρα που ασχολείται με το σπίτι και θέλει να κρατήσει τα παιδιά κοντά της, και ο πατέρας που δουλεύει ακατάπαυστα κάθε βράδυ στο χυτήριό του, στο υπόγειο του σπιτιού. Από μικρός, ο Δημήτρης βοηθά τον πατέρα του ο οποίος τον προορίζει να τον διαδεχτεί στην κατασκευή σιδερένιων κρεβατιών. Και από μικρός, όποτε άκουγε τα στρατιωτικά αεροπλάνα να περνούν πάνω από την πόλη, έβγαζε το κεφάλι από το υπόγειο, τα κοιτούσε να διασχίζουν τον ουρανό και ονειρευόταν να γίνει κι αυτός ιπτάμενος, πιλότος. Απρόσμενος σύμμαχος του νεαρού Δημήτρη ο πατέρας του – μία από τις πιο τραγικές φιγούρες του μυθιστορήματος, όπως θα αποδειχθεί στο τέλος. Τώρα όμως θέλησε ο γιος του να έχει μια ευκαιρία για το καλύτερο που δεν κατόρθωσε ο ίδιος. Είναι η εποχή του Εμφυλίου – συγκρούσεις μαίνονται συνεχώς και η αεροπορία στρατού επιχειρεί συχνά στην περιοχή. Ο θείος, και νονός του Δημήτρη, Προκόπης έχει ανέβει στο βουνό και η μητέρα του Δημήτρη δέχεται πιέσεις να αποκηρύξει τον αντάρτη αδερφό της. Θα υπογράψει τελικά την σχετική δήλωση, παρά την θέλησή της, μόνο για να μην σταθεί εμπόδιο στον Δημήτρη – η ύπαρξη ανταρτών/κομμουνιστών στην οικογένεια ήταν ισχυρός λόγος για να μην γίνει δεκτός στην Σχολή Ικάρων.
H πορεία του Δημήτρη προς το όνειρο ξεκινά. Κατεβαίνει στην Αθήνα, φιλοξενείται από συγγενή του και προετοιμάζεται για τις εξετάσεις της Σχολής. Παράλληλα, γυρίζει την μεταπολεμική πόλη, κάνει φίλους και γνωρίζει τον σαρκικό έρωτα. Γνωρίζει και την συναισθηματική πλευρά του με την Εύα, μια φοιτήτρια γαλλικής φιλολογίας. Οι εξετάσεις δεν θα είναι εύκολες αλλά τις περνά με επιτυχία. Περνά, επίσης, την "εκπαιδευτική" νίλα των παλαιότερων Ικάρων (η σκληρή δουλειά στο σιδεράδικο του πατέρα του φαίνεται πως τον είχε προετοιμάσει καταλλήλως) και την ανίχνευση πολιτικού φρονήματος εν είδει συνέντευξης ενός ανθυπασπιστή του Γραφείου Ασφαλείας, και παρακολουθεί ανελλιπώς τα μαθήματα της Σχολής. Ένα από αυτά είναι και η Μετεωρολογία – οι σχηματισμοί των συννέφων γοητεύουν τον Δημήτρη και οι γνώσεις που θα αποκομίσει για την μορφολογία τους θα τον συντροφεύσουν στις δύσκολες στιγμές του στην συνέχεια.
Ως πρωτοετής πηγαίνει, μαζί με τους υπόλοιπους σπουδαστές της σειράς του, στην Αμερική όπου έμπειροι αμερικανοί αξιωματικοί θα τους εκπαιδεύσουν στις πτήσεις με ειδικά εξοπλισμένο αεροπλάνο. Αρκετοί από αυτούς, όμως, δεν θα αντέξουν την δοκιμασία και θα κοπούν. Ο Δημήτρης είναι ανάμεσά τους. Eπιστρέφει στην Αθήνα νιώθοντας ντροπή και βαθιά ηττημμένος – το σώμα του τον είχε προδώσει, το όνειρό του είχε συντριβεί. Εγγράφεται στην Σχολή Ευελπίδων, την μόνη προοπτική που έχει προκειμένου να μην γυρίσει στην ασφυκτική κοινωνία των Βοδενών και στο σιδεράδικο, και η ζωή του αρχίζει να κινείται σε μία σταθερή τροχιά – κερδίζει βαθμούς στην ιεραρχία του Στρατού Ξηράς, επανασυνδέεται με την Εύα και σχεδιάζουν την κοινή τους ζωή. Ωστόσο, η πορεία αυτή θα ανακοπεί. Λόγω του βαθμού του, είναι αναμενόμενο ότι ο Δημήτρης θα δηλώσει συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα που θα συμμετέχει στον Πόλεμο της Κορέας – μία αιματηρή σύγκρουση που διήρκησε τρία χρόνια χωρίς να αλλάξει κάτι στο status quo της περιοχής. Ακόμη και σήμερα οι σχέσεις της Βορείου με την Νότιο Κορέα βρίσκονται σε τεντωμένο σκοινί. Όπως λέει κι ένας ανθυπολοχαγός στον Δημήτρη: "Τους σκοτώνουμε και μας σκοτώνουν για να προχωρούν οι ειρηνευτικές συνομιλίες. (...) ...όπως τον κόβω αυτόν τον πόλεμο, από καθαρά στρατιωτικής απόψεως δηλαδή, κανένας δεν κερδάει, κανένας δεν χάνει. Όλη η δουλειά γίνεται για τους χαρτογιακάδες, συνάδελφε." Ο αφηγητής παρακολουθεί τον Δημήτρη όλο αυτό το διάστημα – από την ώρα που επιβιβάζεται σε ένα αμερικανικό οπλιταγωγό στον Πειραιά, στο θαλάσσιο ταξίδι διασχίζοντας τους ωκεανούς του νοτίου ημισφαιρίου μέχρι να φτάσει στην Κορέα. Κι εκεί, στα μετόπισθεν, στα χαρακώματα, στην πρώτη γραμμή, στις μάχες, στο κέντρο περίθαλψης τραυματιών στην Σεούλ, στο νοσοκομείο του Τόκιο και κατόπιν, σε μία μικρή περιήγηση στην πόλη μετά την ανάρρωση. Η αφήγηση της ένατης ενότητας σταματά λίγες στιγμές πριν την κρίσιμη μάχη για την κατάληψη του υψώματος Σκοτς.
Ένα -πρώτο- μυθιστόρημα, μία νουβέλα, αρκετά διηγήματα σε ανθολογίες και περιοδικά, μεταφράσεις κι επιμέλειες βιβλίων – δόκιμος λογοτέχνης και δημοσιογράφος στο επάγγελμα, ο Ηλίας Μαγκλίνης γνωρίζει πως να επικεντρώνεται στο ουσιώδες με διαυγή, καίρια γλώσσα και "λοξή", ιδιότυπη ματιά. Χρησιμοποιεί τις συγγραφικές νόρμες με ευελιξία δίχως να παρασύρεται. Το δεύτερο ετούτο μυθιστόρημά του χωρίζεται σε 10 ενότητες με κεφάλαια, η γενικότερη διάρθρωσή του όμως είναι τέτοια ώστε διακρίνονται με σαφήνεια τρεις μεγάλες χρονικές περίοδοι της ζωής του Δημήτρη: η ζωή στην επαρχία και η ζωή στην Αθήνα, η αποστολή στην Κορέα και τέλος, το παρόν. Στην τελευταία αυτή ενότητα, με ένα ρεαλιστικότατο εύρημα ο συγγραφέας κάνει ένα εκπληκτικό άλμα στην τρέχουσα πραγματικότητα με τις αφηγήσεις του μικρότερου αδερφού του Δημήτρη, της Εύας, του θείου Προκόπη και της συντρόφου του, οι οποίοι αποκαλύπτουν τα σιωπηρά κενά του εμφυλίου και διευκρινίζουν τον παραλογισμό μιας ολόκληρης εποχής. Είναι το μέρος όπου ο Μαγκλίνης καταδεικνύει με έντονη παραστατικότητα το κόστος του εμφυλίου και της στείρας ιδεολογίας στις οικογενειακές και ιδιωτικές ζωές των ανθρώπων ενώ υπερασπίζεται το δίκιο της αντίθετης πλευράς, εκείνης των νικητών του Εμφυλίου, προσπαθώντας να θέσει μια ισορροπία.
Θα έλεγα πως τα πολλά κεφάλαια του μυθιστορήματος μοιάζουν με το κολάζ εικόνων του Χέμινγκουέι, όμως στην ολότητά του το βιβλίο μού έφερε στο νου κάτι πιο οικείο: ένα άλμπουμ με κιτρινισμένες φωτογραφίες, τόσο ως εικόνα όσο και, κυρίως αυτό, ως αίσθηση – να κρατάς στα χέρια σου και να ξεφυλλίζεις με προσοχή κι αδημονία κάτι τόσο εύθραυστο που ωστόσο έχει δύναμη. Αυτό οφείλεται στο ότι, κατά ένα μέρος του, το βιβλίο βασίζεται σε προσωπικό βίωμα – μέχρι το ταξίδι του Δημήτρη στην Αμερική, ο συγγραφέας βασίζεται στην ζωή του πατέρα του που ως αντισμήναρχος συμμετείχε στον πόλεμο της Κορέας. Οφείλεται, όμως, και στην διάθεση του Μαγκλίνη να καταπιάνεται με προκλητικά, απαιτητικά θέματα – έναν ξεχασμένο πόλεμο κι έναν "αποσιωποιημένο" νικητή.
Το σώμα και οι ιδιότητές του είναι ένα ακόμη προκλητικό, απαιτητικό θέμα που δεσπόζει στο μυθιστόρημα – μία εμμονή, όπως έχει πει ο ίδιος ο συγγραφέας, η οποία χαρακτηρίζει και τα δύο προηγούμενα βιβλία του. Στην "Πρωινή Γαλήνη" την χειρίζεται με ιδιαίτερα έντονο ρεαλισμό που παραλίγο να με πτοήσει. Δεν με πτόησε όμως διότι το εντάσσει στην πλοκή με κατάλληλο, αληθή τρόπο – οι ερωτικές επαφές του Δημήτρη αντανακλούν τις κοινωνικές επιταγές και τον πουριτανισμό εκείνης της εποχής. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, εκφράζουν την ζωτική αντίδραση του ανθρώπου σε έναν απροσδιόριστο φόβο (του αγνώστου; του ανήκειν; του μέλλοντος;) που αναπτύσσεται και συσσωρεύει τις διαφορετικές πτυχές του με τα χρόνια. Αργότερα, στο πεδίο άσκησης όπως και σε εκείνο του πολέμου, το σώμα του Δημήτρη με όλες τις σωματοποιημένες ματαιώσεις του, μεταλλάσσεται πλέον σε πηγή μόνιμης οδύνης γι' αυτόν. Παρ' όλη όμως την διαρκή εσωτερική σύγκρουση, ο Δημήτρης προτάσσει συνεχώς την ισχυρή θέλησή του για ζωή. Έτσι, η υλική υπόσταση του σώματος υποχωρεί σταδιακά, και στοχαστικά, δίνοντας την θέση του σε μια σωματικότητα που, αναπόφευκτα, θα διαμορφώσει τον ψυχισμό και την τελική του ταυτότητα.
Είναι ευχάριστο να βλέπεις έναν συγγραφέα να εξελίσσεται. Ο Μαγκλίνης διατηρεί μεν την οξυδερκή και άμεση ματιά που θυμάμαι από την Ανάκριση και η γραφή του παραμένει ρέουσα, αλλά δεν είναι λιτή όπως τότε· ούτε αποστασιοποιημένη. Τώρα, μοιάζει συνειρμική, διαθέτει λυρισμό κι ευαισθησία, σχεδόν τρυφερότητα, στον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί τον πρωταγωνιστή του και όλο αυτό δίνει στο κείμενο μια ασυνήθιστη αίσθηση προφορικότητας - εκλεπτισμένη ίσως, σίγουρα όμως φροντισμένη, με τα γλωσσικά ιδιώματα αντίστοιχα της εποχής, όπου χρειαζονταν, και κατάλληλα ενσωματωμένα στην αφηγηματική ροή. Οι κεντρικοί πρωταγωνιστές –Δημήτρης, Εύα, οι γονείς τους, ο θείος Προκόπης και ο Γιώργος– έχουν αποδοθεί με εξαιρετική διαφάνεια και τα περιφερειακά πρόσωπα που τους πλαισιώνουν είναι εξίσου ευδιάκριτα με μεστή, δυναμική παρουσία: ο μικρός Τσανγκ, ο έφεδρος Λουκάς, ο επίατρος Μαγγίνας είναι μερικά από τα πρόσωπα που εντυπώνονται στο νου. Σε συγκινούν, για να είμαι ειλικρινής κι αυτό δεν το περίμενα. Όπως δεν περίμενα από ένα μυθιστόρημα τέτοιας έκτασης, θέματος και δύσβατων (μεταφορικά και κυριολεκτικά) καταστάσεων να ήταν τόσο ευανάγνωστο κι αγωνιώδες. Πόσο μάλλον, που το δεύτερο μέρος του διαδραματίζεται εν μέσω πολέμου. Κι όμως. Αν και το πρώτο μέρος είναι κάπως κοινότοπο, το δεύτερο προχωρά σε βάθος σκέψης και κατά μέτωπον επίθεση στον φοβικό εαυτό και την ιστορία ενώ στο τρίτο μέρος το βάρος του παρελθόντος (πολιτικό και ιστορικό) διαχέεται κατά στάγδιν στο παρόν με την ίδια σφοδρότητα μίας πολεμικής αναμέτρησης. Thrilling, indeed.
Μόνη ένσταση: οι πολλές λεπτομέρειες – δείγμα της πολυετούς κι ενδελεχούς έρευνας του συγγραφέα για το υλικό του, είναι απαραίτητες για την ολοκληρωμένη σκιαγράφηση προσώπων και καταστάσεων και δίνουν πραγματολογική βαρύτητα στο κείμενο. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ήταν λιγότερες σε οριμένα σημεία, κάτι που θα προσέδιδε έναν ελαφρώς πιο συνεκτικό ρυθμό στην εξέλιξη της πλοκής, και περισσότερη συνέπεια σε συγκεκριμένους χαρακτήρες.
Σημειώσεις: Το βιβλίο έχει αποσπάσει τα εξής βραβεία: Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνης της Ακαδημίας Αθηνών, του λογοτεχνικού περιοδικού "Κλεψύδρα" και το βραβείο Μυθιστορήματος του Αναγνώστη. // Το πρώτο εικαστικό είναι μία χωροτακτική εγκατάσταση με φως, του ισλανδο-δανού Olafur Eliasson με τίτλο "Beauty" (1993). Το δεύτερο –που μοιάζει με γκραβούρα αλλά στην πραγματικότητα είναι τοπιογραφία του ύστερου 15ου αι.– ανήκει στον κορεάτη Seo Munbo. Η εγκατάσταση "Freedom" (2001) είναι του ελληνικής καταγωγής αμερικανού Zenos Frudakis. Τέλος, η φωτογραφία του συγγραφέα είναι της Eva Darara.
Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017
Η πρώτη μου εντύπωση
"...ήταν έκπληξη. Μιλούσε αγγλικά με μία πολύ έντονη ξενική προφορά, και τίποτα στην συμπεριφορά του δεν υποδήλωνε με κανέναν τρόπο την θάλασσα. Ήταν ένας αριστοκράτης Πολωνός ευγενής μέχρι τα νύχια... Στην πρώτη μας συνάντηση, μιλήσαμε με συνεχώς αυξανόμενη οικειότητα. Έμοιαζε να βυθιζόμαστε, να διαπερνούμε επίπεδο το επίπεδο ό,τι ήταν επιφανειακό, μέχρι που σταδιακά και οι δύο φτάσαμε στην κεντρική εστία. Ήταν μία εμπειρία πρωτόγνωρη... "
"My first impression was one of surprise. He spoke English with a very strong foreign accent, and nothing in his demeanour in any way suggested the sea. He was an aristocratic Polish gentleman to his fingertips.... At our very first meeting, we talked with continually increasing intimacy. We seemed to sink through layer after layer of what was superficial, till gradually both reached the central fire. It was an experience unlike any other... I have known. "
Σημείωση: Το μικρό απόσπασμα είναι από την Αυτοβιογραφία του Bertrand Russel και αναφέρεται στην συνάντησή του με τον Joseph Conrad. / Η καρικατούρα ανήκει στον David Low.
Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017
Ο ύπνος της
πολιτικής ορθότητας
Βασική λειτουργία της λογοτεχνίας, εκτός από το να ψυχαγωγεί, είναι να προκαλεί ερωτήματα με σκοπό τόσο την σμίλευση της κοινωνικής και ιδιωτικής ταυτότητας των ανθρώπων όσο και την ανάπτυξη της σκέψης και της γλωσσικής έκφρασής τους. Γι' αυτόν, συνοπτικά, τον λόγο έχει ενταχθεί στην σχολική διδακτέα ύλη και βρίσκεται στο επίκεντρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς να δει τέτοιες πρακτικές να εφαρμόζονται σε ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα ιδίως σε χώρες, όπως οι ΗΠΑ, που υπάρχει έντονη η ανάγκη για δυναμικές αφηγήσεις και καθοδήγηση ενάντια σε κάθε είδους ανισότητα και ακραίο φυλετικό ρατσισμό.
Όμως, όχι. Σύμφωνα με άρθρο της Guardian, το κλασικό "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" της Harper Lee αποσύρθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από την λίστα των βιβλίων προς ανάγνωση ενός γυμνασίου στο Biloxi (Μισσισσιπί) εξαιτίας μίας λέξης “που προκαλεί αμηχανία”. Η λέξη αυτή είναι η "nigger" – ένας εξαιρετικά προσβλητικός χαρακτηρισμός με τον οποίο οι λευκοί του περασμένου αιώνα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αποκαλούσαν τους μαύρους. Λόγω της υβριστικής, ρατσιστικής χρήσης της, η συγκεκριμένη λέξη αποκλείστηκε σταδιακά από την κοινή πολιτιστική παράδοση των ΗΠΑ. Η ύπαρξή της όμως σε έργα της κλασικής λογοτεχνίας πυροδοτεί, ακόμη και στις μέρες μας, διαμάχες. Πέρυσι, αυτή η λέξη και κατ' επέκταση το ίδιο το βιβλίο της Lee, μαζί με το "Οι Περιπέτειες του Χάκλμπέρι Φιν", βρέθηκαν στο στόχαστρο με αφορμή τις επικρίσεις της μητέρας ενός μικτής φυλετικής καταγωγής (mixed-racial) παιδιού, στην Βιρτζίνια, που είπε: "Δεν αμφισβητώ ότι πρόκειται για μεγάλη λογοτεχία, αλλά υπάρχουν πολλές υβριστικές εκφράσεις εκεί μέσα, πολλές προσβλητικές λέξεις που δεν μπορείς να προσπεράσεις, και αυτή τη στιγμή είμαστε ένα έθνος ήδη διαιρεμένο." Και συνεχίζει: "Τι διδάσκουμε στα παιδιά μας; Επιβεβαιώνουμε ότι αυτές οι λέξεις είναι αποδεκτές. Δεν είναι αποδεκτές. Είμαστε στ' αλήθεια διαιρεμένοι. Θα χάσουμε τα παιδιά μας εάν συνεχίσουμε να λέμε ότι αυτό είναι εντάξει, ότι δίνουμε αξία σε αυτές τις λέξεις τη στιγμή που δεν θα έπρεπε."
Δεν θα τα χάσουν, άραγε, εάν δεν μάθουν να σκέφτονται μόνα τους ώστε να μπορούν να αξιολογούν τις λέξεις και να μην τις παπαγαλίζουν; Η λέξη που ξεκίνησε να χρησιμοποιείται στα ισπανικά ως ουδέτερος όρος για την περιγραφή ανθρώπων με σκούρο δέρμα ενσωματώνει στον ορισμό της τις συνθήκες διαβίωσης (βλ. κοινωνική συνοχή, εθνικότητα, ευημερία, την ιδιότητα του "μαύρου", την υπεροχή του "λευκού", την κοινωνική ένταξη/αποκλεισμό, κ.λπ.) των Αφροαμερικανών (ως κοινωνικό κεφάλαιο και ως φορέων μιας ταυτότητας) για περισσότερο από μισόν αιώνα και γι' αυτό φέρει ιδιαίτερα βαρύ ιστορικό φορτίο. Αυτήν ακριβώς την ιστορική μνήμη, σύμφωνα με την Νατάσα Πολονύ, είναι απαραίτητο να διδαχθούν τα παιδιά για να μην χαθούν. Εάν δεν διαβάσουν την ιστορία του παρελθόντος πως θα μάθουν ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντα ο ίδιος αλλά έγινε πολύ καλύτερος χάρη στους δύσκολους αγώνες των γενεών που προηγήθηκαν; Πως θα μάθουν να αντιδρούν στην αυταρχική και γραμμική συμπεριφορά απαίδευτων ανθρώπων; Πως θα προσφέρουν εποικοδομητικά στο κοινωνικό σύνολο εάν δεν διαβάσουν/εκφράσουν-απορίες/συζητήσουν για την άλλη, την αντίθετη, όψη των πραγμάτων; Πως θα μάθουν ποιά είναι, εντέλει, αυτή η άλλη όψη των πραγμάτων.
Τότε, είχε συσταθεί μία επιτροπή για να αξιολογήσει το εάν θα πρέπει τα συγκεκριμένα βιβλία να απαγορευτούν σε μόνιμη βάση – το βιβλίο της Λι, συν τοις άλλοις, περιέχει εκτεταμένες αναφορές σε βία, σεξ και βιασμό. Θεώρησα δεδομένο ότι τα μέλη της θα σκεφτούν αυτά τα ερωτήματα (και τα πολλά περισσότερα που εντέλει προκύπτουν) και θα θέσουν τα πράγματα στην σωστή τους βάση υπενθυμίζοντας τον πραγματικό ρόλο του δασκάλου και τον σημαντικό ρόλο της λογοτεχνίας σε αυτό. Ωστόσο, η απόφαση της κομητείας Accomack της Βιρτζίνια, όπου το 37% των 5000 μαθητών της (= 1850 παιδιά) είναι έγχρωμοι, ήταν να αποσύρει το βιβλίο και από την διδακτέα ύλη και από τις βιβλιοθήκες των σχολείων της περιοχής.
Φέτος, η απόφαση πάρθηκε από την διοίκηση και την Γ.Γ. της περιφέρειας που ανήκει το σχολείο, και είναι η ίδια. Σε μια εποχή (και περιοχή - τις ΗΠΑ) που υπάρχει ανάγκη από δυναμικές αφηγήσεις ενάντια σε κάθε είδους στερεότυπα, ανισότητα και ρατσισμό, εκείνοι που θα έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα με την σθεναρή στάση τους υπέρ του πλουραλισμού στην γνώση και την (λογοτεχνική) εκπαίδευση, επιλέγουν την πιο συμβατική λύση, με συνοπτικές διαδικασίες. " ...μπορούμε να διδάξουμε το ίδιο μάθημα με άλλα βιβλία. Το συγκεκριμένο βρίσκεται ακόμη στην βιβλιοθήκη μας. Όμως πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο βιβλίο στο μάθημα της 8ης τάξης" είπε ο αντιπρόεδρος της σχολικής επιτροπής του Biloxi.
Δεν ξέρω γιατί γράφω γι' αυτά τα περιστατικά – η λογοτεχνία του ανήκειν μοιάζει να μην μας αφορά. Δυστυχώς, όμως, μας αφορά γι' αυτόν το λόγο. Σκεφτόμουν, επίσης, την ισχύ της μονοδιάστατης σκέψης και το πόσο εύκολα αυτή διαχέεται και ο επόμενος συλλογισμός ήταν επιτακτικός: περισσότερο από τα παιδιά, οι ενήλικοι είναι εκείνοι που θα πρέπει να διδαχθούν ότι λογοτεχνία δεν είναι μόνο η ηχηρή ανάγνωση των λέξεων.
Όμως, όχι. Σύμφωνα με άρθρο της Guardian, το κλασικό "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια" της Harper Lee αποσύρθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από την λίστα των βιβλίων προς ανάγνωση ενός γυμνασίου στο Biloxi (Μισσισσιπί) εξαιτίας μίας λέξης “που προκαλεί αμηχανία”. Η λέξη αυτή είναι η "nigger" – ένας εξαιρετικά προσβλητικός χαρακτηρισμός με τον οποίο οι λευκοί του περασμένου αιώνα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αποκαλούσαν τους μαύρους. Λόγω της υβριστικής, ρατσιστικής χρήσης της, η συγκεκριμένη λέξη αποκλείστηκε σταδιακά από την κοινή πολιτιστική παράδοση των ΗΠΑ. Η ύπαρξή της όμως σε έργα της κλασικής λογοτεχνίας πυροδοτεί, ακόμη και στις μέρες μας, διαμάχες. Πέρυσι, αυτή η λέξη και κατ' επέκταση το ίδιο το βιβλίο της Lee, μαζί με το "Οι Περιπέτειες του Χάκλμπέρι Φιν", βρέθηκαν στο στόχαστρο με αφορμή τις επικρίσεις της μητέρας ενός μικτής φυλετικής καταγωγής (mixed-racial) παιδιού, στην Βιρτζίνια, που είπε: "Δεν αμφισβητώ ότι πρόκειται για μεγάλη λογοτεχία, αλλά υπάρχουν πολλές υβριστικές εκφράσεις εκεί μέσα, πολλές προσβλητικές λέξεις που δεν μπορείς να προσπεράσεις, και αυτή τη στιγμή είμαστε ένα έθνος ήδη διαιρεμένο." Και συνεχίζει: "Τι διδάσκουμε στα παιδιά μας; Επιβεβαιώνουμε ότι αυτές οι λέξεις είναι αποδεκτές. Δεν είναι αποδεκτές. Είμαστε στ' αλήθεια διαιρεμένοι. Θα χάσουμε τα παιδιά μας εάν συνεχίσουμε να λέμε ότι αυτό είναι εντάξει, ότι δίνουμε αξία σε αυτές τις λέξεις τη στιγμή που δεν θα έπρεπε."
Δεν θα τα χάσουν, άραγε, εάν δεν μάθουν να σκέφτονται μόνα τους ώστε να μπορούν να αξιολογούν τις λέξεις και να μην τις παπαγαλίζουν; Η λέξη που ξεκίνησε να χρησιμοποιείται στα ισπανικά ως ουδέτερος όρος για την περιγραφή ανθρώπων με σκούρο δέρμα ενσωματώνει στον ορισμό της τις συνθήκες διαβίωσης (βλ. κοινωνική συνοχή, εθνικότητα, ευημερία, την ιδιότητα του "μαύρου", την υπεροχή του "λευκού", την κοινωνική ένταξη/αποκλεισμό, κ.λπ.) των Αφροαμερικανών (ως κοινωνικό κεφάλαιο και ως φορέων μιας ταυτότητας) για περισσότερο από μισόν αιώνα και γι' αυτό φέρει ιδιαίτερα βαρύ ιστορικό φορτίο. Αυτήν ακριβώς την ιστορική μνήμη, σύμφωνα με την Νατάσα Πολονύ, είναι απαραίτητο να διδαχθούν τα παιδιά για να μην χαθούν. Εάν δεν διαβάσουν την ιστορία του παρελθόντος πως θα μάθουν ότι ο κόσμος δεν ήταν πάντα ο ίδιος αλλά έγινε πολύ καλύτερος χάρη στους δύσκολους αγώνες των γενεών που προηγήθηκαν; Πως θα μάθουν να αντιδρούν στην αυταρχική και γραμμική συμπεριφορά απαίδευτων ανθρώπων; Πως θα προσφέρουν εποικοδομητικά στο κοινωνικό σύνολο εάν δεν διαβάσουν/εκφράσουν-απορίες/συζητήσουν για την άλλη, την αντίθετη, όψη των πραγμάτων; Πως θα μάθουν ποιά είναι, εντέλει, αυτή η άλλη όψη των πραγμάτων.
Τότε, είχε συσταθεί μία επιτροπή για να αξιολογήσει το εάν θα πρέπει τα συγκεκριμένα βιβλία να απαγορευτούν σε μόνιμη βάση – το βιβλίο της Λι, συν τοις άλλοις, περιέχει εκτεταμένες αναφορές σε βία, σεξ και βιασμό. Θεώρησα δεδομένο ότι τα μέλη της θα σκεφτούν αυτά τα ερωτήματα (και τα πολλά περισσότερα που εντέλει προκύπτουν) και θα θέσουν τα πράγματα στην σωστή τους βάση υπενθυμίζοντας τον πραγματικό ρόλο του δασκάλου και τον σημαντικό ρόλο της λογοτεχνίας σε αυτό. Ωστόσο, η απόφαση της κομητείας Accomack της Βιρτζίνια, όπου το 37% των 5000 μαθητών της (= 1850 παιδιά) είναι έγχρωμοι, ήταν να αποσύρει το βιβλίο και από την διδακτέα ύλη και από τις βιβλιοθήκες των σχολείων της περιοχής.
Φέτος, η απόφαση πάρθηκε από την διοίκηση και την Γ.Γ. της περιφέρειας που ανήκει το σχολείο, και είναι η ίδια. Σε μια εποχή (και περιοχή - τις ΗΠΑ) που υπάρχει ανάγκη από δυναμικές αφηγήσεις ενάντια σε κάθε είδους στερεότυπα, ανισότητα και ρατσισμό, εκείνοι που θα έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα με την σθεναρή στάση τους υπέρ του πλουραλισμού στην γνώση και την (λογοτεχνική) εκπαίδευση, επιλέγουν την πιο συμβατική λύση, με συνοπτικές διαδικασίες. " ...μπορούμε να διδάξουμε το ίδιο μάθημα με άλλα βιβλία. Το συγκεκριμένο βρίσκεται ακόμη στην βιβλιοθήκη μας. Όμως πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο βιβλίο στο μάθημα της 8ης τάξης" είπε ο αντιπρόεδρος της σχολικής επιτροπής του Biloxi.
Δεν ξέρω γιατί γράφω γι' αυτά τα περιστατικά – η λογοτεχνία του ανήκειν μοιάζει να μην μας αφορά. Δυστυχώς, όμως, μας αφορά γι' αυτόν το λόγο. Σκεφτόμουν, επίσης, την ισχύ της μονοδιάστατης σκέψης και το πόσο εύκολα αυτή διαχέεται και ο επόμενος συλλογισμός ήταν επιτακτικός: περισσότερο από τα παιδιά, οι ενήλικοι είναι εκείνοι που θα πρέπει να διδαχθούν ότι λογοτεχνία δεν είναι μόνο η ηχηρή ανάγνωση των λέξεων.
https://twitter.com/foreignoffice/status/920537438367375361
https://twitter.com/foreignoffice/status/920537438367375361https://twitter.com/foreignoffice/status/9205374383673753
Σημειώσεις: Και στις δύο περιπτώσεις οι δάσκαλοι –υποθέτω και ορισμένοι ανοιχτόμυαλοι γονείς– δεν συμφωνούν και διαμαρτύρονται έντονα. Στην περίπτωση της Βιρτζίνια δε, πέτυχαν να αρθεί η απαγόρευση. // Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι στιγμιότυπο από την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Λι το 1962, δύο χρόνια μετά την έκδοση του, με τον Gregory Peck στον ρόλο του εμβληματικού Άττικους Φιντς για τον οποίο απέσπασε το Όσκαρ Α Ανδρικού Ρόλου.
Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017
A bright view
of hills
Η Σουηδική Ακαδημία εκπλήσσει για ακόμη μία φορά: ο βρετανός Kazuo Ishiguro κερδίζει το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας διότι "με
την μεγάλη συναισθηματική δύναμη των μυθιστορημάτων του, αποκαλύπτει
την άβυσσο κάτω από την απατηλή αίσθηση της σχέσης που έχουμε με τον
κόσμο".
Συγγραφέας με μεγάλη ακεραιότητα που παραμένει επίκαιρος, ο Καζούο Ισιγκούρο έχει δημιουργήσει ένα αισθητικό σύμπαν εξ ολοκλήρου δικό του – μείξη Τζέην Ώστεν και Φραντς Κάφκα με μια μικρή δόση Προυστ το χαρακτηρίζει η Μόνιμη Γραμματέας της επιτροπής, Sara Danius. "Τ' απομεινάρια μιας μέρας", "Ο Απαρηγόρητος", "Τότε που ήμασταν ορφανοί", "Μην με αφήσεις ποτέ", "Ο θαμμένος γίγαντας" - κάποια από τα έργα του νομπελίστα, πλέον, Ισιγκούρο που κυκλοφορούν σε ελληνική μετάφραση. Κύριο γνώρισμα της γραφής του είναι το ότι δεν προσπαθεί να ανακτήσει το παρελθόν. Κατανοεί και διερευνά αυτό που πρέπει να ξεχάσεις ώστε να μπορέσεις ενττέλει να επιβιώσεις, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Και τούτη η αίσθηση διαφαίνεται και στην κινηματογραφική ταινία της οποίας έγραψε το σενάριο – mono no aware λέγεται στην λογοτεχνική παράδοση της Ιαπωνίας "το πάθος των πραγμάτων" ή "η ευαισθησία προς το εφήμερο" που γεννά την, τόσο χαρακτηριστική, μελαγχολία των σελίδων του Ισιγκούρο.
"Μια σπουδαία τιμή" δήλωσε ο βραβευμένος συγγραφέας, "κυρίως επειδή σημαίνει ότι είμαι στα βήματα των μεγαλύτερων συγγραφέων που έζησαν". Και συμπληρώνει: "Ο κόσμος βρίσκεται σε μία πολύ αβέβαιη στιγμή και θέλω να ελπίζω ότι όλα τα βραβεία Νόμπελ θα αποτελέσουν μία δύναμη για κάτι θετικό για τον κόσμο όπως είναι αυτή τη στιγμή. Θα συγκινούμουν βαθιά αν μπορούσα φέτος να συμμετέχω, με κάποιον τρόπο, σε ένα κλίμα που θα συνεισέφερε σε μια θετική ατμόσφαιρα σε αυτή την αβέβαιη εποχή."
Σε αυτό το θετικό κλίμα ίσως συμβάλλει και η μουσική για την οποία ο γεννημένος στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας διακεκριμένος Βρετανός έχει εκφράσει επανηλειμμένως την αγάπη του – τόσο στην συλλογή διηγημάτων του Νυχτερινά όσο και στους στίχους τραγουδιών, σε δύο άλμπουμ, της αμερικανίδας ερμηνεύτριας της τζαζ Stacey Kent.
Αν όχι ένα κλείσιμο του ματιού στην περυσινή της επιλογή, αθέλητο έστω, τότε η επιλογή της Ακαδημίας είναι σίγουρα μια καίρια υπόδειξη για το παρόν των πραγμάτων.
Σημειώσεις: Μπορείτε να παρακολουθήσετε την ανακοίνωση της επιτροπής εδώ. Η προσωπογραφία του νομπελίστα συγγραφέα ανήκει στον σουηδό εικαστικό και εικονογράφο Niklas Elmehed, υπεύθυνο για τα επίσημα πορτραίτα των βραβευθέντων της Σουηδικής Ακαδημίας. Αντλήθηκε από την επίσημη ιστοσελίδα του Βραβείου.
Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017
ΠΟΛΥ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΛΗΞΗΣ
Σημειώσεις: Κείμενο αντλημένο από το "Η επιστροφή των νεκρών" (Πόλις, 2017), την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη ο στυλπνός λυρισμός της οποίας φαίνεται πως μεγαλώνει (οι στίχοι και τα ποιήματά της αποκτούν αξιοσημείωτη έκταση κι ένταση), επεκτείνεται και σε τόπους οδυνηρούς, ιστορικούς όσο και καθημερινούς, στο παρόν και στο παρελθόν· και ωριμάζει με σταθερό ρυθμό δίχως η ποιήτρια να αποχωρίζεται την γυροσκοπική, κοσμοπολίτικη, διάθεσή της. // Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου που βασίζεται σε φωτογραφικό δίπτυχο της Βενθεσικύμης Σούκουλη.
Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017
Any word alive
Πολυβραβευμένη και πολυγραφότατη. Δοκιμασμένη τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο διήγημα, την ποίηση, το δοκίμιο, την λογοτεχνική κριτική, τα βιβλία για παιδιά, τα graphic novels (ως κειμενογράφος), τα σενάρια τηλεοπτικών σειρών και τα λιμπρέτι, η Margaret Atwood επιχειρεί με το πιο πρόσφατο βιβλίο της και στο πεδίο του θεάτρου. Για την ακρίβεια, "Το παιδί της Τρικυμίας" (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου – Μεταίχμιο, 2017) είναι μία πεζογραφική διασκευή της σαιξπηρικής "Τρικυμίας". Ακόμη μία! ίσως σκεφτείτε. Ομολογώ πως μου πέρασε από το νου, αλλά κακώς διότι, όπως διαπίστωσα, πρόκειται για μια εξαιρετικά πνευματώδης, πολυδιάστατη και απολαυστική μεταφορά του έργου στο σήμερα.
Στην πόλη Μακέσιγουεγκ του Καναδά γίνεται κάθε χρόνο ένα θεατρικό φεστιβάλ. Ο Φίλιξ Φίλιπς είναι ένας έμπειρος και καταξιωμένος σκηνοθέτης της αβάντ γκαρντ που ετοιμάζεται να ανεβάσει την σαιξπηρική Τρικυμία. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής –επί χρόνια– του φεστιβάλ ασχολείται μόνο με τα της παράστασης (κοστούμια, φωτισμοί, ερμηνείες, κ.λπ) και δεν αντιλαμβάνεται τις μηχανορραίες του βοηθού του, Τόνι Πράις μέχρι που βρίσκεται απολυμένος, με τα λιγοστά υπάρχοντά του σε ένα κουτί και δύο άντρες της ασφάλειας να τον συνοδεύουν μέχρι το πάρκινγκ του θεάτρου. Το χτύπημα ετούτο είναι το τρίτο που δέχεται ο Φίλιξ - έχει προηγηθεί ο θάνατος της Νάντιας στην γέννα της κόρης τους και πριν από λίγους μήνες ο θάνατος της τρίχρονης Μιράντας από μηνιγγίτιδα. Τότε ήταν που αποφάσισε να ανεβάσει την Τρικυμία με προοπτική να την αναστήσει -κατά κάποιο τρόπο- στην σκηνή, κάτι που τον κράτησε μακριά από την κατάθλιψη.
Μα τώρα συνέβη αυτό και ο Φίλιξ απομονώνεται σε μια πρωτόγονη καλύβα στην άκρη ενός κοντινού χωριού. Ο χρόνος του κυλά αργά και ουσιαστικά άπραγος – ψιλομαστορεύοντας, έχοντας παραισθήσεις με την μορφή της κόρης του και παρακολουθώντας στο διαδίκτυο τις κινήσεις του άσπονδου φίλου του ο οποίος προοδεύει ταχύτατα – από την στιγμή που σφετερίστηκε την θέση του, βραβεύτηκε αρκετές φορές ως Πρόεδρος του πρωτοποριακού φεστιβάλ του Μακέσιγουενγκ και κατάφερε να αποκτήσει θέση κύρους στην πολιτική (βλ. διορισμός στο υπουργικό συμβούλιο). Ο Φίλιξ θα ήθελε να τον εκδικηθεί που καρπώθηκε την δουλειά του, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο άστοχα σχέδια.
Κάποια στιγμή διαβάζει για μια κενή θέση δασκάλου θεάτρου στο Σωφρονιστήριο Φλέτσερ και κάνει αίτηση. Ελλείψει ενδιαφερομένων, προσλαμβάνεται αμέσως και διατηρεί την θέση του για τρία χρόνια ανεβάζοντας με επιτυχία τραγωδίες του Σαίξπηρ – Ιούλιο Καίσαρα, Μακβέθ, Ριχάρδος Γ΄. Στην αρχή της τέταρτης χρονιάς μαθαίνει ότι το πρόγραμμα "Αλφαβητισμός μέσα από τη Λογοτεχνία" στο οποίο βασίζεται η θέση του πρόκειται να καταργηθεί. Με την βοήθεια των ηθοποιών του και της Εστέλ, καθηγήτριας πανεπιστημίου που δημιούργησε και επιβλέπει το πρόγραμμα, ο Φίλιξ θα προετοιμάσει μία πρωτοποριακή, πράγματι, παράσταση ώστε να δείξει στους δύο υπουργούς που θα επισκεφτούν το Φλέτσερ, στην λήξη της χρονιάς, τα θαυμάσια αποτελέσματα του προγράμματος – κοσμιοτάτη διαγωγή των φυλακισμένων, και βελτίωση κατά 15% των επιδόσεών τους στις γραπτές εργασίες. Αν δεν το καταλάβατε, οι δύο υπουργοί είναι ο Τόνι Πράϊς και ο Σαλ Ο' Νάλι - ο δεύτερος, πρώην συμμαθητής του Φίλιξ και πρώην υπουργός Κληρονομιάς που συντάχθηκε με τον Πράϊς στην απόλυσή του, νυν υπουργός Οικονομικών και διαχειριστής του προγράμματος.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Άτγουντ ασχολείται με διασκευές. Το 2005 συμμετείχε στην σειρά Canongate Myth Series με την διασκευή της ομηρικής Οδύσσειας - η "Πηνελοπιάδα" θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα βιβλία της και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, με τις κριτικές να εγκωμιάζουν την πνευματώδη πλοκή, τον ρυθμό και τη δομή του έργου. Το ίδιο μοτίβο φαίνεται πως ακολουθείται κι εδώ καθώς η Άτγουντ δεν απομακρύνεται από την σαιξπηρική διάρθρωση του κειμένου (πρόλογο, κεφάλαια με υποκεφάλαια –πράξεις με σκηνές–, και επίλογο) και τονίζει με το γνώριμο δυναμικό και διερευνητικό ύφος της την αφήγηση, τον ρυθμό και, κυρίως, την δράση του μυθιστορήματος.
Ένα πρόβλημα, ωστόσο, με τις μεταφορές των έργων του Σαίξπηρ στην σημερινή εποχή είναι η ύπαρξη των πολλών και διαφόρων φανταστικών πλασμάτων που οι άνθρωποι τότε -τέσσερις αιώνες πριν- πίστευαν: Νύμφες, θεές, πνεύματα. Έχοντας κάνει αρκετή έρευνα και μελέτη για το θέατρο και την θεατρική αγωγή, η Άτγουντ τιθασσεύει με μαεστρία αυτήν τη δυσκολία – το σαιξπηρικό πνεύμα της Μιράντας έγινε μόνιμη παραίσθηση του Φίλιξ σε όλο το διάστημα της αυτο-εξορίας του, τέχνασμα που αφενός είναι δηλωτικό της διαταραγμένης κατάστασής του, κι αφετέρου προσδίδει αγωνία στο μυθιστόρημα, κάτι που λείπει από το θεατρικό. Το υπερφυσικό στοιχείο αντικαθίσταται από τα ψηφιακά εφέ και την μουσική επένδυση του 8HANDZ ενώ τα μαγικά του Σαίξπηρ μεταγράφονται σε διδασκαλία του Φίλιξ ο οποίος αποδομεί τους χαρακτήρες του έργου με λογικό τρόπο και δείχνει στους μαθητές του πως λειτουργούν. Με αυτόν τον τρόπο ο Φίλιξ καθησυχάζει, επίσης, τις αντιρρήσεις τους (βλ. πιθανή εξέγερση) μπροστά στο εντελώς διαφορετικό – το επόμενο έργο που θα μελετήσουν -η Τρικυμία- θα το ανεβάσουν ως μιούζικαλ, έτσι όπως ακριβώς θα το ανέβαζε ο Φίλιξ στο φεστιβάλ του Μακέσιγουεγκ, δώδεκα χρόνια πριν. Με τον ίδιο στον ρόλο του Πρόσπερου και την ηθοποιό που είχε προσλάβει τότε για να ενσαρκώσει τη Μιράντα του – η Ανν-Μαρί Γκρίνλαντ ως χορεύτρια θα είναι η βοηθός του Φίλιξ και θα διδάξει στους ηθοποιούς τις χορογραφίες. Η παράσταση θα έχει βέβαια αρκετές τροποποιήσεις – ο Άριελ δεν θα είναι ένα κατεργάρικο ξωτικό ή μία νεράϊδα αλλά ένας μπλε εξωγήινος, άσος στα ειδικά εφέ· η μουσική επένδυση θα γίνει από τους ηθοποιούς που θα επιλέξουν ή θα συνθέσουν μόνοι τους τα κομμάτια· και, τέλος, θα υπάρξουν δύο παράλληλες παραστάσεις – η μαγνητοσκοπημένη, για τον διευθυντή και τους υπόλοιπους τρόφιμους του Φλέτσερ και η διαδραστική, σε πραγματικό χρόνο, όπου ο Φίλιξ θα παγιδεύσει τους δύο πρώην συνεργάτες του.
Η εκδίκηση του Φίλιξ αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Τα γεγονότα ακολουθούν μία γραμμική, αναμενόμενη, σειρά μέχρι το χάπυ έντ της ιστορίας κι αυτό είναι κάτι που με απογοήτευσε ελαφρώς. Δεν το κατάλαβα αμέσως διότι η γλώσσα του κειμένου είναι πανέξυπνη, σπιντάτη και διανθισμένη με μικρές ανατροπές και αρκετά ενδιαφέροντες χαρακτήρες – ο 8HANDZ είναι ένας χάκερ που βρίσκεται στην φυλακή επειδή τον κατέδωσε ένας μεγαλύτερος στην ηλικία συνεργάτης του όταν δεν δέχτηκε να χακάρει δωρεές για τους πρόσφυγες. Γενικώς, η φυλακή ως χώρος εκπαίδευσης και η θεατρική αγωγή σε φυλακισμένους είναι ένα αβανταδόρικο επίκαιρο θέμα που προκαλεί πολλές συζητήσεις. Θεωρώ θαυμάσιο που η Άτγουντ το χρησιμοποιεί ως πεδίο δράσης – η αφήγηση της διδακτικής του Φίλιξ αποτελεί ένα πραγματικό μάθημα για την θεατρική πράξη που αφορά πολλούς.
Και όπως σε κάθε μάθημα, οπουδήποτε κι αν αυτό γίνεται, δεν λείπει το χιούμορ· το ιδιαίτερα πνευματώδες χιούμορ που χαρακτηρίζει την γραφή της Καναδής. Για παράδειγμα, ένας από τους όρους που επιβάλλει ο Φίλιξ στους μαθητές του είναι ότι μπορούν να βρίζουν μόνο εάν χρησιμοποιήσουν τις ευφάνταστες εκφράσεις του Σαίξπηρ, και μόνο από το έργο που ανεβάζουν κάθε φορά. Φανταστείτε το, λίγο. Και όταν χρησιμοποιούν λάθος βρισιές, να τους αφαιρούνται βαθμοί. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο περιστατικό – το κάθε μάθημα του Φίλιξ με τους ετοιμόλογους μαθητές του και τις εύστοχες παρατηρήσεις τους είναι απολαυστικό. Πολύ περισσότερο όταν ο Φίλιξ τους ανακοινώνει ότι θα ανεβάσουν μία ρομαντική ιλαροτραγωδία. "Γιατί κάνουμε αυτό το έργο; Δεν υπάρχει σκηνή μάχης κι έχει και μια νεράιδα μέσα, αδερφή δηλαδή." Ή, όταν προσπαθούν να αποφύγουν τους ρόλους του Άριελ και της Μιράντας.
Το κατάλαβα διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου, μετά την λήξη της περιπετειώδους παράστασης, ο Φίλιξ βάζει στους ηθοποιούς την τελευταία εργασία τους: να δημιουργήσουν μια ζωή μετά το τέλος του έργου για τον ήρωα του ρόλου τους. Κι εκείνοι το κάνουν υποδειγματικά αποδεικνύοντας την παιδαγωγική δύναμη της θεατρικής αγωγής – είναι το σημείο όπου το μυθιστόρημα απογειώνεται. Όλες οι εργασίες διαθέτουν εκείνη την πρωτότυπη οπτική που πραγματικά σε ξεβολεύει και σου συστήνει τον Σαίξπηρ εκ νέου. Ιδίως η εργασία του Λεγκς και της Ομάδας των Στριγκλογεννημένων για τον Κάλιμπαν - θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το αφηγηματικό πλαίσιο του βιβλίου δίνοντας έτσι μια εντελώς φρέσκια, νεωτερική απόδοση του θεατρικού έργου μια και ο τίτλος του μυθιστορήματος –εκ πρώτης όψεως– παραπέμπει σ' αυτόν (τον Κάλιμπαν) κι όχι στον Πρόσπερο. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα ήταν αντίθετο με την μόνη προϋπόθεση που έθεσε το The Hogarth Shakespeare Project στους συγγραφείς που συμμετέχουν – θα πρέπει να ακολουθήσουν το πνεύμα των έργων του Σαίξπηρ. Κι αυτό ακριβώς κάνει η Άτγουντ – μένει πιστή στο πνεύμα του πρωτότυπου κι επεκτείνει την πλοκή του μυθιστορήματος σε ένα πεδίο όπου η φαντασία της μπορεί να δράσει δίχως όρους και προϋποθέσεις. Υποθέτω, λοιπόν, πως ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στον Φίλιξ και υποννοεί την δύσκολη τύχη του.
Ένα πρόβλημα, ωστόσο, με τις μεταφορές των έργων του Σαίξπηρ στην σημερινή εποχή είναι η ύπαρξη των πολλών και διαφόρων φανταστικών πλασμάτων που οι άνθρωποι τότε -τέσσερις αιώνες πριν- πίστευαν: Νύμφες, θεές, πνεύματα. Έχοντας κάνει αρκετή έρευνα και μελέτη για το θέατρο και την θεατρική αγωγή, η Άτγουντ τιθασσεύει με μαεστρία αυτήν τη δυσκολία – το σαιξπηρικό πνεύμα της Μιράντας έγινε μόνιμη παραίσθηση του Φίλιξ σε όλο το διάστημα της αυτο-εξορίας του, τέχνασμα που αφενός είναι δηλωτικό της διαταραγμένης κατάστασής του, κι αφετέρου προσδίδει αγωνία στο μυθιστόρημα, κάτι που λείπει από το θεατρικό. Το υπερφυσικό στοιχείο αντικαθίσταται από τα ψηφιακά εφέ και την μουσική επένδυση του 8HANDZ ενώ τα μαγικά του Σαίξπηρ μεταγράφονται σε διδασκαλία του Φίλιξ ο οποίος αποδομεί τους χαρακτήρες του έργου με λογικό τρόπο και δείχνει στους μαθητές του πως λειτουργούν. Με αυτόν τον τρόπο ο Φίλιξ καθησυχάζει, επίσης, τις αντιρρήσεις τους (βλ. πιθανή εξέγερση) μπροστά στο εντελώς διαφορετικό – το επόμενο έργο που θα μελετήσουν -η Τρικυμία- θα το ανεβάσουν ως μιούζικαλ, έτσι όπως ακριβώς θα το ανέβαζε ο Φίλιξ στο φεστιβάλ του Μακέσιγουεγκ, δώδεκα χρόνια πριν. Με τον ίδιο στον ρόλο του Πρόσπερου και την ηθοποιό που είχε προσλάβει τότε για να ενσαρκώσει τη Μιράντα του – η Ανν-Μαρί Γκρίνλαντ ως χορεύτρια θα είναι η βοηθός του Φίλιξ και θα διδάξει στους ηθοποιούς τις χορογραφίες. Η παράσταση θα έχει βέβαια αρκετές τροποποιήσεις – ο Άριελ δεν θα είναι ένα κατεργάρικο ξωτικό ή μία νεράϊδα αλλά ένας μπλε εξωγήινος, άσος στα ειδικά εφέ· η μουσική επένδυση θα γίνει από τους ηθοποιούς που θα επιλέξουν ή θα συνθέσουν μόνοι τους τα κομμάτια· και, τέλος, θα υπάρξουν δύο παράλληλες παραστάσεις – η μαγνητοσκοπημένη, για τον διευθυντή και τους υπόλοιπους τρόφιμους του Φλέτσερ και η διαδραστική, σε πραγματικό χρόνο, όπου ο Φίλιξ θα παγιδεύσει τους δύο πρώην συνεργάτες του.
Η εκδίκηση του Φίλιξ αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Τα γεγονότα ακολουθούν μία γραμμική, αναμενόμενη, σειρά μέχρι το χάπυ έντ της ιστορίας κι αυτό είναι κάτι που με απογοήτευσε ελαφρώς. Δεν το κατάλαβα αμέσως διότι η γλώσσα του κειμένου είναι πανέξυπνη, σπιντάτη και διανθισμένη με μικρές ανατροπές και αρκετά ενδιαφέροντες χαρακτήρες – ο 8HANDZ είναι ένας χάκερ που βρίσκεται στην φυλακή επειδή τον κατέδωσε ένας μεγαλύτερος στην ηλικία συνεργάτης του όταν δεν δέχτηκε να χακάρει δωρεές για τους πρόσφυγες. Γενικώς, η φυλακή ως χώρος εκπαίδευσης και η θεατρική αγωγή σε φυλακισμένους είναι ένα αβανταδόρικο επίκαιρο θέμα που προκαλεί πολλές συζητήσεις. Θεωρώ θαυμάσιο που η Άτγουντ το χρησιμοποιεί ως πεδίο δράσης – η αφήγηση της διδακτικής του Φίλιξ αποτελεί ένα πραγματικό μάθημα για την θεατρική πράξη που αφορά πολλούς.
Και όπως σε κάθε μάθημα, οπουδήποτε κι αν αυτό γίνεται, δεν λείπει το χιούμορ· το ιδιαίτερα πνευματώδες χιούμορ που χαρακτηρίζει την γραφή της Καναδής. Για παράδειγμα, ένας από τους όρους που επιβάλλει ο Φίλιξ στους μαθητές του είναι ότι μπορούν να βρίζουν μόνο εάν χρησιμοποιήσουν τις ευφάνταστες εκφράσεις του Σαίξπηρ, και μόνο από το έργο που ανεβάζουν κάθε φορά. Φανταστείτε το, λίγο. Και όταν χρησιμοποιούν λάθος βρισιές, να τους αφαιρούνται βαθμοί. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο περιστατικό – το κάθε μάθημα του Φίλιξ με τους ετοιμόλογους μαθητές του και τις εύστοχες παρατηρήσεις τους είναι απολαυστικό. Πολύ περισσότερο όταν ο Φίλιξ τους ανακοινώνει ότι θα ανεβάσουν μία ρομαντική ιλαροτραγωδία. "Γιατί κάνουμε αυτό το έργο; Δεν υπάρχει σκηνή μάχης κι έχει και μια νεράιδα μέσα, αδερφή δηλαδή." Ή, όταν προσπαθούν να αποφύγουν τους ρόλους του Άριελ και της Μιράντας.
Το κατάλαβα διαβάζοντας το τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου, μετά την λήξη της περιπετειώδους παράστασης, ο Φίλιξ βάζει στους ηθοποιούς την τελευταία εργασία τους: να δημιουργήσουν μια ζωή μετά το τέλος του έργου για τον ήρωα του ρόλου τους. Κι εκείνοι το κάνουν υποδειγματικά αποδεικνύοντας την παιδαγωγική δύναμη της θεατρικής αγωγής – είναι το σημείο όπου το μυθιστόρημα απογειώνεται. Όλες οι εργασίες διαθέτουν εκείνη την πρωτότυπη οπτική που πραγματικά σε ξεβολεύει και σου συστήνει τον Σαίξπηρ εκ νέου. Ιδίως η εργασία του Λεγκς και της Ομάδας των Στριγκλογεννημένων για τον Κάλιμπαν - θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το αφηγηματικό πλαίσιο του βιβλίου δίνοντας έτσι μια εντελώς φρέσκια, νεωτερική απόδοση του θεατρικού έργου μια και ο τίτλος του μυθιστορήματος –εκ πρώτης όψεως– παραπέμπει σ' αυτόν (τον Κάλιμπαν) κι όχι στον Πρόσπερο. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, θα ήταν αντίθετο με την μόνη προϋπόθεση που έθεσε το The Hogarth Shakespeare Project στους συγγραφείς που συμμετέχουν – θα πρέπει να ακολουθήσουν το πνεύμα των έργων του Σαίξπηρ. Κι αυτό ακριβώς κάνει η Άτγουντ – μένει πιστή στο πνεύμα του πρωτότυπου κι επεκτείνει την πλοκή του μυθιστορήματος σε ένα πεδίο όπου η φαντασία της μπορεί να δράσει δίχως όρους και προϋποθέσεις. Υποθέτω, λοιπόν, πως ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στον Φίλιξ και υποννοεί την δύσκολη τύχη του.
Το θεατρικό κείμενο ως αγωγή εκπαίδευσης εγκιβωτισμένο σε μυθιστόρημα για την ζωή ενός σκηνοθέτη θεάτρου. "Το Παιδί της Τρικυμίας" όμως δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο ακούγεται. Το αντίθετο. Είναι μία συναρπαστική ανθρώπινη περιπέτεια για την θλίψη, την εκδίκηση, τις φυλακές –τις πραγματικές αλλά και του εαυτού–, και τις δεύτερες ευκαιρίες. Είναι επίσης ένα σχόλιο για την μεταμοντέρνα Τέχνη αλλά και γενικότερα, την τέχνη ως μέσο ενσυναίσθησης και κατανόησης του κόσμου. Κυρίως, όμως, είναι η απόδειξη της επίδρασης της λογοτεχνίας – βάζει τους αναγνώστες να σκεφτούν πέρα από την λειτουργία και την χρησιμότητά της και να αντιληφθούν την κοινωνική, πολιτιστική, ακόμη και την πολιτική σημασία ενός μυθιστορήματος.
Ο Σαίξπηρ, εντέλει, θα μας αφορά για πολύ ακόμη.
Σημειώσεις: Η πρώτη φωτογραφία είναι από παράσταση της καναδικής ομάδας σύγχρονου χορού Kidd Pivot. Το εικαστικό είναι "Ο Άριελ" του Ελβετού Henry Fuseli. Η φωτογραφία της Μάργκαρετ Άτγουντ αντλήθηκε από τον ιστότοπο του Hogarth Shakespeare Project – πρόκειται για μια σειρά βιβλίων που δημιουργήθηκε από την συνεργασία του The Hogarth Press -που ίδρυσε το 1917 η Βιρτζίνια και ο Λέναρντ Γουλφ- με τον Penguin Random House. Σκοπός της, να επανασυστήσουν τα έργα του Σαίξπηρ στο σήμερα με την συμβολή σύχγρονων, καταξιωμένων συγγραφέων. Η σειρά ξεκίνησε το 2015 και μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία από τους Τζάνετ Γουίντερσον, Χάουαρντ Τζέικομπσον, Άνν Τάυλερ και Μάργκαρετ Άτγουντ. Αναμένονται εκείνα των Τρέισυ Σεβαλιέ, Γιου Νέσμπο, Έντουαρντ Σεντ ΄Ωμπυν και Τζίλιαν Φλυν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












